Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1940




Το κείμενο αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα kefalonizw, 25-30 Οκτ. 2015.


          Όταν κηρύσσεται ο πόλεμος της φασιστικής Ιταλίας κατά της Ελλάδας 28 Οκτωβρίου 1940), έχουν ήδη συμπληρωθεί τέσσερα χρόνια από την επιβολή της μοναρχοφασιστικής  δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά.[1] Το δικτατορικό αυτό καθεστώς είχε επιβληθεί με την τυπική αιτιολογία της αποφυγής «σοβαράς διαταράξεως της δημοσίας τάξεως», στην πραγματικότητα όμως σκόπευε στην ανάσχεση των λαϊκών αγώνων, που τότε  βρίσκονταν σε έξαρση, και στη δίωξη του αριστερού-κομμουνιστικού κινήματος. Ο Μεταξάς είχε στήσει ένα κράτος αντικοινοβουλευτικό και ταυτόχρονα  αντικομμουνιστικό, ένα ολοκληρωτικό κράτος.          
           Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Ι. Μεταξάς απέρριψε το γνωστό τελεσίγραφο του Μουσολίνι.[2] Απάντησε έτσι, όπως απαιτούσε ο υπερήφανος ελληνικός λαός, που αρκετά υποψιασμένος και εκνευρισμένος έβλεπε όλον τον προηγούμενο καιρό να δείχνει ο Μεταξάς απαράδεκτη ανεκτικότητα στις πολλαπλές ιταλικές προκλήσεις (τορπιλισμός του «Έλλη» κ.ά). Πάντως, ο Μεταξάς με την αρνητική στάση του απέναντι στην ιταλική πρόκληση από τη μια απέτρεπε την ανατροπή του από το Παλάτι και από την άλλη εξέφραζε τη συγκεκριμένη στιγμή το λαϊκό αίσθημα.[3] Ήδη η χώρα έμπαινε σε πολεμικό συναγερμό.
           Και ενώ αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα, στην κεντρική πολιτική σκηνή, η Κεφαλονιά πώς υποδέχτηκε την κήρυξη του Πολέμου; Αλλά και ποια ήταν στο νησί η κατάσταση τις παραμονές της ιταλικής κατοχής;
          Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το κόμμα δηλαδή του Ι. Μεταξά, έχει αρχίσει στο νησί να κερδίζει έδαφος σε βάρος του μέχρι τότε επικρατούντος βενιζελισμού. Τοπικοί παράγοντες και τοπικός τύπος κινήθηκαν επίμονα όλα αυτά τα χρόνια και κατόρθωσαν να ανατρέψουν το κλίμα υπέρ του Μεταξά. Έτσι, το βασιλομεταξικό δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου εύκολα εδραιώθηκε στο νησί.[4] Τόσο οι δημόσιες υπηρεσίες και αρχές όσο και άλλοι φορείς, πολιτιστικοί, επαγγελματικοί, αγροτικοί και εργατικοί, είχαν μπολιαστεί από την τεταρταυγουστιανή προπαγάνδα.
          Από την άλλη πλευρά, το καθεστώς είχε οδηγήσει στις φυλακές και τις εξορίες σημαντικά προοδευτικά, αντιφασιστικά και αριστερά στελέχη στην προσπάθειά του να αποδυναμώσει το τοπικό λαϊκό κίνημα. Παρά τις διώξεις, όμως, αυτές έχει διατηρηθεί στο νησί ένας μικρός αλλά ισχυρός δημοκρατικός και αριστερός θύλακας, έτοιμος να δράσει με την πρώτη ευκαιρία.
          Η έναρξη του Πολέμου βρίσκει στην ανώτατη πολιτική αρχή το διευθυντή της Νομαρχίας Στυλιανό Βαφείδη, που αποτελεί τον κατεξοχήν εκφραστή της δικτατορίας στο νησί, ενώ στο Δήμο Αργοστολιού δήμαρχο τον Κων/νο Γεράκη, που είχε υποστηριχτεί από τη μεταξική παράταξη. Στο Εργατικό Κέντρο και στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο υπάρχουν διορισμένες από το καθεστώς διοικήσεις, ενώ στις δόξες της είναι τότε η τεταρταυγουστιανή λέσχη «Κεφαλληνία» στο Αργοστόλι. Το μητροπολιτικό, τέλος, θρόνο της Κεφαλονιάς κατέχει ο Γερμανός Ρουμπάνης.
          Οι Κεφαλονίτες μαθαίνουν τα νέα του Πολέμου από τα ραδιόφωνα και τις εφημερίδες. Δεν παρατηρείται τις πρώτες εκείνες μέρες ούτε στο Αργοστόλι ούτε στο Ληξούρι κάποιος ιδιαίτερος ενθουσιασμός. Αντίθετα, ο φόβος και η αβεβαιότητα είναι τα κυρίαρχα αισθήματα, καθώς συνειδητοποιούν οι κάτοικοι την αρνητική επίδραση, που θα έχουν στην καθημερινότητά τους τα νέα δεδομένα. Σίγουρα χαίρονται με τις πρώτες νίκες του ελληνικού στρατού, έχουν όμως  επίγνωση της κατάστασης.
          Η νεολαιίστικη οργάνωση της δικτατορίας, η γνωστή ΕΟΝ (=Εθνική Οργάνωση Νέων)[5] δείχνει τον πρώτο καιρό μια δραστηριότητα: συγκροτεί κάποια συνεργεία τραυματιοφορέων για την αντιμετώπιση των αναμενόμενων εχθρικών βομβαρδισμών και διοργανώνει, με βάση τις κατευθύνσεις της δικτατορικής κυβέρνησης, έρανο για μάλλινα ρούχα, κάλτσες, τσιγάρα κ.λπ..
          Αμέσως με την κήρυξη του πολέμου συγκροτείται με επιστράτευση του ντόπιου πληθυσμού το λεγόμενο «Ανεξάρτητο Τάγμα Κεφαλληνίας» με διοικητή τον ταγματάρχη Γεώργιο Ρούσσο, κεφαλονίτικης καταγωγής. Στην ουσία πρόκειται για τη γνωστή προπολεμική διλοχία του Αργοστολιού, που υπαγόταν στο 34ο Σύνταγμα Πεζικού με έδρα την Πάτρα, η οποία ουσιαστικά τώρα διευρύνεται μετά την επιστράτευση. Το Τάγμα αυτό διαθέτει ένα Λόχο στα Χαυδάτα της Παλικής.
          Οι αυξανόμενες, όμως, ανάγκες του πολέμου, που οδηγούσαν πολλούς στο μέτωπο ή σε άλλες μονάδες, αποδυναμώνουν συνεχώς το Τάγμα, παρ’ όλο που τα κενά, που δημιουργούνταν, καλύπτονται από παλιότερων κλάσεων εφέδρους. Η έναρξη στις 13 Νοεμβρίου 1940 των ιταλικών βομβαρδισμών του Αργοστολιού με τους πρώτους νεκρούς και τις πρώτες υλικές καταστροφές φέρνει μετακινήσεις και κάποια αναδιάρθρωση στο Τάγμα. Η  κατάσταση βέβαια  επιδεινώνεται, όταν αρχίζει το Τάγμα να φυλλορροεί, στο Αργοστόλι εξαιτίας συγχύσεων και πανικού, που κάποια φασιστικά στοιχεία σκόπιμα προκαλούν, και στα Χαυδάτα εξαιτίας εξέγερσης του εκεί στρατοπεδευμένου Λόχου, οι οπλίτες του οποίου ένοπλοι κατεβαίνουν στο Ληξούρι και μπαίνουν ανεμπόδιστα στα κτήρια της Αγροτικής Τράπεζας και του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού, του γνωστού ΑΣΟ, όπου καταστρέφουν τα έγγραφα - αποδεικτικά στοιχεία των χρεών τους προς τους οργανισμούς αυτούς. Ας μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανδρών του Λόχου ήταν αγρότες της περιοχής της Παλικής.

         Η ελληνική αντίσταση έχει καμφθεί με τη ναζιστική επίθεση τον Απρίλιο του 1941 και ήδη οι κατακτητές βρίσκονται στην Αθήνα, ενώ η ελληνική κυβέρνηση φεύγει για την Κρήτη. Ο Άξονας έχει παραχωρήσει τα Επτάνησα στην Ιταλία, η οποία με τις δικές της δυνάμεις οφείλει να τα καταλάβει. Έτσι λοιπόν, όταν στις 28 Απριλίου 1941 ιταλικά αεροπλάνα ρίχνουν προκηρύξεις πάνω από την Κεφαλονιά καλώντας τις αρχές να παραδοθούν διαφορετικά θα βομβαρδίσουν πόλεις και χωριά,[6] δεν υπάρχει στο νησί καμιά αξιόμαχη στρατιωτική μονάδα, καθώς το Ανεξάρτητο Τάγμα είχε τελείως αποδυναμωθεί, αλλά και ούτε διαφαίνεται διάθεση για αντίσταση από τις τοπικές αρχές.
           Γι’ αυτό οι τελευταίες αποφασίζουν την παράδοση του νησιού. Το μεσημέρι της 29ης Απριλίου 1941 υψώνουν λευκή σημαία στην ταράτσα του Δικαστικού Μεγάρου και απλώνουν λευκά σεντόνια στην κεντρική πλατεία του Αργοστολιού – σημάδι παράδοσης. Την επόμενη μέρα (30 Απριλίου)  ιταλικά στρατιωτικά τμήματα καταλαμβάνουν χωρίς καμιά αντίσταση το Αργοστόλι: αλεξιπτωτιστές προσγειώνονται στην πεδιάδα της Κρανιάς και τμήματα μελανοχιτώνων αποβιβάζονται στην παραλία του Αργοστολιού. Εκεί τους υποδέχονται οι τοπικές  αρχές, οι οποίες στη συνέχεια στο νομαρχιακό μέγαρο παραδίδουν την Κεφαλονιά  στις φασιστικές ιταλικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, που είχαν στο μεταξύ αποβιβαστεί το νησί. Η ιταλική κατοχή της Κεφαλονιάς ξεκινούσε….


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βούλτεψης Γιάννης, Πρόκληση, εκδ. Ισοκράτης, Αθήνα 1986.
Κολιόπουλος Ιωάννης, Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ’40, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1996.
Λιναρδάτος Σπύρος, 4η Αυγούστου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1966.
Λουκάτος Σπύρος, Τα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και Ιθάκη, τόμος Α΄: Η φασιστική Ιταλική Κατοχή, εκδ. Νόβολι, Αθήνα 2010 (β’ έκδοση).
Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς (1797-1940), Αθήνα 2010.
Πετράκη Μαρίνα, Ο μύθος του Μεταξά. Δικτατορία και προπαγάνδα στην Ελλάδα, μτφρ. Μάρα Μοίρα, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2006.
Πηγαδάς Νίκος, Το ΟΧΙ της Ρωμιοσύνης. Το Έπος 1940-41. Φως στην ιστορική αλήθεια, εκδ. Μπατσιούλας, Αθήνα 2014.


          


[1] Νωρίτερα (Απρίλιος 1936) ο Μεταξάς είχε διοριστεί πρωθυπουργός από το βασιλιά Γεώργιο Β΄ και είχε πάρει ψήφο εμπιστοσύνης από όλες τις πτέρυγες της Βουλής εκτός από το Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ και άλλοι μικρότεροι αριστεροί σχηματισμοί). Να σημειώσουμε εδώ ότι τα δυο τότε μεγάλα κόμματα εξουσίας, το Λαϊκό και των Φιλελευθέρων (βενιζελικό) έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στον Μεταξά, παρ’ όλο που ήταν γνωστές οι αντιδημοκρατικές και αντικοινοβουλευτικές θέσεις του τελευταίου. Η δική τους δηλαδή ψήφος εμπιστοσύνης άνοιξε το δρόμο στο Μεταξά για την επιβολή της δικτατορίας.
[2] Εκείνες τις κρίσιμες στιγμές ο Μεταξάς δεν είπε στον Ιταλό πρέσβη τη λέξη «Όχι» αλλά τη φράση στα γαλλικά «Αlors, c ‘est la guerre», που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».
[3] Από εκείνη τη μέρα θα αρχίσει να χάνει τη σταθερότητά του το βασιλομε­ταξικό καθεστώς. Και ο Μεταξάς, που ήταν «ο μόνος Έλληνας που μπορούσε να πει το ΝΑΙ, είπε το ΟΧΙ», όπως χαρακτηριστικά παρατήρησε ο Γ. Καφαντά­ρης, για να σώσει το καθεστώς του,  δε συνειδητο­ποίησε εκείνες τις ώρες ότι «η μέρα εκείνη δεν επικύρωνε, αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου», όπως εύστοχα έχει γράψει ο Γ. Σεφέρης.

[4] Βέβαια, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι Κεφαλονίτες, που δεν μπορούσαν να φανταστούν τον Ι. Μεταξά ως «εθνικό κυβερνήτη», ως «μεγάλο ηγέτη», αφού γι’ αυτούς ήταν πάντα ο «Γιάννης ο Σμπάρας», όπως ήταν το παρανόμι του στο νησί. Άλλωστε, επειδή γνώριζε πολύ καλά ο ίδιος ο δικτάτορας ότι πάντα στην Κεφαλονιά υπήρχε το ενδεχόμενο να αποδοκιμαστεί, ποτέ στα τεσσεράμισι χρόνια της δικτατορίας του (1936-1941) δεν επισκέφθηκε τη γενέτειρά του την Κεφαλονιά.

[5] Το δικτατορικό καθεστώς, στην προσπάθειά του να προσεταιριστεί τα παιδιά και γενικότερα τη νέα γενιά και για να εξασφαλίσει ευρύτερα την κοινωνική συναίνεση, δημιουργεί την ΕΟΝ. Η τελευταία με στόχο, όπως ισχυριζόταν, τη διαμόρφωση σωστών πατριωτών και καλών χριστιανών αλλά και αυριανών πειθαρχημένων στρατιωτών, διαπαιδαγωγεί τα μέλη της μέσα από ομιλίες, συζητήσεις, εκδρομές και ποικίλες άλλες δραστηριότητες.
[6] Με τις προκηρύξεις προσβλέπουν στην τρομοκράτηση αρχών και λαού: μετά την κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους της χώρας και την «αισχρή φυγή» της ελληνικής κυβέρνησης για την Κρήτη, καλό είναι να παραδοθείτε, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα βομβαρδιστούν από αέρα και θάλασσα οι πόλεις και τα χωριά της Κεφαλονιάς.

ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ. ΠΟΙΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΝ JOSEF REITZLE ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ;




Κοινό κείμενο Doris Wille (φιλολόγου, μεταφράστριας) και Πέτρου Πετράτου,
που δημοσιεύτηκε στο περ. Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, περ. Β΄, τχ. 16 (Οκτ. - Δεκ. 2015), σσ. 19-20.
 


          Είναι γνωστή στο ευρύ κοινό η συνεργασία Ιταλών αντιφασιστών με τις τοπικές αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΑΜ- μια συνεργασία που είχε ξεκινήσει με πρωτοβουλία και ενέργειες του ΕΑΜ του νησιού πριν από την εκδήλωση της ιταλογερμανικής σύρραξης στην Κεφαλονιά. Είναι γνωστά τα αποτελέσματα της σύρραξης αυτής με τις χιλιάδες των Ιταλών νεκρών και την έναρξη της νέας φάσης της Κατοχής, της γερμανικής.
          Πρόσφατα, μας έγινε γνωστή μια πληροφορία ότι ανάμεσα στους Γερμανούς στρατιώτες του νησιού έδρασε μια μικρή αντιχιτλερική/αντιφασιστική ομάδα, που κάποια μέλη της μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το νησί πέρασαν στο ελληνικό αντάρτικο και συγκεκριμένα στον ΕΛΑΣ. Στο αρχείο μας έχουμε αξιόπιστα στοιχεία (π.χ. βεβαιώσεις του ΕΛΑΣ) αλλά και αυτοβιογραφικές σημειώσεις του τότε Γερμανού στρατιώτη Jοsef Reitzle, οι οποίες ωστόσο απαιτούν προσεκτική μελέτη, παραβολή με άλλες πηγές και γενικότερα σίγουρη τεκμηρίωση των γραφομένων.
          Γι’ αυτό ακριβώς έχουμε ήδη ξεκινήσει την έρευνα αυτής της υπόθεσης. Η έρευνα όμως είναι δύσκολη για δυο λόγους: α) ήταν πολύ συνωμοτική/παράνομη η δράση εκείνης της ομάδας και επομένως δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν σχετικά γραπτά τεκμήρια ή να είχε γίνει αντιληπτή από τρίτους, και β) ελάχιστοι συμπολίτες Κεφαλονίτες εκείνης της εποχής επιζούν σήμερα, προκειμένου να καταθέσουν τη μαρτυρία τους.
          Εμείς βέβαια θα επιμείνουμε. Γι’ αυτό θα αναφέρουμε στη συνέχεια επιγραμματικά τα στοιχεία αυτής της ενδιαφέρουσας πληροφορίας και θα καλέσουμε τον αναγνώστη αυτού του κειμένου να μας δώσει οποιαδήποτε πληροφορία νομίζει ότι θα συμβάλει στην επιπλέον αποσαφήνιση και τεκμηρίωση του θέματος. Όπως γίνεται κατανοητό το κείμενό μας αυτό συνιστά μια πρόδρομη δημοσίευση, που πιστεύουμε ότι δε θα αργήσει να πάρει μια πιο οριστική μορφή.

          Ο Γερμανός επιλοχίας Jοsef Reitzle  υπηρετούσε στο 910ο τάγμα – ένα από τα δύο γερμανικά τάγματα, που από τις αρχές του Αυγούστου του 1943 εγκαταστάθηκαν αρχικά στην περιοχή του Ληξουριού και στη συνέχεια κατανεμήθηκαν σε επίκαιρα σημεία της Κεφαλονιάς. Έζησε την ιταλογερμανική σύρραξη, κατά τη διάρκεια της οποίας έγινε μάρτυρας τόσο των ακατανόητων για τον ίδιο μαζικών εκτελέσεων των Ιταλών όσο και της άπληστης λεηλασίας ιταλικών αποθηκών και κεφαλονίτικων καταστημάτων στο Αργοστόλι. Ο ίδιος είχε αρχικά την εντολή, ξεκινώντας από το Ληξούρι και προχωρώντας προς το Αργοστόλι, να χτενίζει με τη διμοιρία του απομονωμένα χωριά και χωράφια, για να βρει διασκορπισμένους Ιταλούς. Αυτή η επιχείρηση ήταν χωρίς αποτέλεσμα, ώσπου το απόγευμα της 25ης Σεπτεμβρίου (ήδη από τις 22 Σεπτεμβρίου είχε υπογραφεί η παράδοση της ιταλικής μεραρχίας Acqui) συνάντησε μια ομάδα 200 περίπου Ιταλών 6 χιλιόμετρα ανατολικά του Αργοστολιού, στο δρόμο προς τη Σάμη, μάλλον κοντά στα Ραζάτα, η οποία και παραδόθηκε. Τότε, ενώ διατάχθηκε να τους εκτελέσει, προσπάθησε ο J. Reitzle να αποφύγει την εκτέλεση, καθυστερώντας την στην αρχή με κάποιες προφάσεις. Με τον διαβιβαστή του οδήγησε τους Ιταλούς αιχμαλώτους σε ένα κοντινό νταμάρι και περίμενε να σκοτεινιάσει, προκειμένου να τους επιτρέψει να δραπετεύσουν τη νύχτα προς τη Σάμη. Στο μεταξύ, οι γερμανικές αρχές με νεότερη διαταγή τους ζητούσαν να εκτελεστούν μόνο οι αξιωματικοί, ενώ οι υπαξιωματικοί και οι απλοί φαντάροι να συγκεντρωθούν σε ένα συγκεκριμένο σημείο στο Αργοστόλι. Και επειδή δεν υπήρχαν αξιωματικοί μεταξύ των «δικών» του Ιταλών, έστειλε τους τελευταίους στο Αργοστόλι, όπου θα συγκεντρώνονταν Ιταλοί αιχμάλωτοι και από άλλα σημεία της ευρύτερης περιοχής, αφού προηγουμένως επέτρεψε σε όσους ήθελαν (περίπου είκοσι) να δραπετεύσουν.
          Έτσι, απέφυγε ο ίδιος να εκτελέσει τους Ιταλούς, συνειδητοποίησε όμως την τραγικότητα της κατάστασης και αποφάσισε να αντισταθεί στην τυφλή υπακοή των χιτλερικών διαταγών. Αποφάσισε δηλαδή να αντιπαλέψει τη βάρβαρη τακτική της Βέρμαχτ και γενικότερα τα πολεμικά σχέδια της πατρίδας του, δημιουργώντας αντιχιτλερική/αντιφασιστική ομάδα μέσα στη στρατιωτική του μονάδα, την οποία (ομάδα) θα συνέδεε με την ήδη αναπτυγμένη μέσα στη Βέρμαχτ αντιστασιακή κίνηση στην Αθήνα.   
          Άρχισε, λοιπόν, να προπαγανδίζει τις θέσεις του μέσα στο λόχο του, ενώ ταυτόχρονα ενημερωνόταν για τις εξελίξεις στο πολιτικό και το στρατιωτικό μέτωπο  ακούγοντας τους σταθμούς της Μόσχας, του Λονδίνου και του Καΐρου - μια ριψοκίνδυνη πράξη που θα μπορούσε να του στοιχίσει τη ίδια του τη ζωή. Με πολύ  μεγάλη προσοχή και μυστικότητα μέχρι το Φεβρουάριο του 1944 είχε συγκροτηθεί η γερμανική αντιφασιστική ομάδα της Κεφαλονιάς, η οποία έδρασε κυρίως στην περιοχή της Κάτω Λιβαθώς (Μεταξάτα, Κουρκουμελάτα, Καλλιγάτα, Ντομάτα, Σβορωνάτα, Σαρλάτα, Μηνιές). Σε σύντομο σχετικά διάστημα δημιούργησε μέσω συγκεκριμένων προσώπων επαφές με το αντιστασιακό κίνημα του νησιού. Βοήθησε Συμπαραστάθηκε στον πληθυσμό των χωριών με τη διανομή τροφίμων, ενώ προειδοποιούσε τους αντιστασιακούς της περιοχής σε περιπτώσεις γερμανικών εφόδων. Είναι μάλλον σίγουρο ότι μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών από την Κεφαλονιά είχε προκριθεί να παραμένει και να ενεργεί η ομάδα αυτή μέσα από τις δικές της στρατιωτικές γραμμές, όσο κι αν κατά διαστήματα αναπροσαρμόζονταν οι διμοιρίες και μετακινούνταν οι αντιφασίστες Γερμανοί μέσα στο νησί.
          Κατά την αποχώρηση των Γερμανών από την Κεφαλονιά φαίνεται ότι η ομάδα αυτή συνέβαλε στην εξουδετέρωση των προετοιμασμένων ανατινάξεων των αποθηκών τροφίμων στα Μεταξάτα και στο Μέγαρο των Δικαστηρίων, μιας άλλης αποθήκης πυρομαχικών και του λιμανιού του Αργοστολιού. Με την αποχώρηση των κατακτητών από την Κεφαλονιά στις 11 Σεπτεμβρίου 1944 παραμένει για ένα διάστημα στο νησί ο Josef Reitzle με άλλους 18 συμπατριώτες του αντιφασίστες. Λίγο αργότερα ο ίδιος θα περάσει απέναντι στη Στερεά Ελλάδα και θα δραστηριοποιηθεί στον Αστακό, την Αμφιλοχία και την Άρτα μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ, όπου και θα συναντηθεί με δύο από τους Ιταλούς, που είχε αφήσει να δραπετεύσουν τις ημέρες της ιταλογερμανικής σύρραξης στην Κεφαλονιά. Το Φεβρουάριο του 1945 θα διευκολυνθεί από τον ΕΛΑΣ να πάει προς τη Γιουγκοσλαβία στο πλευρό του Τίτο, αλλά θα συλληφθεί στα ελληνοαλβανικά σύνορα από Άγγλους και θα οδηγηθεί στην Αίγυπτο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, για να επιστρέψει τελικά στην πατρίδα του τη Γερμανία το Δεκέμβριο του 1946. 
         
          Όπως γίνεται αντιληπτό, πρόκειται για μια αρκετά ενδιαφέρουσα σελίδα της κατοχικής περιόδου της Κεφαλονιάς, εντελώς άγνωστη έως τώρα. Μένουν, βέβαια, αρκετά ζητήματα να διερευνηθούν. Γι’ αυτό ακριβώς παρακαλούμε κάθε αναγνώστη αυτού του σύντομου κειμένου, που ενδεχομένως έχει υπόψη του κάποια  σχετικά στοιχεία, να μας ενημερώσει. (Στοιχεία επικοινωνίας: Πέτρος Πετράτος, τηλ. 26710 24144, email: petratos@sch.gr Doris Wille, κιν. 6978912429, email: willedor@otenet.gr). Ευχαριστούμε εκ των προτέρων τον οποιοδήποτε συμπολίτη συνδράμει σε αυτήν την έρευνα, την οποία προφανώς θα παρουσιάσουμε, μόλις ολοκληρωθεί.

  
    Ο Γερμανός επιλοχίας  και αργότερα ανθυπολοχαγός στον ΕΛΑΣ  Jοsef Reitzle   

ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΝΤΙΑΝΑΣ ΑΝΤΩΝΑΚΑΤΟΥ




Το κείμενο ομιλίας που έγινε στο Δημαρχείο Ληξουριού τον Αύγουστο του 2002,
σε τιμητική για τη ζωγράφο και συγγραφέα Ντ. Αντωνακάτου εκδήλωση,
που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Αποδήμων Ληξουριωτών.  

          Η Ντιάνα Αντωνακάτου δεν κρατάει μόνο πινέλο και παλέτα. Κρατά και πένα, άλλοτε γλυκά και ήρεμα, άλλοτε ανατρεπτικά. Δεν κάθεται μόνο απέναντι στο τελάρο και ζωγραφίζει. Κάθεται έχοντας μπροστά της και παλιά, κιτρινιασμένα χαρτιά και αναδιφεί και μελετά. Δεν «ακούει», δεν καθοδηγείται μόνο από το καλλιτεχνικό της αισθητήριο. Καθοδηγείται και από μνήμες και παραδόσεις και οδοιπορεί σε κάμπους και βουνά, και σε μονοπάτια χορταριασμένα.
          Κοντολογίς, η Ντ. Αντωνακάτου δεν είναι μόνο ζωγράφος. Είναι και λογοτέχνιδα, είναι και ερευνήτρια της ιστορίας και της λαογραφίας. Δημοσιογράφησε στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Έχει δώσει διαλέξεις στην Αθήνα και σε επαρχιακές πόλεις - και εδώ - με θέματα εικαστικού, ιστορικού, λαογραφικού και κοινωνικού περιεχομένου.  
          Πολυτάλαντη η Ντ. Αντωνακάτου και εμείς τώρα είμαστε «υποχρεωμένοι» να αποκαλύψουμε τα ταλέντα αυτά και να τα παρουσιάσουμε. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε. Πάντως θα γίνει περιδιάβαση σε όλα αυτά, αλλά θα επιμείνουμε σε δύο πλευρές: στις ιστορικές της έρευνες και στα λευκώματα.

          Η λογοτεχνική της δημιουργία σχετίζεται με τα εξής:
-Εκτός από τα χρονογραφήματα που από το 1958 δημοσίευσε σε ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά που συνεργαζόταν,
-εξέδωσε συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ανά τριάκοντα δευτερόλεπτα» το 1963, που ήταν και αφορμή να αποσπάσει τον έπαινο των «Δώδεκα» το 1964. Σημειώνουμε εδώ και το υπέροχο διήγημα της «Το τέλος του Τρελλού» που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ηώς» το 1962 (σσ. 179-182).
-Εξέδωσε επίσης την ποιητική συλλογή «Έριξε του ήλιου πετριές» το 1983, όπου διαφαίνονται προσωπικά βιώματα και καταγράφονται δημιουργικές ανησυχίες.
-Έγραψε το θεατρικό έργο «Χρύσα», το οποίο ανέβασε στο Νέο Θέατρο του Διαμαντόπουλου με μαθητές του Γυμνασίου της Αθηναϊκής Σχολής.
-Το δεύτερο θεατρικό της με τίτλο «Μεγίστη Ώρα», το οποίο βραβεύτηκε με έπαινο από το Υπ. Πολιτισμού, ερμηνεύτηκε από ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου και μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο.

          Στο πλαίσιο των ιστορικών και λαογραφικών της ανησυχιών, ενασχολήσεων και ερευνών η Ντ. Αντωνακάτου προσπάθησε και κινήθηκε σε επίπεδα επιστημονικά. Δεν περιορίστηκε σε επιφανειακές καταγραφές, αλλά μελέτησε και ξαναμελέτησε. Μπήκε σε επιστημονικούς χώρους, έχοντας βέβαια το «στίγμα» του μη ειδικού, εγκλιματίστηκε σε αυτούς, συγχρωτίστηκε με εκπροσώπους τους και θέλησε συνειδητά και υπεύθυνα να τιμήσει την επιστήμη.
-Έγινε δεκτή σε επιστημονικούς Συλλόγους: στην Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, στο Κέντρο Μελετών Ιονίου, στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.
-Έγραψε και δημοσίευσε σχετικά άρθρα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο και μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά.
-Έκανε ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια και
-έδωσε διαλέξεις με σχετικά θέματα κυρίως στην Αθήνα, την Κεφαλονιά και το Ναύπλιο. Σημειώνουμε τη σημαντική και εμπεριστατωμένη ομιλία της στην Αθήνα, με τίτλο «Η Επτανήσια», για την οποία απέσπασε τον έπαινο του Λυκείου Ελληνίδων. Θυμίζουμε εδώ την πλούσια σε στοιχεία και πληροφορίες αλλά και με πολύπλευρη διαπραγμάτευση μελέτη της για την «Κεφαλλονίτισσα», δημοσιευμένη στον αφιερωμένο στην Κεφαλονιά τόμο του περιοδικού «Ηώς», αρ. 58-60, το 1962.  
          Το Νοέμβρη του 1986 μίλησε στην Αδελφότητα του Πειραιά για την Κεφαλονιά του 17ου αιώνα («Το πορτραίτο μιας εποχής. Ο 17ος αιώνας στην Κεφαλονιά») παρουσιάζοντας στοιχεία που εντόπισε κατά την ερευνά της για το νοτάριο-ιερέα Γεώργιο Μεταξά, συγγραφέα της «Επιτομής» του «Πρακτικού του 1264».
          Αξιολογότατη επίσης ήταν η διάλεξη της στο Ναύπλιο το 1998 για τον Ευάγγελο Ποταμιάνο, αγωνιστή του '21 και συνεργάτη του Καποδίστρια, προσκομίζοντας εντελώς νέα στοιχεία για τον Κεφαλλονίτη αυτόν, που έδρασε έξω από το νησί της καταγωγής του.

          Ασχολήθηκε και με λαογραφικά θέματα η Ντ. Αντωνακάτου Πάντοτε την ενδιέφερε — και την ενδιαφέρει - το λαογραφικό στοιχείο όχι μόνο ως παράδοση, ως διάσωση, αλλά κυρίως ως κοινωνιολογική παράμετρος της ζωής των ανθρώπων. Επιδιώκει ν' ανιχνεύει πλευρές της ζωής του παρελθόντος και να εξηγεί τις συμπεριφορές του χτες, για να γνωρίσει τον άνθρωπο, τους καημούς και τις χαρές του. Αναφέρουμε δύο λαογραφικές μελέτες της:
- «Το πένθος στην Αργολίδα» (δημοσιευμένη στο «Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος», τ. 23, 1980, σσ. 546-559). Εδώ η συγγραφέας παρουσιάζει δύο ταφικά έθιμα, που μέχρι τα μισά της δεκαετίας του 1960 διατηρούνταν σε δύο χωριά της Αργολίδας, το ένα ορεινό και το άλλο καμπίσιο. Όταν κάποιος έφευγε άδικα από τη ζωή λόγω ατυχήματος ή επίθεσης, του επεφύλασσαν ειδική τελετουργία ταφής: τον τύλιγαν μ’ ένα βάτο, για να εμποδίσουν έτσι το νεκρό να στοιχειώσει. Το δεύτερο έθιμο σχετίζεται με τα «σαράντα» του νεκρού. Εκείνη τη μέρα στο σπίτι του νεκρού ετοιμάζεται ένα ομοίωμα στο μέγεθος του σώματος του από κόλυβα (βράζονται περισσότερα από 15 κιλά στάρι) και, μετά το θρήνο των γυναικών, μοιράζεται στους παρευρισκόμενους.
- Η δεύτερη μελέτη έχει τίτλο «Ιστορική και θρησκευτική σημασία της κεφαλονίτικης κατάρας με το διάβολο» (δημοσιευμένη στο «Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος», τομ. 26, 1983, σσ. 383-416). Δημοσιεύονται 238 διαολοκατάρες και βλαστήμιες από την Ανωή της Παλικής και ο κατάλογος αυτός συνιστά ταυτόχρονα μια μαρτυρία της εκφραστικής και ζωντανής γλώσσας των πατεράδων και των γιαγιάδων μας.
Εμείς οι Κεφαλλονίτες χρησιμοποιούμε το διάβολο σε κάθε φράση της καθημερινής μας ομιλίας: «στη διήγηση, στο διάλογο,... στην έριδα, στη συμφιλίωση... στη διατύπωση κάθε ιδέας θαυμασμού, απορίας, απειλής, επιδοκιμασίας» κ.λ.π. Εξηγεί η ερευνήτρια ότι αυτή η «σχέση» μας με το διάβολο «ενδημούσε στην πολυταραγμένη ψυχή του νησιού», που κληροδοτήθηκε «από τη βυζαντινή θρησκευτική δεισιδαιμονία». Μάλιστα ήταν τόσο πλατιά διαδεδομένη η βλαστήμια — βλαστημούσαν άντρες και γυναίκες, πλούσιοι και φτωχοί - ώστε η βενετική διοίκηση αποφάσισε να επιβάλει, ειδικά στην Κεφαλονιά, κυρώσεις, χωρίς όμως να μειωθεί το κακό.
Εκείνο ιδιαίτερα που η Ντ. Α. υπογραμμίζει στη μελέτη αυτή - και έχει σημασία - είναι ότι με τη συνεχή επίκληση του διαβόλου, ο τελευταίος γίνεται «πανταχού παρών», «πρόχειρος και κοντινός, μοιάζει να μπλέκει στη ζωή των ανθρώπων αδιάλειπτα». Έτσι το «δραματικό στοιχείο της κατάρας και της βλαστήμιας αποδυναμώθηκε με την επανάληψη και διασκορπίστηκε το δέος που δημιουργούσε η λέξη από την ίδια τη συνεχή οικειοποίηση της. Σα να ταπεινώθηκε ό ίδιος ο Σατανάς, καθώς, περιφερόμενος τόσο συχνά, «εκφοβοποιείται» και κωμικοποιείται — έχασε (δηλαδή)το φοβερό του μεγαλείο, απομυθοποιήθηκε και γελοιοποιήθηκε.
Και επομένως, συμπεραίνει η Ντ. Α., ο Κεφαλλονίτης, επειδή δε τον φοβάται, γι' αυτό δεν προφέρει τη λέξη με το σύμφωνο β ,αλλά χωρίς αυτό. Έτσι: διάολε, διάολοι, όπου το στόμα «γεμίζει», «μένει διάπλατο, για να εκφέρει θαρραλέα τη λέξη».
Συνεχίζουμε με τις έρευνες της Ντ. Α. για τη μεσαιωνική Κεφαλονιά.
Την απασχόλησε ιδιαίτερα αυτή η περίοδος. Γι' αυτό ασχολήθηκε με το «Πρακτικό της Λατινικής Επισκοπής του 1264». Πρόκειται για ένα κτηματολόγιο του 13ου αιώνα, πραγματικό τοπογραφικό ντοκουμέντο. Έχουμε το πρωτότυπο φωτογραφημένο από το συμπατριώτη μας Ακαδημαϊκό, αείμνηστο Διονύσιο Ζακυθηνό, επίσης αντίγραφο του, του 17ου αι. και την «Επιτομή», του 1677, που συντάχθηκε από το νοτάριο-ιερέα Γεώργιο Μεταξά. Η τιμώμενη στις έρευνες της χρησιμοποίησε την κριτική έκδοση του «Πρακτικού» και της «Επιτομής» του Θησέα Τζανετάτου (1965). Με τα κείμενα αυτά, λοιπόν, στο χέρι η ερευνήτρια περπάτησε στο νησί, θέλοντας να εντοπίσει τα τοπωνύμια, και να διακρίνει τη ζωή των κατοίκων του νησιού κατά το 13° αιώνα. Περπάτησε και ξαναπερπάτησε. Συζήτησε πολύ με ντόπιους, χάρη στους οποίους, όπως τονίζει η ίδια, κατορθώθηκε να γίνει η διασταύρωση, η επαλήθευση και η ταύτιση των τοπωνυμίων. Συγκέντρωσε άφθονο υλικό με κόπο και μεράκι, πάντα με σεβασμό και αγάπη. Και τελικά, η μεθοδική ανάγνωση «Πρακτικού» και «Επιτομής», η ντόπια τοπωνυμική παράδοση και η μαρτυρία άλλων πηγών, όλο τούτο το οδοιπορικό στον Τόπο και το Χρόνο, έφερε καρπούς πλούσιους και πρωτότυπους. Στήριξε νέες απόψεις, που ανέτρεπαν ή τουλάχιστον έθεταν σε αμφισβήτηση παγιωμένες και γενικά αποδεκτές θέσεις. Έτσι, συνέβαλε στην προώθηση του επιστημονικού προβληματισμού και των γνώσεων μας. Ταυτόχρονα, με αυτή τη μορφή έρευνας, ήρθε στο προσκήνιο ο κάτοικος της περιοχής, ευαισθητοποιήθηκε ο χωρικός και
ξωμάχος, κινητοποιήθηκε ο απλός πολίτης.
Η μελέτη του «Πρακτικού» και της «Επιτομής» και η επιτόπια έρευνα ανέδειξαν:
1) Το «Πρακτικό» είναι συντεταγμένο με ορισμένη τάξη και συνέπεια: ακολουθείται τριαδική ιεράρχηση κατά εκκλησιαστική αρχή, κατά περιοχή όπου ανήκει αυτή η αρχή και κατά είδος κτημάτων (χωράφια, αμπέλια) και
2) Η «Επιτομή» λειτουργεί βοηθητικά και ενισχυτικά για τη μελέτη του πρώτου κειμένου, διότι γράφεται από έμπειρο γνώστη του τόπου και των ανθρώπων 400 χρόνια μετά το «Πρακτικό» και 300 χρόνια πριν από μας, άρα παίζει το ρόλο γέφυρας επικοινωνίας μεταξύ του «Πρακτικού» του 1264 και του σήμερα.
Στην «Επιτομή», εξάλλου, οφείλει η Ντ. Α. την επισήμανσή της για τη θέση του Κάστρου του Αγ. Γεωργίου στην Παλική, μια επισήμανση-θέση που ανατρέπει τη μέχρι τότε παραδεδομένη θέση και συνιστά το κλειδί για την αναθεώρηση του όλου θέματος της βυζαντινής τοπογραφίας της Κεφαλονιάς. Πιο συγκεκριμένα: Ένα Κάστρο Αγ. Γεωργίου αναφέρεται στο «Πρακτικό» του 1264 και αυτό είναι «στο μέρος της Παλικής» και στην «περιοχή Αυλώνος», ενώ ακόμη πιο σαφέστατα η «Επιτομή» το τοποθετεί στο κεφάλαιο με τίτλο «Χωρίον Δεματωρά και Αγ. Θέκλη». Από την άλλη πλευρά, το «Πρακτικό» αγνοεί το τοπωνύμιο «Αγ. Γεώργιος» της Λειβαθώς. Και στο Κάστρο της Παλικής τοποθετείται η έδρα της «Παλαιάς Επισκοπής», δηλαδή εκεί ήταν η έδρα της λατινικής-καθολικής και νωρίτερα της ελληνικής- ορθόδοξης επισκοπής.
Αυτήν ακριβώς την ανακάλυψη της Ντ. Α. ανακοίνωσε, με ιδιαίτερη υποθέτω ικανοποίηση και περηφάνια, ο Διονύσιος Ζακυθηνός στην Ακαδημία Αθηνών το 1962 με τίτλο «Ο θάνατος του Ροβέρτου Γισκάρδου — Το Πρακτικόν της Λατινικής Εκκλησίας Κεφαλληνίας (1264). Τοπογραφικαί και κοινωνιολογικαί διακριβώσεις από Διάνας Αντωνακάτου». Ο αείμνηστος Καθηγητής, αποδεχόμενος την πλάνη των προηγούμενων ερευνητών αλλά και τη δική του και συμμεριζόμενος τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα της Ντιάνας, εξηγούσε γιατί η δυτική πλευρά της Κεφαλονιάς, η Παλική δηλαδή, και μάλιστα το ύψωμα του Αϊ-Γιώργη μπορούσε να ήταν το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο του βυζαντινού «Θέματος της Κεφαλληνίας». Άλλωστε, σύμφωνα με το «Πρακτικό», στην Παλική εντοπίζεται η μεγαλύτερη πυκνότητα οικισμών και τοπωνυμιών και τα μεγαλύτερα σε έκταση κτήματα. Κοντολογίς, ήταν η πυκνότερη σε πληθυσμό και η ευφορότερη περιοχή του νησιού. Ωστόσο, καθώς αλλάζουν τα γεωστρατηγικά δεδομένα και νέες ανακατατάξεις παρουσιάζονται στον ευρύτερο χώρο σε συνδυασμό με τις επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, αρχίζει να γίνεται και η διαδοχή των Κάστρων. Με τους Τόκκους, τους νέους κυρίαρχους της Κεφαλονιάς, οι συνθήκες ελέγχου του Ιόνιου θαλάσσιου χώρου μεταβάλλονται. Κι έτσι το Κάστρο του Αγ. Γεωργίου της Λειβαθώς παίρνει τη θέση του Κάστρου του Αγ. Γεωργίου της Παλικής και φυσικά και το όνομα του.
Η Ντ. Α., βέβαια, δεν περιορίστηκε μόνο στο «Πρακτικό» και την «Επιτομή» του. Μαζί με την αξιοποίηση της μελέτης και της γνώσης των ντόπιων κατοίκων, αναδίφησε νοταριακές πράξεις και εκκλησιαστικά αρχεία, όπου επισήμανε ότι μέχρι και το 17° αιώνα αναφερόταν το Κάστρο το Αϊ-Γιώργη. Απευθύνθηκε, επίσης, στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία το 1983 και 1984 με ανασκαφικές τομές στο ύψωμα του Αϊ-Γιώργη επιβεβαίωσε την ύπαρξη θεμελίων εκκλησίας, χωρίς όμως να υπάρξει συνέχεια. Όλα τα παραπάνω συνιστούν μια νέα θέση, μια νέα θεωρία για το βυζαντινό κέντρο της Κεφαλονιάς, αν και δεν έχει γίνει αποδεκτή από το σύνολο του επιστημονικού κόσμου. Υπάρχουν ενστάσεις και διατυπώνονται αντιρρήσεις, που θέλουν το Κάστρο της Λειβαθώς να κρατά τα σκήπτρα από τη βυζαντινή εποχή. (Για τους λόγους αυτούς θα πρότεινα, να διοργανωθεί ένα Συμπόσιο ή Συνέδριο ή τουλάχιστον να ξεκινήσει ένας διάλογος επιστημονικός, όπου θα τεθούν όλα τα ζητήματα. Κάτι τέτοιο, μαζί με την επανάληψη ανασκαφικών ερευνών στον Αϊ-Γιώργη και τη γύρω περιοχή, θα δώσει τη δυνατότητα να διευκρινιστούν αρκετά ζητήματα). Πάντως πέρα από την όποια ενδεχομένως κατάληξη θα έχει αυτή η θεωρία, η όλη έρευνα της Ντιάνας θα καταχωριστεί ως σημαντικότατη συμβολή στην επιστημονική έρευνα και στην τοπική μας ιστορία, καθώς άνοιξε νέους δρόμους στην ανάγνωση του «Πρακτικού» και έφερε νέες γνώσεις για τη βυζαντινή Κεφαλονιά.
Και για να κλείσω αυτή την ενότητα, οφείλω να αναφέρω τις μελέτες της τιμώμενης, τις σχετικές με αυτό το αντικείμενο:
- «Έρευνες και συμπεράσματα γύρω από τη Μεσαιωνική Κεφαλλονιά με βάση το Πρακτικό της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας του 1264» στο επιστημονικό περιοδικό «Βυζαντινά» (τόμ. 12, 1983, σσ. 293-356), «Θέσεις, περιβάλλον, περιουσιακά στοιχεία βυζαντινών μονών του 13ου αιώνα στην Κεφαλονιά με βάση το Πρακτικό της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας του 1264», ανακοίνωση στο Ε' Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο (Μάϊος 1986), δημοσιευμένη στον 1° τόμο των «Πρακτικών» (1989) σσ. 513-594.
- «Η ανταλλαγή ανθρώπου με ζώο - νοταριακή πράξη - και μοναστήρια της Κεφαλλονιάς επί Βενετοκρατίας» στο «Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος», τόμ. 32, 1989, σσ. 51-80. Αξίζει να αναφερθεί αυτή η σπάνια περίπτωση που εντόπισε η ερευνήτρια σε συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο δύο μοναστήρια, του Προφήτη Ηλία και της Κυρίας των Αγγέλων στην περιοχή του Λειβαδιού, έκαναν τούτη δω την ανταλλαγή: Το πρώτο μοναστήρι έδωσε «έναν καλόγερον, όπερ έχουν ονομαζόμενον Καλίνικον Πεφανάτον, κουτζοχαίρη ή κουτζοπόδι» και πήρε από το δεύτερο «μίαν φοράδα εγγαστρωμένη τρίχας κόκκινης, καθώς ευρίσκετε γερή με 4 πόδια», και
- «Βιογραφικά του Γεωργίου Μεταξά, ιερέως-συντάκτη της Επιτομής (1677) του Πρακτικού της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας του 1264», στο περιοδικό της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών «Κεφαλληνιακά Χρονικά», τόμ. 8, Αφιέρωμα στο Γεώργιο Γ. Αλισανδράτο, 1999, σσ. 421-440.
Και τελειώνω, με τα βιβλία-λευκώματα της Ντιάνας Αντωνακάτου.
Τα αναφέρω σε τίτλους: «Κεφαλονιά» 1957, «Επτάνησα» 1966, «Αργολίδα» 1968, «Ναύπλιο» 1971, «Ελληνικά Μοναστήρια»: 1ος τόμ. «Αργολίδα» 1976, 2ος τόμ. «Αρκαδία» 1979, «Μεσσηνία» 1985, «Ναύπλιο '88» 1988 και «Ναύπλιο Folio» 1995, ενώ το 1973 έγραψε τον οδηγό της Αργολίδας «Αργολίδος περιήγησις» σε έκδοση της Νομαρχίας Αργολίδας.
Κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στο πρώτο, «Κεφαλονιά», οφείλουμε να υπογραμμίσουμε την πρωτιά του στο είδος του. Με σύντομο πρόλογο από τη Ντιάνα, μια υπέροχη εισαγωγή από τον Καθηγητή Λαογραφίας Δημήτριο Λουκάτο και γεμάτο από ζωγραφικά έργα της ζωγράφου αποτελεί το πρώτο και πετυχημένο εγχείρημα στα χρονικά της σύγχρονης ελληνικής τυπογραφίας στη δεκαετία του 1950.
Τα υπόλοιπα βιβλία-Λευκώματα συνιστούν άθλο προσωπικό και μοναδικό της Ντ. Α. Η ίδια τα έγραψε (εκτός από το δίτομο των «Ελληνικών Μοναστηριών», τη συγγραφή των οποίων μοιράστηκε με τον Τάκη Μαύρο), τα εικονογράφησε και τα εξέδωσε - λευκώματα-αφιερώματα στον ελληνικό χώρο, με περιεχόμενο ιστορικό και λαογραφικό, πλούσια σε εικονογράφηση με δικά της σχόλια και ζωγραφικά έργα, έτσι ώστε ο Λόγος και η Εικόνα, το καθένα χωριστά αλλά και μαζί να δίνουν τη δική τους μαρτυρία για τον Τόπο και τους ανθρώπους του.
Τα Λευκώματα είναι, χωρίς υπερβολή, έργα ζωής και καταθέσεις ψυχής. Αποτελούν καρπό πολύχρονης εργασίας και πολύτροπων οδοιπορικών.
Για να γραφτούν τα κείμενα τους προϋπήρξε έρευνα πολύμοχθη σε κώδικες εκκλησιών και μοναστηριών, σε αρχεία οικογενειών και αλλού. Προηγήθηκε συζήτηση με τους ανθρώπους των περιοχών. Η εικονογράφηση που κοσμεί τα Λευκώματα γινόταν συνήθως επιτόπου. Και φυσικά όλα αυτά απαιτούν επιτόπιες έρευνες και ανιχνεύσεις όχι πάντοτε ευκολονόητες, προϋποθέτουν οδοιπορικά μακροχρόνια. Περισσότερο, όμως, απαιτούν από τη δημιουργό τους την αγάπη προς τον Τόπο και τον Άνθρωπο, την άμεση και ζεστή επικοινωνία με τα έργα της φύσης και του ανθρώπου. Γιατί διαφορετικά οι Τόποι και οι Άνθρωποι δεν παραδίδονται εύκολα... Και η Ντ. Α. αγάπησε τα μέρη, για τα οποία έγραψε και τα οποία ζωγράφισε. Μαγεύτηκε από τη φυσική τους ομορφιά και ανασκάλεψε την ιστορική μνήμη. Συγκινήθηκε απ' των ανθρώπων τους το μόχθο και άνοιξε πόρτες επικοινωνίας με τις ρίζες τους.
Τα Λευκώματα αυτά δεν είναι τουριστικοί οδηγοί, ούτε σκέτα άλμπουμ φωτογραφιών-ζωγραφικών έργων. Είναι βιβλία γεμάτα γνώσεις και βιώματα, θρύλους και μνήμες, μνημεία αρχαία και βυζαντινά και νεώτερα. Σε αυτά, η πένα της Ντ. Α. συμπυκνώνει του αρχαιολόγου και του ιστορικού την κατάθεση, του λαογράφου την καταγραφή. Σε αυτά, ο ιστορικός χρόνος ενώνεται με το φυσικό χώρο. Σε αυτά, συναντιέται η ανάσα της φύσης με τα έργα των ανθρώπων. Έτσι, τα «Επτάνησα», η «Αργολίδα», η «Μεσσηνία», το «Ναύπλιο», δεν παρουσιάζονται απλά ως όμορφα πετράδια της ελληνικής γης και ζωής, αλλά ως περγαμηνές αιώνιες, παλίμψηστες, φορτωμένες με χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης περιπέτειας και δράσης. Γι' αυτό και μετατρέπονται τούτα τα Λευκώματα σε πηγή γνώσεων και συγκινήσεων, σε γέφυρα επικοινωνίας του παρελθόντος με το παρόν.
Να, λοιπόν, γιατί αυτά τα έργα είναι σημάδια φωτεινά στο διάβα της ίδιας της δημιουργού τους αλλά και σταθμοί σημαδιακοί για τους ίδιους τους ελληνικούς τόπους που καταγράφονται και εικονογραφούνται. Δίκαια, επομένως, και άξια η συγγραφέας και εικονογράφος τους Ντιάνα Αντωνακάτου βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Πήρε έπαινο για το Λεύκωμα «Επτάνησα» το 1966, βραβείο για την «Αργολίδα» και «Ναύπλιο» το 1971 και αργυρό μετάλλιο το 1979 για την όλη προσφορά της με αφορμή την έκδοση των «Ελληνικών Μοναστηριών».
Ολάκερο το έργο της Ντ. Α. που εδώ παρουσιάσαμε και κυρίως οι ιστορικές και λαογραφικές της έρευνες και τα υπέροχα βιβλία-λευκώματά της, ο αγώνας της και η αγωνία της ως το τελικό αποτέλεσμα ήταν και είναι, νομίζω, για την ίδια μια πάλη, μια μόνιμη και συνεχής και συνεπής πάλη, για τη διεκδίκηση της γης μας, για να μη μας την πάρουν οι άλλοι, οι δυνατοί, και την αλλοιώσουν, για να μη χαθεί μες στην ισοπέδωση του ύπουλου εκσυγχρονισμού και της επικίνδυνης παγκοσμιοποίησης, για να στηρίξουμε τη γλώσσα μας και την ιστορία μας.
Και ακριβώς γι' αυτό το λόγο οι έρευνές της και τα βιβλία-λευκώματά της είναι ταυτόχρονα και σημάδια SOS: να μην καταθέσουμε την ταυτότητα μας στα ευρωταμεία και τα νεοταξικά στρατηγεία, να στηρίζουμε με Λόγο και κυρίως με Πράξη την ιστορία και την παράδοση μας, να κρατηθούμε ορθοί στην πλώρη του ελληνικού πλοίου αντιμετωπίζοντας κάθε αλλοίωση, παραποίηση, συμβιβασμό.
Έτσι έπραξε ως τώρα η Ντιάνα Αντωνακάτου από τα Βιλατώρια της Παλικής, εκπληρώνοντας το χρέος της προς τον ελληνικό τόπο, την ελληνική ιστορία και τον Έλληνα κάτοικο. Εμείς, θα ακολουθήσουμε πεισματικά και ουσιαστικά τούτο τον ίδιο δρόμο;