Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

TO ΓΛΩΣΣΑΡΙΟΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ (1891/1892) ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΕΡΓΩΤΗ



 Ανακοίνωση στο Η΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο  (Κύθηρα, 21-25 Μαΐου 2006),
Πρακτικά, Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Κύθηρα 2009,
τ.  IV B,  σσ. 246-264.        

Από τα μέσα του 19ου αιώνα στο ανεξάρτητο νεοελληνικό κράτος άρ­χισε να διαμορφώνεται μια εθνική αντίληψη για την ιστορία1 με κύριο εκφρα­στή τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891).2 Το έργο του, η Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, στις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα3 συνιστούσε την πρώτη συγκροτημένη απόπειρα συγγραφής εθνικής ιστορίας, η οποία πρόσφερε τα επιχειρήματα της αδιάσπαστης εθνικής ενότη­τας. Και επειδή ακριβώς λειτούργησε το έργο αυτό ως μηχανισμός εγχάραξης της εθνικής συνείδησης, ως υπερασπιστής των εθνικών αιτημάτων και υποστη­ρικτής των αλυτρωτικών στοχεύσεων, η Πολιτεία το υιοθέτησε αναντίρρητα ως το κύριο ιδεολογικό στοιχείο της πολιτικής της για εθνική ενότητα. Και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, επηρεασμένος από τρεις κατεξοχήν παράγοντες για τη συγγραφή της Ἱστορίας του, την πανελλήνια αντίδραση κατά της θεωρίας του Fallmerayer4, την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας5 και το κίνημα του ρομαντι­σμού, που αναθεωρούσε την ιδέα της εθνότητας,6 ήρθε, για να παρουσιάσει «με την μεγαλοφυΐα του και τα συγγραφικά του προσόντα αυτό που του εζητούσε εκείνην την ώρα το εθνικό συλλογικό σώμα».7
Ο «εθνικός» βέβαια ιστοριογράφος τεκμηρίωσε την αδιάσπαστη ενότητα του ελληνισμού βασιζόμενος στο τρίσημο σχήμα της ελληνικής ιστορίας – Αρ­χαιό­τητα, Βυζάντιο, Νέος Ελληνισμός – του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου (1815-1881),8 καθώς ο τελευταίος είναι εκείνος που πρώτος το 1852 διάρθρωσε την ελ­ληνική ιστορία στις τρεις περιόδους, εντάσσοντας έτσι το μεσαιωνικό βυζά­ντιο μέσα στο ελληνικό ιστορικό γίγνεσθαι και συνδέοντας την ελληνική αρ­χαιό­τητα με το νέο ελληνισμό.9 Αντιμετώπισε το ελληνικό έθνος μέσα στη μα­κρά ιστορική του διαδρομή ως μια συνεχή ζωντανή δύναμη, που μεταβαίνει από την αρχαία στη νεότερη εποχή μέσω της βυζαντινής διατηρώντας την ενό­τητά της.10 Αυτή, εξάλλου, η έννοια της μετάβασης προσανατόλισε τον Σπ. Ζα­μπέλιο προς τη με­λέτη της λαϊκής παράδοσης με στόχο την τεκμηρίωση της ιστορικής συνέ­χειας των Ελλήνων και την καταπολέμηση ταυτόχρονα της θεω­ρίας του Fall­merayer.
Ήδη από τη δεκαετία του 1840 έχουμε τα πρώτα αντιφαλλμεραϋερικά έργα με λαογραφικό περιεχόμενο, του Εμμανουήλ Βυβιλάκη11 και του Ανα­στασίου Γεωργιάδη Λευκία.12 ενώ από το 1835 μέχρι το 1860 ο Κυριάκος Πιτ­τάκης με βιβλία και άλλα δημοσιεύματά του αρχαιολογικού, λαογραφικού και γλωσσικού περιεχομένου προσπαθούσε να αποδείξει τη συγγένεια των Νεοελ­λήνων με τους αρχαίους προγόνους τους.13 Η όλη, ωστόσο, κίνηση για την αναίρεση της θεωρίας του Γερμανού ιστορικού και την απόδειξη της ενότητας του ελληνικού λαού οδήγησε τον Νικόλαο Πολίτη (1852-1921) στην επιστημο­νική θεμελίωση της ελληνικής Λαογραφίας.14 Το αρχικό πατριωτικό χρέος15 δεν άργησε να παραχωρήσει τη θέση του στην επιστημονική μέθοδο και δεοντολο­γία. Αλλά όσο κι αν ο Ν. Πολίτης επέμεινε στην ανάγκη της εφαρμογής της διε­θνούς συγκριτικής μελέτης του λαογραφικού υλικού, δεν έπαυε το τελευταίο να γίνεται αφορμή για τη διαχρονική διερεύνησή του με την αναζήτηση αρχαίων ελληνικών και βυζαντινών εκκινήσεων. Παράλληλα, οι διαδικασίες της λαο­γραφικής επιστήμης και τα αποτελέσματά της έστρεφαν τους Νεοέλληνες λογο­τέχνες προς τον αυθεντικό κόσμο της υπαίθρου,16 ενώ το ενδιαφέρον για τα δημοτικά τραγούδια και τις αφηγήσεις, μαζί με τη μελέτη της ομιλούμενης γλώσσας και των διαλεκτικών μορφών της παρείχαν υλικό στους εκπροσώπους του δημοτικισμού για την τεκμηρίωση των θέσεών τους.17
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο της αυτογνωσίας και της εγχάραξης της εθνικής ταυτότητας οι γλωσσολαογραφικές δραστηριότητες του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Ειδικότερα στο γλωσσικό τομέα, έχει γίνει συνείδηση ότι η γλώσσα του λαού εμπεριέχει «ὅλα τά ζωντανά στοιχεῖα τῆς ἐπιβίωσης τοῦ παρελθόντος» και γι’  αυτό ακριβώς αυτή η γλώσσα είναι «ὁ πρῶτος, ἀπαραίτητος καί θεμελιωδέστερος ὄρος, γιά νά ὠφεληθοῦμε ἀπό τό παρελθόν μας, καί τό μεσαιωνικό καί τό ἀρχαῖο, παίρνοντας ἀπό κεῖ ὅσα σπέρματα μποροῦν νά γονιμοποιηθοῦν σήμερα καί νά μᾶς βοηθήσουν νά πλάσουμε τό νεοελληνικό, τό σημερινό δικό μας πολιτισμό».18 Έτσι, λοιπόν, η μελέτη και η ανάδειξη της λαϊκής γλώσσας γίνεται φροντίδα των πνευματικών κύκλων της χώρας αλλά και της επίσημης Πολιτείας.
Ο υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης Χ. Χριστόπουλος με εγκύκλιό του το 1857 καλούσε τους δασκάλους, που υπηρε­τούσαν στα χωριά και ζούσαν κοντά στο λαό, να συγκεντρώνουν γλωσσικό υλικό, φροντίζοντας έτσι για τη διάσωση «τῶν διαφόρων τούτων ζώντων, οὕτως εἰπεῖν, ἱστορικῶν μνημείων».19 Και πράγματι αυτή η πρωτοβουλία βρήκε ανταπόκριση. Αλλά και διάφοροι λόγιοι και ερευνητές κατά την ίδια περίοδο του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα ασχολήθηκαν με την κατάρτιση γλωσσαρίων, τα οποία δημοσιεύθηκαν σε έντυπα της εποχής.20 Την ίδια, εξάλλου, περίοδο μέσα σε αυτή τη «γλωσσική» ατμόσφαιρα κινήθηκε ο λόγιος και λεξικογράφος Στέφανος Κουμανούδης (1818-1899).21 Το 1883 εξέδωσε τη Συναγωγή λέξεων ἀθησαυρίστων,22 ενώ το 1900 εκδόθηκε από το γιο τού Στ. Κουμανούδη η Συναγωγή νέων λέξεων.23 Πρόκειται για σημαντικότατες λεξικογραφικές εργασίες, οι οποίες συνιστούν «πηγή γλωσσικού υλικού, μεταλλείο σωστό από λέξεις και φράσεις λόγιες και κοινές, νέες και αρχαίες», ένα συνολικό υλικό έτοιμο για επιστημονική επεξεργασία.24 Φαίνεται, τέλος, ότι εκείνη την εποχή κι άλλοι καταγίνονταν με τη σύνταξη ανάλογων γλωσσαρίων και λεξικών, ενώ δεν έλειψαν οι περιπτώσεις λογίων που, στην προσπάθειά τους να συνδέσουν ετυμολογικά όσο γίνεται περισσότερες λαϊκές ή και ξενόφερτες λέ-ξεις με αρχαιοελληνικές ρίζες, δημιούργησαν τερατώδεις ετυμολογίες.25
Και ενώ αυτά συμβαίνουν στην ελληνική πρωτεύουσα, οι Επτανήσιοι, ενωμένοι ήδη με τον εθνικό κορμό από το 1864, «σαν έτοιμοι από καιρό» θα μπορέσουν με άνεση να παρακολουθήσουν τα τεκταινόμενα στην Αθήνα και να συμμετάσχουν, καταθέτοντας τη δική τους συμβολή – συμβολή σημαντικό­τατη – στην προσπάθεια για την τεκμηρίωση της ιστορικής συνέχειας του ελλη­νικού έθνους και τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας. Άλλωστε, το φιλελεύ­θερο και ριζοσπαστικό επτανησιακό κίνημα από την περίοδο ήδη της Αγγλο­κρατίας26 είχε λάβει θετική θέση απέναντι στο εθνικό πρόβλημα,27 διακηρύσ­σοντας την αναγκαιότητα συγκρότησης ενιαίου ελληνικού εθνικού κράτους,28 του οποίοι οι κάτοικοι, οι σύγχρονοι δηλαδή Έλληνες, είναι αναμφισβήτητα απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και των βυζαντινών.29 Αποδεχόμενοι την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού οι φιλελεύθεροι Επτανήσιοι έδιναν βαρύ­νουσα σημασία στον παράγοντα της γλώσσας – στοιχείο άμεσα συνδεόμενο με τον εθνισμό κάθε λαού.30 Ως εθνική, βέβαια, γλώσσα δεν εννοούσαν ούτε την αρχαΐζουσα ούτε τη φυσική, λαϊκή γλώσσα, αλλά εκείνη του Κοραή, την καθα­ρεύουσα.31 Εξάλλου, μέσα στη λεγόμενη «Επτανησιακή Σχολή» της λογοτε­χνίας32 δεν υπήρξε ενιαία θέση για το είδος του γλωσσικού οργάνου, καθώς οι εκπρόσωποί της χρησιμοποιούσαν άλλοι τη δημοτική, άλλοι την καθαρεύουσα και κάποιοι και τα δύο είδη.33
Υπήρξαν, ωστόσο, Επτανήσιοι λόγιοι, που έδωσαν το δικό τους «πα­ρών» στις εθνικές γλωσσολαογραφικές προσπάθειες, για να αποδείξουν την εθνολογική συνέχεια του επτανησιακού πληθυσμού και τη διατήρηση της εθνι­κής του συνείδησης: Ο Ζακυνθινός Λεωνίδας Ζώης (1864-1956)34 με το Λεξικόν Ἱστορικόν καί Λαογραφικόν Ζακύνθου,35 ο Κεφαλονίτης Ηλίας Τσιτσέλης (1850-1927)36 με το Γλωσσάριον Κεφαλληνίας και το Λεξιλόγιον ξένων καί ξενοφανῶν λέξεων τῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ λαλουμένης37 και ο επίσης Κεφαλονίτης Παναγιώτης Βεργωτής (1841-1916) με το Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, για το ο-ποίο θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω.
Ο Π. Βεργωτής38 ήταν ένας αξιόλογος λόγιος του Αργοστολιού με πολύ­πλευρη δράση. Αφού τα πρώτα του χρόνια εργάστηκε ως δικαστικός και διοι­κητικός υπάλληλος, στη συνέχεια υπηρέτησε περισσότερο από είκοσι χρόνια την εκπαίδευση του νησιού του. Παράλληλα, ασχολήθηκε με την έρευνα και τη συγγραφή φιλολογικών, γλωσσικών, ιστορικών και εκπαιδευτικών θεμάτων. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε η γλώσσα. Παρακολουθούσε τις γλωσσικές συζητή­σεις της εποχής του και αλληλογραφούσε με πνευματικούς ανθρώπους της ελ­ληνικής πρωτεύουσας για το γλωσσικό ζήτημα, μελετούσε κείμενα της αρχαίας και νέας ελληνικής γραμματείας και συγκέντρωνε γλωσσικό υλικό. Δημοσίευσε μελέτες για την υποστήριξη της δημοτικής γλώσσας,39 παρ’ όλο που ο ίδιος την προτιμούσε μόνο στις ποιητικές του μεταφράσεις, καθώς τα πεζά του τα έγραφε στην καθαρεύουσα. Είχε, επίσης, σχεδιάσει τη συγγραφή ενός έργου για την ελληνική γλώσσα στη χρονική της διαδρομή, το οποίο όμως ποτέ δε συνέγραψε. Η ενασχόλησή του, τέλος, με τα γλωσσικά θέματα και κυρίως η έγνοια του για τη λαϊκή γλώσσα, αλλά και παρακινημένος από τη δημοσίευση γλωσσαρίων άλλων περιοχών, μέσα στο πλαίσιο της εθνικής πάντοτε προσπάθειας για την τεκμηρίωση της εθνολογικής συνέχειας και την αποκρυστάλλωση της εθνικής ταυτότητας και ενότητας, τον οδήγησαν στη σύνταξη του Γλωσσαρίου Κεφαλ­ληνίας το 1891, με το οποίο έλαβε μέρος στο γλωσσικό διαγωνισμό του συλλό­γου «Κοραής» το 1892.

Στο Αρχείο του Παναγιώτη Βεργωτή, που έχει κατατεθεί στα ΓΑΚ- Αρ­χεία Νομού Κεφαλονιάς (ΑΝΚ), και στο Φ. 7 εμπεριέχεται το χειρόγραφο του Π. Βεργωτή Γλωσσάριον Κεφαλληνίας σε τρία, θα τα αποκαλούσαμε, σχεδιά­σματα με τα διακριτικά Φ. 7.26, Φ. 7.27 και Φ. 7.28,40 τα οποία εμείς εδώ θα τα ονομάζουμε Α, Β και Γ αντίστοιχα. Αλλά και στο Κέντρο Συντάξεως του Ιστο­ρικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών βρίσκεται άλλο ένα – τέταρτο – σχεδία­σμα του Γλωσσαρίου με αριθ. χειρ. 34,41 το οποίο θα ονομάζουμε Δ. Στη συνέ­χεια θα περιγράψουμε τα τέσσερα παραπάνω χειρόγραφα – σχεδιάσματα και θα παρουσιάσουμε το περιεχόμενό τους.
Γλωσσάριον Κεφαλληνίας Α. Πρόκειται για αχρονολόγητο χειρόγραφο βιβλίο χαρτόδετο, με διαστάσεις 20,5x15 εκ., χωρίς εξώφυλλο. Αποτελείται από 464 φύλλα, χωρίς αρίθμηση, γραμμένα στη μια ή και στις δύο όψεις τους. Τα 64 από αυτά, από διαφορετικής ποιότητας χαρτί (κυρίως ριγωτό), έχουν εκ των υστέρων επικολληθεί στο χαρτόδετο βιβλίο. Και από αυτά τα 64 πρόσθετα φύλλα, τα δύο είναι μικρότερου μεγέθους (το μισό των υπολοίπων). Μέσα στο βιβλίο υπάρχουν επιπλέον 141 ένθετα φύλλα, ριγωτά ή αρρίγωτα, γραμμένα στη μια ή και στις δύο όψεις τους, άλλα 3 μεγαλύτερων διαστάσεων (το ένα από αυτά περιέχει παροιμίες) καθώς και άλλα 19 τμήματα φύλλων, ενώ μετρή­σαμε και 7 αποκόμματα εφημερίδων.42 Η γραφή είναι στρογγυλή και αρκετά ευανά­γνωστη, ενώ εκείνη των πρόσθετων φύλλων είναι διαφορετική. Διατηρεί­ται η συντομογραφία του στ και υπογραμμίζονται οι συνιζήσεις, όπως π.χ.  άπελπισιά, γνοιά­ζεται, άντρίκειο,  ἐκειόνε. Στα 464 φύλλα του χειρογράφου έχουν καταχωριστεί 714 λήμματα, τα οποία σχεδόν διπλασιάζονται, αν προ­στεθούν και όσα είναι γραμμένα στα πρόσθετα και ένθετα φύλλα του βιβλίου.
Γλωσσάριον Κεφαλληνίας Β. Είναι χειρόγραφο βιβλίο χαρτόδετο, αχρο-νολόγητο κι αυτό,43 διαστάσεων 20,5x15 εκ., σε άριστη κατάσταση. Στο εσώ-φυλλο αv είναι επικολλημένο απόκομμα της εφ. Το Άστυ [Αθηνών], 24-25 Φε-βρουαρίου 1892, με δημοσίευμα σχετικό με τη βράβευση του Γλωσσαρίου από την κριτική επιτροπή του γλωσσικού διαγωνισμού,44 ενώ στο βr εσώφυλλο ση-μειώνεται η ένδειξη: «Τό Κεφαλληνιακόν γλωσσάριον τοῦτο ἐβραβεύθη τό 1892 ἀπό τόν Σύλλογον Ἀθηνών «Κοραῆ» καί ἀπό τούς καθηγητάς τοῦ Πανεπι-στημίου Στέφανον Κουμανούδην, Γεώργιον Χατζιδάκιν και Ἰ. Πρωτόδικον». Το χειρόγραφο αυτό βιβλίο αποτελείται από 412 φύλλα,45 αρίγωτα, γραμμένα στο recto, αν και σε 85 από αυτά διαβάζουμε στο verso τους σημειώσεις και συμπληρώσεις, αλλά βλέπουμε και διαγραφές.46 Η πρώτη γραμμένη σελίδα φέ­ρει τον τίτλο Γλωσσάριον Κεφαλληνίας. Η γραφή είναι στρογγυλή, αρκετά ευ­ανάγνωστη και χωρίς συντομογραφίες. Σημειώνεται ένα είδος κορωνίδας σε λέ-ξεις όπως κἀνείς, διατηρείται η δασεία στο αρχικό ρ-, υπογράφεται το η των λέξεων ἐλῃά, ἐλῃές, ἐλήτικο, ενώ υπογραμμίζονται οι συνιζήσεις όπως ψάρια, ἐλῃά, ἀντρίκειο.
Στο Β σχεδίασμα του Γλωσσαρίου έχουν καταχωριστεί 678 λήμματα με αλφαβητική σειρά. Στον αριθμό αυτό πρέπει να προστεθούν άλλα δύο συμπλη­ρωμένα εκ των υστέρων και άλλα επτά, που καταγράφηκαν στο verso κάποιων φύλλων. Τα λήμματα υπογραμμίζονται στα αρχικά φύλλα του χειρογράφου, αλλά στη συνέχεια σταματά αυτή η πρακτική. Μεταξύ τους χωρίζονται με διά­κενο. Τα αρχικά των κύριων ονομάτων γράφονται με κεφαλαία. Με κεφαλαία επίσης είναι γραμμένα τα αρχικά των λημμάτων του Α και μερικών του Β, ενώ όλα τα υπόλοιπα γράφονται με πεζά. Τα ουσιαστικά ακολουθούνται από το άρθρο τους. Μετά από κάθε λήμμα σημειώνεται το σύμβολο =, για να δοθεί η ερμηνεία του, αν και επισημαίνονται περιπτώσεις που παραλείπεται προφανώς λόγω παραδρομής.
Γλωσσάριον Κεφαλληνίας Γ. Πρόκειται για δύο χειρόγραφους τόμους χαρτόδετους, διαστάσεων 23,5x17,5 εκ., οι οποίοι στο εξώφυλλο φέρουν τον τίτλο «Τό δεύτερον σχεδίασμα ποῦ ἐβραβεύθη ἀπό τόν Σύλλογον Ἀθηνῶν «Κοραῆ» τήν 2 Φεβρ. 1892» και την υπογραφή του συγγραφέα τους. Στο εσώ­φυλλο του Α΄ τόμου σημειώνεται: «Εἶδος γλωσσαρίου τῆς Κεφαλληνίας κατά τι νέον σχέδιον. Τόμος Α΄. Π. Βεργωτῆ. Ἀργ. 1891» και «Μή με μάλ’ αἴνει μήτε τι νείκει (Ὅμ.).47 Τοῦτο τό ρητόν εἶχα εἰς τό γλωσσάριον Κεφαλληνίας ποῦ εἶχα στείλει εἰς τόν διαγωνισμόν «Κοραῆ» τόν γλωσσικόν πρό 5, 6 μηνῶν. Ἀργ. 4 Ὀ[κτω]βρ. 91», ενώ στο αντίστοιχο του Β΄ τόμου σημειώνεται: «Γλωσσάριον τῆς Κεφαλληνίας κατά τι νέον σχέδιον. Τόμος Β΄. Π. Βεργωτῆ. Ἀργ. 1891».
Ο Α΄ τόμος αποτελείται από 118 ριγωτά φύλλα και επιπλέον ένα ένθετο φύλλο, χωρίς αρίθμηση, γραμμένα και στις δυο όψεις τους, εκτός από 10 μόνο φύλλα μιας όψης. Γραμμένο επίσης είναι το βr του τελευταίου εσώφυλλου και η εσωτερική όψη του οπισθόφυλλου. Ο Β΄ τόμος αποτελείται από 118 ριγωτά φύλλα, χωρίς αρίθμηση, με 100 μόνο γραμμένα. Όλα είναι γραμμένα και στις δυο όψεις τους εκτός από 14 φύλλα μιας όψης. Ο τόμος επίσης περιέχει ένα γραμμένο φύλλο επικολλημένο και ένθετα γραμμένα φύλλα, 5 μεγαλύτερου σχήματος και 15 μικρότερου. Γραμμένο είναι ακόμη και το αv εσώφυλλο, ενώ σημειώσεις φέρει η εσωτερική όψη του εξώφυλλου.48 Και οι δύο τόμοι είναι πυ­κνογραμμένοι, αλλά η γραφή είναι κυρίως ευανάγνωστη. Διατηρείται η συντο­μογραφία στο και και το στ και υπογραμμίζονται οι συνιζήσεις όπως χιονιά, σπιτιοῦ. Τα λήμματα, σχεδόν πάντοτε υπογραμμισμένα, και των δύο τόμων υπολογίζονται σε 1259, χωρίς βέβαια να προσμετρώνται όσα έχουν καταχωρι­στεί στο verso των φύλλων ή έχουν προστεθεί εκ των υστέρων στο recto.
Γλωσσάριον Κεφαλληνίας Δ. Είναι χειρόγραφο βιβλίο χαρτόδετο, δια­στάσεων 20,5x14,5 εκ., σε καλή κατάσταση. Αποτελείται από 271 γραμμένα φύλλα, αριθμημένα από τον ίδιο το συγγραφέα,49 κατανεμημένα σε δώδεκα φυλλάδια 21 μέχρι 27 φύλλων το καθένα. Αρκετά φύλλα, 112 τον αριθμό, είναι γραμμένα και στο verso τους, ενώ σημειώσεις και άλλα συμπληρωματικά στοι­χεία γράφονται στο αριστερό περιθώριο του recto 57 φύλλων. Το βιβλίο περιέ­χει επίσης, αλλά χωρίς αρίθμηση, 7 φύλλα στο τέλος του λευκά και 3 φύλλα (εσώφυλλα) στην αρχή του, από τα οποία 3 το α είναι λευκό, στο γ σημειώνε­ται «Γλωσσάριον Κεφαλληνίας» και από πάνω, με διαφορετικό γραφικό χαρα­κτήρα: «Ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ τῆς γλωσσ. ἑταιρείας «Κοραῆς» ἔτ. 1891», ενώ στο β εσώφυλλο, που είναι επικολλημένο μεταξύ α και γ, διαβάζουμε το επι­στολικό κείμενο του Π. Βεργωτή προς τον πρόεδρο του συλλόγου «Κοραής», το οποίο συνόδευε την αποστολή του Γλωσσαρίου.50 Στο «εξώφυλλο» κάθε φυλ­λαδίου γράφεται ο τίτλος της εργασίας Γλωσσάριον Κεφαλληνίας και από πά-νω ο αριθμός του φυλλαδίου (π.χ. «Φυλλάδιον ὄγδοον»).51 Το επάνω μέρος του πρώτου φύλλου κάθε φυλλαδίου φέρει ως motto τον ελαφρά παραλλαγ­μένο ομηρικό στίχο «Μή με μάλ’ αἴνεε μήτε τι νείκει», εκτός από το πρώτο φύλλο του πρώτου φυλλαδίου, όπου ο στίχος είναι γραμμένος στο αριστερό περι-θώριο με κάθετη φορά στην ορθή του μορφή: «Μήτ’ ἄρ με μάλ’ αἴνεε μήτε τι νείκει» (Κ 249). Η γραφή είναι γενικά ευανάγνωστη, χωρίς βέβαια να λείπουν οι διαγραφές και οι εμβόλιμες προσθήκες λέξεων ή φράσεων από τον ίδιο το συγγραφέα στα περιθώρια του φύλλου. Διατηρείται η συντομογραφία στο και και στο στ και η δασεία στο αρχικό ρ-, ενώ υπογράφεται το η των λέξεων ἐλῃά, δίκῃο, ἀγριλῃά και υπογραμμίζονται οι συνιζήσεις όπως βιολί, κανάγιας, σαράγιο.
Στο Δ σχεδίασμα του Γλωσσαρίου έχουν καταχωριστεί 706 λήμματα.52 Η σειρά καταχώρισης είναι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αλφαβητική,53 χωρίς βέ­βαια να λείπουν τα εμβόλιμα λήμματα στο περιθώριο του recto ή στο verso, όταν ο συντάκτης διαπιστώνει κάποιες παραλείψεις λέξεων. Όλα τα λήμματα, εκτός από ελάχιστες λόγω παραδρομής περιπτώσεις, υπογραμμίζονται και έχουν το αρχικό τους γράμμα πεζό με εξαίρεση φυσικά τα κύρια ονόματα αλλά και ελά­χιστα προσηγορικά και δυο ρήματα, πάλι λόγω προφανώς παραδρομής. Μετά το λήμμα σημειώνεται, με ελάχιστες παραλείψεις, το σύμβολο =. Επιση­μαίνο­νται, πάντως, περιπτώσεις που ο Π. Βεργωτής δε δίνει τη σημασία των λημμά­των, επειδή προφανώς τη θεωρεί αυτονόητη ή σημειώνει την ένδειξη «εὐνόητα».54
Αυτό, λοιπόν, το Γλωσσάριον Κεφαλληνίας έστειλε το 1891 ο Π. Βερ­γωτής στο γλωσσικό διαγωνισμό του συλλόγου «Κοραής». Η κριτική επιτροπή, αποτελούμενη από τους Στέφανο Κουμανούδη. Ι. Πρωτόδικο και Γεώργιο Χα­τζιδάκι (με πρόεδρο τον πρώτο και εισηγητή τον τελευταίο), στην Έκθεσή της υπογράμμισε την πολυμάθεια και την κριτική ικανότητα του συντάκτη του Γλωσσαρίου, αλλά και τις αρετές του έργου,55 το οποίο και βράβευσε.56
Πράγματι, πρόκειται για ένα «εμβριθέστατο» γλωσσάριο.57 Ο συντάκτης του, έχοντας εντρυφήσει στα γλωσσικά και γλωσσολογικά ζητήματα, προχωρεί σε παρατηρήσεις φθογγολογικού, τυπολογικού, συντακτικού και ετυμολογικού χαρακτήρα. Νιώθει την ανάγκη να διευκρινίσει δομικά στοιχεία της γλώσσας, να εξηγήσει γραμματικά φαινόμενα,58 να αναδείξει ετυμολογικές συσχετίσεις και να απορρίψει παραδεκτές ετυμολογήσεις,59 να δώσει πληροφορίες για την προφορά λέξεων.60 Γνώστης ο ίδιος της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, κινείται άνετα σε αυτούς τους χώρους ιδιαίτερα στον τομέα του ετυ­μολογικού, αλλά ενδιαφέρουσες είναι και οι ποικίλες αναφορές του σε λέξεις της αγγλικής, γαλλικής, ιταλικής, γερμανικής, ισπανικής, καθώς και της βενετι­κής και της σανσκριτικής.61 Αξιοποιεί γόνιμα τη σύγχρονη βιβλιογραφία,62 ενώ παραθέτει για την τεκμηρίωση των σημασιολογικών ερμη­νειών των λημμάτων φράσεις ή χωρία ολόκληρα από την αρχαία ελληνική γραμματεία (Όμηρος, Πίνδαρος, Ηρόδοτος, Αισχύλος, Ευριπίδης, Πλάτωνας, Δημοσθένης, Θεόκριτος, Λουκιανός κ.ά.), την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, τα χριστιανικά πατερικά κεί­μενα (Μ. Βασίλειος, Ιω. Χρυσόστομος) τη μεσαιωνική (Πτωχοπρόδρομος, ακρι­τικά τραγούδια), και τη νεοελληνική γραμματεία (Ερω­τόκριτος, δημοτική ποί­ηση, Δ. Σολωμός κ.ά.).63
Η μελέτη, ωστόσο, του Γλωσσαρίου αναδίδει την αγωνία του συντάκτη του να δώσει στον καλύτερο δυνατό βαθμό ολοκληρωμένη σημασιολογική εξή­γηση των λημμάτων. Ο Π. Βεργωτής δεν αρκείται σ’ έναν απλό ορισμό. Θέλει ακριβολογώντας να καταγράψει τις ποικίλες αποχρώσεις της σημασίας των λέ­ξεων. Παραθέτει πληθώρα φράσεων με το μεταφορικό νόημα της λέξης, ση­μειώνει συνώνυμα και αντώνυμα.64 Τον ενδιαφέρει να αναδείξει τη σημασιολο­γική χρήση (κυριολεκτικά και μεταφορικά) της λέξης και έτσι να προβάλει το δυναμισμό της ελληνικής γλώσσας. Και αυτό ακριβώς είναι το κύριο πλεονέ­κτημα αυτού του Γλωσσαρίου. Γιατί δεν έχει σημασία μόνο ή τόσο ο αριθμός των λημμάτων όσο ο ορθός ορισμός και οι σημασιολογικές αποχρώσεις τους. Από την άποψη αυτή και η σύγχρονη λεξικογραφία έχει να ωφεληθεί από το παρουσιαζόμενο έργο του Π. Βεργωτή, αλλά και ο φιλόλογος και κάθε μελε­τητής της γλώσσας.
Σημαντική, επίσης, είναι άλλη μια διαπίστωση: Το Γλωσσάριον περι­λαμβάνει ικανό αριθμό λημμάτων, που δεν ανήκουν στο κεφαλονίτικο ιδίωμα. Τι θέση μπορεί να έχουν λήμματα όπως π.χ. κλέφτης, νεῦρο, ἔχω, σ’ ένα κεφα­λονίτικο γλωσσάριο; Και είναι κάτι που συνειδητά ο Π. Βεργωτής τα έχει συ­μπεριλάβει στο έργο του, το οποίο ο ίδιος ωστόσο έχει τιτλοφορήσει Γλωσσά­ριον Κεφαλληνίας. Μια προσεκτικότερη παρατήρηση μας πείθει ότι αρκετά από τα μη «κεφαλονίτικα» λήμματα δικαιολογούνται, καθώς ο συντάκτης κα­ταγράφει την κεφαλονίτικη εκδοχή της σημασίας αυτών των λημμάτων ή δια­σώζει ερμηνείες τους με μεταφορικό περιεχόμενο, που μόνο στην Κεφαλονιά συναντιούνται. Για τα υπόλοιπα, όμως, μη κεφαλονίτικα λήμματα δεν υπάρχει κάποια δικαιολογία. Απλά και μόνο ο Π. Βεργωτής έχει συμπεριλάβει και αυ­τές τις λέξεις, εφόσον ακούγονται στο νησί, αδιάφορο αν προέρχονται από την κοινή ομιλούμενη γλώσσα. Και μάλιστα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που με αφορμή τέτοιες λέξεις διατυπώνει συγκεκριμένες γραμματικές ή συντακτικές παρατηρήσεις. Έτσι, το γλωσσάρι αυτό είναι κάτι περισσότερο από γλωσσά­ρι της Κεφαλονιάς. μετατρέπεται ουσιαστικά σε λεξικό της νεοελληνικής γλώσ­σας.65
Τέλος, είναι χρήσιμο να σημειώσουμε ένα ακόμη σημαντικό πλεονέ­κτημα του Γλωσσαρίου του Π. Βεργωτή. Ο τελευταίος κατά τη σύνταξη του Γλωσσαρίου δεν εφάρμοσε τους κανόνες, που ρυθμίζουν τη συλλογή και κατά­ταξη του γλωσσικού υλικού, δηλαδή δεν κατέγραψε μόνο ό,τι άκουσε. Πλού­τισε, αντίθετα, τα λήμματά του, προσφέροντάς μας ανεκτίμητο επιπλέον υλικό πραγματολογικό και ιδιαίτερα λαογραφικό της Κεφαλονιάς. Τοπικές παροιμίες και άλλες παροιμιακές φράσεις,66 στοιχεία από την καθημερινή ζωή του αγρο­τικού και αστικού πληθυσμού του νησιού πλαισιώνουν τα περισσότερα σχεδόν λήμματα και συνθέτουν ένα πολύτιμο υλικό για τη ζωή, τις ασχολίες, τη νοο­τροπία και τις αντιλήψεις – ηθικές, πνευματικές, κοινωνικές – της κεφαλονίτι­κης κοινωνίας του 19ου αιώνα και κυρίως του δεύτερου μισού αυτού του αι­ώνα. Επομένως, το Γλωσσάριον Κεφαλληνίας του Π. Βεργωτή δεν είναι χρή­σιμο μόνο για το γλωσσικό του υλικό, αλλά προσφέρεται και για τη μελέτη του πο­λιτισμικού του υλικού.67
Κι αυτή είναι η επιπλέον προσφορά του Π. Βεργωτή. Έχοντας αξιακή αντίληψη της γλώσσας, συνέταξε και μας κληροδότησε ένα γλωσσάρι, μέσα στο οποίο οι καταχωρισμένες λέξεις και φράσεις ήταν γι’ αυτόν έκφραση πολιτι­σμού, δηλαδή ταυτότητας. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι το έργο αυτό δημιουρ­γήθηκε μέσα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, που οι Νεοέλληνες αγωνί­ζονταν να τεκμηριώσουν την ιστορική συνέχεια του έθνους τους.

















ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.      Στην Ευρώπη του 19ου αιώνα η αντίληψη για την εθνική ιστορία και ιστοριογρα­φία έχει αναδειχθεί «σε κομβικό ιδεολογικό εργαλείο του εθνικού κράτους, κατάλ­ληλο για την εγχάραξη της εθνικής ταυτότητας και την εδραίωση της κοινωνικής συνοχής», Γιώργος Κόκκινος, Από την Ιστορία στις ιστορίες, εκδ. Ελληνικά Γράμ­ματα, Αθήνα 1998, σ. 142.
2.      Βλ. τη μονογραφία του Κ. Θ. Δημαρά, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η εποχή του – η ζωή του – το έργο του, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1986, όπου εξετάζεται η παρουσία και η συμβολή του Κ. Παπαρρηγόπουλου στη διαμόρφωση των νεοελληνικών νοοτροπιών.
3.      Το 1853 εξέδωσε ένα μικρό τόμο με τίτλο Ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀπό τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς σήμερον, ενώ από το 1860 άρχισε τη δημοσίευση της Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, την οποία θα ολοκληρώσει το 1874 σε πέντε τό­μους. Βλ. σχετικά Κ. Θ. Δημαράς, «Οι πρώτες εκδόσεις της “Ιστορίας” του Κ. Πα­παρρηγόπουλου», Ο Ερανιστής, τόμ. 5 (1967), σσ. 145-155. Η νεότερη «κλασσική» έκδοση του έργου είναι Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, μετά προσθηκῶν, σημειώσεων καί βελτιώσεων ἐπί τῇ βάσει τῶν νεωτέρων πορι­σμάτων τῆς ἱστορικῆς ἐρεύνης ὑπό Παύλου Καρολίδου, εκδ. Ν. Δ. Νίκας, Αθήναι 1925.
4.      Ο Γερμανός ιστορικός J. Ph. Fallmerayer (1790-1861) υποστήριξε τη σλαβική κατα­γωγή των Νεοελλήνων και τη μη ιστορική υπόσταση του ελληνικού έθνους. Βλ. Ι. Φ. Φαλλμεράϋερ, Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, μτφρ. Κ. Π. Ρωμα­νός, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1984. Βλ. επίσης τα σημαντικά έργα Γ. Βελουδής, Ο Ja­kob Philipe Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, εκδ. Μνήμων, Αθήνα 1982 και Έλλη Σκοπετέα, Φαλμεράϋερ. Τεχνάσματα του αντιπάλου δέους, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1997.
5.      Βλ. Ε. Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), εκδ. Πολύτυπο, Αθήνα 1988.
6.      Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, εκδ. Ερμής, Αθήνα 21985.
7.      Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Ερμής, Αθήνα 31983, σ. 407.
8.      Βλ. σχετικά Δ. Ζακυθηνός, «Σπυρίδων Ζαμπέλιος. Ο θεωρητικός της ιστοριονο­μίας, ο ιστορικός του βυζαντινού ελληνισμού», Μεταβυζαντινά και Νέα Ελληνικά, Αθήνα 1978, σσ. 529-553. Γιάννης Κουμπουρλής, «“Χριστιανική δημοκρατία” και λατινική κατάκτηση: ο Σπ. Ζαμπέλιος και η επτανησιακή ιστοριογραφική σχολή στα μέσα του 19ου αιώνα», Πρακτικά Ζ΄ Πανιονίου Συνεδρίου (Λευκάδα, 26-30 Μαΐου 2002), τόμ. Α΄, Αθήνα 2004, σσ. 149-169.
9.      Αυτήν τη θέση διατύπωσε ο Σπ. Ζαμπέλιος στο έργο του Ἄσματα Δημοτικά τῆς Ἑλλάδος, ἐκδοθέντα μετά μελέτης ἱστορικῆς περί Μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ, Κερ­κύρα 1852, αλλά και αργότερα στο έργο του Βυζαντιναί μελέται. Περί πηγῶν Νεοελληνικῆς ἐθνότητος ἀπό Η΄ ἄχρι Ι΄ ἑκατονταετηρίδος μ.Χ., εν Αθήναις 1857. Να σημειώσουμε εδώ ότι σε αυτόν οφείλεται ο όρος «ελληνοχριστιανικός», με τον οποίο χαρακτήριζε το νεοελληνικό πολιτισμό ως σύνθεση της ελληνικής αρχαιό-τητας με το μεσαιωνικό ελληνισμό, βλ. Φ. Κουμπουρλής, ό.π., σσ. 154-159.
10.  Βλ. Αθανάσιος Καραθανάσης, Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού: Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ελληνισμός, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 21991, «Σπυρίδων Ζα­μπέλιος (1815-1881)», σσ. 62-73.
11.  Πρόκειται για το γραμμένο στα γερμανικά και τυπωμένο στο Βερολίνο το 1840 έργο του Ε. Βυβιλάκη με τίτλο Νεοελληνικός βίος, συγκρινόμενος μέ τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό, πρός ἐξήγησιν καί τῶν δύο, όπου συγκρίνει έθιμα και χορούς της γενέ­τειράς του Κρήτης με αντίστοιχα αρχαία ελληνικά.
12.  Πρόκειται για το γραμμένο στα αρχαία ελληνικά και στα λατινικά και τυπωμένο στην Αθήνα το 1843 έργο του Α. Γεωργιάδη Λευκία με τίτλο Ἀνατροπή τῶν δοξα­σάντων καί τύποις κοινωσάντων ὅτι οὐδείς τῶν νῦν τήν Ἑλλάδα οἰκούντων ἀπό-γονος τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἐστίν.
13.  Αναφέρουμε ενδεικτικά τη γραμμένη στα γαλλικά και τυπωμένη στην Αθήνα το 1935 αρχαιολογική περιγραφή της Αθήνας περιέχουσα και συγκριτική μελέτη αρ­χαιοελληνικών και νεοελληνικών εθίμων με τίτλο L’ ancienne Athenes ou la de­scription des antiquites d’ Athenes et de ses environs καθώς και τις δημοσιευμένες σε συνέχειες στην Ἐφημερίδα τῶν Φιλομαθῶν, τεύχη 340 (1859) – 348 (1860), γλωσσι­κές και λαογραφικές παρατηρήσεις του Κ. Πιττάκη με τίτλο «Χωρία παράλληλα τῆς ἀρχαίας καί τῆς νῦν ἑλληνικῆς γλώσσης, ἵνα καί ταῦτα χρησιμεύσωσιν πρός ἀπόδειξιν ὅτι οἱ νῦν Ἕλληνες εἰσίν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων».
14.  Για την καθοριστική συμβολή του Ν. Πολίτη στην ίδρυση και συγκρότηση της Ελλη­νικής Λαογραφίας βλ. ιδιαίτερα Δημήτριος Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελλη­νική Λαογραφία, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1977, «Η Ελ­ληνική Λαογραφία από το 1890-1918. Ο Νικόλαος Πολίτης», σσ. 65-73. Άλκη Κυ­ριακίδου–Νέστορος, Η θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας. Κριτική ανάλυση, έκ-δοση Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, [Αθήνα 1978], «Λαογραφία και Αρχαιογνωσία», σσ. 91-97 και «Ο Νικόλαος Πολί­της και η συγκριτική μέθοδος», σσ. 98-110.
15.  Θυμίζουμε ότι ο Ν. Πολίτης με το πρώτο έργο του Μελέτη ἐπί τοῦ βίου τῶν νεωτέ­ρων Ἑλλήνων (1871), που απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Ροδοκανάκειο διαγω­νισμό του περιοδικού Πανδώρα, απέβλεπε, μέσω του λαογραφικού υλικού, να τεκμηριώσει την αδιάσπαστη ενότητα του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιό­τητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.
16.  Η γνώση των λαογραφικών φαινομένων γίνεται «ἀκένωτος πηγή ἀφορμῆς καί ἐμπνεύσεως εἰς δημιουργίαν δοκίμου ἐθνικῆς φιλολογίας», τονιζόταν στην Έκθεση του γλωσσικού διαγωνισμού του Συλλόγου «Κοραής» το 1892, βλ. ΓΑΚ-Αρχεία Νομού Κεφαλονιάς (ΑΝΚ), Αρχείο Π. Βεργωτή, Φ. 22, αρ. 3, «Ἔκθεσις τοῦ γλωσ-σικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν εἰς τόν Σύλλογον “Κοραῆν” σταλέντων γλωσσικῶν ποιη-μάτων», σ. 8 (Η «Ἔκθεσις» δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφ. Ἐφημερίς (Κορομη-λά), φύλλα 4, 6, 8 και 10 Φεβρουαρίου 1892).
17.  Ο λόγιος και λεξικογράφος Σκαρλάτος Βυζάντιος (1798-1878) ήδη από το 1835 έγραφε – και το επαναλάμβανε το 1874 – ότι στις παροιμίες και στις διάφορες λαϊκές αφηγήσεις «ἐμφαίνονται πολλάκις ἀπαραχάρακτα τά ἴχνη τῆς ἀρχαίας μας διαλέκτου» ή ότι «διαφυλάχθησαν, ὡς ἐντός χαρακώματος, πολλαί λέξεις, αἱ ὁποῖα εἰς τήν ἄλλην κοινήν ὁμιλίαν δέν σώζονται», καθώς κατά τη διάρκεια των ξενικών κατακτήσεων «πολλαί τῶν λέξεων περιβροντηθεῖσαι κατέφυγον ὡς εἰς ἄσυλον εἰς τάς καλύβας τῶν χωρικῶν μας». Βλ. το Λεξικόν τῆς καθ’ ἡμᾶς ἑλληνικῆς διαλέκτου μεθηρμηνευμένης εἰς τό ἀρχαῖον ἑλληνικόν καί τό γαλλικόν μετά γεωγραφικοῦ πίνακος τῶν νεωτέρων καί παλαιῶν ὀνομάτων, ὑπό Σκαρλάτου Δ. τοῦ Βυζαντίου, εν Αθήναις 31874, «Προλεγόμενα», σσ. κδ΄, κε΄.
18.  Αυτήν τη βαρύτητα προσέδιδε στη δημοτική γλώσσα ο Δημήτρης Γληνός σε κεί­μενό του το 1922, Δ. Γληνός, Έθνος και γλώσσα, εκδ. Αθηνά, Αθήνα [επανέκδοση] 1971, σσ. 56-57.
19.  Από τον Γιώργο Αλισανδράτο, «Ανέκδοτα γράμματα διαφόρων στον Παν. Βερ­γωτή (και δύο γράμματα του Βεργωτή στον Κωστή Παλαμά)», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 2 (1977), σ. 389, σημ. 9, μαθαίνουμε γι’ αυτήν την αξιέπαινη υπουρ­γική πρωτοβουλία. Αναδημοσιεύουμε εδώ από την παραπάνω εργασία χαρακτη­ριστικό απόσπασμα της εγκυκλίου: «Εἰς τά στόματα τοῦ λαοῦ σώζονται εἰσέτι, ἀλλ’ ὁσημέραι κατά φυσικόν λόγον ἐκλείπουσι, λέξεις, φράσεις, παροιμίαι, ἀσμά-τια, διηγήματα ἱστορικά τε καί μυθικά καί παντός εἴδους παραδόσεις εἰκονίζουσαι ἀρκούντως διαφόρους φάσεις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου καί διαφωτίζουσαι σκοτεινά μέρη τῆς ἱστορίας αὐτοῦ. Ἡ συλλογή καί ἡ περαιτέρω διάσωσις τῶν διαφόρων τούτων ζώντων, οὕτως είπεῖν, ἱστορικῶν μνημείων εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τῆς παρούσης γενεᾶς. Οὐδείς δέ κάλλιον τοῦ ἐν μέσῳ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ διάγοντος εὐπαιδεύτου διδασκάλου δύναται νά χρησιμεύσῃ εἰς τήν ἐκτέλεσιν τῆς ἐθνικῆς ταύτης ὑποχρεώσεως. Τό Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας θέλει ἀσμένως ἐκτιμᾶ τάς ἐπί τοῦ θέματος τούτου προσπαθείας τῶν διδασκάλων και θέλει φροντίζει περί τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐρεύνης ἑκάστου». Παρόμοια έκκληση θα απευθύνει ογδόντα περίπου χρόνια αργότερα (1938) ο διευθυντής του Λαογραφικού Αρχείου Γεώργιος Μέγας προς τους σπουδαστές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας για τη συλλογή λαογραφικού υλικού, βλ. Γ. Μέγας, Η Λαογραφία και η συμβολή των διδασκάλων εις το έργον αυτής, Αθήναι 1939.
20.  Τέτοια ήταν η Ἐφημερίς τῶν Φιλομαθῶν, η Πανδώρα, ο Φιλίστωρ, ο Φιλόκαλος Σμυρναῖος, τα Νεοελληνικά Ἀνάλεκτα του Παρνασσοῦ, όπως αναφέρει ο Νικ. Κο-νεμένος σε γράμμα του στον Παν. Βεργωτή το 1873, βλ. Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 387 και σσ. 389-390, σημειώσεις 9, 10, 12, 13 και 14.
21.  Ο Στ. Κουμανούδης είχε έρθει σε μεγάλη αντίθεση με τον Κ. Παπαρρηγόπουλο και το τρίσημο σχήμα της ιστορίας του, υποστηρίζοντας την άμεση καταγωγή του Νέ-ου Ελληνισμού από την Αρχαιότητα χωρίς τη μεσολάβηση του Βυζαντίου. Για τη ζωή και το πολυσχιδές έργο του Στ. Κουμανούδη βλ. Αλέκος Γ. Παπαγεωργίου, «Στέφανος Κουμανούδης (1818-1899). Ἡ ζωή καί τό ἔργο του», στον τόμο Ἀφιέρω-μα εἰς Κ. Ι. Ἄμαντον, Αθήναι 1940, σσ. 331-350. Κ. Θ. Δημαράς, «Προλεγόμενα» στο Συναγωγή νέων λέξεων του Στ. Κουμανούδη, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1980, σσ. XX- XXXVIII. Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης (1818-1899). Σχεδίασμα βιογραφίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, Αθήνα 2000.
22.  Βλ. Συναγωγή λέξεων ἀθησαυρίστων ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς λεξικοῖς ὑπό Στεφάνου Ἀθ. Κουμανούδη Ἀνδριανοπολίτου, εν Αθήναις 1883.
23.  Βλ. Στέφανου Α. Κουμανούδη, Συναγωγή νέων λέξεων ὑπό τῶν λογίων πλασθει-σῶν ἀπό τῆς ἁλώσεως μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων, Πρόλογος Πέτρου Στ. Κουμα-νούδη, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, τόμοι 2, εν Αθήναις 1900. [Φωτογραφική ανατύπωση του έργου έγινε το 1980 από τις εκδόσεις Ερμής με Προλεγόμενα του Κ. Θ. Δημα-ρά].
24.  Αυτή είναι η εκτίμηση του Γ. Αλισανδράτου για τη Συναγωγή νέων λέξεων, που προσιδιάζει και στη Συναγωγή λέξεων ἀθησαυρίστων, βλ. Γ. Αλισανδράτος, «Η “Συναγωγή νέων λέξεων” του Στέφανου Κουμανούδη», Νέα Εστία, τόμ. 112 (1982), σ. 952.
25.  Σημειώνουμε χαρακτηριστικά το έργο του Π. Παπαζαφειρόπουλου, Περισυναγω-γή γλωσσικῆς ὕλης καί ἐθίμων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἰδίᾳ δέ τῆς Πελοποννήσου, εν Πάτραις 1887, όπου ο συγγραφέας ελέγχει με αυστηρότητα την προσπάθεια εκεί-νων, που ανάγουν ετυμολογικά ξένες αναμφισβήτητα λέξεις στην αρχαία ελληνική γλώσσα.
26.  Γι’ αυτήν την περίοδο της επτανησιακής ιστορίας βλ. Παναγιώτης Χιώτης, Ἱστορία τοῦ Ἰονίου Κράτους ἀπό συστάσεως αὐτοῦ μέχρις Ἑνώσεως, ἔτη 1815-1864, τόμοι Α΄, Β΄, εν Ζακύνθω 1874, 1877 (αντίστοιχα). Α. Μ. Ιδρωμένος, Οἱ περί τῆς Ἑνώσεως ἀγῶνες τῶν Ἑπτανησίων 1815-1864. Πολιτική Ἱστορία τῆς Ἑπτανήσου (1815-1864), εν Κερκύρα 1935. Σπύρος Βερύκιος, Ἱστορία τῶν “Ἡνωμένων κρα-τῶν” τῶν Ἰονίων Νήσων ἡ ἀποκληθεῖσα “Βρεττανική Προστασία” καί οἱ ἀγῶνες τῶν Ἑπτανησίων διά τήν ἐθνικήν ἀποκατάστασιν 1815-1864, Αθήνα 1964.
27.  «Ὅταν ἅπασα ἡ γῆ κλονεῖται ἐκ τῆς ἰδέας τῶν ἐθνοτήτων, ἤθελεν εἶσθαι αἰσχύνη διά τόν Ἴονα [= Επτανήσιο] καί ἔγκλημα καθοσιώσεως νά ἀποσιωπήσῃ ἤ να βαδίσῃ πορείαν διάφορον τῆς ἐθνικῆς», έγραφε ο ριζοσπάστης ηγέτης Ηλίας Ζερβός – Ιακωβάτος, Τά Κεφαλληνιακά ἤ Ἀναφορά συνταχθεῖσα διά τήν Βουλήν τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἰονίου Ἐπικρατείας, εν Κεφαλληνία 1850, σ. 66.
28.  Κύριος στόχος του τότε αντιβρετανικού αγώνα και κυρίως της ριζοσπαστικής συ- νιστώσας του ήταν «ἡ ἀνάπτυξις καί ὑποστήριξις τῶν άπαραγράπτων καί ἀναπαλ-λοτριώτων δικαιωμάτων τοῦ ἑπτανησιακοῦ ὡς καί παντός ἄλλου ἐπίσης ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τήν ἐθνικήν αὐτοῦ ἀποκατάστασιν, τουτέστιν εἰς τήν συγχώνευσιν αὐτοῦ μετά τῆς κοινωνίας, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος ἀδιάσπαστον, συνδεδεμένος ὤν μέ αὐτήν διά κοινῶν στοιχείων καταγωγῆς, θρησκείας, γλώσσης, ἠθῶν καί έθίμων, ἐν ἑνί λόγῳ εἰς τήν μετά τῆς ἐλευθερωμένης Ἑλλάδος πολιτικήν αὐτοῦ συνένωσιν», ό-πως έγραφε ο άλλος ριζοσπάστης ηγέτης Ιωσήφ Μομφερράτος στο «Πρόγραμμα» της εφημερίδας του Αναγέννησις στις 22-1-1849, βλ. Π. Πανάς, Βιογραφία Ιωσήφ Μομφερράτου, εν Αθήναις 1888, σ. 42.
29.  Βλ. εφ. Μέλλον [Ζακύνθου], φ. 24, Ιούνιος 1850, κύριο άρθρο με τίτλο «Ἱστορική ἔποψις τῆς ἑλληνικῆς ἑνότητος».
30.  «Ἐάν τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων συμφερόντων παντὸς λαοῦ μέγιστα καὶ κυριώτα-τα πρέπει πάντοτε νὰ λογίζωνται ὅσα μὲ τὸν ἐθνισμὸν αὐτοῦ εἶναι στενότατα συν-δεδεμένα, νομίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον σπουδαιότερον της ἐθνικῆς γλώσσης», διακήρυσσε η μεταρρυθμιστική εφημερίδα της Κέρκυρας Πατρίς στο πρώτο φύλλο της, 15-1-1849, Παράρτημα, σ. 5α. Αλλά και η ριζοσπαστική εφημερίδα της Κεφαλονιάς Ὁ Φιλελεύθερος, φ. 6, 4-7-1850, (σ. 1γ) υπογράμμιζε στην επιφυλλίδα ότι «ἡ θρησκεία καὶ ἡ γλῶσσα διετήρησαν ἄθικτον καὶ ἀμόλυντον τὴν ἐθνικότητά μας […], συνέτεινον νὰ μᾶς ἀποκαταστήσωσιν ὡς λαὸν ἴδιον καὶ διακεκριμένον».
31.  Είναι χαρακτηριστική η άποψη του ριζοσπάστη Η. Ζερβού–Ιακωβάτου για τη γλώσσα, όπως τη διατύπωσε σε επιφυλλίδα του Φιλελεύθερου, φ. 7, 14-7-1850, σσ. 2γ-3α: «Ἀπὸ τὸν καταδιωγμὸν τῆς γλώσσης προέκυψεν ἡ ἐνυπάρχουσα σχεδὸν γενικὴ καὶ παχυλὴ ἀμάθεια […] ἡ μεγίστη διαφθορὰ καὶ τῆς ὑφεστώσης γλώσσης μας, ἥτις διὰ νὰ ἐκβαρβαρωθῇ ἀπὸ τοὺς ξενισμοὺς καὶ χυδαϊσμούς, ἀπαιτεῖται πολυετὴς καὶ σταθερὰ μελέτη καὶ προσοχὴ».
32.  Για τη χρήση, κατάχρηση και γενικότερα το περιεχόμενο του όρου βλ. Ευριπίδης Γα­ραντούδης, Οι Επτανήσιοι και ο Σολωμός. Όψεις μιας σύνθετης σχέσης (1820-1950), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2001, σσ. 23-64. Θεοδόσης Πυλαρινός, Επτανη­σιακή Σχολή, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2003, σσ. 13-18.
33.  Βλ. τα ενδιαφέροντα στοιχεία, που παραθέτει ο Ευ. Γαραντούδης, ό.π., σσ. 98-138.
34.  Για τον Λεωνίδα Ζώη και την προσφορά του βλ. Φ. Μπουμπουλίδης, «Η Ζακυν­θινή ιστοριογραφία», Ελληνική Δημιουργία, Ζάκυνθος Αφιέρωμα, Αθήναι 1951, σσ. 241-242. Νικ. Βέης, «Λεωνίδας Ζώης», Επτανησιακά Φύλλα, τεύχ. 7 (1947), σσ. 93-94. Ντ. Κονόμος, «Λεωνίδας Χ. Ζώης» (νεκρολογία), Επτανησιακά Φύλλα, τεύχ. 3 (1957), σσ. 61-63. ο ίδιος «Σπυρίδων Δε Βιάζης και Λεωνίδας Χ. Ζώης», Επτανησιακά Φύλλα, τεύχ. 1 (1987), σσ. 17-22. Ελένη Μπελιά, «Η τοπική ιστοριογραφία της Ζακύνθου. Από τον Παναγιώτη Χιώτη στον Ντίνο Κονόμο», Πρακτικά ΣΤ΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Α΄, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 349-352.
35.  Το έργο κυκλοφόρησε μετά το θάνατο του Λ. Ζώη, το 1963 στην Αθήνα σε δύο τόμους. Το υλικό βέβαια του Λεξικού είχε αρχίσει ο ίδιος ο Λ. Ζώης να το δημοσι­εύει από το 1898 στο περιοδικό Αἱ Μοῦσαι.
36.  Για τον Ηλία Τσιτσέλη και το έργο του βλ. Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμι­κτα, τόμ. Α΄, εν Αθήναις 1904, σσ. 872-873. Γεώργιος Μοσχόπουλος, «Το Αρχείο του Ηλία Α. Τσιτσέλη», Πρακτικά Δ΄ Πανιονίου Συνεδρίου, τόμ. Α΄, Κέρκυρα 1980, σσ. 280-292. ο ίδιος «Ο Ηλίας Α. Τσιτσέλης και η συμβολή του στην τεκμηρίωση για την ιστορική συνέχεια του έθνους», στο Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλλη­νιακά Σύμμικτα, τόμ. Γ΄, Γενική επιμέλεια Γεώργιος Μοσχόπουλος, Αθήνα 2003, σσ. 42-58.
37.  Ο Η. Τσιτσέλης είχε δημοσιεύσει το 1876 το Γλωσσάριον Κεφαλληνίας στα Νεοελλη­νικά Ανάλεκτα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» (τόμ. Β΄, φυλ­λάδια Γ΄, Δ΄ και Ε΄, σσ. 145-368). Βλ. φωτογραφική ανατύπωση σε ιδιαίτερο τόμο Ηλία Α. Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, Βιβλιοπωλείο Διον. Ν. Καραβία, Αθήνα 1996. Ωστόσο, ο ίδιος προχώρησε στη σύνθεση ενός νέου Γλωσσαρίου Κε­φαλληνίας, πολύ πλουσιότερου από το προηγούμενο, το οποίο μας άφησε σε μια πρόδρομη μορφή λεξικογραφικής ταξινόμησης των λημμάτων (1890), και ενός Λε­ξιλογίου ξένων καὶ ξενοφανῶν λέξεων τῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ λαλουμένης (1917). Όλο αυτό το γλωσσικό υλικό μαζί με τα λαογραφικά κατάλοιπα του Η. Τσιτσέλη εκ­δόθηκαν με γενική επιμέλεια και πλούσια «Εισαγωγή» του καθηγητή Γεωργίου Μο­σχόπουλου, βλ. Ηλίας Α. Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τόμ. Γ΄: Γλωσσικά – Λαογραφικά (Από τα κατάλοιπα του συγγραφέα), Αθήνα 2003.
38.  Ο Γιώργος Αλισανδράτος έχει ασχοληθεί με την προσωπικότητα και το έργο του Π. Βεργωτή σε διάφορες μελέτες του. Βλ. τη συγκεντρωτική μελέτη Γιώργος Αλι­σανδράτος, «Παναγιώτης Βεργωτής (1841-1916). Σύντομη βιογραφία και δη­μοσι­εύματά του», στον τόμο Μελέτες για την ιστορία και το χώρο των νησιών Κεφα­λονιάς και Ιθάκης, του Ιδρύματος Κεφαλονιάς και Ιθάκης, Αργοστόλι 1997, σσ. 11-66. Από τη μελέτη αυτή αντλούμε όσα αναφέρουμε παρακάτω για τον Π. Βερ­γωτή.
39.  Θεωρούσε μάλιστα τη δημοτική τελειότερη από την αρχαία ελληνική: «Καὶ εἶναι  [η δημοτική] τελειοτέρα, ὡς ὄργανον θεωρουμένη, διότι ἐπλουτίσθη μὲ νέαν ὕλην […], διότι ἠλευθερώθη ἀπὸ πληθὺν τόσων ἀνωμαλιῶν τύπων καὶ τόσων περιπλο-κῶν συντάξεων […], διότι δύναται νὰ ἐκφράσῃ καὶ τάς παλαιάς ἰδέας καὶ τάς νεωτέρας, ἐνῶ ἡ παλαιὰ τάς παλαιάς», Π. Βεργωτής, «Ἡ γλῶσσα» Κυψέλη Ζακύνθου, έτος Β΄ (1885), σσ. 324-325.
40.  Βλ. Γεώργιος Μοσχόπουλος, Ιδιωτικά Αρχεία – Συλλογές, α) Το Αρχείο του Παν. Βεργωτή (1841-1916), β) Συλλογή Δημ. Σ. Λουκάτου, έκδοση ΓΑΚ-ΑΝΚ, Αργο­στόλι 1997, σσ. 21-22.
41.  Έμαθα για την ύπαρξη αυτού του χειρογράφου από το μακαρίτη Γιώργο Αλισαν­δράτο (+2004), ο οποίος και με προέτρεψε να το μελετήσω. Ας είναι τούτη η ανα­κοί­νωση ελάχιστος φόρος μνήμης στον εξαίρετο άνδρα και συνεπή επιστήμονα. Ευχα­ριστώ θερμά και από τη θέση αυτή τη Διευθύντρια του Κέντρου Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών κ. Ελευθερία Γιακουμάκη, που μου επέτρεψε τη μελέτη του χειρογράφου, αλλά και για τη γόνιμη συζήτηση που είχαμε για το συγκεκριμένο κείμενο.
42.  Ο αριθμός των φύλλων, κανονικών, πρόσθετων και ένθετων, που αναφέρουμε, δια­φέρει από εκείνον, που έχει σημειώσει ο Γ. Μοσχόπουλος, ό.π., σ. 21.
43.  Ο Γ. Μοσχόπουλος, ό.π., σ. 21, αναγράφει τη χρονολογία 1891, χωρίς όμως αυτή να προκύπτει ή να υποδηλώνεται σε κάποιο σημείο του χειρογράφου αυτού.
44.  Στο δημοσίευμα αυτό, με τον τίτλο «Τὸ γλωσσικὸν διαγώνισμα τοῦ Συλλόγου “Κο-ραῆ” Ἕν ἀπόσπασμα – Τὸ κορδόνι!», ανάμεσα στ’ άλλα διαβάζουμε το σχετικό με τη βράβευση του Γλωσσαρίου Κεφαλληνίας του Π. Βεργωτή απόσπασμα της κριτι-κής επιτροπής του διαγωνισμού.
45.  Τα φύλλα είναι αριθμημένα κατά δωδεκάδες: 34 δωδεκάδες x 12 = 408 + 4 φύλλα = 412. Ο Γ. Μοσχόπουλος, ό.π., σ. 21, αναφέρει μόνο τα 408 φύλλα των 34 δωδεκά­δων.
46.  Συμπληρώσεις φέρει και το recto κάποιων φύλλων.
47.  Πρόκειται για ελαφρά παραλλαγμένο στίχο από την Ιλιάδα του Ομήρου, Κ. 249: «μητ’ ἂρ με μάλ’ αἴνεε μήτε τι νείκει».
48.  Ο Γ. Μοσχόπουλος, ό.π., σσ. 21-22, αναφέρει 120 φύλλα για τον Α΄ τόμο και 102 για το Β΄ τόμο.
49.  Δεν έχει συμπεριληφθεί στον αριθμό των 271 φύλλων το επικολλημένο μεταξύ των 47 και 48 φύλλο με την ένδειξη 47γ, στο οποίο αναγράφονται έξι νέα λήμματα εκτός της τρέχουσας αλφαβητικής σειράς και συμπληρωματικά στοιχεία σε προη­γούμενα λήμματα. Επίσης στην αρίθμηση δεν περιλαμβάνονται τα «εξώφυλλα» των φυλλαδίων – όσα έχουν.
50.  Το επιστολικό κείμενο, γραμμένο με κόκκινο μελάνι, έχει ως εξής:
Ἀξιότιμον Κύριον Πρόεδρον τοῦ Συλλόγου «Κοραῆς»

«Μὴ με μάλ’ αἴνεε μήτε τι νείκει»

Τὸ πόνημα ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ ἑξῆς:
1) Ἀντίγραφον προλόγου ἐμμέτρου χειρογράφου δυὸ περίπου αἰώνων περι-λαμβάνοντος δυὸ κωμῳδίας εἰς τὴν Κρητικὴν διάλεκτον ἐπίσης ἐμμέτρους. Ἡ μιά κωμῳδία ἐπιγράφεται «Κομέδια παστορὰλ [= ποιμενική] τοῦ Γύπαρι» μὲ τέσσερα ἰντερμέδια ἀνέκδοτα. Ἡ ἄλλη κωμῳδία ἐπιγράφεται «Κομεδήα ρυ-δικολόζα [ή ρεδικολόζα = κωμική] τοῦ Κατζούρμπου» μὲ τέσσερα ὡσαύτως ἰντερμέδια, ὅλη ἀνέκδοτος. Εἶναι δὲ καὶ αὕτη στιχηρά.
2) Ἀντίγραφα τῶν τεσσάρων ἰντερμέδιων τῆς Κωμῳδίας τοῦ Γύπαρι.
3) Ἀντίγραφον τοῦ προλόγου τῆς Κωμῳδίας τοῦ Κατζούρμπου. Τὸν πρόλο-γον κάμνει ὁ Ἔρωτας.
4) Τρία φυλλάδια Κεφαλληνιακοὺ Γλωσσαρίου ἐκ σελίδων ὅλα 70.
Ἀργοστόλι Κεφαλληνίας, 28 Φεβρουαρίου 1891
Π. Βεργωτής.
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω ο Π. Βεργωτής μαζί με το Γλωσσάριον έστειλε στον «Κοραή» και αντίγραφα πολύτιμων ποιητικών κειμένων της Κρητικής Λογο­τεχνίας – κάτι άλλωστε που το ανέφερε ο Γεώργιος Χατζιδάκις ως εισηγητής στην «Ἔκθεσιν τοῦ γλωσσικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν εἰς τόν Σύλλογον “Κοραῆν” σταλέ­ντων γλωσσικῶν πονημάτων» [και όχι «ποιημάτων» που από παραδρομή προφα­νώς έχει γραφεί], το Φεβρουάριο του 1892, βλ. ΓΑΚ-ΑΝΚ, ό.π., Φ. 22.3. (Η παρα­πάνω αναφορά του Γ. Χατζιδάκι στη σ. 19). Πρβλ. Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 25.
51.  Λείπουν τα «εξώφυλλα» του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου φυλλαδίου.
52.  Υπερτερούν αριθμητικά κατά πολύ οι καταχωρίσεις στο στοιχείο Α. Συγκεκριμένα οι καταχωρίσεις σε αριθμούς έχουν ως εξής: Α: 204 λήμματα, Β: 70, Γ: 84, Δ: 52, Ε: 17, Ζ: 18, Η: 6, Θ: 17, Ι: 4, Κ: 90, Λ: 7, Μ: 11, Ν: 10, Ξ: 7, Ο: 13, Π: 16, Ρ: 5, Σ: 21, Τ: 20, Υ: -, Φ: 12, Χ: 17, Ψ: 4, Ω: 1.
53.  Πρώτο λήμμα είναι το ἄρφα, ενώ δεύτερο το ἀβάλη.
54.  Για παράδειγμα βλ. τα λήμματα βρωμογυναίκα, βρωμόκορμο, βρωμόπαιδο (μετά το βρωμάνθρωπος) ή την ενότητα των λημμάτων κουτσοδαιμόνιο, κουτσοδάχτυ­λος, κουτσοδόντης κ.ά.
55.  Το σχετικό απόσπασμα της Έκθεσης έχει ως εξής:
«Τὸ δὲ Γλωσσάριον Κεφαλληνίας ἐπιγραφόμενον καὶ σύμβολον τὸ Ὁμηρικὸν «Μὴ με μάλ’ αἴνεε μήτε τι νείκει» φέρον σύγκειται ἐκ σελίδων 271. Τὸ ἔργον τοῦτο παραβάλλεται ἐπιτυχῶς πρὸς τὸ ἀνωτέρω ποντικὸν. [Πρόκειται για τη γλωσσική συλλογή «Ζῶντα μνημεῖα τῆς ἐν Πόντῳ ἰδιωτικῆς», η οποία και βρα-βεύθηκε]. Διότι καὶ τούτου ὁ συγγραφεὺς ἀποδείκνυται ἀνὴρ λόγιος καὶ μελετη-ρὸς καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἔργον του ἔχει τάς αὐτάς ἐκείνῳ ἀρετάς, μάλιστα καὶ ὑπερέ-χει κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ἑκάστοτε παρατιθεμένων καὶ ἑρμηνευομένων φράσεων. Οὐχὶ δὲ σπανίως λαμβάνων ἀφορμὴν παρεμβάλλει καὶ γραμματικάς ἀξίας λόγου παρατηρήσεις, περὶ ἀφαιρέσεως, ἀποκοπῆς, τροπῆς τῶν φθόγγων, παθημάτων τῆς κλίσεως κτλ. Ὁ συγγραφεὺς τούτου εἶναι ἀνὴρ πολυμαθὴς καὶ κάτοχος ξέ-νων γλωσσῶν, ἔχει δὲ καὶ κρίσιν ὑγιᾶ. ἐντεῦθεν ποιεῖται δεξιὰν καὶ συχνὴν χρῆ-σιν πολλῶν ἀρχαίων καὶ νέων ἐπιστημονικῶν βιβλίων. Πλὴν τοῦ Γλωσσαρίου ἀπέστειλεν ὁ κ. συγγραφεὺς καὶ ἀντίγραφον μερῶν τινων κωμικῶν ποιημάτων ἐκ Κρήτης τοῦ 17 αἰῶνος. Ἐπαινοῦσα λοιπὸν ἡ ἐπιτροπεία τὸν ἄξιον συγγραφέα προτείνει ὅπως τὸ ἔργον αὐτοῦ τύχῃ βραβείου», ΓΑΚ-ΑΝΚ, ό.π., Φ. 22.3, σ. 19.
56.  Η κριτική επιτροπή κατέληξε στη βράβευση έξι έργων (από τα 15 που μελέτησε), τα οποία έκρινε ισάξια, προσφέροντας στο καθένα το χρηματικό βραβείο των τρι­ακοσίων δραχμών. Η διοίκηση του συλλόγου «Κοραής» με την παρακάτω επι­στολή της (8-2-1892) ενημέρωνε τον Π. Βεργωτή για τη βράβευση του έργου του (ΓΑΚ-ΑΝΚ, ό.π., Φ. 22.3):
Ἀξιότιμε Κύριε,
Ἀσμένως ἀγγέλομεν ὑμῖν ὅτι τὸ ὑμέτερον πόνημα (Γλωσσάριον τῆς Κεφαλλη­νίας) τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὸν γλωσσικὸν διαγωνισμὸν τοῦ ἡμετέρου Συλλόγου ἔτυ-χε τριακοσιαδράχμου βραβείου κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἀγωνοδίκου ἐπιτροπῆς ἀνα-γνωσθεῖσαν τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν.
   Συγχαίροντες ὑμῖν ἐπὶ τούτῳ παρακαλοῦμεν ὅπως πρὸς τινα τῶν ἐνταύθα φί-λων ὑμῶν τὴν ἀπαιτουμένην ἀπόδειξιν παραλαβῆς ἵνα φροντίσῃ νὰ λάβῃ τὸ γέ-ρας.
   Διατελοῦμεν μετὰ πολλῆς τῆς πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεως.
Ὑμέτεροι
Ὁ Πρόεδρος
    Μ. Ρενιέρης
Ὁ Γραμματεὺς
Γ. Ν. Χατζιδάκις

Υ.Γ. Τῶν μέσων τοῦ Συλλόγου μὴ ἐπιτρεπόντων νῦν ἵνα οὗτος δημοσιεύσῃ τὸ ἔρ-γον σας παρακαλεῖσθαι ἵνα, ἐν ῇ περιπτώσει σκοπεῖτε νὰ δημοσιεύσητε αὐτὸ ὑμεῖς, συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ Προεδρείου τοῦ Συλλόγου.
57.  Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 18, 25.
58.  Το έχει επισημάνει η κριτική επιτροπή, βλ. απόσπασμα της Έκθεσης της κριτικής επιτροπής στην παραπάνω δική μας σημείωση 55.
59.  Απορρίπτει π.χ. την ετυμολόγηση του Α. Κοραή για τη λέξη κοπάδι και δίνει τη δική του εκδοχή, που είναι και ορθότερη (Γλωσσάριον Δ).
60.  Για παράδειγμα, για τη λέξη κάνταρος σημειώνει: «προφέρεται κάdaρος». για τη φράση «ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ γυρίσουμε μὲ τὸ καλὸ στὴν πατρίδα» στις σημασιολο-γικές αποχρώσεις του ρήματος δίνω σημειώνει: «προφ. στη bατρίδα». (Γλωσσάριον Δ).
61.  Ο Π. Βεργωτής σε βιογραφικό του υπόμνημα το 1880 είχε σημειώσει ότι γνώριζε, λιγότερο ή περισσότερο, αυτές τις γλώσσες. Ο ίδιος φαίνεται ότι είχε έφεση στη γλωσσομάθεια. Βλ. Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 41, 29.
62.  Αναφέρουμε ενδεικτικά (από το Γλωσσάριον Δ): Ι. Πρωτόδικος, Ιδιωτικά της νεωτέ­ρας ελληνικής γλώσσης, εν Σμύρνη 1866. Θ. Πούσιος, «Συλλογή λέξεων Ζα­γορίου της Ηπείρου» στο Περιοδικό του Συλλόγου της Κωνσταντινουπόλεως, 1879-1880.
63.  Σύμφωνα με την εκτίμηση της κριτικής επιτροπής, βλ. παραπάνω δική μας σημεί­ωση 55: «ποιεῖται δεξιὰν καὶ συχνὴν χρῆσιν πολλῶν ἀρχαίων καὶ νέων ἐπιστημονι-κῶν βιβλίων».
64.  Για να δώσουμε το εύρος αυτής της εργασίας του Π. Βεργωτή αναφέρουμε ως παρά­δειγμα το λ. ἀκούω, το οποίο σημασιολογικά το ερμηνεύει ως εξής:  «Α΄ ἐπὶ αἰσθήσεως ἐξωτερικῆς, α) ἰδίως ἐπὶ ἀκοῆς [ακολουθούν τρεις περιπτώσεις], β) κα-ταχρηστικῶς  1) ἐπὶ ὀσμῆς, 2) ἐπὶ ἁφῆς, 3) ἐπὶ γεύσεως, 4) ἐπὶ ἀψύχων. Β΄ ἐπὶ αἰ-σθήσεως ἐσωτερικῆς α) μερικῶς, β) γενικῶς. Γ΄ ἐπὶ νοήσεως  [δύο περιπτώσεις]. Δ΄ ἐπὶ ἠθικῆς ἐννοίας  [ακολουθούν τέσσερις περιπτώσεις]». Και όλες αυτές οι σημασιολογικές αποχρώσεις συνοδεύονται από ποικίλες παραδειγματικές φράσεις.
65.  Για παράδειγμα η λεξικογραφική καταγραφή της πρόθεσης ἀπὸ  δεν έχει να ζηλέ­ψει κάτι από τα σύγχρονα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας. Καταλαμβάνει 24 χειρόγραφα φύλλα του Γλωσσαρίου Δ, όπου εκτός από τις σημασιολογικές ερμη­νείες καταχωρίζονται φθογγολογικές και συντακτικές παρατηρήσεις. Όλη αυτή η ενότητα με κάποιες προσθήκες/διορθώσεις δημοσιεύθηκε στο περ. Παρνασσός, τόμ. ΙΕ΄ (1892-1893) σσ. 26-540. Ο Π. Βεργωτής σκόπευε να προχωρήσει σε δεύτερη έκδοση, έχοντας στο μεταξύ συγκεντρώσει επιπλέον υλικό για την πρόθεση ἀπὸ, βλ. ΓΑΚ-ΑΝΚ, ό.π., Φ. 8.30.
66.  Ο αείμνηστος λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος, Κεφαλονίτικα γνωμικά, Αθή­ναι 1952, σ. ι΄, σημ. 1, έχει ήδη επισημάνει την ύπαρξη και σημασία του παροιμια­κού υλικού του Γλωσσαρίου Κεφαλληνίας του Π. Βεργωτή.
67.  Αντίθετα, το Γλωσσάριον Κεφαλληνίας του Ηλία Τσιτσέλη («Γλωσσάριον Κεφαλ-λη­νίας», Νεοελληνικά Ανάλεκτα, ό.π., το οποίο ολοκλήρωσε το 1875, όταν ήταν ακόμη φοιτητής ο Η. Τσιτσέλης, και Γλωσσάριον Κεφαλληνίας (1890) στον τόμο Γ΄ των Κεφαλληνιακών Συμμίκτων, γενική επιμέλεια Γ. Μοσχόπουλος, ό.π., σσ. 77-519) δεν έχει αυτόν τον πολιτισμικό πλούτο – περιλαμβάνει πολύ περισσό­τερα λήμματα (10.252) εντοπισμένα αποκλειστικά σχεδόν στο κεφαλονίτικο ιδί­ωμα, αλλά η παρουσίασή τους είναι περισσότερο τυπική και ιδιαίτερα «στεγνή».








T

Η ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΛ. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ


                                                                                      Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Εταιρείας Κεφαλληνιακών
                                                                                      Ιστορικών Ερευνών  Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 14 (2013),
                                                                                     Αφιέρωμα στη μνήμη της ζωγράφου Ντ. Αντωνακάτου, σσ. 299-316.
                                                                        
                                                              


           Το 1915 κυκλοφόρησε στην Αθήνα η μπροσούρα του Ιθακήσιου Πλάτωνα Δρακούλη (1858-1942)1  Η Ελλάς, τα βαλκανικά κράτη και η ομοσπονδιακή λύσις.2 Το κείμενο αυτό, γραμμένο από το συγγραφέα του στα αγγλικά τον Ιανουάριο του 1915 στην Οξφόρδη, όπου τότε διέμενε, πρωτοδημοσιεύθηκε το Φεβρουάριο του ίδιου έτους στο αγγλικό περιοδικό The Asiatic Review,3 απ’ όπου ο Πρόδρομος  Γιαννάς, ομοϊδεάτης  του Δρακούλη στο Λονδίνο, το μετέφρασε,  κατά προτροπή προφανώς του τελευταίου, στα ελληνικά κρίνοντας ότι ενδιαφέρει άμεσα τους Έλληνες, όπως και τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς, και ο «Σύνδεσμος των Εργατικών Τάξεων της Ελλάδος» (ΣΤΕΤ), δημιούργημα του Δρακούλη,4  ανέλαβε την έκδοσή του.
          Δεν είναι τυχαία η χρονική στιγμή, κατά την οποία ο Δρακούλης γράφει και δημοσιεύει την παραπάνω μελέτη του. Έχει ήδη ξεκινήσει από το καλοκαίρι του 1914 ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, με διαμορφωμένους τους αντίπαλους συνασπισμούς των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, την Τριπλή Συμμαχία ή Κεντρικές Δυνάμεις και την Τριπλή Συνεννόηση ή Αντάντ,5 των οποίων τα αντικρουόμενα συμφέροντα στο χώρο των Βαλκανίων έχουν πυροδοτήσει σοβαρές πολιτικές ανακατατάξεις και συγκρούσεις στο εσωτερικό των βαλκανικών χωρών, καινούριες συμμαχίες των τελευταίων με τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις αλλά και πολεμικές συγκρούσεις στα βαλκανικά εδάφη. Πιο συγκεκριμένα:
          Η Σερβία, που βρισκόταν κάτω από την προστασία της Ρωσίας, κατορθώνει να αποκρούσει τις στρατιωτικές επιθέσεις της Αυστρίας, εμποδίζοντάς την έτσι να δώσει «ένα γερό μάθημα» στη Σερβία, η οποία από την αρχή κιόλας του Πολέμου διακήρυττε την απελευθέρωση όλων των υπόδουλων σλαβικών πληθυσμών των νότιων επαρχιών της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας.6  Η Βουλγαρία, που βλέπει τον Πόλεμο σαν μια ευκαιρία αναθεώρησης της πρόσφατης συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913), για να επεκτείνει τα εδάφη της, δεν έχει πεισθεί από τις εδαφικές, σε βάρος της Ελλάδας και της Σερβίας, παραχωρήσεις που της προτείνει η Αντάντ, και ετοιμάζεται να ταχθεί στο πλευρό της Γερμανίας, αδιαφορώντας για την τύχη και την προοπτική μιας  βαλκανικής συνεργασίας.7 Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, μειωμένη εδαφικά και πολιτικοδιπλωματικά μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, έχει ταχθεί χωρίς δισταγμούς με το μέρος της Τριπλής Συμμαχίας από την έναρξη περίπου του Πολέμου και, επειδή έχει κλείσει τα Στενά των Δαρδανελλίων στις δυνάμεις της Αντάντ, προκειμένου να στηρίξει τους νέους συμμάχους της, αντιμετωπίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις των Αγγλο-Γάλλων στη χερσόνησο της Καλλίπολης.8 Στην Ελλάδα, τέλος, καθώς εντείνονται οι άμεσες και έμμεσες πιέσεις, παρεμβάσεις και επεμβάσεις των αντίπαλων ευρωπαϊκών συνασπισμών για τον προσεταιρισμό της χώρας, γίνεται όλο και πιο διακριτή η διαφορά απόψεων μεταξύ του πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου σχετικά με τη στάση που έπρεπε να τηρηθεί απέναντι στον Πόλεμο, διαφορά που σύντομα θα οδηγήσει στο λεγόμενο «εθνικό διχασμό».9
          Αναμφίβολα, οι πολιτικο-στρατιωτικές επιδιώξεις των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων,  οι διπλωματικές διαβουλεύσεις που έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αφορούσαν στο βαλκανικό χώρο, οι πολιτικές διεργασίες στο εσωτερικό των βαλκανικών κρατών καθώς και οι προβληματισμοί και αποφάσεις των συλλογικών οργάνων του σοσιαλιστικού κινήματος σε ευρωπαϊκό και ειδικότερα σε βαλκανικό επίπεδο ήταν σε γνώση του Δρακούλη, όταν τον Ιανουάριο του 1915 έγραφε την μπροσούρα του στην Οξφόρδη. Ιδιαίτερα τον απασχολούσε η κατάσταση στα Βαλκάνια, όπου,  και με την ιδιότητα του προέδρου του ΣΤΕΤ - και στη συνέχεια του Ελληνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΕΣΚ) - διατηρούσε επαφές με τις ηγεσίες των  σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και με  άλλες πολιτικές προσωπικότητες των βαλκανικών χωρών.   Άλλωστε, και από το ίδιο το καταστατικό του ΣΤΕΤ προβλεπόταν η «συνεννόησις με τας εργατικάς τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών και ιδίως της Βαλκανικής Χερσονήσου»,10 και επομένως ήδη είχαν δημιουργηθεί διαβαλκανικές επαφές.
          Η ιδέα της συνεννόησης των βαλκανικών λαών και της ομοσπονδιακής οργάνωσης των βαλκανικών εθνοτήτων, βασισμένης ουσιαστικά στο όραμα του Έλληνα διαφωτιστή και επαναστάτη Ρήγα Βελεστινλή, είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερη δυναμική στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με εκφραστές δημοκράτες προοδευτικούς και ριζοσπάστες Σέρβους, Βούλγαρους, Ρουμάνους11 αλλά και Έλληνες.12  Παρ’ όλο που εκείνες οι πρωτοβουλίες και προσπάθειες διαλύθηκαν με το τέλος του αιώνα, ο επόμενος, 20ός, αιώνας θα αρχίσει με την αναθέρμανση της ιδέας της Βαλκανικής Ομοσπονδίας ως μιας σοβαρής εναλλακτικής λύσης του Ανατολικού Ζητήματος, μέσα τώρα από το σοσιαλδημοκρατικό-σοσιαλιστικό κίνημα των βαλκανικών χωρών.13
          Η Α΄ Βαλκανική Σοσιαλδημοκρατική Συνδιάσκεψη στο Βελιγράδι, 7-9 Ιανουαρίου 1910,14  κάλεσε τους βαλκανικούς λαούς,  στο πλαίσιο μιας ουσιαστικής μεταξύ τους αλληλεγγύης, να αντιπαρατεθούν στην ιμπεριαλιστική τακτική των Ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων και στην πολιτική των αντιδραστικών  αστικών και μοναρχικών καθεστώτων των  κρατών τους και να αγωνιστούν υπέρ του δικαιώματος των λαών για αυτοδιάθεση. Τάχθηκε, μάλιστα, υπέρ της δημιουργίας μιας Βαλκανικής  Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, όπου θα κατοχυρώνονταν η πολιτική ανεξαρτησία και η οικονομική ανάπτυξη των βαλκανικών λαών στο πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής κρατικής συγκρότησης με ενιαία οικονομική και εξωτερική πολιτική.15  Τη θέση αυτή στη γενική της διατύπωση υιοθέτησε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου η ΙΙ Σοσιαλιστική Διεθνής στο Συνέδριο της Κοπεγχάγης.16  Την ίδια περίοδο ο Λ. Τρότσκι, θεωρώντας  σωστό τον αγώνα για τη Βαλκανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, έγραφε ότι η μόνη λύση του βαλκανικού προβλήματος «είναι η ένωση όλων των λαών της χερσονήσου σε μία οικονομική και πολιτική ενότητα, στη βάση της εθνικής αυτονομίας των συστατικών της μερών».17  Αλλά και ο Λένιν  λίγο αργότερα, ενόψει της έναρξης του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου το 1912, υποστηρίζοντας ανεπιφύλακτα την ίδρυση Βαλκανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας,  θα υπογραμμίσει τις δυνατότητες που ανοίγονταν με τη λύση αυτή  για «την αυτοδιάθεση και την πλήρη ελευθερία των [βαλκανικών] λαών»,  γεγονός που θα συνέβαλε στο «να καθαρίσει ο δρόμος της πλατιάς ταξικής πάλης για το σοσιαλισμό».18
          Αναντίρρητα, ο στόχος  της Βαλκανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας υπήρξε ως σύλληψη σωστός. Τα βαλκανικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα προέβαλαν τώρα τη δική τους πρόταση και προοπτική οργάνωσης και ανάπτυξης της Βαλκανικής, αντίθετα προς τους στόχους των αστικών τάξεων των χωρών τους, που ήταν η υλοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας» της κάθε εθνικής αστικής τάξης μέσα από το σωβινισμό και τον πόλεμο. Υιοθετώντας τη δική τους θέση τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα προσπαθούσαν να τη διαδώσουν στο χώρο τους, πιστεύοντας ότι έτσι θα εύρισκε την  τελική του λύση το πρόβλημα των εθνοτήτων στα Βαλκάνια και θα ξεκινούσαν οι διαδικασίες για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και οικονομική ανάπτυξη. Δεν είχαν, όμως, ολότελα διευκρινίσει τα επιμέρους ζητήματα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας, με αποτέλεσμα να διατυπώνονται  διιστάμενες απόψεις, γεγονός που εμπόδιζε την ουσιαστική ανάπτυξη σταθερών σχέσεων μεταξύ τους. Παράλληλα, οι δυνατότητες παρέμβασής τους στην κοινή γνώμη  παρέμεναν περιορισμένες, γι’ αυτό και δεν μπόρεσαν να παίξουν αποφασιστικό ρόλο πριν και κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων του 1912-13. Προέκυψε, μάλιστα, το πρόβλημα της στάσης τους απέναντι σε αυτή τη βαλκανική πολεμική σύρραξη: τα περισσότερα την κατήγγειλαν επιμένοντας στη συγκρότηση της Βαλκανικής Ομοσπονδίας για την ειρηνική συμβίωση των βαλκανικών λαών και άλλα υποστήριξαν την πολιτική των κυβερνήσεων των χωρών τους, εκτιμώντας θετικά τον αγώνα για την απελευθέρωση των υπόδουλων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πληθυσμών.19 Ειδικότερα, «οι Έλληνες σοσιαλιστές υπόκυψαν εύκολα στο κύμα σωβινισμού που σάρωνε από άκρη σε άκρη τη χώρα μετά τις αναπάντεχα ραγδαίες επιτυχίες των βαλκανικών συμμάχων. […Έτσι] η στάση που υιοθέτησε η πλειονότητα των Ελλήνων σοσιαλιστών κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων και μετά προμηνούσε τη σοσιαλ-πατριωτική στάση που θα τηρούσαν μετά το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου».20
          Πράγματι, ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος υπήρξε η «λυδία λίθος», πάνω στην οποία δοκιμάστηκε η αποφασιστικότητα, η συνέπεια και η αξιοπιστία των βαλκανικών σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων. Δεν παρουσίασαν ενιαία γραμμή. Κι αυτό σχετίζεται με τη γενικότερη στάση της ΙΙ Σοσιαλιστικής Διεθνούς – στάση υποστήριξης ουσιαστικά της πολεμικής σύγκρουσης στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και της «προστασίας της πατρίδας», τη στιγμή που χρέος της ήταν να καταγγείλει την ιμπεριαλιστική, φιλοπόλεμη πολιτική των τότε δύο συνασπισμών, της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων, και να κινητοποιήσει τους λαούς κατά του πολέμου και υπέρ της ενδυνάμωσης του επαναστατικού αγώνα.21 Παρ’ όλο που στο Συνέδριο της Βασιλείας το Νοέμβριο του 1912 η ΙΙ Διεθνής πήρε σωστή απόφαση, καθώς καλούσε τους εργάτες όλου του κόσμου να αντιτάξουν «τη δύναμη της διεθνούς αλληλεγγύης του προλεταριάτου» απέναντι στον ιμπεριαλισμό, στην πράξη οι ηγέτες της Διεθνούς από τις παραμονές του Πολέμου ακολούθησαν σοσιαλ-σωβινιστική πολιτική, ψηφίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις των κυβερνήσεων των χωρών τους και δικαιολογώντας και υπερασπιζόμενοι την επερχόμενη πολεμική σύγκρουση.22 Αλλά και τους πρώτους μήνες του 1915, και ενώ η σύρραξη βρισκόταν σε εξέλιξη με τις γνωστές ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές,   μέσα από τις συναντήσεις που είχαν τόσο τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των κρατών της Αντάντ (το Φεβρουάριο του 1915 στο Λονδίνο) όσο και τα αντίστοιχα των Κεντρικών Δυνάμεων (τον Απρίλιο  στη Βιέννη) επέμεναν να τάσσονται υπέρ του Πολέμου, στηρίζοντας ουσιαστικά τις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους.23
          Σε αυτή, όμως, την πολιτική και τακτική υπήρξαν και εξαιρέσεις και αντιδράσεις από κάποιες μειοψηφικές ομάδες των παραπάνω κομμάτων ή από μικρότερους κομματικούς σχηματισμούς. Ήδη από το 1913, πριν από την έκρηξη του Πολέμου αλλά ενόψει της στρατιωτικής-πολεμικής προετοιμασίας και των στρατιωτικών-πολεμικών εξοπλισμών των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών, ο Λένιν μιλούσε για «την έξυπνα στημένη καπιταλιστική “μηχανή” των εξοπλισμών», οι οποίοι γίνονταν, εννοείται, για το συμφέρον της ειρήνης και την υπεράσπιση της πατρίδας.24 Σε αυτή τη λενινιστική λογική και θέση κινήθηκαν στα Βαλκάνια το Βουλγαρικό Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα των «Στενών», το σερβικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και η αριστερή πτέρυγα του Ρουμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, τα οποία διαδήλωσαν κατά του Πολέμου και διακήρυξαν την πίστη τους στην αναγκαιότητα ίδρυσης της Βαλκανικής Ομοσπονδίας.25
          Στην Ελλάδα, ενώ από τις παραμονές του Πολέμου ήταν ήδη φανερό ότι ο πρωθυπουργός Βενιζέλος προσανατολιζόταν προς την Αντάντ, ελπίζοντας μετά τη νίκη της να ικανοποιήσει τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας,  και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος προς τη Γερμανία,  προτείνοντας όμως να μείνει η χώρα ουδέτερη, οι Έλληνες σοσιαλιστές κράτησαν «μιαν ασυγχώρητη παθητική στάση».26 Άλλωστε, σχεδόν ποτέ δεν είχαν συζητήσει προγραμματισμένα τα θέματα της διεθνούς θέσης της Ελλάδας και των εδαφικών  διεκδικήσεων της ελληνικής αστικής τάξης και της κυβέρνησής της, ώστε να είναι έτοιμοι να πάρουν συγκεκριμένη θέση στο ζήτημα της εδαφικής διεύρυνσης της χώρας.27 Η μόνη αντιπολεμική φωνή που το 1914 ακούστηκε, προήλθε από το κοινό πρωτομαγιάτικο ψήφισμα28 του Ελληνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΕΣΚ), των Σοσιαλιστικών Κέντρων της Αθήνας29  και του Πειραιά30 καθώς και της Ένωσης Εργατικών Συνδικάτων,31 και λίγο αργότερα, παραμονές της παγκόσμιας πολεμικής σύγκρουσης, από το ΕΣΚ, όταν τον Ιούλιο του 1914 δημοσιοποίησε τις θέσεις του για το θέμα του πολέμου: κατά της στρατιωτικής αναμέτρησης, υπέρ της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών, κατά του αστικού μεγαλοϊδεατισμού, υπέρ της συνεργασίας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.32  Μόνο που οι θέσεις αυτές του ΕΣΚ δεν εξέφραζαν απόλυτα τον αρχηγό του Πλ. Δρακούλη αλλά τον Παναγή Δημητράτο, ο οποίος, ενταγμένος ήδη με την ομάδα του από τις αρχές του 1914 στις οργανώσεις του γηραιού πρωτοσοσιαλιστή και όντας διευθυντής, με την έγκριση του Δρακούλη, στην εφημερίδα του ΣΤΕΤ Οργάνωσις, είχε εξελιχθεί σε σημαντικότατο στέλεχος με προωθημένες θέσεις και σημαντικές πρωτοβουλίες πέρα και έξω από τη «γραμμή» Δρακούλη.33
          Τις παραμονές του πολέμου (Μάιος – Ιούνιος 1914) ο Δρακούλης περιόδευσε τις βαλκανικές πρωτεύουσες και συναντήθηκε με παράγοντες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής των χωρών αυτών, επιδιώκοντας, όπως ο ίδιος αναφέρει, «τον σχηματισμόν αλληλοβαλκανικού κομιτάτου σκοπούντος την καλλιέργειαν αλληλοβαλκανικής συνεννοήσεως προς άμυναν της χερσονήσου από ενδεχομένης επιθέσεως».34  Διατύπωνε μάλιστα τη διαπίστωση ότι «εξ όλων των κομμάτων της Βαλκανικής Χερσονήσου οι σοσιαλισταί υπήρξαν οι μόνοι αληθείς συνήγοροι της Βαλκανικής Ομοσπονδίας»35 - διαπίστωση που θα την υποτιμήσει στην πράξη, όπως θα φανεί παρακάτω.  
          Θα καταγράψουμε  στη συνέχεια τις απόψεις που ο Δρακούλης διατυπώνει σε καθεμιά από τις τρεις ενότητες της μπροσούρας του Η Ελλάς, τα βαλκανικά κράτη και η ομοσπονδιακή λύσις, προσπαθώντας παράλληλα να αποκρυπτογραφήσουμε τις σκέψεις του, να κατανοήσουμε τη συλλογιστική και τις ερμηνευτικές του μεθόδους και να  αντιληφθούμε τον πολιτικό του προβληματισμό και τελικά τον απώτερο στόχο αυτού του προπαγανδιστικού φυλλαδίου.        
           Στην πρώτη ενότητα (σσ. 1-9) αναφέρονται από το συγγραφέα τέσσερις παράγοντες που δεν επέτρεψαν τη συνεννόηση  των βαλκανικών κρατών και την κοινή αντιμετώπιση των προβλημάτων τους:
 1. «Η άγαν εγωϊστική τροπή την  οποίαν έλαβον τα εθνικά των[=των κρατών]  ιδεώδη» (σ.3). Στην προσπάθειά του το κάθε βαλκανικό κράτος  να περιφρουρήσει και να κατοχυρώσει, το καθένα χωριστά,  την εθνική του υπόσταση,  εγκολπώθηκε ένα «πνεύμα σωβιννισμού», με αποτέλεσμα να απαξιώσει κάθε μορφή  κοινής δράσης. Έτσι, κατέστη ανέφικτη κάθε προσέγγιση. Η Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων, των Σέρβων, των Βουλγάρων υπήρξε σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας.
 2. Σε αυτή την ανταγωνιστική τακτική συνέβαλε και η επικράτηση της άποψης ότι «μόνον δίκαιον είνε το δίκαιον του ισχυροτέρου» (σ. 3)- άποψη η οποία προφανώς συνεπάγεται την εξουδετέρωση του άλλου. Η εφαρμογή ακριβώς αυτής της αντίληψης οδήγησε στην αγνόηση της αλληλεγγύης και συνεννόησης μεταξύ των ίδιων των βαλκανικών κρατών, η οποία αντικαταστάθηκε από την «έξωθεν» αρωγή.
 3. Έτσι, δημιουργείται ο τρίτος παράγοντας που είναι η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στα εσωτερικά των βαλκανικών κρατών και στις μεταξύ αυτών των κρατών σχέσεις. Οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις –«η απαισία επίδρασις των ξένων ραδιούργων εισδυόντων υπό διάφορα προσχήματα» (σ. 4) – μέσα από τα κανάλια της οικονομικής συνδρομής, της διπλωματικής συνεισφοράς, της δημοσιογραφικής υπεράσπισης κ.λπ. κατόρθωσαν να αξιοποιήσουν - και να μεγεθύνουν - προς όφελός τους τις μεταξύ των βαλκανικών κρατών διαφορές.36 Με την πολιτική και τακτική τους οι Δυνάμεις αυτές έσπειραν τη διχόνοια μεταξύ των λαών της Βαλκανικής, ενώ  ταυτόχρονα εκμεταλλεύτηκαν τις προσωπικές φιλοδοξίες των Βαλκάνιων ηγετών, με σκοπό  να θεωρηθεί από τους τελευταίους απαραίτητη η «βοήθεια» των πρώτων.
 4. Και αυτός ο «προσωπισμός» (σ. 4) - χρησιμοποιεί αυτή την αδόκιμη λέξη ο  Δρακούλης, για να εκφράσει τις νοσηρές φιλοδοξίες  των Βαλκάνιων ηγετών -  συνιστά τον τέταρτο παράγοντα που δυσχεραίνει τη βαλκανική προσέγγιση.37 Παρά την ιδεαλιστική της οπτική έχει την αξία της η διαπίστωση αυτή του  Δρακούλη, ο οποίος επίσης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η ιστορία ουδέποτε θα συγχωρήση το βουλγαρικόν σωβινιστικόν κόμμα (ή ίσως δέον να είπω τον βασιλέα Φερδινάνδον)» για τη διάρρηξη του συνασπισμού των βαλκανικών κρατών μετά το νικηφόρο Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (σ. 5).
          Ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων μπορεί να δικαιολογήσει την αδυναμία επίτευξης βαλκανικής συνεννόησης, αλλά, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, ο Δρακούλης διακατέχεται από μονομέρεια ηθελημένη και σκόπιμη.                      Διαπιστώνει ότι επικρατεί μεταξύ των βαλκανικών κρατών μίσος υπέρμετρο και έντονος σωβινισμός. Κάθε χώρα έχει οχυρωθεί πίσω από τη δική της «εθνική σωτηρία» σε βάρος της «βαλκανικής σωτηρίας», πίσω από τη δική της «μεγάλη ιδέα» σε βάρος της ομοσπονδιακής ιδέας, επηρεασμένη, κατά τη γνώμη του, από το «βισμάρκειο δόγμα», σύμφωνα με το οποίο «μόνον διά του πολέμου τα έθνη αυξάνουν και ευημερούν» (σ. 7). Κάθε κράτος έχει κυριευτεί από στρατοκρατικό πνεύμα, ως συνέπεια των «πρωσσικών αντιλήψεων», που, κατά τη γνώμη του, είχαν κυριαρχήσει στην πολιτική σκέψη των δημόσιων ανδρών της Βαλκανικής, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται ότι η σωτηρία των χωρών τους «έγκειται εις την ένωσιν» όλων των Βαλκάνιων, «η δε ένωσις δύναται να επιτευχθή μόνον διά της καλής θελήσεως των κρατών τούτων προς άλληλα, δι’ αμοιβαίων υποχωρήσεων και δι’ αποχής από ιμπεριαλιστικά όνειρα», τα οποία έχουν μεταδοθεί και στους λαούς «διά της επαφής αυτών με τας πρωσσικάς αντιλήψεις του βίου» (σ. 8)  Διαπιστώνει, επίσης, ότι ο τρόπος σκέψης των Βαλκάνιων πολιτικών έχει επηρεαστεί «εις μέγα βαθμόν» από τον «τουρκικόν φαταλισμόν» (σ. 9). Όντας οι πολιτικοί αυτοί μοιρολάτρες, δε δίνουν την πρέπουσα σημασία στη λαϊκή βούληση και δράση, υπονοώντας προφανώς ο Δρακούλης και τους Βαλκάνιους σοσιαλιστές, οι οποίοι, αν και κρατούν ζωντανή την ιδέα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας, δεν έχουν πάρει θαρραλέες πρωτοβουλίες, για να προωθήσουν τη διαβαλκανική προσέγγιση.
          Οι παραπάνω διαπιστώσεις και εξηγήσεις του Δρακούλη χαρακτηρίζονται από μονομέρεια και μεροληψία. Αναφέρεται μόνο στην πρωσική επιρροή και παρέμβαση στα βαλκανικά πράγματα. Φαίνεται να ξεχνά το διπολικό σχήμα, που εκείνη την περίοδο κυριαρχούσε στην Ευρώπη, καθώς θέτει στο απυρόβλητο το ρόλο των κρατών της Αντάντ  στα Βαλκάνια, που κι αυτών τα συμφέροντα συγκρούονταν με τα αντίστοιχα των Κεντρικών Δυνάμεων στον ίδιο χώρο. Επομένως, είναι χωρίς νόημα οι μεγαλόστομες καταγγελίες του εναντίον γενικά των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, οι οποίες επεμβαίνοντας δίχαζαν κράτη και λαούς στα Βαλκάνια. Χωρίς περιεχόμενο είναι ακόμη και οι κατηγορίες του εναντίον των αστικών βαλκανικών καθεστώτων, που πολιτεύονταν με βάση τις μεγαλοϊδεάτικες αντιλήψεις τους,  καθώς ο ίδιος, όπως θα φανεί στη συνέχεια, στηρίζει το αστικό καθεστώς της χώρας του, υποστηρίζοντας την κυβέρνηση του Βενιζέλου, που προωθεί την υλοποίηση της ελληνικής Μεγάλης Ιδέας. Αλλά θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα.
          Στη δεύτερη ενότητα (σσ. 10-24) της μπροσούρας του ο  Δρακούλης περιγράφει και εξηγεί τη στάση της Ελλάδας απέναντι στην ιδέα της  βαλκανικής ομοσπονδιοποίησης. Κύριο πρόβλημα και πάγιος στόχος των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν η ενσωμάτωση στο εθνικό κράτος όλων των αλύτρωτων ελληνικών εδαφών, τα οποία  οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αφήσει έξω από τα όριά του. Αυτή ακριβώς η εφαρμογή της Μεγάλης Ιδέας υποχρέωνε την Ελλάδα «να έχη δαπανηρόν στρατόν και στόλον, η δε ανάγκη αύτη επτώχευσε τον λαόν της, όστις όμως αδιστάκτως υφίστατο πάσαν στέρησιν χάριν της εθνικής ιδέας», όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας (σ. 15).  Παρά τον έντονο ανταγωνισμό των Μ. Δυνάμεων στα Βαλκάνια, οι συγκυρίες των αρχών της δεκαετίας του 1910 έφεραν σε συνεννόηση τα βαλκανικά κράτη και κατόρθωσαν να απωθήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία από ένα μεγάλο τμήμα των διεκδικούμενων εδαφών.
          Ο Βενιζέλος ήταν εκείνος ο πολιτικός, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με τον  Δρακούλη, «επέπρωτο να πρωτοστατήση τόσον θαυμασίως κατά τα περαιτέρω στάδια της εθνικής ενοποιήσεως» (σ. 16). Χάρη στην πολιτική του οξυδέρκεια η Θεσσαλονίκη ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος, όπως ήταν «λογικόν και δίκαιον». Και τώρα το επόμενο «ιστορικόν» βήμα της Ελλάδας θα είναι να συμμετάσχει στον Παγκόσμιο Πόλεμο, του οποίου «αι τάσεις είνε προς εθνικάς λύσεις». Έτσι, θα ολοκληρωθεί «η λύσις του εθνικού προβλήματος ο έστιν η εθνική ενοποίησις» (σ. 20). Είναι προφανές ότι οι απόψεις του Δρακούλη δεν απέχουν ουσιαστικά από την πολιτική του Βενιζέλου: μεγαλοϊδεατισμός και εδαφική επέκταση της Ελλάδας μέσω της εξόδου της χώρας στον Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.38
          Εξάλλου, σε αυτή την ενότητα ο ίδιος ο Δρακούλης παίρνει ουσιαστικά το μέρος της Αντάντ και κυρίως της Αγγλίας, καθώς στρέφει τα πυρά του μόνο προς τη Γερμανία, η οποία εποφθαλμιά τα Βαλκάνια, και προς την Αυστρία που μαζί με τη Ρωσία αποβλέπει στη διαίρεση και το διχασμό των βαλκανικών κρατών. Πουθενά ο  Δρακούλης δε βλέπει συμφέροντα της Αντάντ στα Βαλκάνια, πουθενά δεν οσμίζεται τα μαγειρέματα της αγγλικής διπλωματίας. Αυτή ακριβώς η αγγλόφιλη στάση του τον έχει φέρει κοντά στον Βενιζέλο, του οποίου στηρίζει σταθερά την εξωτερική πολιτική.
           Έχει, ωστόσο, ενδιαφέρον να γνωρίσουμε τι υποστηρίζει σε αυτή την μπροσούρα του σχετικά με τις διεκδικούμενες από την Ελλάδα περιοχές. Τα νησιά του κεντρικού και βόρειου Αιγαίου και ιδιαίτερα τη Λέσβο, τη Χίο, την Ίμβρο και την Τένεδο, τα οποία, απελευθερωμένα ήδη από την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων από τον ελληνικό στόλο, αρνείται να παραχωρήσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία, «ευρίσκονται κατ’ ουσίαν εντός της ακτίνος του Ελληνικού Κράτους» (σ. 22). Για τα Δωδεκάνησα, τα οποία βρίσκονται κάτω από ιταλική κατοχή, χρησιμοποιεί «διπλωματική» γλώσσα, ακριβώς για να μη θίξει τις καλές σχέσεις της  κυβέρνησης Βενιζέλου με την Ιταλία, τις οποίες και επικροτεί:39 τα θεωρεί ως αναπόσπαστο τμήμα της Ελλάδας και «ελπίζει» ότι γρήγορα η Ιταλία «θα αναγνωρίση το δίκαιον της αποδόσεως της Ρόδου και των άλλων νήσων εις την Ελλάδα, ευθύς ως αντιληφθή ότι δεν υπάρχει Τουρκία προς ην να τας αποδόση» (σ. 23).
          Όσο για την Κύπρο ο Δρακούλης είναι προσεκτικός στη διατύπωση των απόψεών του, καθώς κρατά αποστάσεις από τη βρετανική κυριαρχία στο νησί: οι Κύπριοι ποθούν την ένωσή τους με το ελληνικό κράτος, «οσονδήποτε και αν είνε ευχαριστημένοι με την Βρεττανικήν διοίκησιν […] αλλά πιθανόν φαίνεται ότι Κύπριοι και Άγγλοι θα συμφωνήσουν ημέραν τινά ότι η νήσος δέον να περιέλθη τελικώς εις την Ελλάδα» (σ. 24).40  Γνωρίζει καλά ο Δρακούλης τη σταθερή εμμονή του Βενιζέλου να απέχει από κάθε ανάμιξη που θα δυσαρεστούσε την Αγγλία στο Κυπριακό Ζήτημα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός απέφευγε να καταδικάσει το καθεστώς της βρετανικής αποικιακής κυριαρχίας στην Κύπρο στο πλαίσιο της ελληνικής προσαρμογής στους κανόνες της βρετανικής αποικιοκρατικής πολιτικής σε συνδυασμό με το «ρεαλισμό» της  εξωτερικής πολιτικής του.41
          Αξιοπρόσεκτες είναι οι απόψεις του συγγραφέα της μπροσούρας για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Η Ελλάδα αναγνωρίζεται «υπό του παγκοσμίου αισθήματος ως η φρουρός των εν Ασία Ελλήνων», οι οποίοι «φυσικώς έλκονται ακατασχέτως» προς το ελληνικό κράτος (σ. 20). Έτσι, δεν απέχει πολύ, εκτιμά ο Δρακούλης, η δημιουργία «ελληνικού προβλήματος εν Ασία» και το πρόβλημα αυτό «συνεπάγεται την Σμύρνην και τας Κυδωνίας» (σ. 20). Για την Κωνσταντινούπολη, ωστόσο, διατυπώνει την πρόταση να καταστεί «το Κέντρον της Βαλκανικής Ομοσπονδίας» (σ. 22), με βάση τον εξής συλλογισμό: Η Κων/πολη δεν μπορεί να καταστεί «ουδέτερον τουρκικόν κρατίδιον», ούτε η διεθνοποίησή της είναι λύση. Το πιθανότερο είναι να παραδοθεί στην Ελλάδα –άλλωστε «οι Έλληνες ουδέποτε θα παραιτηθώσι της μακραίωνος αξιώσεώς των» γι’ αυτή την πόλη. Όμως, επειδή «η πρόσθεν αξία της αντιπαρήλθε», η Ελλάδα δεν κερδίζει ουσιαστικά τίποτε με την κατοχή της, ενώ με την απώλειά της η Οθωμανική Αυτοκρατορία «εκπνέει όχι μόνον εν Ευρώπη αλλά και εν Ασία» (σ. 21).  Επομένως, και προκειμένου να ισχυροποιηθεί η λύση της Βαλκανικής Ομοσπονδίας, μπορούσε να γίνει πρωτεύουσά της η Κων/πολη.
          Με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένα, το ελληνικό κράτος έχει συμφέρον, κατά την άποψη του Δρακούλη, να επιδιώξει τη συνεννόηση με τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, με στόχο την ίδρυση Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Διευκρινίζει, μάλιστα, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι α) «ύπατον ιδεώδες» των βαλκανικών κρατών, παρά τις υπαρκτές εθνολογικές, γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές, είναι «να ζώσιν ως ανεξάρτητοι, ευημερούσαι μονάδες» και «ν’ αναπτύξουν τας λανθανούσας δυνάμεις των επ’ αγαθώ της όλης Εγγύς Ανατολής», τα οποία θα επιτευχθούν μόνο «δι’ αμοιβαϊσμού και συνασπισμού» (σ. 10), μέσω δηλαδή της ομοσπονδιοποίησής τους, και β) η φυλετική διαφορά, «η σπουδαιοτέρα εξ όλων των ανομοιοτήτων» των βαλκανικών λαών, αλλά και κάθε άλλη «ανομοιότητα» μπορούν, αν όχι να απαλειφθούν τελείως, τουλάχιστο να αμβλυνθούν, να εξομαλυνθούν στη βάση μιας «υγιούς παιδείας» (σ. 11).42 Επισημαίνει, επίσης, ότι, αν και δεν υπάρχουν αυτή την περίοδο περιθώρια συνεννόησης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν μπορεί να απουσιάσει από μια ομοσπονδοποιημένη Βαλκανική η τουρκική εθνότητα.
          Στην τρίτη και τελευταία ενότητα της μπροσούρας του (σσ. 25-33) ο  Δρακούλης επανέρχεται στις ευθύνες των Βαλκάνιων πολιτευτών για τη μη επίτευξη σταθερής διακρατικής συμμαχίας, που θα οδηγούσε στη δημιουργία Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Ιδιαίτερα υπογραμμίζει την ευθύνη της Βουλγαρίας, η οποία καθοδηγούμενη από την αυστρογερμανική διπλωματία διέρρηξε τη βαλκανική συμμαχία και προκάλεσε το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, αν και αυτός ουσιαστικά ωφέλησε την Ελλάδα. Γενικότερα, κάνει λόγο για «την ανικανότητα των βαλκανικών λαών του να λησμονήσωσι τας αντιζηλίας και έριδας αυτών», ανικανότητα την οποία αποδίδει στο επίμονο και διαρκές «τευτονικόν σχέδιον περί κατακτήσεως της Εγγύς Ανατολής» (σ. 26). Ευθύνες, βέβαια, γι’ αυτή την κατάσταση έχουν οι ηγέτες των βαλκανικών κρατών, οι οποίοι δε διαθέτουν ούτε «αρκετόν θάρρος ώστε να αντιστώσι κατά των επιδράσεων ας εξήσκουν οι πράκτορες των γειτονικών Μεγάλων Δυνάμεων» (εννοεί την Αυστρία και τη Ρωσία), ούτε «αρκετήν καλήν θέλησιν ώστε να προέλθωσιν εις συνεννόησιν προς αλλήλους» (σ. 26). Εκτός, όμως, από τους πολιτικούς δεν είναι άμοιρη  ευθυνών και η Εκκλησία, «οι πολιτευόμενοι της εκκλησίας», οι οποίοι με την «αντιδραστική και αντιπροοδευτική επιρροή» τους αρκετά συνέβαλαν στο να διατηρήσουν τους βαλκανικούς λαούς «εις λίαν οπισθοδρομικήν κατάστασιν» (σ. 28).43
          Πάντως, πέρα από τις αναμφισβήτητες ατομικές ευθύνες των Βαλκάνιων πολιτικών και εκκλησιαστικών ηγετών, το ζήτημα  πρέπει ουσιαστικά να εξεταστεί στη βάση των πολιτικών που ασκήθηκαν στις βαλκανικές χώρες από τα συγκεκριμένα καθεστώτα  τους.  Οι άρχουσες τάξεις των χωρών αυτών δε θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να αποδεσμευθούν από τις εξαρτήσεις των Μ. Δυνάμεων. Και ενώ πολύ ορθά ο  Δρακούλης ενοχοποιεί για την ασυνεννοησία των Βαλκανίων τις ανταγωνιστικές πολιτικές και πρακτικές της Αυστρίας και της Ρωσίας, οι οποίες σκοπεύουν «να διαμοιρασθώσι την όλην Βαλκανικήν Χερσόνησον εις εαυτάς» (σ. 28), για άλλη μια φορά ξεχνά τα συμφέροντα της Αγγλίας στα Βαλκάνια και τις παρεμβάσεις της ευρωπαϊκής αυτής δύναμης στη χερσόνησο του Αίμου. Όλες τότε οι Μ. Δυνάμεις ανταγωνίζονταν στη ζωτική για τα οικονομικά τους συμφέροντα περιοχή των Βαλκανίων: από εκεί περνούσε ο δρόμος προς τις αγορές της Ανατολής και τα πετρέλαια.44 Είναι δηλαδή προφανής η προσπάθεια του συγγραφέα να απαλείψει τις ευθύνες της Αγγλίας, την οποία  αντίθετα θέλει να την εμφανίσει ως τη Δύναμη εκείνη που δεν αναμειγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις των βαλκανικών κρατών, αλλά αντίθετα επιθυμεί  τη βαλκανική ενοποίηση για το καλό των ίδιων των κρατών.
          Ωστόσο,  ο Δρακούλης εκτιμά ότι παραταύτα υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι «νέον πνεύμα θα επικρατήση», καθώς «η ομοσπονδιακή αρχή κατανοείται και εκτιμάται επί μάλλον και μάλλον πανταχού, επί μάλλον δε και μάλλον εξελίσσεται εις ωρισμένον ιδεώδες πραγματοποιήσιμον εντός προσεχούς χρόνου» (σ. 30). Και η αισιόδοξη αυτή πρόβλεψή του βασίζεται στη σίγουρη, κατά τη γνώμη του, νίκη της Αντάντ, η οποία, τουλάχιστο σε επίπεδο Αγγλίας και Γαλλίας, σκοπεύει στην ίδρυση «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης»45 και άρα θα στηρίξει τη δημιουργία Βαλκανικής Ομοσπονδίας,  και μάλιστα μιας Ομοσπονδίας όχι τύπου «ιμπεριαλιστικού, δυναστικού και πλουτοκρατικού» αλλά «δημοκρατικού τύπου βασιζομένου επί της αλληλεγγύης των παραγωγικών ομάδων όλων των βαλκανικών χωρών» (σ. 30). Ήταν, όμως, δυνατόν να δημιουργηθεί μια τέτοιου τύπου Ομοσπονδία, χωρίς προηγουμένως να αλλάξει η πολιτικοκοινωνική και οικονομική δομή των χωρών αυτών; Μπορούσαν τα ισχύοντα πολιτικοκοινωνικά καθεστώτα της Βαλκανικής να θεμελιώσουν δημοκρατικό αντι-δυναστικό, αντι-πλουτοκρατικό, αντι-ιμπεριαλιστικό ομοσπονδιακό σύστημα;  Ήταν δυνατόν οι Αγγλο-Γάλλοι να αποδεχθούν και πολύ περισσότερο να στηρίξουν μια τέτοιου τύπου Ομοσπονδία;
          Δεν ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο  - έναρξη του 20ού αιώνα – κατά την οποία στη Δυτική Ευρώπη  παρατηρείται αναθέρμανση της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης με νέες  προτάσεις και σχέδια, που θα μπουν στη διαδικασία της συζήτησης και ενδεχόμενης υλοποίησής τους κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, οπότε θα συμμετάσχει και ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός τότε της χώρας (κατά την τετραετία 1928-1932).46 Παράλληλα, την περίοδο αυτή – αρχές της δεκαετίας του 1910- τον Βενιζέλο τον απασχολεί το ζήτημα της διαβαλκανικής συνεργασίας. Σε αυτή του, μάλιστα, την προσπάθεια έχει ως συνεργάτη τον Δρακούλη.47  Ο τελευταίος σε συνεννόηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό είχε συζητήσεις με τους Νεότουρκους στην Κωνσταντινούπολη, όπως ο ίδιος αναφέρει στην μπροσούρα του (σσ. 16-17), χωρίς όμως θετική κατάληξη. Συγκροτήθηκε, βέβαια, η συμμαχία των τεσσάρων βαλκανικών κρατών με τα γνωστά νικηφόρα αποτελέσματα κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Αυτές, όμως, οι πρωτοβουλίες και προσπάθειες δε σχετίζονταν με το όραμα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας έτσι όπως το είχαν επεξεργαστεί, στις γενικές έστω γραμμές του, τα σοσιαλδημοκρατικά/σοσιαλιστικά κόμματα της Βαλκανικής. Ήταν δηλαδή κινήσεις σε διακρατικό επίπεδο, σε επίπεδο ηγεσιών,48 οι οποίες δεν έπειθαν τους βαλκανικούς λαούς ότι οι ίδιες επιθυμούσαν και μπορούσαν να συγκροτήσουν Ομοσπονδία αντι-ιμπεριαλιστικού, αντι-δυναστικού, αντι-πλουτοκρατικού,  «δημοκρατικού τύπου βασιζομένου επί της αλληλεγγύης των παραγωγικών ομάδων όλων των βαλκανικών χωρών» (σ. 30), όπως την περιγράφει ο Δρακούλης.49
          Ο Δρακούλης, πάντως,  ως παλαιός σοσιαλιστής (ο όρος με το περιεχόμενο εκείνης της εποχής) δεν είχε εγκαταλείψει την αρχή της ομοσπονδιοποίησης. Από την προηγούμενη, όμως, θητεία του στα σοσιαλιστικά δρώμενα, ελληνικά και βαλκανικά, γνώριζε πολύ καλά ότι μόνο ένα ισχυρό σοσιαλιστικό κίνημα θα μπορούσε να δρομολογήσει και να θεμελιώσει μια «δημοκρατικού τύπου» Ομοσπονδία. Εξάλλου, ο ίδιος στην αρχή της μπροσούρας του είχε τονίσει ότι «εξ όλων των κομμάτων της Βαλκανικής Χερσονήσου οι σοσιαλισταί υπήρξαν οι μόνοι αληθείς συνήγοροι της Βαλκανικής Ομοσπονδίας» (σ. 6). Αυτή, όμως, τη διαπίστωση στην πράξη την έχει υποτιμήσει και λησμονήσει, καθώς  έπαψε να πιστεύει στη δύναμη αυτών των κομμάτων και στη δυναμική της προτεινόμενης από τα κόμματα αυτά ομοσπονδιακής λύσης, αφού έρχεται τώρα ενεργά να υποστηρίξει την αγγλόφιλη πολιτική του Βενιζέλου για έξοδο της Ελλάδας στον Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.50
          Είναι, δηλαδή, προφανές ότι ο Δρακούλης με τη συγκεκριμένη μπροσούρα  επεδίωκε, όντας ο ίδιος αυτή την περίοδο  αγγλόφιλος και γνώστης της αγγλικής διπλωματίας, να διαθέσει ευνοϊκά τους Βαλκάνιους πολιτικούς και τους βαλκανικούς λαούς απέναντι στην αγγλική πολιτική και γενικότερα στην  Αντάντ, η οποία κατά τη γνώμη του υπερασπιζόταν το δημοκρατικό ιδεώδες και τους ελεύθερους θεσμούς απέναντι στο «ωμό πρωσικό πνεύμα» και στο «μοντέλο της γραφειοκρατικής τυραννίας», ενώ ταυτόχρονα αυτός ο Πόλεμος  οδηγούσε στο «τέλος ενός κόσμου» και στην «αρχή της παγκόσμιας Επανάστασης».51  Ήθελε, λοιπόν, να ωθήσει τους Βαλκάνιους στην Αντάντ και στον Πόλεμο, όπως άλλωστε έπραττε με λόγια και με έργα η πλειοψηφία των σοσιαλιστών των κρατών της Αντάντ, όπως παραπάνω αναφέραμε.
          Αυτή, όμως, η πολιτική και τακτική του τον οδήγησε σε εντονότατη αντιπαράθεση με τα μέλη της οργάνωσής του. Το Μάιο του 1915 η Εκτελεστική Επιτροπή του  ΣΤΕΤ κατήγγειλε την πολεμική σύρραξη και, καθοδηγούμενη ίσως από τον Π. Δημητράτο, διέγραψε τον αρχηγό του Συνδέσμου, ενώ εκείνος βρισκόταν στην Αγγλία.  Αλλά ο ίδιος ο Δρακούλης, ερχόμενος λίγους μήνες αργότερα στην Ελλάδα, διόρισε νέα Εκτελεστική Επιτροπή και στο όνομα αυτής της νέας Επιτροπής κυκλοφόρησε ένα μανιφέστο, στο οποίο με πάθος  υποστήριξε για άλλη μια φορά την έξοδο της Ελλάδας στον Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.52
          Δε θα αργήσει, πάντως, ο παλαίμαχος  πρωτοσοσιαλιστής να αντιληφθεί ότι άλλαξαν τα δεδομένα για τον ίδιο και τους σοσιαλιστικούς του προβληματισμούς. Ήδη διαδίδεται σταθερά στη χώρα η μαρξιστική προβληματική της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, νέες σοσιαλιστικές προτάσεις διατυπώνονται και νέες οργανωτικές τάσεις εφαρμόζονται από το εργατικό κίνημα. Και οι διεθνείς σοσιαλιστικές διασκέψεις δεν κάνουν πια δεκτό τον Δρακούλη, ούτε φαίνεται να τον έχει ανάγκη το ελληνικό εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα. Ενδεικτικό των νέων δεδομένων είναι το γεγονός ότι «στο ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ [που πραγματοποιήθηκε μόλις τρία χρόνια αργότερα] ούτε καν μνημονεύθηκε η συνεισφορά του και στο αντίστοιχο συνέδριο του ΣΕΚΕ είχαν μετάσχει όσοι κατά καιρούς συγκρούσθηκαν μαζί του».53  Αλλά και ο ίδιος, βέβαια, δε θα αργήσει να διοχετεύσει την πείρα  και την ενεργητικότητά του σε άλλα ενδιαφέροντα: συνέβαλε στην ίδρυση συλλόγου των συνταξιούχων χηρών και ορφανών θυγατέρων των αποστράτων αξιωματικών,  πρωτοστάτησε στη σύσταση της «Ελληνικής Εταιρείας Αγροπόλεων», ενδιαφέρθηκε και δραστηριοποιήθηκε ποικιλότροπα για την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού και σωφρονιστικού συστήματος, τη θεοσοφία και την ακρεοφαγία, τους αυτοδιοικητικούς θεσμούς και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.54
          Αναμφίβολα, η μπροσούρα του Ιθακήσιου πρωτοσοσιαλιστή Η Ελλάς, τα βαλκανικά κράτη και η ομοσπονδιακή λύσις, που εδώ παρουσιάσαμε, μαζί και η  όλη  φιλοανταντική δραστηριότητά του κατά τις παραμονές και τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σηματοδότησαν τη μεταπολεμική πορεία του Πλ. Δρακούλη -  μια πορεία  τυπικά και ουσιαστικά έξω από το ελληνικό εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, για το οποίο πάντως ο ίδιος διέθεσε τα πιο ακμαία χρόνια της ζωής του.


        


























    

     
          


 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.  Δεν έχει ακόμη εκδοθεί μονογραφία για τη ζωή και το έργο του Πλάτωνα Δρακούλη. Αδημοσίευτη παραμένει σχετική μονογραφία του δρα ιστορικού Σπύρου Λουκάτου. Σοβαρές, ωστόσο, αναφορές για τη ζωή, τη δράση και τις ιδέες του Ιθακήσιου πρωτοσοσιαλιστή βλ. Β. Δουδούμης, Ιδέαι ζώσαι του κ. Πλ. Δρακούλη, Αθήναι 1910· Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα [1972, 7η έκδοση], σσ. 57-69, 148-151, κ.α.· Γεώργιος Λεονταρίτης, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, μτφρ. Σαράντης Αντίοχος, εκδ. Εξάντας, [Αθήνα 1978], 21-23, 63-67, 95-98, 183-187, 207-215, κ.α.· Μιχάλης Δημητρίου, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, τόμ. Α΄, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1985, σσ. 115-123, 147-152, κ.α.· Κωστής Μοσκώφ, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1988 (3η έκδοση), σσ. 182-187· Παναγιώτης Νούτσος (εισαγωγή, επιμέλεια κειμένων), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974, εκδ. Γνώση, τόμ. Α΄, Αθήνα 1995 (2η έκδοση), σσ.60-64, 163-187, 322-341, κ.α. και τόμ. Β΄, Αθήνα 1991, σσ. 84-91, 265-289, κ.α.· Πλάτων Δρακούλης, Το εγχειρίδιον του Εργάτου ήτοι Αι Βάσεις του Σοσιαλισμού, (εισαγωγή Θεόδωρος Μπενάκης), εκδ. Κούριερ Εκδοτική, [Αθήνα 2000]. Βλ. επίσης τη μελέτη του Σπ. Λουκάτου, «Το ελληνικό “πρωτοσοσιαλιστικό κόμμα” του Πλάτωνα Δρακούλη, 1910», Κυμοθόη, τχ. 12-13 (Ιούνιος 2003), σσ. 11-48, καθώς και τα δημοσιεύματα: Γ. Μέξης [= Β. Δουδούμης], «Ο σοσιαλισμός του Πλ. Δρακούλη», Ιδέαι, Αθήναι 1909, σσ. 15-17· «Πλάτων Δρακούλης», Επτανησιακόν Ημερολόγιον (1910), σσ. 45-48· «Αλίκη Δρακούλη», ό. π., σσ. 48-54·  [Γ. Κορδάτος], «Δρακούλης Πλάτων», Κοινωνικόν και Πολιτικόν Λεξικόν της εφ. Ανεξάρτητος, Αθήναι 1933-1934, σσ. 1085-1086· Ρίτα Τσιντίλη-Βλησμά, «Πλάτων Δρακούλης. Αφιέρωμα στα 130 χρόνια απ’ τη γέννησή του», Το Μώλυ (Ιθάκη), τχ. 2, (Οκτώβρης-Νοέμβρης1988), σσ. 93-95·  Θεόδωρος Μπενάκης, «Τα πρώτα κόμματα του ελληνικού σοσιαλισμού: το Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και ο Πλάτων Δρακούλης», Τετράδια, τχ. 45, (Καλοκαίρι - Χειμώνας 2000), σσ. 47-58.
2.  Πλάτων Δρακούλης, Η Ελλάς, τα βαλκανικά κράτη και η ομοσπονδιακή λύσις, έκδοση Συνδέσμου των Εργατικών Τάξεων της Ελλάδος, Αθήναι 1915 (πρόλογος του Πρόδρομου Γιαννά σσ. α΄- β΄, και το κύριο κείμενο σσ. 1-33). Σύντομη και επιλεκτική αναφορά σε αυτή τη μελέτη διαβάζουμε στο Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σσ. 63-66.
3.  Platon Drakoulis, «Greece, the Balkans and the Federal Principle», The Asiatic Review, VI, No 14 (Φεβρουάριος 1915), σσ. 113-133.
4.  O «Σύνδεσμος των Εργατικών Τάξεων της Ελλάδος» (ΣΤΕΤ) ιδρύθηκε από τον Πλ. Δρακούλη το 1909 και δυο χρόνια αργότερα μετονομάστηκε σε «Ελληνικόν Σοσιαλιστικόν Κόμμα» (ΕΣΚ), βλ. Σπ. Λουκάτος, ό. π., σσ. 16-23. Βλ. επίσης Γ. Κορδάτος, ό. π., σσ. 149-151·  Π. Νούτσος, ό. π., τόμ. Β΄, σ. 266·  Θ. Μπενάκης, ό. π., σσ. 50-52.
5.  Οι συνασπισμοί αυτοί δημιουργήθηκαν στην προσπάθεια των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για «ένα νέο ξαναμοίρασμα του κόσμου». Βλ. σχετικά Νίκος Ψυρούκης, Ιστορία της αποικιοκρατίας. (Η Δύση), τόμ. Ε΄, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1985, σσ. 98-99.
6.  Βλ. Κωνστ. Άμαντος, Οι βόρειοι γείτονες της Ελλάδος (Βούλγαροι- Αλβανοί – Νοτιοσλάβοι), εκδ. Ελευθερουδάκη εν Αθήναις 1923, σσ. 241-244· Γιάννα Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Οι Σλάβοι των Βαλκανίων. Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό τους, εκδ. Gutenberg, Αθήνα [2004], σσ. 135, 138.
7.  Βλ.  Κ. Άμαντος, ό. π., σσ. 75-76·  Γ. Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, ό. π., σσ. 333-334.
8.  Γ. Λεονταρίτης, «Η Ελλάς και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος», Ιστορία του Ελληνικού ΄Εθνους, τόμ. ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών, [Αθήναι 1978],  σσ.  20-22.
9.  Γι’ αυτές τις πρώτες τριβές, αντιθέσεις και συγκρούσεις (μέχρι την άνοιξη του 1915) μεταξύ Βενιζέλου και Κωνσταντίνου βλ. Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. ΧΙΙΙ, εκδ. 20ός Αιώνας, Αθήνα 1958, σσ. 410-440·  Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σσ. 15-29·  Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, μτφρ. Α. Ξανθόπουλος, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1982, σσ. 305-313.
10.  Γ. Κορδάτος, ό. π., σ. 151.
11.  Για όλη εκείνη την κινητικότητα γύρω από τις ομοσπονδιακές κινήσεις βλ. L. Stavrianos, The Balkan Federation. A History of the Movement towards Balkan Unity in Modern Times, Connecticut, Archon Books, 1964, σσ. 66-151.
12.  Για το ελληνικό φεντεραλιστικό κίνημα βλ. Varban Todorov, Greek Federalism during the nineteenth century (ideas and projects), Columbia University Press, Nέα Υόρκη 1995· Λουκιανός Χασιώτης, «Η Ανατολική Ομοσπονδία»: δυο ελληνικές φεντεραλιστικές κινήσεις του 19ου αιώνα, εκδ. Βάνιας, [Θεσσαλονίκη 2001]. Ειδικότερα, για τη σημαντικότατη δραστηριότητα του ριζοσπάτη Κεφαλονίτη λόγιου και δημοσιογράφου Παναγιώτη Πανά βλ. Ερασμία-Λουϊζα Σταυροπούλου, Παναγιώτης Πανάς (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης ρομαντικός, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1987, σσ. 85-106.
13.  Οι κυριότεροι σοσιαλδημοκρατικοί/σοσιαλιστικοί κομματικοί σχηματισμοί εκείνης της περιόδου (πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα) στις βαλκανικές χώρες ήταν (στη Βουλγαρία μετά τη διάσπαση το 1903 του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος) το Βουλγαρικό Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ή «Στενό» (ή των «Στενών», με επικεφαλής τον Dimitar Blagoev), το Ενιαίο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Βουλγαρίας ή «Πλατύ» (ή των «Πλατιών», με επικεφαλής τον Υanko Zakazov), το Ρουμάνικο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Σερβικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (του Δρακούλη) και η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης, η γνωστή Φεντερασιόν.
14.  Στη Συνδιάσκεψη πήραν μέρος αντιπροσωπίες από τη Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία, Ρουμανία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη Μακεδονία και τις σλαβικές περιοχές της Αυστρο-Ουγγαρίας. Από την Ελλάδα καμιά σοσιαλδημοκρατική ομάδα δε συμμετείχε, ενώ ο νεοσύστατος ΣΤΕΤ του Δρακούλη έστειλε χαιρετισμό. Στη Φεντερασιόν δεν επιτράπηκε  να συμμετάσχει λόγω της έντονης άρνησης του Στενού Κόμματος της Βουλγαρίας. Βλ. σχετικά Γ. Λεονταρίτης, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ό. π., σ. 33.
15.  Το κείμενο της απόφασης βλ. L. Stavrianos, ό. π., σσ. 289-291.
16.  Βλ. Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σ. 34.
17.  Λέον Τρότσκι, Τα Βαλκάνια και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, μτφρ. Π. Ματάλας, εκδ. Θεμέλιο, [Αθήνα 1993], σ. 86 («Το Βαλκανικό Ζήτημα και η σοσιαλδημοκρατία»,σσ. 82-88).
18.  Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 22, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα [1979], σ. 141 («Σ’ όλους τους πολίτες της Ρωσίας», σσ. 140-144). Την ίδια θέση θα επαναλάβει και αργότερα, προς το τέλος του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, βλ. ό. π., τόμ. 23, σ. 39 («Ο Βαλκανικός πόλεμος και ο αστικός σωβινισμός», σσ. 39-40).
19.  Βλ. Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σσ. 39-41· Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, Η σοσιαλιστική οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης 1909-1918. Ζητήματα γύρω από τη δράση της, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, σσ. 119-121.
20.  Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σσ. 40-41.
21.  Για τη στάση της ΙΙ Διεθνούς και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων-μελών της βλ. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1965, τόμ. Ζ2, σσ. 736-740.
22. Βλ. Νίκος Ψυρούκης, ό. π., σσ. 111-112, όπου και επισημαίνει: «Ο [Α΄] παγκόσμιος πόλεμος ήταν βασικά πόλεμος για την επέχταση και την εντατικοποίηση του αποικιοκρατικού διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας. […] Η Β΄ Διεθνής ήταν σταθερά προσανατολισμένη προς το σοσιαλιμπεριαλισμό. Γι’ αυτό και στην κρίσιμη στιγμή τα κόμματά της έγιναν ανοιχτά σοσιαλσωβινιστικά».
23.  Βλ. Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σσ. 66-67.
24.  Βλ. Β. Ι. Λένιν, ό.π., τόμ.23, σσ. 179 («Οι εξοπλισμοί και ο καπιταλισμός», σσ. 179-180). Βλ. επίσης ό.π., σσ. 255-256 («Οι καπιταλιστές και ο εξοπλισμός»). Από την πρώτη στιγμή ο Λένιν διείδε τις τάσεις της πλειοψηφίας της ΙΙ Διεθνούς, και γι’ αυτό με την αρθρογραφία του και τη γενικότερη στάση και δράση του προσπαθούσε να απομακρύνει τα μέλη του Σοσιαλδημοκρατικού  Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας, και όχι μόνο, από τη ρεφορμιστική «πατριωτική» γραμμή. Άλλωστε, ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι είναι από τα λίγους σοσιαλιστές που σταθερά αντιτάχθηκαν στο φιλοπόλεμο  ρεύμα εκείνης της εποχής.
25.  Βλ. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, ό. π., σ. 738·  Γ. Λεονταρίτης, ό.π., σσ. 60-61· Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, ό. π., σσ. 177-178.
26.  Γ. Κορδάτος, ό. π., σ. 273.
27. Πάντως, ενώ το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου προκάλεσε ανακατατάξεις στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα, στην Ελλάδα «επέδρασε ως καταλύτης, κυρίως μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου στη Ρωσία, για τη σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση και τελική ενοποίηση του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος», Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σ. 61.
28.  Βλ. Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, ό. π., σ. 178.
29.  Το Σοσιαλιστικό Κέντρο της Αθήνας (ΣΚΑ) ιδρύθηκε το 1911 από τον Νίκο Γιαννιό (1885-1958), ο οποίος από το τέλος του 1910 συνεργαζόταν με τον Πλ.  Δρακούλη ως γραμματέας του ΣΤΕΤ. Στις προγραμματικές του θέσεις το ΣΚΑ περιελάμβανε την «ένωση όλων των κρατών του Αίμου σε μια Δημοκρατική Βαλκανική Ομοσπονδία. Για το ΣΚΑ και τη δράση του Ν. Γιαννιού βλ. Γ. Κορδάτος, ό. π., σσ. 152-170·  Π. Νούτσος, ό.π., τόμ. Β΄, σσ. 92-101, 291-338.
30.  Το Σοσιαλιστικό Κέντρο του Πειραιά ιδρύθηκε μετά από ενέργειες του αντίστοιχου Κέντρου της Αθήνας, βλ. Γ. Κορδάτος, ό. π., σ. 160.
31. Η Ένωση Εργατικών Συνδικάτων, η οποία συνυπόγραψε το κοινό πρωτομαγιάτικο ψήφισμα, ίσως να ταυτίζεται με την Ένωση Ελληνικών Σωματείων, η οποία αναφέρεται στο Π. Νούτσος, ό. π., σ. 359, σημ. 1.
32.  Βλ. Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, ό. π., σ. 178.
33.  Τελικά, όταν μέσα στο 1915  θα οξυνθούν οι σχέσεις των δύο ανδρών λόγω της διαφορετικής τους τοποθέτησης απέναντι στο θέμα του Πολέμου, ο Πλ. Δρακούλης με υπόμνημά του (6 Ιουλίου 1915) προς το Γραφείο της ΙΙ Διεθνούς γνωστοποιούσε, ανάμεσα στ’ άλλα, την απομάκρυνση του Π. Δημητράτου και της ομάδας του, της Σοσιαλιστικής Ένωσης Αθηνών, από τις οργανώσεις του, κάνοντας λόγο για «δράκα προδοτών». Για τη δράση του Παναγή Δημητράτου και γενικότερη τη συμβολή του στη σοσιαλιστική κίνηση εκείνης της εποχής βλ. Γ. Κορδάτος, ό. π., σσ. 263-266· Μ. Δημητρίου, ό. π., σσ. 301-310·  Π. Νούτσος, ό. π., σσ. 109-113, 339-341.
34.  Πλ. Δρακούλης, Η Ελλάς, τα βαλκανικά κράτη και η ομοσπονδιακή λύσις, ό. π., σ. 6.
35.  Ό. π., σ. 6.
36.  Είναι γεγονός ότι «εγγενείς αδυναμίες και ανεπάρκειες, πολιτικές και οικονομικές, και επιδράσεις ή καταβολές πνευματικές και πολιτισμικές, επιδιώξεις, ακόμη, ή φιλοδοξίες υπέρμετρες των πραγματικών τους δυνατοτήτων έστρεψαν τα βαλκανικά κράτη προς την αναζήτηση της προστασίας των Μεγάλων Δυνάμεων», οι οποίες «σε αναζήτηση τρόπων για την επέκταση της ακτίνας επιρροής και ελέγχου στο νευραλγικό γεωγραφικό χώρο των Βαλκανίων, θα αξιοποιήσουν κάθε δυνατότητα που προσφερόταν για την ενίσχυση της κυριαρχικής παρουσίας τους», Κων. Σβολόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος. 12 μελετήματα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σ. 60.
37.  Σε άλλο σημείο της μπροσούρας του αναφέρει ότι «οι Βαλκάνιοι πολιτευταί υπήρξαν πάντοτε […] άμοιροι της αναγκαίας ψυχικής δυνάμεως όπως αποκρούωσι τα διαβήματα φιλοκερδών ξένων συμβούλων», ό. π., σ.  27.
38.  Ο Βενιζέλος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κ. Σβολόπουλος, ό. π., σ. 82, επειδή πίστευε ότι εκείνη η παγκόσμια σύρραξη «πρόσφερε στους Έλληνες την ευκαιρία και τα μέσα για την πραγμάτωση των εθνικών τους επιδιώξεων», υποστήριζε ότι η Ελλάδα όφειλε να ταχθεί «χωρίς καθυστέρηση στο πλευρό των Δυτικών Δυνάμεων».
39.  Σημειώνει στην μπροσούρα του: «είνε ευχάριστον ότι υφίστανται εγκάρδιοι γειτονικαί σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδος» (σ. 23). Εξάλλου, ο Βενιζέλος και στην τελευταία πρωθυπουργική του θητεία (1928-1932) θα επιμείνει στις «φιλικές και αρμονικές» σχέσεις με τη, φασιστική τώρα,  Ιταλία και θα αποτρέπει τους υπόδουλους Δωδεκανήσιους από κάθε απελευθερωτική ενέργεια, βλ. Κ. Σβολόπουλος, ό. π., σσ.191-192.
40.  «Ακόμα και αυτή η Αγγλία θα μπορούσε να δεχτεί μια τόσο αόριστη φόρμουλα», επισημαίνει σωστά ο Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σ. 65.
41.  Για τις θέσεις και τη στάση του Βενιζέλου σχετικά με το Κυπριακό Ζήτημα βλ. ενδεικτικά Γ. Πικρός, «Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό Ζήτημα», στο Μελετήματα γύρω από το Βενιζέλο και την εποχή του, (έκδ. Θ. Βερέμης, Οδ. Δημητρακόπουλος), Αθήνα 1980, σσ. 173-308.
42.  Πράγματι, «μόνον εσφαλμένη παιδεία είνε η χαλκεύουσα επιπολαίους αντιθέσεις», γράφει σε άλλο σημείο της μπροσούρας του (σ. 11) ο Δρακούλης. Πάντως, ο ρόλος του βιβλίου, του τύπου και γενικότερα της παιδείας και του πολιτισμού στην προώθηση της βαλκανικής συνεννόησης και συνεργασίας απασχολεί και σήμερα πολιτικούς και διανοούμενους των Βαλκανίων. Βλ. στα Πρακτικά του Δ΄ Διαβαλκανικού Συνεδρίου, που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη, 11-12 Σεπτεμβρίου 1998, από το Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, Ρήγας Βελεστινλής και η διαβαλκανική συνεργασία σήμερα, εκδ. Προσκήνιο, [Αθήνα 1999], τις εισηγήσεις των Svetlozar Zekov (σσ. 62-66), Alexander Vucic (σσ. 185-192), Τίτου Αθανασιάδη (σσ. 204-209), Frrok Cupi (σσ. 210-215), Armand Shkullaku (σσ. 219-222), Panayot Denev (σσ. 247-254) και Mehmet Guler (σσ. 264-265).
43.  Το πατριαρχείο επηρέαζε αρνητικά την πορεία της εθνικής ομογενοποίησης των μη ελληνικών βαλκανικών χριστιανικών πληθυσμών, επισημαίνει ο V. Todorov, ό. π., σ. 145.
44.  Υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ο Ν. Ψυρούκης, ό. π., σ. 85: «[…] στην περίοδο του ιμπεριαλισμού το πετρέλαιο έγινε η πρώτη ύλη-κλειδί για την εθνική οικονομία και τη δύναμη κάθε καπιταλιστικής χώρας. Έγινε η δύναμη για την παγκόσμια ηγεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων».
45.  Ο πρώτος που εισήγαγε στο πολιτικό λεξιλόγιο τον όρο «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» ήταν ένας Γάλλος δικηγόρος από τη Rouen το 1847. Για τις προτάσεις και τις κινήσεις που υπήρξαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα για την ευρωπαϊκή ενοποίηση βλ. Γιώργος Κόκκινος, Αναζητώντας την Ευρώπη, εκδ. Μεταίχμιο, [Αθήνα 2000], σσ. 135-140.
46.  Βλ. ό. π., σσ. 141-148·  Κ. Σβολόπουλος, ό. π., σσ. 219-237.
47.  Ο Δρακούλης έχει στο μεταξύ εκδηλώσει την προτίμησή του προς τον Βενιζέλο: παρείχε ψήφο εμπιστοσύνης στην πρώτη κυβέρνηση του Κρητικού πολιτικού (1910), διαχωρίζοντας τη θέση του από τους συνυποψήφιούς του σοσιαλιστές, και συμμετείχε στις εκλογές του Νοεμβρίου 1910  στο συνδυασμό του βενιζελικού κόμματος, βλ. Σπ. Λουκάτος, ό. π., σσ. 29-31·  Θ.Μπενάκης, ό. π., σσ. 53-54.
48.  «Στο μέτρο που είχαν τα εθνικά κράτη συσταθεί και βαθμιαία επικαλύψει ολόκληρη την έκταση της Χερσονήσου, το κέντρο βάρους στις προσπάθειες για την προαγωγή της διαβαλκανικής συνεννόησης είχε μετακυλήσει από τα άτομα και τους λαούς στους πολιτικά υπεύθυνους εκπροσώπους τους», επισημαίνει ο Κ. Σβολόπουλος, ό. π., σσ. 205-206.
49.  Ο Δρακούλης θεωρεί ως πρώτο βήμα της ομοσπονδιακής ένωσης των βαλκανικών κρατών την τελωνειακή τους ένωση και αναφέρει παραδείγματα  ομοσπονδιακού τύπου κρατών, όπως οι ΗΠΑ, ο  Καναδάς, η Βρετανία, η Ελβετία, η Γερμανία, η Αυστραλία (σσ. 30-32).
50.  Ο Μ. Δημητρίου, ό. π., σ. 171, γράφει χαρακτηριστικά ότι ο Πλ. Δρακούλης μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους «θα μεταλλάξει την πίστη του από τον ανθρωπιστικό και ειρηνιστικό σοσιαλισμό του Ζαν Ζωρές σε καθαρή υποστήριξη της πολιτικής του Ελ. Βενιζέλου».
51.  [Platon Drakoulis],   «Greece in Danger. Manifesto of the Greek Socialist Party» , The Asiatic Review, VII, Νο 19, Οκτώβριος 1915, σσ. 280-281, στο Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σ. 68.
52.  Βλ. γι’ αυτές τις εξελίξεις Γ. Λεονταρίτης, ό. π., σσ. 67-69· Π. Νούτσος, ό. π., τόμ. Β΄, σ. 266.
53.  Π. Νούτσος, ό. π., σ. 90.
54.  Αρθρογραφία και εργογραφία του Δρακούλη γι’ αυτές τις ενασχολήσεις του βλ. ό. π., σσ. 268-272.  Ο Π. Νούτσος, ό. π., σ. 90, χαρακτηρίζει τον Δρακούλη αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του «μετα-σοσιαλιστή» και, σ. 267,  εντάσσει τα νέα ενδιαφέροντα  μαζί με τις αντίστοιχες δραστηριότητές του σε έναν «κοινωνιοκρατικό ανθρωπισμό μετασοσιαλιστικής υφής».