Κυριακή 25 Αυγούστου 2013


ΝΗΣΟΣ ΣΑΣΩΝ.

 ΜΑΪΟΣ 1864 - ΜΑΪΟΣ 1914: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ
 

 [Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κεφαλονίτικη Πρόοδος" σε δυο συνέχειες (περίοδος Β΄, τχ. 3, Ιούλ.-Σεπτ. 2012, σσ. 19-22, και τχ. 4, Οκτ.-Δεκ. 2012, σσ. 15-19) με τον τίτλο "Σάσων: το Αδριατικό Γιβραλτάρ. Πώς παραχωρήθηκε το στρατηγικής σημασίας νησί του Ιονίου"]

          Όλες οι συνθήκες και τα πρωτόκολλα που υπογράφτηκαν μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων ή μεταξύ των τελευταίων και της Ελλάδας για την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα[1] ονομάτιζαν μόνο τα μεγάλα νησιά του Ιονίου (Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί), ενώ για τα μικρότερα και τις βραχονησίδες χρησιμοποιούσαν τον όρο «βενετικαί νήσοι» ή «εξαρτήματα» των προηγούμενων νησιών. Άλλωστε, και στο ψήφισμα της ΙΓ΄, και τελευταίας,  Ιόνιας Βουλής (23 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου 1863) για την Ένωση τα επτά μόνο μεγαλύτερα νησιά αναφέρονταν ονομαστικά, κάτι που δε γινόταν για τα υπόλοιπα, τα οποία γενικά χαρακτηρίζονταν εξαρτήματα των παραπάνω: «Η Βουλή της Επτανήσου [...] ψηφίζει αι νήσοι Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Λευκάς, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί και τα εξαρτήματα αυτών ενούνται μετά του βασιλείου της Ελλάδος [...]».
          Ανάμεσα σε αυτά τα εξαρτήματα συγκαταλέγονταν (αναφέρουμε νησάκια με επιφάνεια μέχρι ενός τετρ. χλμ.) η Σάσων, η Ερείκουσα, οι Οθωνοί, το Μαθράκι, οι Αντίπαξοι, το Μεγανήσι,  το Αρκούδι, ο Κάλαμος, ο Καστός,  η Άτοκος, η  Δρακονέρα, ο Πεταλάς, το Προβάτι, η Μάκρη, οι Οξειές, (τα πέντε τελευταία από τα μεγαλύτερα του συμπλέγματος των Εχινάδων) η Σταμφάνη, (το μεγαλύτερο από τις Στροφάδες) και τα Αντικύθηρα. Από αυτά μόνο το πρώτο δεν ανήκει σήμερα στην Ελλάδα, ενώ από τα υπόλοιπα μόνο το τελευταίο δεν ανήκει διοικητικά στα όρια της σημερινής Περιφέρειας των Ιόνιων Νησιών. Το πρώτο, λοιπόν, από τα εξαρτήματα, η Σάσων, εδώ και  98 τώρα χρόνια έχει εξοβελιστεί από την ελληνική ιόνια οικογένεια, μετά από την ενδοτική στάση της τότε ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στις αξιώσεις των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής.
          Η Σάσων (ή Σασώ ή Σαζαίνη ή Sazan ή Saseno) είναι ένα μικρό έκτασης 5, 2 τ. χλμ. περίπου (με μέγιστο μήκος 5 χλμ. περίπου, μέγιστο πλάτος 1,8 χλμ. περίπου και μέγιστο υψόμετρο 331 μ.) νησάκι, άγονο αλλά με πλούσιες βοσκές, συνήθως ακατοίκητο, στα βόρεια των άκρων των Κεραυνίων ορέων της Αλβανίας, ανατολικά για τον εισπλέοντα στον κόλπο της Αυλώνας.  Η στρατηγική του σημασία ήταν (και είναι) σημαντικότατη, καθώς ελέγχει ταυτόχρονα Ιόνιο πέλαγος και Αδριατική θάλασσα – έχει ονομαστεί «Αδριατικό Γιβραλτάρ» - ελέγχει τον κόλπο της Αυλώνας και το στενό του Οτράντο. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλές φορές μπήκε στο «μάτι του κυκλώνα» και γνώρισε διάφορους κατακτητές και επικυρίαρχους.
          Είναι γνωστό  από την αρχαιότητα. Οι Πολύβιος, Κλαύδιος Πτολεμαίος, Πλίνιος, Πομπώνιος Μέλας κ.ά. το αναφέρουν ως αγκυροβόλιο ή ορμητήριο πειρατών. Αφού πέρασε από διάφορους κατακτητές και επικυρίαρχους στα μεταχριστιανικά χρόνια,  (Ανδηγαυοί της Νεάπολης, Αλβανός φύλαρχος Μπάλσα Β΄, επικυριαρχία της Βενετίας, Οθωμανοί), από το 1696 αποτελεί σταθερή βενετική κτήση και από τότε κατατάχθηκε στο βενετικό σύμπλεγμα των Ιόνιων νησιών. Στο διάστημα, βέβαια, της βενετικής κατοχής κατά περιόδους στο νησάκι έβοσκαν τα κοπάδια τους Αλβανοί βοσκοί, ενώ ερείπια μικρής χριστιανικής εκκλησίας τεκμηριώνει την κατοίκησή του και από ορθόδοξους προφανώς βοσκούς. Η Σάσων μετά το 1696 θα ακολουθήσει την ίδια με τα Επτάνησα τύχη, όπως αυτό αποδεικνύεται στις σχετικές συνθήκες.[2]  

          Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Συνθήκη του Καμποφόρμιο (1797), βάσει της οποίας τα Επτάνησα πέρασαν από τη βενετική στη γαλλική κυριαρχία, το συγκεκριμένο ιόνιο νησιωτικό σύμπλεγμα  αποκαλείται «βενετικαί νήσοι», μέσα στις οποίες  συγκαταλέγεται και η Σάσων, όντας από τα τέλη του 17ου αι. στη βενετική κατοχή, αν και δεν αναφέρεται ρητά, όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα μικρότερα Ιόνια νησιά: «[...] η Γαλλική Δημοκρατία κατέχη εν τελεία κυριαρχία τας πρότερον βενετικάς νήσους της Ανατολής, ήτοι την Κέρκυραν, την Ζάκυνθον, την Κεφαλληνίαν, την Λευκάδα, τα Κύθηρα και άλλας νήσους εξαρτωμένας εξ αυτών, [...] και εν γένει απάσας τας κτήσεις τας πρότερον βενετικάς εν Αλβανία τας κειμένας νοτιώτερον του κόλπου του Δρίνου». Στη Συνθήκη της Κων/πολης (1800), με την οποία ιδρυόταν η Επτάνησος Πολιτεία, διαβάζουμε  μετά την ονομαστική παράθεση των μεγάλων νησιών: «[...] και άπασαι αι νήσοι, μεγάλαι και μικραί, κατωκημέναι ή άοικοι, αι κείμεναι απέναντι των παραλίων της Πελοποννήσου και της Αλβανίας, αίτινες απεσπάσθησαν της βενετικής πολιτείας [...]», ενώ η Συνθήκη του Παρισιού (1815), που επέβαλλε στα Επτάνησα την Αγγλική «Προστασία», κάνοντας  μνεία της παραπάνω  Συνθήκης της Κων/πολης, ανέφερε για τα μικρά νησιά: «[...] μετά των εξαρτημάτων αυτών, οία περιγράφονται εν τη συνθήκη της 9/21 Μαρτίου 1800».
          Αλλά και σε συνταγματικά κείμενα, που αφορούν στα Επτάνησα, ακολουθείται η ίδια περίπου διατύπωση και επομένως εννοείται το ίδιο πράγμα, ότι  δηλαδή η Σάσων εθεωρείτο ενταγμένη στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Επτανήσων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε δυο παραδείγματα: Στο Σύνταγμα του 1803 της Επτανήσου Πολιτείας διαβάζουμε: «Η Πολιτεία σύγκειται εκ πασών των νήσων, μεγάλων και μικρών, κατωκημένων και αοίκων, των ανηκουσών ποτε εις την βενετικήν πολιτείαν και κειμένων απέναντι των ακτών της Πελοποννήσου και της Αλβανίας». Και το Σύνταγμα του 1817 της Αγγλικής «Προστασίας», αφού ανέφερε ότι τα «Ενωμένα Κράτη των Ιόνιων Νησιών» απαρτίζονται από τα συγκεκριμένα μεγάλα νησιά του Ιονίου, συμπλήρωνε για τα μικρότερα: «[...] και εκ των άλλων μικρών νήσων των κειμένων κατά μήκος των ακτών της Αλβανίας και της Πελοποννήσου, αίτινες πρότερον ανήκον εις την βενετικήν αρχήν». Η προσδιοριστικής σημασίας μνεία της Αλβανίας είναι , ανάμεσα σε άλλα, σαφής απόδειξη της συμπερίληψης της Σάσωνος στο επτανησιακό νησιωτικό σύμπλεγμα.
          Ωστόσο, διαθέτουμε και ρητή απόδειξη, σύμφωνα με την οποία η Σάσων ονοματίζεται και καταγράφεται ως εξάρτημα της Κέρκυρας μαζί με τους Οθωνούς και άλλα νησιά. Πρόκειται για έγγραφο της Επτανήσου Πολιτείας, το οποίο συνέταξε στις 22  Ιανουαρίου 1804 η επιτροπή σύνταξης νομοσχεδίων της Γερουσίας της Επτανήσου Πολιτείας και επικυρώθηκε από τη Νομοθετική Συνέλευση. Και αυτό ακριβώς το κείμενο έλαβαν σοβαρά υπόψη τους οι Άγγλοι, όταν ανέλαβαν την «προστασία» των Επτανήσων, καθώς το θεωρούσαν ως την πιο αναμφισβήτητη απόδειξη ότι η Σάσων συμπεριλαμβανόταν στα Ιόνια νησιά.   
          Επομένως, κατά την περίοδο της Αγγλικής «Προστασίας», την τελευταία κατοχική περίοδο των Επτανήσων, η Σάσων αναντίρρητα υπαγόταν στα «Ενωμένα Κράτη των Ιόνιων Νησιών». Βέβαια, κατά διαστήματα οι Άγγλοι αναγκάζονταν είτε να διώχνουν από το νησάκι  Αλβανούς βοσκούς είτε να εμποδίζουν ή να διώχνουν σουλτανικά στρατιωτικά τμήματα, που προσπαθούσαν από την απέναντι αλβανική ακτή να καταλάβουν ή κατελάμβαναν τη Σάσωνα, ενώ άλλες φορές παραμελούσε η αγγλική αρμοστεία να την επανακαταλάβει. Αυτό το τελευταίο είχε συνέβη κατά την εποχή των διαπραγματεύσεων για την Ένωση. Η Σάσων, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα τεκμήρια, είχε καταληφθεί από τους Οθωμανούς, οι οποίοι συνέχιζαν να την κρατούν χάρη στην αδιαφορία και αμέλεια της αγγλικής αρμοστείας. Η Αγγλία, βέβαια, την μεταβίβασε τυπικά μαζί με όλα τα Ιόνια νησιά στην Ελλάδα το 1864. Αυτό τουλάχιστον συμπεραίνεται από τη μελέτη των σχετικών συνθηκών. Αλλά και η ΙΓ΄ Ιόνια Βουλή, όταν ψήφιζε για την Ένωση, συμπεριλάμβανε και τη Σάσωνα στα νησιά που θα ενώνονταν με την Ελλάδα. 
          Όταν, λοιπόν, κατά την Ένωση των Επτανήσων οι Άγγλοι και συγκεκριμένα ο τελευταίος Άγγλος αρμοστής Henry Storks παρέδινε και τυπικά στις 21 Μαΐου/2 Ιουνίου 1864 τα Ιόνια νησιά στον έκτακτο απεσταλμένο της ελληνικής κυβέρνησης Θρ. Ζαΐμη,  μεταβίβαζε φυσικά και τη Σάσωνα. Η τότε, όμως, ελληνική κυβέρνηση του Ζην. Βάλβη (κυβέρνηση τριών περίπου μηνών, 16 Απριλίου – 26 Ιουλίου 1864) αλλά και η μετέπειτα του Κων/νου Κανάρη (26 Ιουλίου 1864 – 26 Φεβρουαρίου 1866) δεν παρέλαβαν ποτέ το νησάκι. Δεν απαίτησαν από το Σουλτάνο να τους δώσει αυτό που τους ανήκε. Δεν κινήθηκαν να το καταλάβουν. Δεν προέβηκαν σε καμιά διπλωματική ενέργεια, για να κατοχυρώσουν ό,τι τους ανήκε. Αδιαφόρησαν. Έδειξαν εγκληματική αμέλεια. Έτσι, η Σάσων παρέμενε κάτω από τους Οθωμανούς, χωρίς ποτέ η ελληνική πλευρά να αμφισβητήσει τη σουλτανική κυριαρχία του νησιού.

          Και έπρεπε να περάσουν 49 χρόνια, για να γίνει το αυτονόητο, να ενταχθεί δηλαδή η Σάσων στην ελληνική επικράτεια, όπως όριζαν οι σχετικές συνθήκες. Συγκεκριμένα, κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και ενώ ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε στην Ήπειρο, ο αντιπλοίαρχος Κων/νος Γεωργαντάς στις 8 Νοεμβρίου 1912 κατέλαβε το νησάκι, διώχνοντας από εκεί τους Οθωμανούς, και εγκατέστησε στρατιωτική φρουρά.  Έτσι, η Ελλάδα έπαιρνε αυτό που είχε αμελήσει να παραλάβει και να κατοχυρώσει από το 1864. Σημειώνουμε εδώ ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα  (Δεκέμβριος 1912 – Μάρτιος 1913) ο ελληνικός στρατός προχώρησε στην απελευθέρωση από τους Οθωμανούς των Ιωαννίνων και της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου μέχρι το Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά· δεν κατέλαβε, όμως, την Αυλώνα, υπακούοντας στην απαγόρευση του πρωθυπουργού Βενιζέλου  λόγω των αντιδράσεων της Ιταλίας.
          Ωστόσο, η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913), που ήρθε να επικυρώσει τις εδαφικές ανακατατάξεις, που επέφεραν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-13, δεν ικανοποίησε τελείως την ελληνική πλευρά. Η Συνθήκη αυτή δεν παραχωρούσε στην Ελλάδα ούτε τα νησιά του ανατολικού – κεντρικού και βόρειου -  Αιγαίου, που το ελληνικό ναυτικό είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου απελευθερώνοντάς τα από τη οθωμανική κατοχή, ούτε την περιοχή της βόρειας Ηπείρου, που κι αυτήν είχε απελευθερώσει ο ελληνικός στρατός. Αυτήν την τελευταία περιοχή την παραχωρούσε στο ανεξάρτητο αλβανικό κράτος, για το οποίο έκανε αρχικά λόγο η Συνθήκη του Λονδίνου (17/30 Μαΐου 1913).[3]
          Μετά την υπογραφή της Συνθήκης και ενώ οι διπλωματικές διαβουλεύσεις και ενέργειες συνεχίζονταν για την εφαρμογή της, η ελληνική κυβέρνηση του Βενιζέλου κάτω από την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, προκειμένου να της παραχωρηθούν τα νησιά του ανατολικού – κεντρικού και βόρειου – Αιγαίου, δήλωνε ότι ήταν διατεθειμένη να αποσύρει τα στρατεύματά της από την περιοχή της βόρειας Ηπείρου, την  οποία ήδη οι Δυνάμεις είχαν παραχωρήσει και εντάξει στην ανεξάρτητη ήδη Αλβανία με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, 4/17 Δεκεμβρίου 1913. Και αυτή η εκκένωση πραγματοποιήθηκε το Φεβρουάριο του 1914, γεγονός ωστόσο που προκάλεσε  το αυτονομιστικό, αλλά βραχύβιο,  κίνημα των Ελλήνων της βόρειας Ηπείρου, το γνωστό ως «βορειοηπειρωτικός αγώνας».[4]
          Στο μεταξύ, από τον Ιανουάριο του 1914 οι Μεγάλες Δυνάμεις με διακοίνωσή τους, που επαναλήφθηκε μετά από δυο μήνες, απαιτούσαν από την ελληνική κυβέρνηση να αποσύρει από τη Σάσωνα τη στρατιωτική φρουρά  και να παραδώσει το νησάκι στο νέο αλβανικό κράτος. Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, παραβλέποντας τη στρατηγική σημασία του νησιού, αξιοποιήσιμη σε ενδεχόμενες μελλοντικές  της ενέργειες, αλλά και τη ρευστή κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή της νότιας Αλβανίας/βόρειας Ηπείρου, καθώς συνεχιζόταν εκεί το ελληνικό αυτονομιστικό κίνημα, ενέδωσε στις απαιτήσεις των Δυνάμεων.
          Αποτέλεσμα  αυτής της ενδοτικότητας ήταν να καταθέσει στις 5 Μαΐου 1914 στη Βουλή νομοσχέδιο «Περί παραχωρήσεως της νησίδος Σάσωνος εις την Αλβανίαν». Σύμφωνα με αυτό επιτρεπόταν «εις την κυβέρνησιν η εις την Αλβανικήν Επικράτειαν παραχώρησις της νησίδος της Σάσωνος, ανηκούσης τω Ελληνικώ Βασιλείω δυνάμει του άρθρου 2 της περί παραχωρήσεως των Ιονίων νήσων συνθήκης του Λονδίνου της 17/29 Μαρτίου 1864». Για την ιστορία αναφέρουμε τα ονόματα των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο υπέγραφε το παραπάνω νομοσχέδιο: ο πρόεδρος-πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος και τα μέλη-υπουργοί Γεώργιος Στρέϊτ, Αλέξανδρος Διομήδης, Κων/νος Ρακτιβάν, Κων/νος Δεμερτζής, Εμμανουήλ Ρέπουλης, Ανδρέας Μιχαλακόπουλος και Ιωάννης Τσιριμώκος.
          Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή προκλήθηκαν εντονότατες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση. Κατέκριναν δριμύτατα τον Βενιζέλο για την ενδοτική του στάση με συνέπεια το νομοσχέδιο της παραχώρησης. Ταυτόχρονα,  με την ευκαιρία της συζήτησης αυτού του θέματος οι αντιπολιτευόμενοι βουλευτές κατήγγειλαν τη βενιζελική πολιτική και τακτική τόσο σε σχέση με τις κινήσεις του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (η μη κατάληψη της Αυλώνας) όσο και σε σχέση με την «ανταλλαγή» των βορειοηπειρωτικών εδαφών με τα νησιά του ανατολικού – βόρειου και κεντρικού – Αιγαίου (η σύνδεση, κάτω από την πίεση των Δυνάμεων, του λεγόμενου «Ηπειρωτικού» με το «Νησιωτικό» ζήτημα).

          Από τα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής της 11ης Μαΐου 1914 αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα των ομιλιών του πρωθυπουργού Βενιζέλου, του υπουργού Εξωτερικών Γ. Στρέϊτ και αρχηγών των αντιπολιτευτικών κομμάτων.
Δ. Ράλλης: «[...] Το ζήτημα των βορ. Ηπειρωτικών συνόρων συνδέεται προς το ζήτημα της παραχωρήσεως της Σάσσωνος, διότι εκείθεν ήρξατο το κατρακύλισμα της Ελληνικής Διπλωματίας. Η ευκολία, μεθ’ ης ο κ. Πρωθυπουργός εγκατέλειψε το ζήτημα της Αυλώνος,  είναι εκείνη ήτις επηύξησε την βουλιμίαν εκείνων, οίτινες επέβαλον όλα τα μετά ταύτα γενόμενα.[Αμφισβητεί την κυβερνητική θέση για απειλή της Ιταλίας σε περίπτωση κατάληψης της Αυλώνας από την Ελλάδα, για να καταλήξει ότι] είναι παράδοξος η ιδιοφυΐα της σκέψεως του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως  [και να αναρωτηθεί μήπως] είναι εκδούλευσις τούτο προς την Αυστρίαν και Ιταλίαν; [...]».
Γ. Στρέϊτ (Υπουργός Εξωτερικών): «[Αφού εξέτασε  κατά πόσο ανήκει η Σάσων στην Ελλάδα, επανερχόμενος στη σύγχρονη κατάσταση ομολογεί ότι] υπό τας σημερινάς συνθήκας δεν ήτο δυνατόν να αρνηθώμεν την νησίδα εις τας Δυνάμεις, [ενώ για τη στρατηγική της αξία αναφέρει ότι] ενέχει σημασίαν στρατηγικήν δι’ εκείνον όστις κατέχει και την Αυλώνα, δι’ εκείνον ο οποίος δεν κατέχει την Αυλώνα μάλλον μειονέκτημα αποτελεί η κατοχή της Σάσσωνος.[...] Επί του ζητήματος τούτου [του Ηπειρωτικού] η Ελλάς ευρέθη αντιμέτωπος ενός μεγάλου πανευρωπαϊκού συμφέροντος, απέναντι του οποίου η Ελλάς ηναγκάσθη ν’ αποδεχθή την ύπαρξιν του Αλβανικού Κράτους, το οποίον δεν αντιτίθεται προς τα συμφέροντα της Ελλάδος. [...]».
Δ. Γούναρης: «[...] Αλλά μετά της νησίδος ταύτης παραχωρούμεν χώραν απελευθερωθείσα, χώραν ανακτηθείσα υπό του Ελληνικού Στρατού. [Με βάση έγγραφο που παρουσιάζει, αναφέρει ότι] δεν εξάγεται ότι η Ελλάς δεν έχει το δικαίωμα να καταλάβη στρατιωτικώς την Αυλώνα. [...] Ποίαν δε σημασίαν ήθελε έχει τοιαύτη στρατιωτική επιχείρησις πας τις δύναται να κατανοήση. [...]»
Γ. Θεοτόκης: «[...] Ελέχθη ότι η νησίς δεν έχει καμμίαν σημασίαν, δεν πρόκειται όμως περί εκμεταλλεύσεως της νησίδος, αλλά περί της στρατηγικής αυτής αξίας, αξίας η οποία γίνεται φανερά εκ της επιμονής, μεθ’ ης ζητούσιν να την αποσπάσωσιν αφ’ ημών. Αλλά το ζήτημα τούτο συνδέεται στενώτατα και προς το Ηπειρωτικόν και το Νησιωτικόν ζήτημα.[...] Το ζήτημα το Αλβανικόν δεν ήτο πανευρωπαϊκόν, ως παρετήρησεν ο κ. Υπουργός, αλλ’ ήτο Ιταλο-Αυστριακόν. [...] Αναμφισβητήτως το πρώτον σφάλμα υπήρξεν η μη κατάληψις της Αυλώνος. [...]».
Ε. Βενιζέλος (Πρόεδρος Κυβερνήσεως): «[Απαντώντας στις αιτιάσεις των προηγουμένων ομιλητών για τη Σάσωνα αναφέρει ότι] συμβαίνει να έχη αντίθετον γνώμην θεωρητικώς προς τον κ. Υπουργόν των Εξωτερικών [και υπογραμμίζει ότι] η Σάσων ουδέποτε υπήρξεν ελληνική και λόγω της σπουδαίας αυτής στρατηγικής θέσεως δεν ήτο δυνατόν ν’ ανεχθώσι ποτέ αι ενδιαφερόμεναι Δυνάμεις όπως περιέλθη εις άλλην Δύναμιν ναυτικήν, έστω και μη ευρισκομένην εις την πρώτην γραμμήν.[Για τη μη κατάληψη της Αυλώνας από τον ελληνικό στρατό γνωστοποιεί ότι υπήρξε διακοίνωση από την ιταλική πλευρά, σύμφωνα με την οποία] η κατάληψις της Αυλώνος δεν θα ήτο ανεκτή εκ μέρους της Ιταλίας. [Αναφερόμενος στη σύνδεση του  Ηπειρωτικού με το Νησιωτικό ζήτημα υποστηρίζει:] Την ένωσιν των δύο τούτων ζητημάτων εθεώρουν απολύτως επιβεβλημένην εν τω συμφέροντι τω Ελληνικώ. Διότι αι θυσίαι αι Ηπειρωτικαί επεζητήθη να χρησιμοποιηθώσιν υπέρ ημών, ούτως ώστε αι αντιλήψεις της Ευρώπης να είναι υπέρ ημών κατά την λύσιν του Νησιωτικού ζητήματος. [...]».
          Και ολοκληρώθηκε η συζήτηση με την παρέμβαση του Ν. Στράτου.
Ν. Στράτος: «Βεβαίως αι εορταί της ενώσεως της Επτανήσου δεν θέλουσι μειωθή εκ του γεγονότος ότι η Σάσσων δεν θα είναι ελληνική, αλλά βεβαίως εις πλείονας αντιπροσώπους και εις πλείονας πολίτας θέλει εμποιήσει λυπηράν εντύπωσιν ότι μετά δύο νικηφόρους πολέμους στερούμεθα έστω και της νησίδος Σάσσωνος. [...]Θα ήτο πολύ ευπρεπέστερον εάν η Κυβέρνησις ήθελε θεωρήσει ως κατάκτησιν την κατάληψιν της νησίδος Σάσσωνος. [Θέλοντας να αντικρούσει τις απόψεις που υποβάθμιζαν τη στρατηγική θέση της συγκεκριμένης ακατοίκητης νησίδας, τελείωσε με το ρητορικό ερώτημα:] Ο βράχος του Γιβραλτάρ θα παρεχωρείτο ευκόλως;».
          Τελικά, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε και ως νόμος με αρ. 272/1914 δημοσιεύθηκε στο φύλλο 151/Α΄/ 7-6-1914 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.  Στις 2 Ιουλίου η ελληνική φρουρά  εγκατέλειπε τη Σάσωνα.[5]
          Έτσι, η κυβέρνηση Βενιζέλου και η πλειοψηφία της τότε Βουλής με την απόφαση της παραχώρησης της Σάσωνος στη νεοσύστατη Αλβανία  διαχειρίστηκαν μια εθνική στρατηγική σε λάθος κατεύθυνση. Επέδειξαν έλλειψη διορατικότητας, απεμπολώντας ένα κεκτημένο σπουδαιότατης σημασίας και με πολλαπλές δυνατότητες μελλοντικής του αξιοποίησης. Επέδειξαν υπερβολική ενδοτικότητα απέναντι στις πράγματι φορτικές πιέσεις και απειλές των Μεγάλων Δυνάμεων  και υπέκυψαν γρήγορα χωρίς διπλωματικούς ελιγμούς. Πάντως, με την παραπάνω απόφασή τους η τότε συγκεκριμένη κυβέρνηση και η τότε συγκεκριμένη Βουλή κατέγραψαν στην πολιτική ιστορία της χώρας την πρώτη και μοναδική έως τότε περίπτωση  εκούσιας και επίσημης παράδοσης ελληνικού εδάφους σε ξένο κράτος...
          Ωστόσο, ευθύνες σοβαρότατες έχουν με τα λάθη και τις παραλείψεις τους οι μετά την Ένωση των Επτανήσων ελληνικές κυβερνήσεις, λάθη και παραλείψεις που προφανώς πλήρωσε η κυβέρνηση Βενιζέλου. Είναι αλήθεια ότι για 50 χρόνια, για μισόν αιώνα (1864-1914) η ελληνική Πολιτεία αδιαφορούσε και αδρανούσε αγνοώντας  τη Σάσωνα, την περιφρονούσε και την απαξίωνε. Ουσιαστικά την είχε διαγράψει από την ελληνική επικράτεια, με αποτέλεσμα τη σίγουρη υποβάθμιση της παρουσίας της χώρας στη νότια Αδριατική θάλασσα, στρατηγικότατο σημείο της οποίας συνιστούσε η Σάσων. Και αναρωτιέται ο νησιολόγος Γ. Γιαγκάκης: « Έχουμε, όμως, θαλάσσια πολιτική και μάλιστα μακράς πνοής, με προοπτικές δεκαετιών, όπως επιβάλλεται για ένα έθνος κατ’ εξοχήν νησιωτικό και ναυτικό, του οποίου η παρουσία δεσπόζει στο χώρο επαφής τριών ηπείρων; Το παράδειγμα της νήσου Σάσωνος [...] αποδεικνύει ότι τότε τουλάχιστον, δηλαδή στα αμέσως μετά την ενσωμάτωση (1864) των νησιών του Ιονίου και της Αδριατικής χρόνια, η θαλάσσια πολιτική μας αλλά και η στρατηγική μας για τη διεύρυνση του εθνικού χώρου στερούντο προοπτικής. Η διορατικότης των τότε πηδαλιούχων ήταν επί του προκειμένου περιορισμένη ή, στην επιεικέστερη περίπτωση, άλλες προτεραιότητες παραγκώνιζαν τη μέριμνα για τη θαλάσσια στρατηγική της τότε μικρής Ελλάδος»...

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 --Αλισανδράτος Γιώργος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, Εκδοτική φροντίδα Δημ. Αρβανιτάκης, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008.
--Γερακάρης Ν., «Ιταλία και Σάσσων», εφ. Αθήναι, 13-2-1913.
--Γιαγκάκης Γεώργιος, Το Αρχιπέλαγος των Διαποντίων και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος στην Αδριατική Θάλασσα, Τήνος 1992.
--Γιαγκάκης Γεώργιος, Η περίπτωση της νήσου Σάσωνος, το Αρχιπέλαγος των Διαποντίων (Οθωνών) και οι ζώνες θαλάσσιας κυριαρχίας της Ελλάδος στο Στενό του Οτράντο, Τήνος 1997.
--Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΔ (1881-1913), Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1977, σσ. 289-354.
--Kondis B., Greece and Albania, 1908-1914, έκδοση Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1976.
--Λάμπρος Σπυρίδων, «Η νήσος Σάσων», Νέος Ελληνομνήμων, τόμ. 11, Αθήνησιν 1914, σσ. 57-93.
--Λουκάτος Σπύρος, Η Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, Γενική επιμέλεια Π. Πετράτος, έκδοση Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης, Αργοστόλι 2009.
--Μιχαλόπουλος Δημήτρης, Σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας, 1923-1928, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη χ.χ.
--Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς (1797-1940), Αθήνα 2010.
--Παπαγεωργίου Σπυρίδων, «Η ιστορία της νησίδος Σάσσωνος», εφ. Εστία, 14-12-1912.
--Παπαθεοδώρου Απόστολος, Ο αυτονομιακός αγώνας της Βορείας Ηπείρου (1914), Αθήνα 1985.
--Pollo StefanaqPuto Arben, Ιστορία της Αλβανίας (από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα), μτφρ. από τα γαλλικά Μπάμπης Ακτσόγλου, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη χ.χ.
--Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Περίοδος ΙΘ΄, Σύνοδος Β΄.
--Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Ελευθέριος Βενιζέλος. 12 μελετήματα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999.
--Vickers Miranda, Οι Αλβανοί, μτφρ. Εύα Πέππα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1997.

        

          

 



[1]  Πρωτόκολλο Λονδίνου 2/14 Ιουνίου 1863 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Δανία),  Συνθήκη Λονδίνου 1/13 Ιουλίου 1863 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Δανία), Πρωτόκολλο Λονδίνου 1 Αυγούστου 1863 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία), Συνθήκη Λονδίνου 2/14 Νοεμβρίου 1863 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία), Συνθήκη Λονδίνου 17/29 Μαρτίου 1864 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Ελλάδα).
[2]   Συνθήκη του Καμποφόρμιο 6/17 Οκτωβρίου 1797 (Γαλλία, Βενετία), με την οποία σταματούσε η βενετική και άρχιζε η γαλλική κατοχή των Επτανήσων·  Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης 9/21 Μαρτίου 1800 (Ρωσία, Οθωμανική Αυτοκρατορία), με την οποία ιδρυόταν η Επτάνησος Πολιτεία·  Συνθήκη της Αμιένης 15/27 Μαρτίου 1802 ( Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Ισπανία), με την οποία ανάμεσα σε άλλα αναγνώριζαν οι υπογράφουσες χώρες την Επτάνησο Πολιτεία· Συνθήκη του Παρισιού  5/17 Νοεμβρίου 1815 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία), με την οποία τα Επτάνησα περνούσαν κάτω από την Αγγλική «Προστασία»· Συνθήκη μεταξύ Αγγλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 12/24 Απριλίου 1819, με την οποία  ο Σουλτάνος αναγνώριζε την προστασία πάνω στα Ιόνια νησιά της Αγγλίας και η τελευταία παραχωρούσε στην Πύλη την Πάργα.
[3]  Το νεαρό εθνικό αλβανικό κίνημα, έχοντας να αντιμετωπίσει τους φιλοοθωμανούς Αλβανούς γαιοκτήμονες, την αλβανική φιλοσουλτανική γραφειοκρατία και τις επεκτατικές βλέψεις γειτονικών κρατών,  κατόρθωσε στις 15/28 Νοεμβρίου 1912 στην Αυλώνα να συγκροτήσει την πρώτη Αλβανική Εθνική Συνέλευση, να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της Αλβανίας και να σχηματίσει την πρώτη εθνική κυβέρνηση υπό τον Ισμαήλ Κεμάλ. Τον επόμενο μήνα οι πρεσβευτές των Μ. Δυνάμεων στη Διάσκεψη του Λονδίνου αποφάσισαν τη δημιουργία αυτόνομου αλβανικού κράτους κάτω από οθωμανική κυριαρχία - απόφαση που θα αλλάξει και λόγω των εξελίξεων του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου - για να διακηρύξουν στη συνέχεια με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Μάιος 1913) τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, το οποίο τελικά το ίδρυσαν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 16/29 Ιουλίου 1913, θέτοντάς το ωστόσο κάτω από διεθνή προστασία, διευθέτηση που ουσιαστικά  ικανοποιούσε τις διαθέσεις και τις βλέψεις της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας.
[4]   Στις 31 Ιανουαρίου/13 Φεβρουαρίου 1914 οι πρεσβευτές των Μ. Δυνάμεων με διακοίνωσή τους προς την ελληνική κυβέρνηση την εκβίαζαν με το όρο ότι η οριστική παραχώρηση στην Ελλάδα των νησιών του ανατολικού – κεντρικού και βόρειου – Αιγαίου, τα οποία βέβαια είχε ήδη απελευθερώσει το ελληνικό ναυτικό και ζητούσε επίμονα οι Βενιζέλος, θα πραγματοποιηθεί μετά την εκκένωση από τα ελληνικά στρατεύματα των βορειοηπειρωτικών εδαφών. Αμέσως μετά την πραγματοποίηση της παραπάνω ρύθμισης ξέσπασε (4/17 Φεβρουαρίου 1914) το αυτονομιστικό κίνημα των Ελλήνων της βόρειας Ηπείρου με αίτημα την παραχώρηση αυτονομίας και προχώρησε στο σχηματισμό Προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης υπό τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο. Ο αγώνας τους, περιορισμένος στρατιωτικά, αποσκοπούσε κυρίως στη υιοθέτηση κάποιων διευκολύνσεων και προνομίων. Και πράγματι με το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας (4/17 Μαΐου 1914) πέτυχαν για τις επαρχίες Αργυροκάστρου και Κορυτσάς καθεστώς κοινοτικής, σχολικής και εκκλησιαστικής αυτονομίας μέσα στα όρια του αλβανικού κράτους. Η έναρξη μέσα στους επόμενους μήνες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δε θα επιτρέψει την υλοποίηση των παραπάνω ρυθμίσεων. Τον Οκτώβριο του 1914, με υπόδειξη της Αγγλίας, ο ελληνικός στρατός ανακατέλαβε ολόκληρη σχεδόν την περιοχή της νότιας Αλβανίας/βόρειας Ηπείρου.
[5]  Μετά από λίγους μήνες (Οκτώβριος του 1914)  με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Ιταλία θα καταλάβει τη Σάσωνα και την Αυλώνα, ενώ ο ελληνικός στρατός υλοποιώντας «νέας ευρωπαϊκάς εντολάς» θα ανακαταλάβει το Αργυρόκαστρο, την Πρεμετή, την Κορυτσά και ολόκληρη σχεδόν την περιοχή της νότιας Αλβανίας/βόρειας Ηπείρου, απ’ όπου το 1917 θα τον εκδιώξουν τα ιταλικά στρατεύματα. Η Ιταλία θα εγκαταλείψει τις κατεχόμενες περιοχές το Σεπτέμβριο του 1920 (Πρωτόκολλο των Τιράνων), οπότε και η Σάσων θα περιέλθει οριστικά στο αλβανικό κράτος.
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ  ΣΤΗΝ  ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ
 
 
[Ομιλία που έγινε στο πλαίσιο εκδήλωσης διοργανωμένης από την Κίνηση "ΔΙΑ-ΛΟΓΟΣ-ΔΡΑΣΗ" και εντασσόμενης στο θεματικό κύκλο "Ιστορίες  κρίσης: Προσφυγιά - Μετανάστευση", στο Δημοτικό Θέατρο Αργοστολιού Ο Κέφαλος" στις 27 Μαρτίου 2013]
 
           Η νεότερη και σύγχρονη ιστορία έχει καταγράψει αρκετές φορές στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων την Κεφαλονιά ως τόπο άμεσης γεωγραφικής πρόσβασης και σχετικά ασφαλούς εγκατάστασης για ατομικές ή ομαδικές εξόδους προσφύγων – προσφύγων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γενέτειρά τους εξαιτίας πολέμου και κατάληψης της πατρίδας τους ή λόγω πολιτικών συγκρούσεων. Δεν μας επιτρέπει ο χρόνος να αναφερθούμε στο ζήτημα αυτό αναλυτικά. Γι’ αυτό θα περιοριστούμε σύντομα σε τέσσερις χαρακτηριστικές περιπτώσεις προσφυγικών ρευμάτων στο νησί μας:  η πρώτη αφορά σε γυναικόπαιδα αλλά και αγωνιστές της Επανάστασης του 1821, η δεύτερη αναφέρεται σε Ευρωπαίους και κυρίως Ιταλούς πολιτικούς πρόσφυγες του τέλους του 18ου και του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, η τρίτη σχετίζεται με τους Κρήτες σε διάφορες πολεμικές ή επαναστατικές φάσεις της ιστορίας τους, και η τέταρτη αναφέρεται στους Έλληνες πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας μαζί με τους Αρμένιους κατά το γνωστό Μικρασιατικό Πόλεμο του 1919-1922.
 
1.      ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ  ΚΑΙ  ΓΥΝΑΙΚΟΠΑΙΔΑ  ΤΟΥ  1821
           Κάθε πόλεμος και κάθε επανάσταση δημιουργούν πρόσφυγες, προκαλούν γενικότερες αναστατώσεις στην κοινωνική δομή της χώρας. Και η Επανάσταση του 1821 είχε τους πρόσφυγές της: μετά από ήττες των Ελλήνων και μετά από αντίποινα και καταστροφές των κατακτητών, ομάδες κυρίως γυναικόπαιδων έπαιρναν το δρόμο της προσφυγιάς. Η Κεφαλονιά, λόγω της γειτνίασής της με την απέναντι Στερεά και με τη βορειοδυτική Πελοπόννησο, ήταν εύκολος τόπος προορισμού προσφύγων, αλλά και καταφύγιο διωκόμενων από τους Οθωμανούς κλεφταρματωλών. Παρά τους περιορισμούς της τότε Αγγλικής Προστασίας οι Κεφαλονίτες, επειδή ακριβώς ένιωθαν Έλληνες, αν και για αιώνες βρίσκονταν κάτω από διάφορους κυρίαρχους, πάντοτε βοηθούσαν τους ομοεθνείς τους.
          Η ιστορική έρευνα έχει επισημάνει αρκετές και σοβαρές περιπτώσεις αλληλογραφίας των Οθωμανών με την τοπική αγγλοϊόνια εξουσία, προκειμένου να δοθούν στοιχεία ή να παραδοθούν στις  οθωμανικές αρχές Έλληνες αγωνιστές που κρύβονταν στο νησί μας. Έχουν, επίσης, καταγραφεί μεμονωμένες οικογένειες, γυναικόπαιδα κυρίως, από τη Ρούμελη, που φιλοξενούνταν από ντόπιες οικογένειες.  Εμείς, όμως, σύντομα επισημαίνουμε τη συμπαράσταση των Κεφαλονιτών στους Σουλιώτες πρόσφυγες, που κατέφυγαν στο νησί μας μετά την παράδοση της Κιάφας τον Ιούλιο του 1822. Τότε το όλο ζήτημα - υποδοχή, περίθαλψη, στέγαση των προσφύγων -  χειρίστηκε ο Δημήτριος Δελλαδέτσιμας, από τους υπεύθυνους της Φιλικής Εταιρείας στο νησί (είναι ο μετέπειτα έπαρχος της Κεφαλονιάς, διορισμένος από τους Άγγλους), ενώ, το μεγαλύτερο χρηματικό ποσό για την κάλυψη των αναγκαίων εξόδων διέθεσε  ο Αργοστολιώτης έμπορος Δημήτριος Κοργιαλένιος, μέλος κι αυτός της Φιλικής Εταιρείας, επειδή, όπως ο ίδιος έλεγε, εκτιμούσε την παληκαριά των Σουλιωτών και θαύμαζε τον αγώνα τους. Ο Μάρκος Μπότσαρης, μάλιστα, σε επιστολή του προς τον Κοργιαλένιο στις αρχές του 1823 ευχαριστούσε τον Κεφαλονίτη φιλικό για τη βοήθεια του προς τους συμπατριώτες του Σουλιώτες.
   
2.      ΙΤΑΛΟΙ  ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
           Σχετικά με τους Ευρωπαίους θα αναφερθούμε μόνο στις περιπτώσεις των Ιταλών προσφύγων, ακριβώς γιατί πρόκειται για την πολυπληθέστερη ευρωπαϊκή ομάδα, που ήρθε στην Κεφαλονιά. Προτίμησαν οι Ιταλοί τα ιόνια νησιά, γιατί σε αυτά μιλιόταν η γλώσσα τους, η ιταλική, γιατί μπορούσαν σε αυτά να εντοπίσουν στην παιδεία και τον πολιτισμό των ντόπιων κάποια κοινά με αυτούς στοιχεία.  Ταυτόχρονα θα βρίσκονταν κοντά σχετικά στην πατρίδα τους, καθώς στις νέες πατρίδες τους αρκετοί  προσπάθησαν να δημιουργήσουν συνωμοτικά δίκτυα για τη συνέχιση της δράσης τους.
          Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κατέφταναν στην Κεφαλονιά και γενικότερα στα Επτάνησα Ιταλοί φιλελεύθεροι αγωνιστές και ιακωβίνοι επαναστάτες, υποστηρικτές όλοι της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, καθώς και μέλη μυστικών εταιρειών. Επρόκειτο για εκείνη τη γενιά της Ιταλίας, που προσπάθησε να στηρίξει στη χώρα της τις ιακωβίνικες δημοκρατίες του 1796-1799.
          Αλλά και αργότερα, μετά τα αποτυχημένα κινήματα του 1831 στην κεντρική Ιταλία, πολλοί επαναστάτες καταδιωκόμενοι βρήκαν καταφύγιο στα Επτάνησα, αναζητώντας και προσδοκώντας κοινωνική, ηθική και επαγγελματική αποκατάσταση.  Και η Κεφαλονιά δέχτηκε τότε πολλούς Ιταλούς πρόσφυγες. Θυμίζουμε εδώ ότι ήδη τα νησιά του Ιονίου είχαν μετατραπεί σε αγγλικό προτεκτοράτο και η Αγγλία για τους δικούς της λόγους καλοδεχόταν εκείνους τους επαναστάτες, καθώς στήριζε τότε τις επαναστατικές διαδικασίες στην Ιταλία για την ενοποίησή της, παρ’ όλο που στα Επτάνησα καταδίωκε την ανάλογη ριζοσπαστική κίνηση για ένωση με την Ελλάδα.
          Νέα ιταλική προσφυγική εισροή εμφανίστηκε στο Ιόνιο, άρα και στο νησί μας, όταν η Ευρώπη συγκλονιζόταν από τη μεγάλη επανάσταση του 1848 (Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία κ.λπ.). Τότε,  βέβαια, προτιμήθηκαν και μέρη του ελληνικού κράτους (Πάτρα, Καλαμάτα, Σύρος κ.α.), επειδή εκεί οι Ιταλοί πρόσφυγες έβρισκαν περισσότερες δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης, αν και για τους ίδιους ήταν ευκολότερη η πολιτισμική προσαρμογή στα Επτάνησα.
          Το καλοκαίρι του 1849 κατέπλευσαν στα ιόνια λιμάνια 500 περίπου πρόσφυγες. Ανάμεσα σε αυτούς υπήρχαν και λίγοι Αλβανοί, κάτοικοι του ιταλικού νότου, που και εκείνοι συμμετείχαν στα επαναστατικά γεγονότα. Δεν έμειναν όλοι και για πολύ διάστημα στα νησιά. Ο αρχικός πάντως αριθμός τους ήταν ικανός να προκαλέσει μια γενικότερη αναστάτωση στις τοπικές κοινωνίες
          Όσοι, βέβαια, έμειναν στο νησί μας συνέβαλαν στους προοδευτικούς προβληματισμούς και στις τοπικές επαναστατικές διεργασίες. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε τα εξής: Στη λεγόμενη «εξέγερση του Σταυρού» το1848 στην Κεφαλονιά εναντίον των Άγγλων είχε προβλεφθεί, αλλά δεν έγινε δυνατό να εφαρμοστεί, να πάρουν μέρος και εθελοντές – κατ’ άλλους μισθοφόροι – Αλβανοί της νότιας Ιταλίας. Με την ίδια εξέγερση στο νησί μας είχε κάποια σύνδεση και ο Ιταλός πρόσφυγας Livio Zambeccari από την Αγκώνα, αλλά και κάποιοι Αλβανοί, σύμφωνα με αρχειακό υλικό που πρόσφατα ερευνήθηκε. Ωστόσο, μέχρι σήμερα η επιστημονική έρευνα δεν έχει εντοπίσει κάποιες επαφές ή  κάποιας άλλης μορφής συνεργασία των Κεφαλονιτών ριζοσπαστών με τους Ιταλούς πρόσφυγες, αν και μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο πρέπει να είχε συμβεί.  Πάντως, ο ριζοσπάστης Γεράσιμος Μαυρογιάννης μάς έχει αφήσει ποίημά του για τους Ιταλούς πρόσφυγες, για τους οποίους δηλώνει την υποχρέωσή του και όλων φυσικά των φιλελεύθερων συμπατριωτών του να τους υποδεχτούν και να τους στηρίξουν: «[...] πάμε να δεχθούμε στην πτωχή μας αγκαλιά / της ιταλικής Νιόβης τέκνα καταπληγωμένα», για τα οποία «της δούλης μας καλύβης ας αφήσουμ’ ανοικτή /την φιλόξενή της θύρα» και έτσι «’ς της γης αυτήν την άκρη /θα βρεθή να [τους] ισκιάση μια φιλόξενη ιτιά».
 
3.      ΚΡΗΤΕΣ  ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
           Δυο χρόνια μετά την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα ανταραζόταν η Κρήτη. Νέα επανάσταση ξεσπούσε εκεί το 1866 και η Κεφαλονιά από την πρώτη στιγμή έδειξε την αλληλεγγύη της. Σε σύντομο διάστημα συγκροτήθηκε στο Αργοστόλι «Επιτροπή υπέρ των Κρητών» με υποεπιτροπές στις άλλες περιοχές του νησιού. Κύριος σκοπός της Επιτροπής ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την οικονομική ενίσχυση του Κρητικού Αγώνα και για τη συντήρηση-περίθαλψη των προσφύγων, που άρχισαν – κυρίως γυναικόπαιδα – να καταφτάνουν στο αργοστολιώτικο λιμάνι. Και έτσι, όταν αποβιβάστηκαν στο νησί οι πρώτοι πρόσφυγες, οι Κεφαλονίτες ήταν σχεδόν έτοιμοι να τους υποδεχτούν  και να τους φροντίσουν με τρόπο ουσιαστικό και υποδειγματικό.
          Να, τι δημοσιεύει κεφαλονίτικη εφημερίδα εκείνης της εποχής: «Κατά την παρελθούσαν εβδομάδα το ατμόπλοιον εκόμισεν έτερα 250 γυναικόπαιδα εκφυγόντα την σπάθην, τας βασάνους, τα μαρτύρια [...]. Ετοποθέτησαν ταύτα εις δύο ευρυχώρους οικίας, ακολούθως δε η συσταθείσα Επιτροπή προέβη και συνέλεξεν αυθωρεί επέκεινα 1500 δραχμών και ετέρας 1000 μηνιαίως». Και σε άλλο σημείο συνεχίζει: «Διάφοροι των πολιτών, χωρίς να περιμένωσιν άδειαν, έλαβον ουκ ολίγα άρρενα, άπερ ενέδυσαν εν ακαρεί και την επιούσαν ήλθον ουκ ολίγοι εκ Λιβαθούς και εξ άλλων χωρίων ίνα πάρωσιν αυτά». (εφ. Κεφαλληνία, φ. 18, 25-8-1867). Η άρτια, μάλιστα, σωματική διάπλαση εκείνων των παιδιών έκανε τέτοια εντύπωση στους Κεφαλονίτες, «ώστε για πολλά χρόνια, όταν στην Κεφαλονιά ρωτούσαν κάποιον, που είχε εύσωμα αρσενικά παιδιά, πόσα έχει, απαντούσε ”έχω τόσους Κρητικούς”», σύμφωνα πάντα με τις μαρτυρίες της εποχής.
          Αλλά και πριν από εκείνη την Κρητική Επανάσταση του 1866, η Κεφαλονιά είχε δεχτεί πρόσφυγες από την Κρήτη σε δύο προγενέστερες χρονικές περιόδους: πρώτα-πρώτα στις αρχές  του 16ου αιώνα, μετά από έναν ισχυρό σεισμό στο ανατολικό τμήμα της και μια επικίνδυνη επιδημία, που αφάνισε το 1/10 περίπου του πληθυσμού, και αργότερα κατά το  λεγόμενο Κρητικό Πόλεμο, την πεισματική δηλαδή 25χρονη πολεμική σύγκρουση Βενετών και Οθωμανών, που κατέληξε στην κατάληψη της Κρήτης από τους τελευταίους το 1669. Και στις δυο αυτές περιπτώσεις το προσφυγικό κύμα ήταν πολύ σοβαρό. Και η Κεφαλονιά θεωρήθηκε ως ο καταλληλότερος τόπος για την εγκατάσταση αυτών των προσφύγων, καθώς το 16ο τουλάχιστον αιώνα είχε ανάγκη από καινούριο πληθυσμό λόγω προηγούμενης δημογραφικής καθίζησης, αλλά και γιατί το νησί μας εντασσόταν στις βενετικές κτήσεις.
          Η κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669 συνοδεύτηκε από τη συμφωνία Οθωμανών και Βενετών που επέτρεπε στους κατοίκους να εγκαταλείψουν, αν ήθελαν, το νησί, παίρνοντας μαζί τους και την κινητή τους περιουσία. Τότε, λοιπόν, πολυπληθείς ομάδες Κρητών προσφύγων ζήτησαν καταφύγιο στην ίδια τη Βενετία αλλά και σε βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές. Και η Κεφαλονιά ήταν μέσα στους προορισμούς τους. Βέβαια και κατά τη διάρκεια του Πολέμου φαίνεται ότι υπήρξαν περιορισμένες μετακινήσεις προς το νησί μας, αλλά  μετά τη πτώση του Χάνδακα και την οριστική απώλεια της Κρήτης για τους Βενετούς το κύμα έγινε ορμητικό και απαιτητικό.
          Οι πρόσφυγες προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα, κυρίως όμως από τα αστικά και λαϊκά. Οι πιο πολλοί εγκαταστάθηκαν στα Σπήλια, λίγο έξω από το Αργοστόλι, και στην ευρύτερη περιοχή της Λιβαθώς. Νέα επώνυμα ακούγονταν τώρα στο νησί, όπως Βαλσαμάκης, Βενιέρης, Κόμης, Κρητικός, Μουσούρης, Πιντζαμάνος, Πουλάκης, Τζαγκαρόλας κ.ά. Οι πιο πολλές από αυτές τις οικογένειες έμειναν και ρίζωσαν στο νησί.
          Ο ερχομός και η εγκατάσταση των Κρητών προσφύγων στην Κεφαλονιά δημιούργησε νέα δεδομένα. Αναδιαμόρφωσε την κοινωνική δομή του νησιού,  δυνάμωσε εθνογραφικά τον πληθυσμό, στήριξε το ορθόδοξο στοιχείο  και εμπλούτισε τον κεφαλονίτικο και γενικότερα τον επτανησιακό πολιτισμό. Και ακριβώς αυτή η τελευταία παράμετρος της προσφυγικής παρουσίας και επιρροής είχε και έχει πάντα τη μεγαλύτερη σημασία, καθώς εμβολιάζει στη νέα πατρίδα τις πολιτισμικές παραδόσεις της γενέτειρας. «Μέσα στις κασέλες του ξεριζωμένου αυτού κόσμου εύρισκες ακόμα παλιά και νέα χειρόγραφα, με κατάγραφες μνήμες της Κρήτης, με ρίμνες και ποιήματα, όπως τον “Ερωτόκριτο” και την “Ερωφίλη”», έχει επισημάνει νεότερος ερευνητής.
          Το κρητικό τραγούδι αγαπήθηκε από τους Κεφαλονίτες. Ο «Ερωτόκριτος» ιδιαίτερα διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά. Και όχι μόνο τραγουδήθηκε αλλά και παρουσιάστηκε θεατρικά. Οι πληροφορίες μάς μιλούν για παράσταση του «Ερωτόκριτου» το 1889 στη Σάμη από ερασιτέχνες ηθοποιούς από τα Πουλάτα, οι οποίοι «απήγγελλον απταίστως τους στίχους». Αλλά και αργότερα το 1930 στην Αγία Ευφημία στην παράσταση του ίδιου έργου οι άνδρες που υποδύθηκαν γυναικείους ρόλους ήταν καταπληκτικοί, σύμφωνα με τη σχετική μαρτυρία. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που οι Κεφαλονίτες έδιναν στα παιδιά τους τα ονόματα Ερωτόκριτος και Αρετή.
          Και στο σημείο αυτό αναφέρουμε κάποια στοιχεία ιδιαίτερα σημαντικά: Το μόνο γνωστό χειρόγραφο του «Ερωτόκριτου», που σήμερα βρίσκεται στο Λονδίνο, στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, προέρχεται από το νησί μας και γράφτηκε το 1710. Το ένα από τα δύο σωζόμενα χειρόγραφα της «Ερωφίλης», που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Μονάχου, αντιγράφτηκε εδώ στην Κεφαλονιά κατά το 17ο αιώνα. Άλλα δυο έργα του Κρητικού Θεάτρου, ο «Κατζούρμπος» και ο «Ζήνων», σώζονται σήμερα σε ένα και μοναδικό χειρόγραφο κείμενο, το οποίο γράφτηκε στο νησί μας. Όλα τα παραπάνω έχουν την αξία τους και τη σημασία τους.
          Ωστόσο, ανάμεσα στους Κρήτες πρόσφυγες δεν ήταν λίγοι οι ονομαστοί καλλιτέχνες (αγιογράφοι, ξυλογλύπτες κ.ά.), που εγκαταστάθηκαν ή εργάστηκαν στην Κεφαλονιά, συμβάλλοντας έτσι στη γονιμοποίηση μιας αξιόλογης εκκλησιαστικής τέχνης. Αναφέρουμε κάποια ονόματα: Στέφανος Τζακαρόλας, Εμμανουήλ Τζάνες και Κων/νος Τζάνες,  Θεόδωρος Πουλάκης, Δημήτριος Κρης, Ηλίας Μόσκος και Ιωάννης Μόσκος, Άντζολος Μοσκέτης και Ιωάννης Μοσκέτης κ.ά. και δίπλα σε αυτούς μαθήτευσαν ντόπιοι, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αξιόλογη καλλιτεχνική σχολή.  
          Είναι, λοιπόν, φανερή η θετική επιρροή της παρουσίας των Κρητών προσφύγων στο κεφαλονίτικο γίγνεσθαι. Ενσωματώθηκαν οι Κρήτες στο νέο περιβάλλον τους, αλλά συγχρόνως ενσωμάτωσαν σε αυτό το κεφαλονίτικο περιβάλλον τα δικά τους πολιτισμικά στοιχεία. Η εγκατάσταση των προσφύγων προκάλεσε θετική  αναδιάταξη στις δομές της κοινωνικής ζωής, διαμορφώνοντας ως ένα σημαντικό βαθμό το δημογραφικό χάρτη της Κεφαλονιάς, γονιμοποιώντας επιπλέον τις μελλοντικές πολιτικές διεργασίες και ενδυναμώνοντας την οικονομική ζωή του νησιού.
 
4.      ΕΛΛΗΝΕΣ  ΚΑΙ  ΑΡΜΕΝΙΟΙ  ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
            Το ελληνικό κράτος δεν ήταν προετοιμασμένο, έστω και στοιχειωδώς, να αντιμετωπίσει το τεράστιο ζήτημα της υποδοχής και εγκατάστασης των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων του Μικρασιατικού Πολέμου. Παρ’ όλο που διαφαίνονταν από καιρό οι αρνητικές για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης εξελίξεις, η ελληνική πλευρά δεν είχε καταφέρει να καλύψει τουλάχιστον τις ανάγκες υποδοχής και προσωρινής περίθαλψης στα αρχικά κέντρα συγκέντρωσης  των προσφύγων. Και το Αργοστόλι τότε περιλαμβανόταν στον κατάλογο των προσφυγικών αυτών κέντρων λόγω του λιμανιού του, αφού το βασικό μέσο μεταφοράς των προσφύγων ήταν τα πλοία.
          Το δεύτερο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 1922, δυόμισι περίπου μήνες από την πυρπόληση της Σμύρνης, αποβιβάστηκαν στο λιμάνι του Αργοστολιού 2000 πρόσφυγες, που προέρχονταν από την Καλλίπολη της Αν. Θράκης, οι περισσότεροι Έλληνες και οι υπόλοιποι Αρμένιοι. Στις αρχές Δεκεμβρίου κατέφτασαν άλλοι 2500, ενώ ακόμη περισσότεροι ήρθαν τις επόμενες μέρες.
          Οι τοπικές αρχές δραστηριοποιήθηκαν για την προσωρινή στέγαση. Ό,τι διαθέσιμος χώρος υπήρχε μέσα στην πόλη, αλλά σε κάποια κοντινά χωριά, διατέθηκε για το σκοπό αυτό: δημόσια κτήρια, κλειστά σπίτια, αποθήκες, οι στρατώνες ακόμη και το Θέατρο του Αργοστολιού μετατράπηκαν σε προσφυγικά καταλύματα. Οι συνθήκες, βέβαια, σε όλα σχεδόν τα καταλύματα ήταν άθλιες: συνωστισμός, ανθυγιεινή διαβίωση, διατροφή δραματική, με αποτέλεσμα σύντομα να εμφανιστούν οι πρώτες επιδημίες ευλογιάς και τύφου. Από την άλλη, ακόμη δεν επιτρεπόταν η μετακίνηση των προσφύγων έξω από το νησί, όπου ενδεχομένως μπορούσαν να συναντήσουν τους συγγενείς τους ή να αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας.
          Και ενώ οι τοπικές αρχές έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να απαλύνουν τον πόνο και τη δυστυχία αυτών των ανθρώπων, οι ντόπιοι κάτοικοι, οι Αργοστολιώτες ως άτομα, ως μονάδες δεν έδειξαν, τον πρώτο και ασφαλώς τον πιο κρίσιμο καιρό, την απαιτούμενη αλληλεγγύη. Μπορεί να σχολίαζαν τα τεκταινόμενα, μπορεί ίσως να ένιωθαν το άγχος των προσφύγων, μπορεί ενδεχομένως να κατανοούσαν την άσχημη ψυχική τους κατάσταση, επέδειξαν όμως ψυχρότητα και στάθηκαν απόμακροι, δυσανασχετώντας προφανώς για εκείνη την «εισβολή» στο ζωτικό τους χώρο. Και όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει σύγχρονος μελετητής, «κανείς δεν άνοιξε την πόρτα του να φιλοξενήσει έστω ένα από τα θύματα της συμφοράς· καμιά οικογένεια δεν συναδελφώθηκε με κάποια άλλη, από εκείνες που ήλθαν με μόνη τους αποσκευή την απελπισία. [...] Και δεν ήταν ούτε λίγοι ούτε άσημοι εκείνοι [από τους ντόπιους] που καταπνίγοντας μέσα τους κάθε αίσθημα ανθρωπισμού και φιλαλληλίας αντιμετώπιζαν με αποστροφή και απέχθεια το δράμα και μιλούσαν με λόγια πικρά για τις ανθρώπινες σκιές που το ένα μετά το άλλο τα πλοία άδειαζαν στην παραλία του Αργοστολιού».
          Οι πρόσφυγες, πάντως, έπρεπε να επιβιώσουν, όφειλαν να σταθούν στα πόδια τους. Από τους Αρμένιους όσοι ήρθαν με κάποιο «κομπόδεμα» ασχολήθηκαν με το εμπόριο, όπως ο Καραμπέτ Γιαζιτζιάν, ο Ιακώβ Αρτζουμανιάν και ο Σαρκή Εσαγί Εσαγιάν, ενώ άλλοι εξελίχθηκαν σε καλούς τεχνίτες, στήνοντας δικά τους εργαστήρια ή προσκολλώμενοι σε ντόπιους αρχιμαστόρους και εργολάβους. Με την παρουσία και τη συμμετοχή τους στην καθημερινότητα των επαγγελματικών-οικονομικών σχέσεων, κατακτήθηκε αρχικά κάποια ανοχή και στη συνέχεια ήρθε η αποδοχή. Τώρα πια δε μετρούσε η αρμένικη καταγωγή τους αλλά η επαγγελματική τους ικανότητα και αποδοτικότητα. Οι Αρμένιοι, βέβαια, συγκρότησαν δική τους κοινότητα και διατήρησαν τη συνοχή τους, χωρίς να επιδιώξουν τη σύναψη κοινωνικών σχέσεων με τους ντόπιους – παρέμειναν μια κλειστή κοινωνία εξαιτίας και των διαφορών τους στο θρησκευτικό δόγμα και στη γλώσσα.
          Μετά τα πρώτα χρόνια διαμονής οι περισσότερες οικογένειες έφυγαν· οι 50 περίπου οικογένειες, κυρίως τεχνιτών, που παρέμειναν,  πρόκοψαν. Στα χρόνια της ιταλογερμανικής Κατοχής οι ευπορότεροι στάθηκαν δίπλα στους κατακτητές ιδεολογικά μόνο, χωρίς να συνεργαστούν έμπρακτα μαζί τους, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό των μεσαίων και κατώτερων οικονομικά Αρμενίων στήριξε ή και συμμετείχε στις γραμμές του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, του ΕΑΜ. Χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση του Κιρκόρ Μασλουμιάν που μαζί με άλλους τρεις Κεφαλονίτες πατριώτες εκτελέστηκε από τους ΓερμανοΠΟΚίτες στα Χιονάτα στις 15 Ιουλίου 1944. (Πληροφοριακά αναφέρω ότι η μια από τις δυο αδελφές τού Κιρκόρ, που ήταν κι αυτή μέλος του ΕΑΜ, παντρεύτηκε τον Χρήστο Καραγιάννη ή Διομήδη, στρατιωτικό διοικητή του ΕΛΑΣ Κεφαλονιάς). Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη δημιουργία της Σοβιετικής Αρμενίας, πολλοί πρόσφυγες θα μεταναστεύσουν εκεί με ελπίδες για  μια νέα ζωή, ενώ λιγότεροι θα ταξιδέψουν προς την Αργεντινή. Τελικά θα μείνουν στο νησί ελάχιστες οικογένειες, όπως εκείνες των Αρουτιάν και Μεσοροπιάν.
           Όσον αφορά στους ελληνικής καταγωγής πρόσφυγες, που προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη, τα παράλια της Μικράς Ασίας και την περιοχή του Πόντου, μετά τον πρώτο χρόνο διαμονής τους στο νησί, πολλοί έφυγαν αναζητώντας εργασία στα μεγάλα αστικά κέντρα. Όσοι, πάντως, παρέμειναν – και ήταν αρκετοί - κέρδισαν τη συμπάθεια των ντόπιων, αποκαλύπτοντας ένα ζηλευτό πολιτιστικό επίπεδο με προοδευτικές ιδέες. Μόλις τακτοποιήθηκαν και ηρέμησαν τα πράγματα, και αφού συνειδητοποίησαν ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους, προσπάθησαν να οργανωθούν, ώστε να αντιμετωπίζουν συλλογικά τα προβλήματά τους. Τον Ιανουάριο του 1926 μετά από συγκέντρωση 100 περίπου προσφύγων εξέλεξαν τη λεγόμενη «Επιτροπή Προσφύγων Κεφαλληνίας», για να τους εκπροσωπεί στις Αρχές και για να καταπιαστεί με την προώθηση και επίλυση των προβλημάτων τους.
          Παράλληλα, έπαιρναν ενεργά μέρος στην κοινωνική ζωή του Αργοστολιού. Ήδη, το 1923 συμμετείχαν, και για τη δική τους ψυχαγωγία, στην ίδρυση του «Παγκεφαλληνιακού Αθλητικού Συλλόγου», του πρώτου  σημαντικού αθλητικού σωματείου της Κεφαλονιάς, το οποίο στη συνέχεια θα πρωταγωνιστήσει στα αθλητικά πράγματα του νησιού. Ανάμεσα στα πρώτα δραστήρια στελέχη του Συλλόγου αναφέρονται αρκετοί πρόσφυγες, όπως ο ξυλογλύπτης Σπύρος Κωνσταντινίδης, αρχηγός της ομάδας, οι εργάτες Θεαγένης Παυλίδης και Παναγιώτης Περλικίδης, ο οδοντογιατρός Γιάννης Παπαϊωάννου, ο εμποροϋπάλληλος Γιάννης Μαυρομάτης, ο τυπογράφος Κοσμάς Μένης κ.ά.    Μέσα, λοιπόν, από τέτοιες μορφές δράσης εξαλείφονταν σιγά-σιγά αλλά αμετάκλητα προκαταλήψεις που οι ντόπιοι είχαν για τους πρόσφυγες, ενώ οι τελευταίοι ξανοίγονταν άφοβα στην τοπική κοινωνία, με αποτέλεσμα η συμβολή τους να καταστεί αξιόλογη στη γενικότερη ανάπτυξη της Κεφαλονιάς.
           Ωστόσο, παρέμενε άλυτο το ζήτημα της μόνιμης στέγασής τους. Κάποιοι, οι ευπορότεροι, απόκτησαν δική τους στέγη. Οι περισσότεροι όμως αντιμετώπιζαν  σοβαρό πρόβλημα. Μετά από πιέσεις των ίδιων αλλά και των τοπικών αρχών έγινε το 1929 κατορθωτή η απαλλοτρίωση της αναγκαίας έκτασης στο Αργοστόλι (στη νότια πλευρά της πόλης, κοντά στην περιοχή του σημερινού 3ου Δημοτικού Σχολείου), όπου οικοδομήθηκε ο λεγόμενος «Προσφυγικός Συνοικισμός». Επρόκειτο για ενιαίο συγκρότημα, χωρίς τον κατάλληλο όμως σχεδιασμό και με πρόχειρες κατασκευές. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα γκέτο, και μάλιστα τη στιγμή που ήδη είχαν αρχίσει να αμβλύνονται οι προκαταλήψεις και να εξαλείφονται οι διαφορές.
          «Την αντινομία αυτή», έχει επισημάνει ο Α-Δ. Δεμπόνος, «ανάλαβε να εξαλείψει ένα γεωλογικό φαινόμενο. Ο σεισμός του Αυγούστου του 1953, οπότε στην ισοπεδωτική του δύναμη γκρέμισε και τα οικιστικά χωρίσματα των “ανθρώπων”. [...] Από τότε με την ισοπέδωση και της τελευταίας προσφυγικής κατοικίας, οι διακρίσεις των διαφορών εξαλείφθηκαν». Έτσι, οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και οι απόγονοί τους, ενταγμένοι πια στα κεφαλονίτικα δεδομένα, συνέχισαν τη ζωή τους και την προσφορά τους για την κοινή προκοπή του νησιού, συμμετέχοντας στα πολιτικά και πολιτιστικά πράγματα της Κεφαλονιάς.
          Παίρνοντας υπόψη μας τα παραπάνω, μπορούμε να καταλήξουμε για το τελευταίο προσφυγικό ρεύμα στο νησί μας στα εξής:
   -- Σίγουρα, η τοπική κοινωνία στην αρχή έδειξε επιφυλακτικότητα μέχρι και εχθρότητα στους νέους κατοίκους, οι οποίοι έρχονταν να μοιραστούν με τους ντόπιους τα οικονομικά και πολιτισμικά δεδομένα της περιοχής. Αιφνιδιαστικά άλλαξε η ζωή των ντόπιων με την «τοποθέτηση» νέου έμψυχου δυναμικού ανάμεσά τους.
   -- Οι νέοι κάτοικοι φοβισμένοι και γι’ αυτό συνεσταλμένοι στην αρχή, για τη δική τους ασφάλεια περιορίζονταν όσο γινόταν στο δικό τους κύκλο. Και η απομόνωση αυτή εκφραζόταν ιδιαίτερα στις μονομερείς κοινωνικές συναναστροφές.
   -- Η όποια αντιπαράθεση μεταξύ των ντόπιων και των Ελλήνων και Αρμενίων προσφύγων είχε κυρίως οικονομικό χαρακτήρα, παρά την προσπάθεια δημιουργίας κάποιου ιδεολογικού υπόβαθρου αιτιολόγησης αυτών των αντιθέσεων. Λόγω της δομής της κεφαλονίτικης οικονομίας, οι πρόσφυγες δεν κινήθηκαν προς αγροτικές ασχολίες· δραστηριοποιήθηκαν σε ασχολίες και επαγγέλματα του αστικού χώρου και μάλιστα σε ένα περιβάλλον ανταγωνισμού αλλά προστατευτικό για τους Κεφαλονίτες επαγγελματίες και τεχνίτες. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλοί πρόσφυγες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί για την εύρεση καταλληλότερων προϋποθέσεων επαγγελματικής αποκατάστασης.
   -- Η ένταξη στα νέα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, μια διαδικασία εξαιρετικά περίπλοκη αλλά αναμενόμενη για έναν προσφυγικό πληθυσμό που βρίσκεται σε νέα πατρίδα και χωρίς ελπίδα επαναπροώθησης στην παλιά του, άρχισε να πραγματοποιείται, για τους πρόσφυγες που έμειναν οριστικά στο νησί, στη βάση του συνδυασμού δύο στοιχείων: της τελικής αποδοχής των προσφύγων από το ντόπιο στοιχείο, αφού δε θα ανατρεπόταν η υπάρχουσα κοινωνικοοικονομική δομή και συνοχή της τοπικής κοινωνίας, και της συμπεριφοράς των ίδιων των προσφύγων, αφού προσαρμόστηκαν στις γενικότερες αντιλήψεις και αποδέχτηκαν τις πάγιες πρακτικές των ντόπιων.
   -- Ωστόσο, η απομάκρυνση από τη γενέτειρα δημιούργησε στους πρόσφυγες ένα κενό, το οποίο αναπληρώθηκε, ως ένα βαθμό, από τη συλλογική δραστηριότητά τους. Και αυτές οι συλλογικές μορφές δράσης τόνωσαν και κράτησαν ενωμένους τους πρόσφυγες, διεκδίκησαν και κέρδισαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, ενώ ταυτόχρονα επηρέασαν, ως ένα βαθμό, τους τοπικούς μηχανισμούς διοίκησης αλλά και την τοπική κοινωνία.
           Τελειώνοντας, συμπερασματικά διατυπώνουμε σύντομα τις παρακάτω παρατηρήσεις:
   -- Τα πουλιά, αποδημητικά ή όχι, μπορούν να πετάξουν. Οι πρόσφυγες, κυνηγημένοι είτε από πολέμους ή φυσικές καταστροφές, είτε από αυταρχικές πολιτικές ή θρησκευτικές εξουσίες, πετιούνται συνήθως από Αρχές και ανθρώπους και γίνονται οι απόκληροι της κοινωνίας. Οι ρατσιστές, μάλιστα, τους θεωρούν το λιγότερο κατώτερης ποιότητας ανθρώπους.
   -- Το αν θα επιβιώσουν, το αν θα συνεχίσουν να ζουν με αξιοπρέπεια, αυτό κυρίως εξαρτάται από τους ίδιους, όσο κι αν φαίνεται δύσκολο. Αυτοί οι ίδιοι οφείλουν να δείξουν καρτερικότητα και δυναμισμό, να σταθούν στα πόδια τους και να χαράξουν μια νέα αρχή, γόνιμη και δημιουργική.
    -- Οι όποιοι κρατικοί μηχανισμοί, αν υπάρχουν και λειτουργούν σωστά, μόνο υποβοηθητικοί είναι. Υποβοηθητική είναι και η αλληλεγγύη της τοπικής κοινωνίας, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Αλλά όσο κι αν θεωρείται  συμπληρωματική η παρουσία και η στήριξη από την τοπική κοινωνία, παραμένει ουσιαστική και απαραίτητη.
   -- Γι’ αυτό οι ντόπιοι μπορούν και πρέπει να τονώσουν τον ψυχισμό των προσφύγων, μπορούν και πρέπει να τους στηρίξουν χωρίς ενδοιασμούς και μακριά από προκαταλήψεις, φοβικά σύνδρομα και επικίνδυνες ρατσιστικές αντιλήψεις. Η κοινή και μόνο πορεία θα ωφελήσει και τις δυο πλευρές κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Αυτό, νομίζουμε, δείχνει η εμπειρία, αυτό πιστοποιεί η Ιστορία.
 
ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
 
  -- Δεμπόνος Αγγελο-Διονύσης, Σταθμοί στην πολιτικοκοινωνική και πολιτισμική ζωή του Αργοστολιού, έκδοση Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτισμού, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας  Δήμου Αργοστολίου, Αργοστόλι 1994.
  -- Δεμπόνος Αγγελο-Διονύσης, Ξένες παροικίες στην Κεφαλονιά, έκδοση Επιτροπής Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας και Ιθάκης, Αργοστόλι 1996.
  -- Εφημερίδα Αναμόρφωσις, φ. 7, 20-8-1866, και φ. 8, 27-8-1866.
  -- Εφημερίδα Κεφαλληνία, φ. 18, 25-8-1867.
  -- Καββαδίας Γεώργιος, Κρήτη και Κεφαλονιά. Κρητικές μεταναστεύσεις και επίδρασις του κρητικού πολιτισμού στην Κεφαλονιά, Αθήναι 1965.
  - Μοσχόπουλος Γεώργιος, «Μετοίκηση Κρητών στην Κεφαλονιά στη διάρκεια του Κρητικού Πολέμου (1645-1669) και ύστερα από την άλωση του Χάνδακα», Πεπραγμένα Δ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τόμ. Β΄ (1981), σσ. 270-291.
  -- Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς (1797-1940), Αθήνα 2010.
  -- Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού Μιράντα, Οι εξεγέρσεις της Κεφαλληνίας κατά τα έτη 1848 και 1849, έκδοση Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα 1980.
  -- Πεντόγαλος Γεράσιμος, «Εποικισμός της Κεφαλονιάς από κρητικές οικογένειες στα πρώτα χρόνια του ΙΣΤ΄ αιώνα», Πεπραγμένα Δ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τόμ. Β΄ (1981), σσ. 412-425.
  -- Πετράτος Πέτρος, Η συμβολή των Κεφαλονιτών στην Επανάσταση του 1821, έκδοση Συλλόγου «Τετράπολις», [Αργοστόλι 1999].
  -- Πετράτος Πέτρος, Κεφαλονιά – Κρήτη. Πολιτιστικές και κοινωνικές σχέσεις, έκδοση Αδελφότητας Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά, Πειραιάς 2001.
  -- Τζουγανάτος Νικόλαος, Μελετήματα Ιστορίας και Λαογραφίας της Κεφαλονιάς, τόμ. Α΄, έκδοση Συλλόγου «Λειβαθώ» Κεφαλονιάς, Αθήνα 1996.
  -- Τσιτσέλης Ηλίας, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τόμ. Α΄, εν Αθήναις 1904, σσ. 261-266.
  -- Χατζηϊωάννου Μαρία Χριστίνα, «Οι Ιταλοί πρόσφυγες στα Ιόνια νησιά: Διαμορφωμένες πραγματικότητες και προϋποθέσεις ενσωμάτωσης», Πρακτικά ΣΤ΄   Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τόμ. Β΄, Κέντρο Μελετών Ιονίου, Εταιρεία Ζακυνθιακών Σπουδών, Αθήνα 2001, σσ. 495-510.
 
Πέτρος Πετράτος