Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

H EΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΜΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΠ. ΛΟΥΚΑΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ



 Το κείμενο σύντομης παρέμβασης κατά την παρουσίαση της επανέκδοσης του Α΄ τόμου 
του τρίτομου έργου για την Κατοχή και την Αντίσταση του ιστορικού Σπ. Λουκάτου
στην αίθουσα  της Αδελφότητας Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά, στις 26-2-2011.



         Ο Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης μας έχει παραγγείλει:
«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
                                     όπου και να θολώνει ο νους σας,
                                     μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό,
                                     και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».
Κι εμείς θα συμπληρώσουμε: Όταν και όπου μας βρίσκει το κακό, σε μέρες μαύρες και ζοφερές, όπως καληώρα τώρα, αυτή την περίοδο, που όλα μετατρέπονται και  όλα ανατρέπονται, είναι ανάγκη να ανατρέχουμε στην Ιστορία μας, παλιά και πρόσφατη· και μαζί με τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη να μνημονεύουμε και τον αγώνα του ’40 στα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας, να θυμόμαστε και να μελετάμε τον αγώνα της Εθνικής του λαού μας Αντίστασης, για της οποίας τη γένεση, την ανάπτυξη και την προσφορά στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη θα μιλήσουμε απόψε με αφορμή την επανέκδοση του πρώτου τόμου του έργου του Σπύρου Λουκάτου Τα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και Ιθάκη.

          Η Εθνική Αντίσταση 1941-1944 παραμένει σημαντικότατος σταθμός της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας μας. Δεν ήταν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα ούτε μια αδιέξοδη ενέργεια σκλαβωμένων ανθρώπων. Ήταν μια συνειδητή αντίδραση ελεύθερων στη σκέψη και το φρόνημα Ελλήνων, ήταν μια συλλογική πράξη πολύμορφης καθολικότητας που στόχευε στην απελευθέρωση και τη γνήσια δημοκρατική διακυβέρνηση μιας εθνικά κυρίαρχης και ανεξάρτητης Ελλάδας. Ο αγώνας βέβαια δεν ολοκληρώθηκε, καθώς η επέμβαση των Άγγλων και στη συνέχεια των Αμερικανών, αξιοποιώντας και αδυναμίες και λάθη του ίδιου του κινήματος, δεν έδωσε τη δυνατότητα στο λαογέννητο εθνικοαντιστασιακό κίνημα να οικοδομήσει την ελεύθερη, ανεξάρτητη και κοινωνικά δίκαιη κοινωνία που οραματίστηκε. Ο Εμφύλιος, που γιγαντώθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 με τα χιλιάδες θύματα και από τις δυο πλευρές αλλά και τον άγριο κατατρεγμό των αγωνιστών της Αριστεράς, συνέχιζε με το νομικό του πλέγμα και το ιδεολογικό του πνεύμα να κυριαρχεί στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονα, μέχρι και τη δεκαετία του 1970.
          Ωστόσο, αυτή η κατάληξη ούτε ακυρώνει το μεγαλειώδη αγώνα, ούτε  μειώνει στο ελάχιστο την προσφορά της Εθνικής Λαϊκής Αντίστασης. Γιατί πιο σωστά θα ήταν να ονομάζεται Εθνική Λαϊκή Αντίσταση, καθώς λαογέννητη υπήρξε η έμπνευση και η καταγωγή της, αφού οργανώθηκε από τα κάτω, από τις πρωτοπόρες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας, και ευρύτατη ήταν η εθνική της διάσταση. Εξάλλου, τα ίδια τα σημερινά προβλήματα κάνουν επίκαιρη εκείνη την ιστορική περίοδο και μας οδηγούν αναπόδραστα στη μελέτη της. Με τη μελέτη αυτή θα ανατροφοδοτηθεί η συλλογική μνήμη, θα ενισχυθεί η πίστη του αναγνώστη-πολίτη, θα επιβεβαιωθεί η ικανότητά του να αντιστέκεται και να μην υποκύπτει στην πίεση των ισχυρών.
          Βέβαια, το ενδιαφέρον του αναγνώστη-πολίτη δεν είναι πάντοτε ιστορικού χαρακτήρα. Η ανάγκη έρευνας και μελέτης της περιόδου αυτής πηγάζει και από την υποχρέωση που έχουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα και τα προβλήματα του σήμερα. Πιο συγκεκριμένα, ο σημερινός αναγνώστης-πολίτης δεν ενδιαφέρεται μόνο για την όσο γίνεται αντικειμενικότερη εξιστόρηση και εκτίμηση των γεγονότων, αλλά επιθυμεί, κατακτώντας ταυτόχρονα την εθνική του αυτογνωσία,  να εξαγάγει από εκείνα τα γεγονότα συμπεράσματα και πορίσματα και μηνύματα για τα σύγχρονα προβλήματα και για τα σημερινά καθήκοντα του λαϊκού κινήματος στη χώρα μας. Πώς δηλαδή θα αντιμετωπίσει τη σύγχρονη ζοφερή κατάσταση, που με την αφαίρεση κεκτημένων, δημιουργεί η κυβέρνηση ένα νέο Μεσαίωνα στις εργασιακές σχέσεις, πώς θα αντιπαλέψει την αμφισβήτηση κυριαρχικών εθνικών δικαιωμάτων, που το διεθνές κεφάλαιο μέσω της Τρόϊκας επιβάλει και η σημερινή κυβέρνηση αποδέχεται, καταστρατηγώντας συνταγματικές διατάξεις. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που ιδιαίτερα στις μέρες μας δεν είναι λίγοι εκείνοι που κάνουν λόγο για την αναγκαιότητα ενός νέου ΕΑΜ, καθώς πιστεύουν ότι έχουν επανέλθει για συζήτηση και λύση θέματα οργάνωσης  του λαϊκού κινήματος και προώθησης αιτημάτων, που το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης έθεσε, υπερβαίνοντας τις τότε κατεστημένες αντιλήψεις.

          Πάντως, όπως και να έχει το πράγμα, η Εθνική Αντίσταση με τη δημιουργική δύναμη των ιδεών, των πράξεων  και των οραμάτων της παραδειγματίζει, προσφέρει δυνατότητες προωθημένων σκέψεων και πρωτόγνωρων δράσεων, ανοίγει δρόμους για νέες ανατάσεις. Η ενεργητική λαϊκή συμμετοχή, οι πρακτικές  αυτοοργάνωσης και μαζικής οργάνωσης, οι διαδικασίες άμεσης δημοκρατικής λειτουργίας, η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα, ο ενθουσιασμός και η πίστη στο συλλογικό αγώνα, το πνεύμα της ανυπακοής και της αδιάλλακτης αντίθεσης είναι γνωρίσματα εκείνου του εθνικοαντιστασιακού κινήματος που, τηρουμένων των αναλογιών, μπορούν και σήμερα να έχουν τη εφαρμογή τους.
          Να, λοιπόν, γιατί το βιβλίο, για το οποίο σήμερα θα μιλήσουμε, είναι επίκαιρο. Αναφέρεται στην περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Κάνει λόγο για την ίδρυση και την ανάπτυξη του ΕΑΜικού κινήματος στα νησιά μας κατά την ιταλική κατοχή, ενός κινήματος το οποίο κατόρθωσε, ξεπερνώντας διαφωνίες και αντιθέσεις, να ενώσει στις γραμμές του πατριώτες από φιλελεύθερους δημοκράτες μέχρι σοσιαλιστές και κομμουνιστές, εργατοϋπαλλήλους και αγρότες, διανοούμενους και καλλιτέχνες, αξιωματικούς του ελληνικού στρατού και κληρικούς, άνδρες και γυναίκες, μικρούς και μεγάλους. Αλλά γι’ αυτά θα σας μιλήσει ο εξαίρετος ιστορικός κ. Βασίλης Λάζαρης.

          Εμένα θα μου επιτρέψετε για λίγο ακόμη να σας πω πώς και γιατί φτάσαμε σ’ αυτή την επανέκδοση.
          Μες στη δεκαετία του 1980 και συγκεκριμένα από το 1981 μέχρι το 1991 εκδόθηκε το τρίτομο έργο του Κεφαλονίτη ιστορικού Σπύρου Λουκάτου για την Ιταλο-Γερμανική Κατοχή και Αντίσταση στα νησιά μας. Ο συγγραφέας του έργου υπήρξε από τα βασικά στελέχη του τοπικού αντιστασιακού κινήματος. Καθηγητής φιλόλογος στο Γυμνάσιο Αρρένων του Αργοστολιού τότε, παίρνει δραστήριο μέρος στη συγκρότηση του αντιστασιακού ΕΑΜικού κινήματος στο νησί. Η σταθερότητα στις αρχές του, η συνέπειά του στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η οξυδέρκειά του και γενικότερα η τόλμη και η αγωνιστική του  διάθεση γρήγορα τον αναδεικνύουν ένα από τα ηγετικά στελέχη του τοπικού αντιστασιακού αγώνα, καθώς θα αναλάβει γραμματέας της Περιφερειακής Επιτροπής του ΕΑΜ Κεφαλονιάς και Ιθάκης.
          Φυσικά, βρίσκεται στο στόχαστρο των δυνάμεων Κατοχής και των συνεργατών τους, που τον καταδιώκουν και τελικά τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν. Τρεις φορές σώζεται από βέβαιο θάνατο. Συγκαταλέγεται μεταξύ των υποψηφίων για τις εκτελέσεις της Πρωτομαγιάς του 1944 πατριωτών, χάρη όμως στις τότε μεγαλειώδεις λαϊκές κινητοποιήσεις  θα αποφυλακιστεί μαζί με άλλους αγωνιστές. Για δεύτερη φορά γλυτώνει το θάνατο, όταν, αποκλεισμένος μαζί με πολλά αντιστασιακά στελέχη στον Αίνο από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και των συνεργατών τους, κατορθώνει να ξεφύγει από τον ασφυκτικό εχθρικό κλοιό. Και είναι από τους λίγους «τυχερούς» που, έστω και τραυματισμένος σοβαρά, διασώζεται από τα μαζικά πυρά των Γερμανών, τα οποία έζωσαν το ΕΛΑΝίτικο καΐκι «Αϊ-Δημήτρης», που μετέφερε τον Ιούλιο του !944 Κεφαλονίτες αγωνιστές στην Αιτωλοακαρνανία.
           Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και την έναρξη της λευκής τρομοκρατίας και της συστηματικής δίωξης της ΕΑΜικής Αντίστασης, ο Λουκάτος θα απολυθεί από την Εκπαίδευση, ενώ θα αντιμετωπίσει  μες στο Αργοστόλι δολοφονική απόπειρα εναντίον του. Θα ακολουθήσει περίοδος δοκιμασιών και περιπετειών, καθώς θα αναγκαστεί να οδηγηθεί σε πλήρη σχεδόν απομόνωση από τον έξω κόσμο, που θα διαρκέσει εφτά περίπου χρόνια. Τελικά, στα μέσα της δεκαετίας του 1950 θα βρεθεί στην Αθήνα, όπου θα συνεχίσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές και θα εργαστεί αρχικά  στην Ιδιωτική και αργότερα στη Δημόσια Εκπαίδευση, Μέση και κατόπιν Ανώτερη.
          Ο Λουκάτος, βέβαια, δεν περιορίστηκε στο διδακτικό του έργο. Επιδόθηκε, παράλληλα,  στην αρχειακή έρευνα και επιστημονική μελέτη και συγγραφή. Ασχολήθηκε με τη νεότερη και σύγχρονη ελληνική και βαλκανική ιστορία, χωρίς ωστόσο να σταματήσει να ερευνά και να γράφει για το πρωτοσοσιαλιστικό κίνημα και τον αντιστασιακό αγώνα της γενέτειράς του της Κεφαλονιάς. Αλλά και σε όλη αυτή τη μακρά περίοδο ήταν πάντοτε κοινωνικά και πολιτικά παρών στα τεκταινόμενα της Κεφαλονιάς, καταξιώνοντας το χαρακτηρισμό του «πολίτη», με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, του ανθρώπου δηλαδή του κοινωνικά ωφέλιμου στην πόλη του. Και σήμερα, όντας 96 χρονών, εξακολουθεί, παρά τα όποια προβλήματα υγείας, να διατηρεί την πνευματική του διαύγεια και να επιμένει να γράφει.
           Έχοντας, λοιπόν, ο Σπ. Λουκάτος ως ιστορικός την απαραίτητη επιστημονική υποδομή, αλλά και ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης τη γνώση  και τα βιώματα εκείνης της εποχής, ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο, για να μεταφέρει στο χαρτί την ιστορία της κατοχικής και αντιστασιακής περιόδου της Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Και επειδή ο ίδιος ήταν από τα ηγετικά στελέχη του αγώνα, μπορεί και μας δίνει,  πέρα από την όσο πιο αντικειμενική εξιστόρηση των γεγονότων,  και ένα κοίταγμα του αντιστασιακού κινήματος «από τα μέσα», εξίσου σημαντικό.
          Έγινε, βέβαια, εκείνη τη δεκαετία του 1980 δυνατή η έκδοση και κυκλοφορία των τριών τόμων του έργου του χάρη κυρίως στις χορηγίες Συλλόγων της θιακοκεφαλονίτικης παροικίας στην Αθήνα και τον Πειραιά και στην πρόθυμη προσφορά εκδοτικών οίκων Κεφαλονιτών. Και μνημονεύουμε στο σημείο αυτό όλους εκείνους, χάρη στων οποίων τη χορηγία και ενίσχυση μπορέσαμε όλοι εμείς να διαβάσουμε, να μελετήσουμε και να γνωρίσουμε την τοπική μας ιστορία της Κατοχής και της Αντίστασης. Η Αδελφότητα Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά μετά από πρόταση του προέδρου της Διονυσίου Κουγιανού επιχορήγησε την έκδοση του Β΄ τόμου το 1981, ο οποίος αναφερόταν στην ιταλο-γερμανική σύρραξη στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη και είχε ως Επίμετρο τη σύρραξη στα άλλα Ιόνια νησιά και κυρίως στην Κέρκυρα· η Ομοσπονδία Κεφαλονίτικων και Ιθακησιακών Σωματείων (ΟΚΙΣ) επί προεδρίας αρχικά του Γιώργου Θεοτοκάτου και στη συνέχεια του Γεράσιμου Αντωνέλου και ο Σύλλογος Φαρακλάδων «Η Εύγερος» επί προεδρίας του Παναγιώτη Λυκούδη και μετά από πρόταση του Ευγένιου Σπανού, μέλους τότε των Διοικητικών Συμβουλίων και των δύο παραπάνω φορέων, ανέλαβαν την έκδοση του Γ΄ τόμου το 1991, ο οποίος αναφερόταν στη Γερμανική Κατοχή μέχρι τις μέρες της απελευθέρωσης· ο εκδοτικός οίκος «Οργανισμός Διαδόσεως Επτανησιακού Βιβλίου» του Κεφαλονίτη Βαγγέλη Κουνάδη εξέδωσε τον Α΄ τόμο το 1987, ο οποίος αναφερόταν στην Ιταλική Κατοχή, και οι εκδόσεις «Αλκυών» των Κεφαλονιτών Δ. Λεωνιδάκη και Π. Μεταξάτου επανεξέδωσαν το 1997 το Β΄ τόμο.
          Οι τρεις αυτοί τόμοι για τριάντα χρόνια, μέχρι σήμερα δηλαδή, παρέμεναν τα μοναδικά βιβλία συνολικής αναφοράς σ’ εκείνη την περίοδο. Με αυτά τα βιβλία όλα αυτά τα χρόνια κρατήθηκε και ενισχύθηκε η μνήμη των πρωταγωνιστών αλλά και των εκατοντάδων ανώνυμων λαϊκών αγωνιστών της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης της Κεφαλονιάς και Ιθάκης, με τα ίδια αυτά βιβλία γνωρίσαμε εμείς οι μεταγενέστεροι τους αγώνες και τις θυσίες εκείνης της γενιάς. Την τελευταία, όμως, περίοδο είχαν γίνει δυσεύρετα, καθώς είχαν, φαίνεται, εξαντληθεί και δεν υπήρχε πρόθεση ή και δυνατότητα να επανεκδοθούν από κάποιο συντοπίτικο Σύλλογο.

          Στο μεταξύ, σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο δεν είχε αποτολμηθεί η έκδοση ενός ανάλογου έργου με πλουσιότερα ενδεχομένως στοιχεία και άγνωστα τεκμήρια. Είχαν βέβαια κυκλοφορήσει βιβλία, τα οποία επιλεκτικά αναφέρονταν σε γεγονότα της Κατοχής και της Αντίστασης ή κατέγραφαν προσωπικές αναμνήσεις – βιβλία ωστόσο χρήσιμα, καθώς αναδείκνυαν κάποιες πλευρές του αγώνα ή διατύπωναν διαφορετικές απόψεις και εκτιμήσεις.
-Το 1983 κυκλοφορεί το βιβλίο του δημοσιογράφου Γιάννη Βούλτεψη Συναγωνιστής Ακέλας, (εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1983, 320 σελίδες), όπου ο συγγραφέας και αγωνιστής τότε της Αντίστασης σε μορφή ρεπορτάζ καταγράφει την προσωπική του εμπειρία και συμμετοχή στα δρώμενα της κατοχικής  Κεφαλονιάς και Αιτωλοακαρνανίας. (Να σημειώσουμε εδώ ότι στοιχεία για το κεφαλονίτικο αντιστασιακό κίνημα βρίσκουμε και σ’ ένα μεταγενέστερο βιβλίο του ίδιου συγγραφέα, την Πρόκληση, (έκδοση πρώτη, εκδ. Ισοκράτης,  Αθήνα 1986, 240 σελίδες, και έκδοση δεύτερη, εκδ. Πολιτικά Θέματα, Αθήνα 1986 292 σελίδες).
-Την επόμενη χρονιά, το 1984, ο Ευάγγελος Παρέντης κυκλοφορεί ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο (46 σελίδων) με τίτλο Εθνική Αντίσταση και Εμφύλιος Πόλεμος στην Κεφαλονιά (1941-1950), (Αθήνα 1984), στο οποίο καταγράφει κυρίως ονόματα αγωνιστών που καταδιώχτηκαν, φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν στην περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου.
-Την ίδια χρονιά (1984) τυπώνεται από την Αδελφότητα Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά και κυκλοφορεί φυλλάδιο (14 σελίδων) με τίτλο Επιτεύγματα του ΕΑΜ στην Κεφαλονιά και Ιθάκη, όπου περιλαμβάνεται ομότιτλη ομιλία του Σπύρου Λουκάτου, που είχε γίνει το 1983 στο Αργοστόλι και τον Πειραιά.
Η δεκαετία του 1990 θα μας προσφέρει περισσότερα βιβλία. Και συγκεκριμένα:
-Ο Ληξουριώτης δημοσιογράφος και συγγραφέας Λευτέρης Ελευθεράτος κυκλοφορεί το 1994 το μικρό του βιβλίο Αφιέρωμα στην Ιθάκη της Αντίστασης, (106 σελίδες), που είναι το πρώτο δημοσίευμα που αναφέρεται αποκλειστικά σε πρόσωπα και γεγονότα της Ιθάκης.
-Την ίδια χρονιά (1994) κυκλοφορεί η έρευνα του Γερμανού καθηγητή Christoph U. Schminck-Gustavus Οι ηττημένοι της Κεφαλλονιάς, (114 σελίδες), όπου μέσα από προσωπικές κυρίως μαρτυρίες αλλά και άλλες πηγές εξετάζεται η ιταλο-γερμανική σύρραξη και η σφαγή των Ιταλών.
-Και πάλι το 1994, εκδίδεται το βιβλίο του Θέμη Μαρίνου, στελέχους της Συμμαχικής Αποστολής στην Κεφαλονιά Με οδηγό την Αλήθεια. Κεφαλονιά. Κατοχή 1944, (εκδ. Παπαζήση και Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, 110 σελίδες), Αθήνα 1994, όπου παρουσιάζεται η άποψη της αγγλικής πλευράς για τα τεκταινόμενα στο νησί.
-Το 1996 εκδίδεται από την Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας και το ίδρυμα Υιών Παναγή Φωκά –Κοσμετάτου η μελέτη του Κοσμέτου Φωκά-Κοσμετάτου Η γερμανο-ιταλική σύρραξις εν Κεφαλληνία 1943, με γενική επιμέλεια και σχόλια του Γεράσιμου Αποστολάτου, όπου κυρίως κατακρίνεται η αντίσταση των Ιταλών κατά των Γερμανών και στοχοποιείται η συμμετοχή της ΕΑΜικής κεφαλονίτικης Αντίστασης.
-Το 1998 ο Λ. Ελευθεράτος επανέρχεται με το Οδοιπορικό μνήμης στην Κεφαλονιά της Αντίστασης, (έκδοση του Κέντρου Μελέτης της Ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης, 408 σελίδες), Αθήνα 1998, όπου διερευνά πρόσωπα και γεγονότα της κατοχικής και αντιστασιακής Κεφαλονιάς, δίνοντας συμπληρωματικά στοιχεία ή προσκομίζοντας και κάποια άλλα εντελώς νέα.
Στη δεκαετία του 2000 θα εκδοθούν δυο σχετικά βιβλία κυρίως ως απάντηση στο ιστορικό μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Λουί ντε Μπερνιέρ Το μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι:
-Το φάλτσο μαντολίνο του λοχαγού, (εκδ. Τεκμήριο, 192 σελίδες), Αθήνα 2002, του Λ. Ελευθεράτου, όπου αποκαλύπτεται  τεκμηριωμένα  η παραποίηση, διαστρέβλωση και κατασυκοφάντηση της κεφαλονίτικης Αντίστασης από τον Μπερνιέρ. (Παρόμοιο βιβλίο εξέδωσε ο Λ. Ελευθεράτος και στην αγγλική γλώσσα: False notes from Corellis mandolin. In Defence of Cephalonias History, εκδ. Τεκμήριο, 174 σελίδες, Αθήνα 2002).
-Ο συγγραφέας Β. Σακκάτος εκδίδει το 2008 το βιβλίο του Κεφαλονιά 1943. Το μεγάλο έγκλημα του ναζισμού. Η σφαγή της μεραρχίας Άκουι, (εκδ. Βιβλιοφιλία, 144 σελίδες), Αθήνα 2008, στο οποίο συγκεντρώνει άρθρα και ομιλίες του, έρευνες και συνεντεύξεις του σχετικές με τη σφαγή των Ιταλών, με το βιβλίο του Μπερνιέρ και με την έναρξη των ανακρίσεων από την πλευρά του Γερμανού ανακριτή, ενώ περιλαμβάνει και τη μαρτυρία του Γερ. Γαλάνου, αυτόπτη  μάρτυρα των συγκλονιστικών γεγονότων της σύρραξης στο Αργοστόλι.
          Τέλος, ενδιαφέροντα στοιχεία και προσωπικά βιώματα από την Ιταλο-Γερμανική Κατοχή και Αντίσταση στην Κεφαλονιά ανιχνεύουμε σε κάποια βιβλία-μαρτυρίες, όπως της Βασιλικής (Κούλας) Αλεξανδράτου, Όσα έζησα και είδα, (124 σελίδες), Αθήνα 2002, της δημοσιογράφου Μπέτας Γαλιατσάτου, Οδοιπορικό με παρέα τις αναμνήσεις. (Ο τελευταίος Γερμανός), (93 σελίδες), [Αθήνα 2004], του Δημήτρη-Σπύρου Ραυτόπουλου, Το ταξίδι της ζωής μου, (εκδ. Βιογράφος, 478 σελίδες), Αθήνα 2007, της Εύας Θεοτοκάτου, Τόσα που θυμάμαι..., (Μέρος Α΄, εκδ. Γαβριηλίδης, 464 σελίδες), Αθήνα 2009, και του Παναγή Σπηλιώτη Ναγής. Τα παιδικά μου χρόνια στην Κεφαλλονιά 1940-1950, (400 σελίδες), Αθήνα 2010, καθώς και σε μυθιστορηματικές αφηγήσεις, όπως του  Βαγγέλη Σακκάτου, Μεραρχία «Άκουι». Η σφαγή των Ιταλών στην Κεφαλονιά. Η Αντίσταση, (εκδ. Εστία, 168 σελίδες), Αθήνα 1993, (το βιβλίο αυτό επανεκδόθηκε συμπληρωμένο από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 2002, και μεταφράστηκε το 2004 και στα ιταλικά), της Μοιράννας Γεράκη, Είμαστε αδέρφια (Siamo Fratelli), (680 σελίδες), Αθήνα 1998, ή σε ιστορικά μυθιστορήματα, όπως της Ανδρεάδας Τραυλού-Μεσσάρη, κυρίως το Της τυφλής ανεμοθύελλας, (εκδ. Οδυσσέας, 518 σελίδες), Αθήνα 1992, και λιγότερο το Στη φωλιά του άσπρου γέρακα, (εκδ. Οδυσσέας, 504 σελίδες), Αθήνα 1999,  του Δημήτρη Γαλάτη, Σφαγή (εκδ. Παπαζήση, 331 σελίδες), Αθήνα 2005, και τα μεταφρασμένα στα ελληνικά, του Βεντούρι Μαρτσέλο, Λευκή σημαία στην Κεφαλλονιά, (μτφρ. Ν. Καλαμάρα-Φιλιππουπολίτη, εκδ. Καστανιώτη, 295 σελίδες) Αθήνα 2000 (πρώτη έκδοση το 1981), και του Λουί ντε Μπερνιέρ Το μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι, (μτφρ. Μ. Αγγελίδου, εκδ. Ψυχογιός, 614 σελίδες), Αθήνα 1995.

          Παρ’ όλη, όμως, την παραπάνω συγγραφική παραγωγή δεν είχαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια την έκδοση ενός σημαντικού συνθετικού έργου για το σύνολο της Ιταλο-Γερμανικής Κατοχής και Αντίστασης στα νησιά μας. Γι’ αυτό κρίθηκε αναγκαία η επανέκδοση του τρίτομου έργου του Σπ. Λουκάτου - έργο το οποίο εξακολουθεί να διατηρεί την αξία του. Και ο στόχος έγινε πραγματικότητα από τη στιγμή που ο συμπατριώτης μας Πέτρος Σταθάτος, υπεύθυνος των εκδόσεων «Νόβολι», δέχτηκε να αναλάβει την τυπογραφική-εκδοτική πλευρά και ο επίσης συμπατριώτης μας Σπύρος Μαγουλάς, που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ευαισθητοποιημένος σε θέματα ιστορίας και γενικότερα  παιδείας και πολιτισμού, πρόσφερε το αναγκαίο χρηματικό ποσό. (Να σημειώσω εδώ ότι ο ίδιος ο Σπ. Μαγουλάς έχει δηλώσει την πρόθεσή του να καθιερώσει ετήσια υποτροφία 2.000 ευρώ σε μαθητές  Λυκείων της Κεφαλονιάς στη μνήμη του συντρόφου του Αποστόλη Μπερδεμπέ, που έφυγε νέος από τη ζωή, και ήδη βρίσκεται σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Φιλολόγων γι’ αυτό το σκοπό). Σήμερα έχουμε τον πρώτο τόμο και μέχρι το καλοκαίρι θα έχουν κυκλοφορήσει και οι άλλοι δύο. Η χρηματοδότηση, βέβαια, του Σπ. Μαγουλά επεκτείνεται και στην έκδοση, για πρώτη φορά, ενός τέταρτου τόμου, τον οποίο σε χειρόγραφη μορφή  έχει ήδη καταθέσει ο Σπ. Λουκάτος στον Π. Σταθάτο. Σε αυτόν τον  τέταρτο τόμο ιστορούνται τα γεγονότα των μετά την Απελευθέρωση χρόνων και της εμφύλιας σύγκρουσης στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Θα τον περιμένουμε με ενδιαφέρον.

                                           

         

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

H ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ



Το κείμενο ομιλίας στην πλατεία Ληξουριού στις 6 Αυγούστου 2014,
στο πλαίσιο πολιτικής εκδήλωσης του Camping Αναιρέσεις 2014/ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥΑ.,
με γενικό τίτλο "Τα απελευθερωτικά κινήματα συην Κεφαλονιά :
Κίνημα Ριζοσπαστών και ΕΑΜική Αντίσταση 




          Επιτρέψτε μου να κάνω μια σύνδεση με όσα μόλις πριν ακούστηκαν από το φίλο Δημήτρη Κουσουρή. Στο πρωτοσέλιδο του πρώτου μετά την Απελευθέρωση και την αναχώρηση των Γερμανών, το Σεπτέμβριο του 1944, από την Κεφαλονιά  φύλλου της εφημερίδας του ΕΑΜ Κεφαλονιάς και Ιθάκης «Ελεύθερη Κεφαλονιά» παρουσιαζόταν ο συνδυασμός τριών σημαντικών γεγονότων της Κεφαλονιάς, της Επανάστασης του 1821, στην οποία υπήρξε σημαντική η κεφαλονίτικη συμμετοχή, του ριζοσπαστικού κινήματος, που ήταν πρωτοπόρα η Κεφαλονιά, και της Εθνική Αντίστασης, που το κίνημά της στο νησί είχε σημαντικές μοναδικότητες. Αυτή η παρουσίαση δήλωνε ότι εκείνοι οι αγωνιστές της Κατοχής είχαν συνείδηση της σχέσης του ριζοσπαστικού κατά της Αγγλοκρατίας αγώνα με τον αντιστασιακό κατά της ιταλογερμανικής Κατοχής αγώνα. Κοντολογίς, γνώριζαν ότι ο δικός τους αγώνας συνδεόταν με τον αγώνα των Ριζοσπαστών προγόνων τους. Γνώριζαν ότι ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία πρέπει να συμβαδίζει με τον αγώνα για την εδραίωση της δημοκρατίας και την κοινωνική αλλαγή, όπως διακήρυτταν και οι Ριζοσπάστες.

           Κάθε κίνημα καθορίζει τις αρχές και τους σκοπούς του. Κάθε κίνημα διαθέτει τους φορείς και τα μέσα υλοποίησης των στόχων του. Κάθε κίνημα έχει τη δυναμική του, η οποία είναι συνάρτηση ποικίλων παραγόντων, υποκειμενικών και αντικειμενικών. Βέβαια, δεν πετυχαίνει κάθε κίνημα το στόχο του, δεν έχει πάντοτε την προσδοκώμενη κατάληξη. Πάντοτε, όμως, αφήνει τα ίχνη του στον Τόπο και το Χρόνο, πάντοτε δημιουργεί υπόγεια ρεύματα, που αναταράζουν σκέψεις και στάσεις στο άμεσο ή και στο μακρινό μέλλον.
          Αυτά σε γενικές γραμμές  θα εξετάσουμε απόψε μιλώντας για το ριζοσπαστικό κίνημα: θα αναδείξουμε την αξία του, θα ξεδιαλύνουμε θολές πτυχές του, θα υπογραμμίσουμε τη σημασία της συνεχούς ανατροφοδότησής μας μέσα από το Λόγο και την Πράξη του.

          Με τη Συνθήκη του Παρισιού το 1815 τα Επτάνησα χαρακτηρίστηκαν «ενιαίο, ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος» και παραδόθηκαν στην «άμεση και αποκλειστική προστασία» της Αγγλίας, μέχρι να συγκροτηθεί ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, στο οποίο και θα παραχωρούνταν. Μόνο που εκείνη η «προστασία» πολύ σύντομα μετατράπηκε σε κατοχή και το «ελεύθερο και ανεξάρτητο» κράτος μεταβλήθηκε ουσιαστικά για μισόν περίπου αιώνα σε μισοαποικία αγγλική.
          Μπορεί το βρετανόπνευστο σύνταγμα του 1817 να θεσμοθετούσε Βουλή και Γερουσία, τα όργανα όμως αυτά ήταν πιόνια στα χέρια του αρμοστή, ο οποίος είχε όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Κάποιες μεταρρυθμίσεις, που θα γίνουν μετά από τριάντα χρόνια, δε θα επιφέρουν σοβαρές αλλαγές. Το ίδιο συνέβαινε και με τη δικαστική εξουσία, το ίδιο και με την αστυνομία, η οποία ανάμεσα στα άλλα είχε αναλάβει την καταδίωξη κάθε αντιστασιακής ενέργειας.

Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση του νησιού σε όλη την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας ήταν μια συνέχεια εκείνης που υπήρχε επί Βενετοκρατίας. Επιγραμματικά δίνουμε την ταξική διαστρωμάτωση της τοπικής κοινωνίας εκείνης της εποχής:
--- Κύρια πηγή πλούτου παρέμενε η γη. Τα τρία τέταρτα του καλλιεργούμενου εδάφους ανήκαν στους μεγαλοκτηματίες, που εξακολουθούσαν να αποτελούν μια ελάχιστη μειοψηφία του πληθυσμού, στην οποία και βασίστηκε αποκλειστικά για ένα μεγάλο διάστημα η ξενοκρατία, για να στερεώσει την κυριαρχία της στο νησί.
--- Η παρατηρούμενη από τα τέλη της Βενετοκρατίας ενίσχυση του εμπορίου και των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων συνθλιβόταν μέσα στο ιδιόμορφο φεουδαρχικό σύστημα που επικρατούσε. Ωστόσο, οι νέες πλούσιες αστικές οικογένειες, που αναδείχνονταν, παρουσίαζαν ιδιαίτερο δυναμισμό και ήταν δεκτικές στις νέες φιλελεύθερες ιδέες της Ευρώπης.
--- Οι νέοι αυτών των οικογενειών, επιστρέφοντας από τις σπουδές τους στη Δύση, επειδή δυσκολεύονταν στην επαγγελματική τους αποκατάσταση, σύντομα μετατρέπονταν σε πρωτοπόρους αντιβρετανικών εκδηλώσεων. Όλοι αυτοί, που γνώρισαν στη Δύση τις φιλελεύθερες ιδέες και συμμετείχαν, κάποιοι από αυτούς, σε επαναστατικά κινήματα, μετέφεραν τώρα στη γενέτειρά τους θεωρίες επαναστατικές και εμπειρίες οργανωτικές. Μέσα από αυτούς θα ξεπηδήσουν οι ιδρυτές και οι πρωτοπόροι του ριζοσπαστικού κινήματος. Το ίδιο δηλαδή το σύστημα εξέθρεφε τους αντιπάλους του.
--- Στην ύπαιθρο η αντιπαράθεση γαιοκτημόνων και αγροληπτών συνεχιζόταν εντονότατη. Η εμμονή στη μονοκαλλιέργεια της σταφίδας είχε μεγαλώσει την εξάρτηση του αγρότη από το μεγαλοκτηματία και το σταφιδέμπορο, ενώ η γενικότερη αντιαγροτική πολιτική και πρακτική της Προστασίας οδηγούσε το αγροτικό στοιχείο στην εξαθλίωση.
--- Στην πόλη οι μικροεπαγγελματίες, οι μικροέμποροι και οι τεχνίτες και οι άλλοι εργαζόμενοι πιέζονταν από την άδικη νομοθεσία και τους εξοντωτικούς όρους του δανεισμού.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για διαμαρτυρίες, στάσεις και εξεγέρσεις ήταν ώριμες στην Κεφαλονιά, όπως και στα υπόλοιπα ιόνια νησιά. Βέβαια, οι πρώτες αντικαθεστωτικές πράξεις είχαν χαρακτήρα ατομικό και  έπαιρναν τη μορφή υποβολής υπομνημάτων διαμαρτυρίας και αρθρογραφίας σε ελληνικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες. Αργότερα, οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας θα γίνουν συλλογικές και οι κινητοποιήσεις μαζικές, μέχρι που θα συσταθούν πολιτικές λέσχες και θα εκδηλωθούν και ένοπλες εξεγέρσεις στο νησί.
Μετά το 1830 και μέχρι το 1848, οπότε εφαρμόζονται οι πρώτες μεταρρυθμίσεις από την Προστασία, προετοιμάζεται ο υποκειμενικός παράγοντας της αντίστασης κατά της Αγγλοκρατίας. Έχει συσταθεί από το 1830 το   νεοελληνικό κράτος, στο οποίο όμως η Αγγλία δεν παραχωρεί τα Επτάνησα, όπως υποχρεωνόταν από τη σχετική συνθήκη. Έτσι, καλλιεργείται, με πρώτο σπορέα τον Γεράσιμο Λιβαδά, η ενωτική ιδέα. Το λαϊκό στοιχείο ριζοσπαστικοποιείται, και σε αυτό συμβάλλει η ίδρυση και λειτουργία πολιτικών λεσχών, που ουσιαστικά μετατρέπονται σε κέντρα συγκέντρωσης των φιλελεύθερων πολιτών και σε χώρους ανταλλαγής απόψεων και συζητήσεων εθνικο-κοινωνικού περιεχομένου. Εκδίδονται φιλελεύθερες εφημερίδες αμέσως μετά την εφαρμογή του νόμου περί ελευθεροτυπίας με πρωτοποριακές εκείνες των Ριζοσπαστών.
  Οι μεταρρυθμίσεις επιφέρουν ανακατατάξεις, οι οποίες διαμορφώνουν τρεις πολιτικές παρατάξεις. Τα συμφέροντα της «Προστασίας» εκφράζουν οι λεγόμενοι Καταχθόνιοι, οι οποίοι είναι αντίθετοι σε οποιαδήποτε αλλαγή της υπάρχουσας οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης. Την κοινωνική βάση τους αποτελούν οι αρχοντικές οικογένειες και ένα τμήμα μεγαλοαστών, και από όλους αυτούς επανδρώνεται ο διοικητικός μηχανισμός.
 Παράλληλα, παγιώνεται το πολιτικό μόρφωμα των Μεταρρυθμιστών, οι οποίοι, επειδή θεωρούν αδύνατη την ένωση με την Ελλάδα λόγω της παντοδυναμίας της Αγγλίας, αποδέχονται το καθεστώς της Προστασίας, για το οποίο όμως ζητούν συγκεκριμένες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Μετά το 1852 θα αποκτήσουν την εύνοια του καθεστώτος και θα αξιοποιήσουν προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό. Στο πολιτικό αυτό μόρφωμα στεγάζεται κυρίως το μεγαλύτερο μέρος των ανερχόμενων αστικών στοιχείων (κάποιοι μεγάλοι και  κυρίως μεσαίοι αστοί) και αρκετοί διανοούμενοι, και αποκτά πολιτική επιρροή  στην Κέρκυρα και τη Λευκάδα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα διαμορφώνεται από το 1848 στην Κεφαλονιά το ριζοσπαστικό κίνημα και συγκροτείται το ριζοσπαστικό κόμμα, το πρώτο κόμμα αρχών στη νεότερη Ελλάδα, με ισχυρή λαϊκή βάση ιδιαίτερα στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο. Στην ηγεσία του κόμματος συναντάμε τις αγωνιστικές μορφές του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου και του Ιωσήφ Μομφερράτου, οι οποίοι θα υποστούν ποικίλες διώξεις και πολύχρονη εξορία. Η κοινωνική βάση του κινήματος αποτελείται από αγρότες, εργαζόμενους, τεχνίτες και μικροεπαγγελματίες των πόλεων και προοδευτικούς διανοούμενους.
 Ο λόγος των Ριζοσπαστών, όπως αυτός αποτυπώθηκε στις ριζοσπαστικές εφημερίδες της εποχής εκείνης, φαίνεται επηρεασμένος από τον Ευρωπαϊκό και Νεοελληνικό Διαφωτισμό, τη Γαλλική Επανάσταση του 1848, την ουτοπιστική σοσιαλιστική ιδεολογία του Saint-Simon, τις κοινοκτημονικές θεωρίες του Proudhon και τις θέσεις του Ιταλού πολιτικού και στοχαστή Mazzini. Κατόρθωσε όμως να λάβει υπόψη του τις τοπικές συνθήκες και πολιτισμικές παραδόσεις.
Ο Ριζοσπαστισμός επιζητούσε την παύση της Αγγλικής Προστασίας και την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα στη βάση της αρχής των εθνοτήτων, αλλά και τη συγκρότηση δημοκρατικής πολιτείας στη βάση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το αίτημα, δηλαδή, της Ένωσης και γενικότερα της εθνικής ανεξαρτησίας ο Ριζοσπαστισμός το συνδύαζε με εκείνο της λειτουργίας δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε αντίθετη περίπτωση, θεωρούσε την Ένωση «κήρυγμα μονομερές και αντιπατριωτικόν», που δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Επτανησίων και του ελληνικού λαού στο σύνολό του. Επομένως, δεν ενδιέφερε τους Ριζοσπάστες απλά και μόνο η Ένωση, ή η με οποιοδήποτε τρόπο και μορφή Ένωση. Αντίθετα, αγωνίζονταν για μια Ένωση, που θα ήταν προϋπόθεση γενικότερης δημοκρατικής αναγέννησης του ελληνικού κράτους.
Επιπλέον, απέβλεπαν και σε δημοκρατικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, «εις την δημοκρατικήν της Ανατολής ανάπλασιν». Γι’ αυτό η νέα, αναγεννημένη Ελλάδα όφειλε να συμβάλει στη γενικότερη ανάπλαση της Ανατολής. Κι ακόμη οι ριζοσπάστες – η αριστερή τους έκφραση με τον Ιωσήφ Μομφερράτο - πήγαιναν παραπέρα: οραματίζονταν μια Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, την οποία θα συγκροτούσαν οι ευρωπαϊκοί λαοί «επί τη βάσει της ελευθέρας εθνικότητος, της κυριαρχίας των λαών και της μεταξύ αυτών αλληλεγγύης» και μέσα από αυτή θα διευθετούσαν τις όποιες διαφορές τους όχι ανταγωνιστικά και εχθρικά αλλά αδελφικά, «εν πλήρει ισότητι, αμοιβαιότητι και δικαιοσύνη».

Εθνικο-απελευθερωτικό και συνάμα αστικο-δημοκρατικό το ριζοσπαστικό κίνημα, με πανευρωπαϊκή και πανανθρώπινη προοπτική, γρήγορα εξαπλώθηκε στο νησί, μπόλιασε και τη Ζάκυνθο και δεν άργησε να δημιουργήσει σοβαρές εστίες και στα άλλα ιόνια νησιά. Η πολιτική τακτική  του – μια τακτική που είναι και σήμερα χρήσιμη, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών -  διαμορφωνόταν ως εξής:
--- Δεν αναγνώριζε την Προστασία∙ τη θεωρούσε παράνομη, αφού δε ρωτήθηκε ποτέ ο επτανησιακός λαός∙ και από τη στιγμή μάλιστα που υφίστατο ελληνικό κράτος ήταν νόμιμη η απαίτηση για ένωση με αυτό.
--- Απέρριπτε τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις είτε τις πρότειναν οι Μεταρρυθμιστές είτε τις επέβαλε η αγγλοϊόνια εξουσία∙ η αποδοχή τους σήμαινε, κατά την άποψή τους, αναγνώριση της Βρετανικής Κατοχής.
---Μέχρι να πραγματοποιηθεί η Ένωση, η Βουλή όφειλε να παίρνει μέτρα βελτίωσης και ανακούφισης της ζωής του λαού.
Με αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές οι Ριζοσπάστες θα διεξαγάγουν τον αγώνα τους, χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορο μέσο:
---- Θα εκδώσουν εφημερίδες και θα κυκλοφορήσουν φυλλάδια, για να αποκαλύπτουν τα σχέδια της Προστασίας και των συμμάχων της Καταχθονίων, να ελέγχουν τους Μεταρρυθμιστές, που άρχισαν να συνδιαλέγονται με το καθεστώς, να διακηρύττουν την ενωτική ιδέα, να αναλύουν τις αρχές της δημοκρατίας, ισότητας και λαϊκής κυριαρχίας, να πληροφορούν και να καθοδηγούν το λαό.
---- Θα ιδρύσουν πολιτικές λέσχες, στο Αργοστόλι το «Δημοτικόν Κατάστημα» το 1848 και στη συνέχεια στο Ληξούρι την «Ομόνοια», κέντρα δηλαδή πολιτικά, όπου θα συζητούν και θα αποφασίζουν τις κινητοποιήσεις τους στη βάση της διαφάνειας, της δημοκρατίας και της συλλογικότητας.
---- Θα συμμετάσχουν σε κάποιες εκλογικές αναμετρήσεις και θα αξιοποιήσουν το βήμα της Ιόνιας Βουλής, για να στηλιτεύσουν τον αυταρχισμό της Προστασίας, να αποκαλύψουν τα αντιλαϊκά σχέδια των Καταχθονίων και τις παλινωδίες και προδοτικές συνεργασίες των Μεταρρυθμιστών, να προτείνουν βελτιωτικά για το λαό μέτρα, να διακηρύξουν τον ανυποχώρητο ενωτικό τους σκοπό.
---- Θα αναλάβουν, επίσης, εξωκοινοβουλευτικές δράσεις, όπως υποβολή αναφορών και υπομνημάτων, διοργάνωση εθνικοπατριωτικών εκδηλώσεων, αλλά και μαζικών διαμαρτυριών και εξεγέρσεων.
          Κοντολογίς, οι Ριζοσπάστες προσπάθησαν να αξιοποιήσουν κάθε μέσο και κάθε τρόπο για τη διάδοση και την προώθηση των θέσεών τους, για την καθοδήγηση και την προώθηση του εθνικο-απελευθερωτικού και δημοκρατικο-κοινωνικού τους αγώνα.

Τη διετία 1848-1849 η Κεφαλονιά συγκλονίστηκε από δύο λαϊκές ένοπλες εξεγέρσεις, εκείνη του Σταυρού το 1848 και η άλλη της Σκάλας το 1849, η οποία θεωρείται από ιστορικούς ερευνητές προβοκάτσια των Καταχθόνιων με τμήματα των αγγλοϊόνιων αρχών για τη ματαίωση των μεταρρυθμίσεων. Εκτός από το ανυποχώρητο αίτημα της Ένωσης, οι εξεγέρσεις εκείνες προέβαλλαν ταυτόχρονα και τα αιτήματα της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
---- Στην πρώτη εξέγερση έντονη καταγράφηκε η συμμετοχή της Παλικής με την κάθοδο των χωρικών της Ανωής στο Ληξούρι και την πρόσκαιρη κυριαρχία τους εκεί. Η αντεπίθεση βέβαια των Άγγλων στρατιωτών απομάκρυνε τους εξεγερμένους από την πόλη, οι οποίοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν στα χωριά τους.
---- Η δεύτερη εξέγερση κύρια έδρα της είχε την ευρύτερη περιοχή της Σκάλας και του Ελειού. Τα μέρη όμως της Παλικής  είχαν αργότερα εμπλοκή, επειδή μετά την άγρια καταστολή της εξέγερσης από την Προστασία κρύβονταν εδώ για ένα διάστημα και μέχρι να συλληφθούν οι πρωταίτιοι της εξέγερσης. Τελικά μετά από κατάδοση, συνελήφθησαν ο Θεόδωρος Βλάχος και ο παπα-Γρηγόριος Νοδάρος Ζαπάντης, ο λεγόμενος παπα-Ληστής και  απαγχονίστηκαν τον Οκτώβριο του 1849 στο Ληξούρι, στα πλατάνια της πλατείας  - εδώ όπου μετά από έναν αιώνα (για την ακρίβεια 95 χρόνια) οι Γερμανοί θα κρεμάσουν τους πέντε αγωνιστές της Αντίστασης από την Αγία Θέκλη.

 Παρά τις διώξεις και τη συνεχή τρομοκρατία το φρόνημα των νησιωτών δεν κάμφθηκε. Οι πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1850 για την Θ΄ Ιόνια Βουλή έδωσαν μια σημαντική νίκη στους Ριζοσπάστες. Για πρώτη φορά στη μέχρι τότε τριαντάχρονη αυταρχική παρουσία της Προστασίας Ριζοσπάστες περνούσαν το κατώφλι της Ιόνιας Βουλής – πατούσαν το πόδι τους στο Κοινοβούλιο και η ξενοκρατία «εξελαφιαζόταν», όπως επισήμανε τότε ένας ριζοσπάστης. Και αποκτούσε ξέχωρη σημασία εκείνη η εκλογική νίκη, γιατί σημειώθηκε μετά από την αποτυχία των δύο προηγούμενων λαϊκών εξεγέρσεων, που συνοδεύτηκαν από άγρια και σκληρή καταστολή.
  Σε εκείνη την Θ΄ Ιόνια Βουλή η ριζοσπαστική κοινοβουλευτική ομάδα προσπάθησε να καταθέσει ψήφισμα υπέρ της Ένωσης, με το οποίο έκανε λόγο για το απαράγραπτο δικαίωμα του επτανησιακού λαού να ενωθεί με τους αδελφούς του Έλληνες στο ελληνικό κράτος. Αυτή η ενέργεια ξεχείλισε το ποτήρι για την Προστασία και τα ντόπια όργανά της, γι’ αυτό κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να αποκεφαλίσουν το κίνημα, να τρομοκρατήσουν το λαό, να σκορπίσουν τη σύγχυση.
   Οι αγγλικές αρχές φίμωσαν τις ριζοσπαστικές εφημερίδες και έκλεισαν τις πολιτικές λέσχες με διάφορες προφάσεις, εξόρισαν αρκετούς Ριζοσπάστες μεταξύ των οποίων και τους ηγέτες του κινήματος Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο και Ιωσήφ Μομφερράτο, ήρθαν σε συνδιαλλαγή με τους Μεταρρυθμιστές, οι οποίοι δέχτηκαν να συμπράξουν με την ξενοκρατία σε βάρος των Ριζοσπαστών, αποκτώντας στο εξής την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.

 Στο Ληξούρι, ωστόσο, αμέσως μετά το κλείσιμο της ριζοσπαστικής λέσχης «Η Ομόνοια», τα μέλη της προσπαθούν και συγκροτούν παράνομο συνωμοτικό μηχανισμό, γεγονός που σηματοδοτεί το ανώτερο επίπεδο του αντιστασιακού αγώνα στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της Κεφαλονιάς:
-- παράνομες συγκεντρώσεις σε διαφορετικούς κάθε φορά χώρους για την παραπλάνηση των αστυνομικών αρχών∙ 
-- χειρόγραφη εφημερίδα που διακινείται από χέρι σε χέρι∙
-- μετατροπή κοινωνικών και κυρίως θρησκευτικών εκδηλώσεων σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις∙
-- ομάδες «ακτιβιστών» για παράτολμες ενέργειες, όπως λιθοβολισμοί σπιτιών κρατικών αξιωματούχων και αγγλικής στρατιωτικής περιπόλου, λιθοβολισμοί και προπηλακισμοί κυβερνητικών και ντόπιων υποστηρικτών του καθεστώτος.
         Όλα αυτά για δύο περίπου χρόνια κρατούν την Παλική σε συνεχή αναστάτωση και τα διωκτικά όργανα της Προστασίας σε ετοιμότητα, μέχρι που τελικά τα τελευταία θα εξαρθρώσουν τον παράνομο μηχανισμό, αφού βέβαια θα επιστρατεύσουν κάθε είδους καταδότες αλλά και την τοπική Εκκλησία, η οποία θα αφορίζει τους «φαυλόβιους» ριζοσπάστες.

 Οι δύο ριζοσπάστες ηγέτες Ζερβός Ιακωβάτος και Μομφερράτος έμειναν στην εξορία περισσότερο από πέντε συνεχή χρόνια (Οκτ. 1851-Φεβρ. 1857). Αυτή όμως η μακροχρόνια απουσία δημιούργησε σοβαρό κενό ηγεσίας στο ριζοσπαστικό κίνημα, με αποτέλεσμα το κέντρο της ριζοσπαστικής δράσης να μετατοπιστεί από την Κεφαλονιά στη Ζάκυνθο και να αναδειχτεί νέος ηγέτης ο Ζακυνθινός Κωνσταντίνος Λομβάρδος.
Ο Κ. Λομβάρδος, βουλευτής από το 1852, ουσιαστικά «άκαπνος», δεν άργησε να προωθηθεί στην ηγεσία του ριζοσπαστικού κινήματος. Ο νέος, όμως, ηγέτης ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί από το παρελθόν του κινήματος και να περιορίσει τη ριζοσπαστική ιδεολογία. Αλλοίωσε τα ριζοσπαστικά οράματα και αφυδάτωσε το αίτημα της Ένωσης, εξοβελίζοντας το δημοκρατικό-κοινωνικό περιεχόμενο του κινήματος. Περιόρισε όλο τον αγώνα στο σύνθημα μόνο της Ένωσης. Έτσι λοιπόν, με την αλλαγή των προσώπων της ηγεσίας δημιουργήθηκε μια άλλη τάση μες στο κίνημα, μια τάση απόκλισης από τον αρχικό προσανατολισμό του Ριζοσπαστισμού, μια τάση ιδεολογικής νοθείας, που στη συνέχεια βέβαια έγινε η τάση αυτή πλειοψηφική μέσα στο κίνημα. Σε αυτό βοήθησαν και οι γενικότερες πολιτικές συγκυρίες στην Ιόνια Πολιτεία.
          Παρά την αλλοίωση, ο Λομβάρδος και οι ομοϊδεάτες του εξακολουθούσαν να αυτοαποκαλούνται Ριζοσπάστες, προκαλώντας τη σύγχυση. Οι «παλαιοί», όμως, οι «αληθείς», όπως τώρα χαρακτηρίζονταν, Ριζοσπάστες, όπως ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και ο Ιωσήφ Μομφερράτος, δεν συγχωρούσαν αυτή την ιεροσυλία. Γι’ αυτούς ο Λομβάρδος και οι οπαδοί του ήταν «ψευδοριζοσπάστες» ή «νεοφώτιστοι ενωτιστές».
        
           Είναι αλήθεια ότι κάθε κίνημα και κάθε ιδεολογία δεν είναι φαινόμενα στατικά και αμετάβλητα. Αντίθετα, εμπεριέχουν μια δυναμική και γι’ αυτό ακριβώς ανανεώνονται και εμπλουτίζονται ή αλλοιώνονται και απονεκρώνονται, ανάλογα με τις απαιτήσεις των καιρών και το συσχετισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της εποχής, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία των ηγετών τους και το δυναμισμό ή το συμβιβασμό της λαϊκής βάσης.
        Το ριζοσπαστικό κίνημα διασπάστηκε, καθώς προέκυψαν σοβαρότατες διαφορές  τόσο στο ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο όσο και σε ζητήματα τακτικής - διαφορές που θα πρωτοεκδηλωθούν το 1858 και θα οδηγήσουν στο σχίσμα, στη διάσπαση του Ριζοσπαστισμού, η οποία θα οριστικοποιηθεί το 1862. Θα φτάσουμε δηλαδή στην Ένωση του 1864 με διασπασμένο το ριζοσπαστικό κίνημα.

          Το 1858 αντάλλαξαν ανοικτές επιστολές μεταξύ τους ο Ιωσήφ Μομφερράτος από την πλευρά των, των «αληθών» ριζοσπαστών και ο Κων/νος Λομβάρδος από την ομάδα των ενωτιστών, εκπροσωπώντας στην πραγματικότητα τις δύο διαμορφωνόμενες τάσεις μέσα στο κίνημα. Το κύριο διακύβευμα ήταν το κοινωνικό περιεχόμενο του ριζοσπαστισμού. Ο Μομφερράτος έκανε λόγο για «δημοκρατικό ριζοσπαστισμό», για πολιτική και κοινωνική ανάπλαση, την οποία ο Λομβάρδος απέρριπτε, ισχυριζόμενος ότι ο Ριζοσπαστισμός δεν ήταν ποτέ κίνημα με «κοινωνιστικό» περιεχόμενο: «Πότε, φίλτατε Ιωσήφ, έγραφε στον Μομφερράτο, ο λαός της Επτανήσου, συνεταύτισε το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως μετά του ζητήματος της εφαρμογής της δημοκρατίας εις το πολίτευμα και του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτείαν;». (Αναφέρουμε εδώ για την ιστορία του πράγματος ότι είναι η πρώτη γραπτή μαρτυρία της λέξης «κομμουνισμός» στα νεοελληνικά γραπτά κείμενα). Με τέτοιου είδους φραστικές επιθέσεις ο Λομβάρδος επέσειε το φόβο του κομμουνισμού, για να προκαλέσει στο λαό πανικό και σύγχυση - από τότε, από το 1858, το φόβητρο του κομμουνισμού…- αν και βέβαια ποτέ ο ίδιος ο Μομφερράτος δε χρησιμοποίησε για τον εαυτό του και τους ομοϊδεάτες του αυτόν τον όρο.
Το 1859 κατήγγειλαν οι Ριζοσπάστες την ενωτική διακήρυξη της ΙΑ΄ Βουλής (Ιαν. 1859), που με πρωτοβουλία των ενωτιστών ψηφίστηκε και υποβλήθηκε στην Αγγλίδα βασίλισσα ως «ικετήρια αναφορά». Η εθνική ενοποίηση, η συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους είναι δικαίωμα των λαών, διακήρυξαν οι Ριζοσπάστες, και δεν επιτρέπονται παρακλήσεις και ικεσίες. Είναι απαίτηση του επτανησιακού λαού η ένωσή του με το υπόλοιπο ελληνικό έθνος και δεν επαφίεται στην καλή θέληση οποιασδήποτε βασίλισσας. Είναι προφανές ότι και σε αυτό το θέμα, που είναι ζήτημα τακτικής, διαφωνούσαν Ριζοσπάστες και Ενωτιστές, ακριβώς γιατί είχαν πια τελείως διαφορετική θεώρηση των πολιτικών πραγμάτων.

      Στο μεταξύ,  η αγγλική εξωτερική πολιτική και διπλωματία, έχει προσανατολιστεί στην παραχώρηση των νησιών στην Ελλάδα, με την προϋπόθεση να διωχτεί Όθωνας από τον ελληνικό θρόνο και να αντικατασταθεί με νέο βασιλιά, πειθήνιο όργανό της. Η νέα επιλογή, ο Γεώργιος Α΄, δεσμεύτηκε να στηρίξει την αγγλική πολιτική στη νοτιοανατολική Ευρώπη και ανατολική Μεσόγειο, να υπερασπιστεί την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε βάρος των εθνικοαπελευθερωτικών αιτημάτων του ελληνικού λαού. Οι «αληθείς», βέβαια, Ριζοσπάστες έγκαιρα αντιλήφθηκαν τους στόχους της αγγλικής πολιτικής και διπλωματίας και διείδαν τους κινδύνους για την Ελλάδα, τους οποίους και επισήμαναν μέσα κι έξω από το Ιόνιο Κοινοβούλιο.
          «Αγυρτεία» χαρακτήρισε ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος την παραπάνω πολιτική της Αγγλίας απέναντι στα Επτάνησα και την Ελλάδα. Και την «οδόν της αγυρτείας», πάντα κατά τον Ζερβό Ιακωβάτο, ακολούθησε ο Λομβάρδος, ο οποίος, συμπλέοντας με την αγγλική διπλωματία, υπήρξε ο κύριος υπεύθυνος της «στρεβλής ενώσεως». Παραμένοντας, μάλιστα, ο Ζακυνθινός πολιτικός «πιστός εις την αγυρτείαν και την ξενολατρείαν», μετατράπηκε, σύμφωνα με τον Κεφαλονίτη ριζοσπάστη, σε «Εφιάλτην του ενωτικού ζητήματος».

          Είναι προφανές ότι η ρήξη ανάμεσα στους πρωτοπόρους γνήσιους Ριζοσπάστες και στους μεταγενέστερους «νεοφώτιστους Ενωτιστές» έχει γίνει  αγεφύρωτη. Και ο «εσωτερικός αγώνας» φθάνει στο ανώτατο σημείο του, όταν στη ΙΒ΄ Βουλή ο Ζερβός Ιακωβάτος , τον οποίο ακολούθησε και ο Μομφερράτος, ζήτησε από το Σώμα να μην ασχοληθεί με την Ένωση, αλλά με το θέμα των εσωτερικών βελτιώσεων της επτανησιακής κοινωνίας. ΄Ηθελαν οι παλαίμαχοι Ριζοσπάστες, επειδή υποψιάζονταν την αγγλική πολιτική, να αναβάλουν για ευθετότερο χρόνο το εθνικό ζήτημα, γιατί οι συγκυρίες δεν ήταν υπέρ του αγώνα τους, καθώς την όλη διαδικασία κινούσε «ξενικός δάκτυλος».
        Αλλά οι Επτανήσιοι βουλευτές στο σύνολό τους αντέδρασαν: ήθελαν την Ένωση. Δηλαδή τώρα μαζί με τους Ενωτιστές θερμοί υποστηρικτές της Ένωσης ήταν οι Καταχθόνιοι, εκείνοι δηλαδή που επίμονα υποστήριζαν το υπάρχον καθεστώς, και οι Μεταρρυθμιστές, εκείνοι δηλαδή που αγωνίζονταν όχι για Ένωση αλλά για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.
        Όλοι, λοιπόν, εκτός από τους μάρτυρες του ενωτικού αγώνα, τους Ζερβό Ιακωβάτο και Μομφερράτο. Και όμως αυτούς τους τελευταίους θα δικαιώσουν στο αμέσως επόμενο διάστημα δύο πολιτικοί, ένας Άγγλος κι ένας Έλληνας. Ο Άγγλος υπουργός των Εξωτερικών έγραφε το Δεκέμβριο του 1862 «η παραχώρηση των νησιών θα προσδέσει τους Έλληνες στο νέο μονάρχη τους [το Γεώργιο] και εκείνον σε μας». Ο Έλληνας Χ. Τρικούπης, ειδικός απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο για τις σχετικές με την Ένωση  διαπραγματεύσεις έγραφε από το Λονδίνο ότι συνειδητοποίησε πως  η παρουσία του στην αγγλική πρωτεύουσα απέβλεπε μόνο στο να δώσει τη συναίνεση της ελληνικής κυβέρνησης «εις αποφάσεις ληφθείσας ήδη υπό των άλλων». (Υπενθυμίζω εδώ, με την ευκαιρία αυτή, ότι το ίδιο σύμπτωμα ανέφερε το 1959 ο Μακάριος της Κύπρου, όταν τον κάλεσαν στο Λονδίνο να υπογράψει ό,τι είχαν συμφωνήσει άλλοι, λίγες μέρες νωρίτερα, στη Ζυρίχη για την Κύπρο. Τυχαία ομοιότητα συμπεριφορών ή καθιερωμένη διπλωματική πρακτική;).

         Γι’ αυτό και οι Ζερβός Ιακωβάτος και Μομφερράτος δεν έθεσαν υποψηφιότητα για τη ΙΓ΄ Ιόνια Βουλή, η οποία έπρεπε, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της αγγλικής διπλωματίας, να ζητήσει από την Αγγλίδα βασίλισσα να παραχωρήσει τα ιόνια νησιά στο ελληνικό κράτος. Σύσσωμη η Βουλή ψήφισε στις 29 Σεπτεμβρίου 1863 την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Όμως, οι Ριζοσπάστες Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος – αυτοί που ουσιαστικά προσωποποιούσαν το ριζοσπαστικό αγώνα – δεν ήταν εκεί. Απουσίαζαν συνειδητά, καθώς δεν ήθελαν να υπογράψουν μια ένωση, που υπαγορεύτηκε από τις πολιτικές σκοπιμότητες της αυτόκλητης Αγγλικής Προστασίας και χορηγήθηκε όχι ως αναφαίρετο και απαράγραπτο δικαίωμα του επτανησιακού λαού, αλλά ως ικεσία προς την Αγγλίδα βασίλισσα. Επρόκειτο για μια «περίεργη» ειρωνεία της ιστορίας…

        Και έχει μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε εμείς οι Κεφαλονίτες και γενικότερα οι Επτανήσιοι τι γιορτάζουμε στις 21 Μαΐου. Γιορτάζουμε την Ένωση που μεθόδευσε η Αγγλία για τα  δικά της αποκλειστικά συμφέροντα, προκειμένου να θέσει στον απόλυτο έλεγχό της το ελληνικό κράτος. Δε γιορτάζουμε την Ένωση που οραματίστηκε το υπέροχο εθνικο-απελευθερωτικό και δημοκρατικο-κοινωνικό ριζοσπαστικό κίνημα, την Ένωση για την οποία αγωνίστηκαν και κυνηγήθηκαν οι συμπατριώτες μας Ριζοσπάστες. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια, μας αρέσει δε μας αρέσει. Αν κάποιος μελετήσει ολόκληρο το προσκήνιο αλλά και το παρασκήνιο των διπλωματικών και πολιτικών ενεργειών όλων των πλευρών (αγγλικών, ελληνικών και αγγλοϊόνιων) θα κατανοήσει πλήρως τους δισταγμούς και την αρνητική στάση των Ριζοσπαστών ηγετών. 
       Κι έτσι, έγινε εκείνο που πολύ παραστατικά έγραψε ο νεαρός τότε Ριζοσπάστης και μετέπειτα δραστήριος δημοσιογράφος και ακραιφνής δημοκράτης Παναγιώτης Πανάς: Η Αγγλία, για να βγει  από τη δύσκολη θέση της στα Επτάνησα, αλλά και για να επανακτήσει την επιρροή της στην Ελλάδα, παραχωρούσε τα Επτάνησα. Πίστευε ότι έτσι θα κατόρθωνε «να μεταφέρη τον αρμοστήν της από Κερκύρας εις Αθήνας, θέτουσα επί κεφαλής αυτού βασιλικόν στέμμα». Και το κατόρθωσε, γιατί διασπάστηκε το ριζοσπαστικό κίνημα, γιατί συμβιβάστηκε η νέα ηγεσία του των ενωτιστών. Πέτυχε δηλαδή η Αγγλία να σταματήσει την προστασία της στα Επτάνησα, αλλά αμέσως αναλάμβανε την προστασία της σε ολόκληρο το ελληνικό κράτος. Έπαυε τον αρμοστή της στα Επτάνησα, αλλά αμέσως έχριζε αρμοστή της στην Ελλάδα το νέο βασιλιά Γεώργιο. Και από τότε η πρόσδεση της Ελλάδας στο αγγλικό άρμα θα μείνει σταθερή για 80 περίπου χρόνια, μέχρι την έναρξη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου…

           Έχοντας υπόψη μας τη σοφή ρήση του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού ότι οφείλουμε να θεωρούμε εθνικό ό,τι είναι αληθινό, καταλήγουμε στα παρακάτω, συνδέοντάς τα ο καθένας μέσα στη δική του σκέψη με το σήμερα, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών:
 ---- Οι πραγματικοί Ριζοσπάστες παρέμειναν αμετανόητα πιστοί στο εθνικο-απελευθερωτικό και δημοκρατικο-κοινωνικό όραμά τους και ανυποχώρητοι στον αγώνα τους.
----   Οι  Ενωτιστές, προσαρμοζόμενοι στις απαιτήσεις, όχι του λαϊκού κινήματος, αλλά στις επιταγές της αγγλικής διπλωματίας, παρουσιάστηκαν ως  «ρεαλιστές», αφού βέβαια προηγουμένως απονεύρωσαν τον ενωτικό αγώνα από το δημοκρατικό και κοινωνικό του περιεχόμενο.
----  Το ριζοσπαστικό κίνημα νοθεύτηκε κάτω από την ηγεσία του Κ. Λομβάρδου στην τελευταία φάση του ενωτικού αγώνα με σοβαρότατες συνέπειες στη μορφή και το περιεχόμενο της Ένωσης.
          Αλλά, δεν ήταν η πρώτη φορά ούτε θα είναι και η τελευταία, που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τα κινήματα δεν έχουν πάντα μια ευθύγραμμη πορεία. Έχουν πισωγυρίσματα, έχουν άνοδο και κάθοδο, αλλά και υφίστανται ανανεώσεις και εμπλουτισμούς, αλλοιώσεις και συμβιβασμούς. Τα τελευταία συνέβησαν στο ριζοσπαστικό κίνημα. Το κίνημα ηττήθηκε από τα μέσα, λόγω των νοθεύσεων και των συμβιβασμών του, όσο κι αν επέμεναν οι γνήσιοι εκφραστές του στον αρχικό διπλό προσανατολισμό του. Η διαλεκτική των κινημάτων τα έχει αυτά κι εμείς οφείλουμε να κάνουμε τις σωστές εκτιμήσεις και αξιολογήσεις.

         Παράλληλα, ωστόσο, πρέπει να βλέπουμε και την άλλη διάσταση. Οι αρχές και οι πρακτικές του γνήσιου Ριζοσπαστισμού δεν πήγαν χαμένες, καθώς μπόλιασαν στο μεταξύ τους νέους δημοκρατικούς και πρωτοσοσιαλιστικούς αγώνες τόσο στο νησί μας όσο και στην άλλη Ελλάδα.
---- Από την πηγή του Ριζοσπαστισμού θα πιουν ο Παναγιώτης Πανάς και ο Μαρίνος Αντύπας, ο Νικόλας Μαζαράκης και ο Ρόκκος Χοϊδάς, για να δώσουν το δικό τους δημοκρατικό-κοινωνικό αγώνα στην Κεφαλονιά αλλά και έξω από αυτήν.  
---- Από τη ριζοσπαστική πηγή θα πιούν οι εκατοντάδες επώνυμοι κι ανώνυμοι, για να οργανώσουν το εργατικό κίνημα του νησιού στα τέλη του 19ου αιώνα, ιδρύοντας τα πρώτα εργατικά σωματεία, που τους έδωσαν μάλιστα και σημαδιακά ονόματα: «Αλληλοβοήθεια» ονομάστηκε το σωματείο του Αργοστολιού και «Αδελφοποίηση» του Ληξουριού.
---- Από τη ριζοσπαστική πηγή θα πιουν και όλοι εκείνοι, που από τις δεκαετίες του 1920 και 1930, παράλληλα με τη συμμετοχή τους στα σωματεία των αρτεργατών, των οικοδόμων, των τσαγκαράδων, των λιμενεργατών κ.ά., θα στήσουν στο νησί μας με σκληρούς αγώνες τους πρώτους πυρήνες του τότε νεογέννητου Κομμουνιστικού Κόμματος, για να περάσει σε άλλα επίπεδα η εθνικο-κοινωνική πάλη του κεφαλονίτικου αλλά και ολόκληρου του ελληνικού λαού.
---- Από τη ριζοσπαστική πηγή ήπιαν και οι Κεφαλονίτες αγωνιστές  της Εθνικής Αντίστασης, όπως αναφέραμε στην αρχή της ομιλίας μας.
          Επομένως, τίποτε δεν πήγε  χαμένο. Κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος.

        Τελικά: η επανασύνδεση με το Λόγο και την Πράξη των Ριζοσπαστών προγόνων μας πρέπει να αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς για όλους εμάς τους Κεφαλονίτες και όλους τους Επτανήσιους, για όλους τους Έλληνες αλλά και για κάθε σύγχρονο αγωνιστή της δημοκρατίας, της κοινωνικής προόδου και της σοσιαλιστικής προοπτικής.