Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940: ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΠΕ ΤΟ "ΟΧΙ";





       Κανείς δεν αμφισβητεί την ιστορική σημασία του Αλβανικού Έπους και τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε και για όσα ακολούθησαν στη χώρα μας αλλά και για την εξέλιξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κανείς δεν παραγνωρίζει τις παρενέργειες που η 4χρονη Κατοχή είχε στην τότε και μετέπειτα συμπεριφορά των Ελλήνων.
Κανείς, τέλος, δεν αμφισβητεί το ρόλο της λαογέννητης Αντίστασης του ελληνικού λαού τόσο σε επίπεδο εθνικό, όσο και ευρωπαϊκό.
Ουσιαστικός βέβαια και καταλυτικός όρος για όλα αυτά υπήρξε η ιστο­ρική στιγμή της 28ης Οκτωβρίου.
Δεν μπορεί, λοιπόν, να μιλήσει κάποιος για την Κατοχή και την Αντί­σταση, αν δε σταθεί υπεύθυνα μπροστά σε αυτό το ιστορικό γεγονός. Και φυ­σικά, για να μιλήσει για εκείνες τις ηρωικές ώρες της 28ης Οκτωβρίου, είναι υπο­χρεωμένος να ανατρέξει στο κοντινό και πιο μακρινό παρελθόν, για να βρει τα νήματα που το συνδέουν με το πριν και το μετά.

Αλλά ας θυμηθούμε σύντομα τα γεγονότα και τις αγωνίες των ημερών εκείνων.
Ο πρεσβευτής της Ελλάδας στη Βουδαπέστη, τηλεγραφεί στην ελληνική κυβέρνηση στις 13 Οκτωβρίου 1940: «Εκ θετικωτάτης πηγής πληροφορούμαι ότι εις τους κύκλους του Ουγγρικού υπουργείου των Εξωτερικών θεωρείται ως επικείμενη η επίθεσις της Ιταλίας κατά την Ελλάδος».
Από τη Ρώμη, ο Έλληνας πρεσβευτής (Πολίτης) ειδοποιεί στις 23 του μήνα την Αθήνα: «Κατά πληροφορίας στρατιωτικής πηγής προστίθεται ήδη και χρονικός προσδιορισμός μεταξύ 25 και 28 τρέχοντος διά την εκδήλωσιν της εναντίον της Ελλάδος ενεργείας».
Βέβαια υπήρχαν και άλλες πληροφορίες από Λονδίνο και Παρίσι καθη­συχαστικές, αφού ενημέρωναν ότι οι γερμανικοί βομβαρδισμοί κατά της Αγ­γλίας δεν μπόρεσαν να κάμψουν το ηθικό του αγγλικού λαού, ότι ο αγ­γλικός στρατός αναδιοργανώνεται, ότι τέλος ο Φράνκο της Ισπανίας δήλωσε στο Χίτ­λερ ότι θα παραμείνει ουδέτερη η χώρα του.
Ο Μεταξάς όμως ανησυχεί. Και η ανησυχία του τούτη φαίνεται έκδηλη στο «Ημερολόγιό» του.
Σημειώνει στις 16 Οκτωβρίου: «Εξακολουθεί περίεργος ησυχία», ενώ στις 24: «Φήμαι ότι αύριο πρωί αρχίζει Ιταλία επίθεσιν εναντίον μας».
Αλλά και την επόμενη μέρα, 25 Οκτωβρίου: «Σήμερα δεν έγινε ιταλική επίθεσις… Αρχίζω να υποθέτω ότι Ιταλία αναμένουν προσεχώς πρόκλησιν εκ μέρους μας Άγγλων και υπ’ αυτών κατάληψιν νήσων και βάσεων και τότε ανα­γκαίως θα επιτεθούν».
Στις 26 Οκτωβρίου, σημειώνει ο Μεταξάς στο «Ημερολόγιό» του: «Ούτε σήμερα επίθεσις. Ενισχύεται η χθεσινή μου γνώμη. Πανταχόθεν ειδήσεις ησυ­χίας διά Ελλάδα».
Τι δηλώνουν τούτες οι γραπτές σκέψεις του Μεταξά; Ο δικτάτορας πι­στεύει ότι ο Μουσολίνι δε θα επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας, εφόσον η τελευ­ταία τη­ρήσει ουδετερότητα και δεν επιτρέψει στην Αγγλία να αποκτήσει βά­σεις στο ελληνικό έδαφος ή να καταλάβει κάποια νησιά. Εξακολουθεί μέχρι και την τε­λευταία μέρα να τρέφει αυταπάτες, παρ’ όλο που τα τηλεγραφήματα από τους Έλληνες πρεσβευτές σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του ορίζουν και τη μέρα της επίθεσης. Και παρ’ όλο που στις 26 Οκτωβρίου το Ιταλικό Πρακτορείο Ει­δήσεων «Στέφανι» καταγγέλλει ότι «ένοπλος ελληνική συμμορία επετέθη σήμε­ρον την πρωίαν διά πυροβολισμών και χειροβομβίδων εναντίον αλβανικών φυ­λακίων πλησίον της Κορυτσάς» (Να θυμηθούμε ότι από τον Απρίλιο του 1939 οι Ιταλοί έχουν καταλάβει την Αλβανία). Το Αθηναϊκό Πρακτορείο διαψεύδει την εί­δηση. Πράγματι, πρόκειται για σκηνοθετημένο επεισόδιο.
Στο μεταξύ, το ίδιο βράδυ της 26ης Οκτωβρίου στην ιταλική πρεσβεία της Αθήνας δίνεται δεξίωση. Την κυβέρνηση θα εκπροσωπήσουν οι υφυπουρ­γοί Εξωτερικών, Τουρισμού και Παιδείας. Στην τεράστια τούρτα είναι γραμ­μένο με χρωματιστή ζάχαρη το «Viva la Grecia». Γιατί γίνονται αυτά; Μα για να ρίξει η Ιταλία με τον εδώ πρεσβευτή της Γκράτσι «στάχτη στα μάτια» του Μεταξά, και έτσι να πετύχει ο αιφνιδιασμός. Την ίδια εκείνη νύχτα ο Γκράτσι παίρνει και το τηλεγράφημα που αναφέρει την ώρα που πρέπει να επιδοθεί στο Μεταξά το τελεσίγραφο.
Η επόμενη ημέρα, 27 Οκτωβρίου, Κυριακή, κυλά ήρεμα. Ο Γκράτσι όμως έχει πάρει τις οδηγίες του και πρέπει να τις εκτελέσει. Στις 2:45 τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου επισκέπτεται το Μεταξά στο σπίτι του, και του δίνει το φάκελο με το τελεσίγραφο. Να σημειωθεί ότι το τελεσίγραφο αυτό άρχιζε να το γράφει από τις 22 Οκτωβρίου ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο, γνωρί­ζοντας ότι «πρόκειται για επί­σημο έγγραφο χωρίς διέξοδο: ή αποδοχή της κα­τοχής ή επίθεση». Ο Μεταξάς αρχίζει να διαβάζει με προσοχή το τελεσίγραφο:
«[…] Η ουδετερότης της Ελλάδος απέβη ολονέν και περισσότερον απλώς και καθαρώς φαινομενική […] Η Ιταλική Κυβέρνησις θεωρεί έκδηλον ότι η πο­λιτική της Ελληνικής Κυβερνήσεως έτεινε και τείνει να μεταβάλη το ελληνικόν έδαφος ή τουλάχιστον να επιτρέψη όπως το ελληνικόν έδαφος μεταβληθή εις βάσιν πολεμικής δράσεως εναντίον της Ιταλίας […] Όθεν η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήση από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν – ως εγ­γύησιν διά την ουδετερότητα της Ελλάδος και ως εγγύησιν διά την ασφάλειαν της Ιταλίας – το δικαίωμα να καταλάβη διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων […] ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως μη εναντιωθή εις την κατάληψιν ταύτην […] Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήση αντίστασιν, η αντίστασις αύτη θα καμφθή διά των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας, αι οποίαι ήθελον προκύψη εκ τούτου».
Αφού τελειώνει ο Μεταξάς την ανάγνωση του κειμένου, του διευκρινίζει ο Γκράτσι ότι, αν δε γίνουν δεκτοί οι όροι, τα ιταλικά στρατεύματα θα εισβά­λουν στην Ελλάδα στις 6 το πρωί.
Και τότε ο Μεταξάς – σύμφωνα με την αφήγηση του Γκράτσι – απαντά: «Ώστε έχουμε πόλεμο». Και του εξηγεί ότι δεν έχει πρόθεση να υποχωρήσει στις ιταλικές αξιώσεις, αλλά και αν αποδεχόταν το τελεσίγραφο μέσα σε 3 ώρες θα ήταν αδύνατο να επικοινωνήσει με το βασιλιά, τους υπουργούς του και το Γεν. Επιτελείο Στρατού. Ρώτησε όμως τον Γκράτσι ποια ήταν τα στρατηγικά ση­μεία, που επιθυμούσε η Ιταλία να έχει, αλλά ο πρεσβευτής δεν ήταν σε θέση να απα­ντήσει. Οπότε ο Μεταξάς επαναλαμβάνει: «Ώστε, βλέπετε πως πρόκειται για πό­λεμο».
Αποχωρεί ο Γκράτσι και αμέσως ο Μεταξάς ειδοποιεί το βασιλιά, τον Παπάγο, τον Άγγλο πρεσβευτή. Συγκαλεί υπουργικό Συμβούλιο και σε λίγο διάστημα υπογράφονται τα σχετικά διατάγματα για την επιστράτευση.

Αρνήθηκε λοιπόν ο δικτάτορας Μεταξάς να δεχτεί το τελεσίγραφο του φασίστα Μουσολίνι. Και σίγουρα η στιγμή εκείνη είναι ιστορική. Με την πράξη του εκείνη ο Μεταξάς εξέφραζε το εθνικό συμφέρον και το λαϊκό αί­σθημα. Η επιλογή του ήταν, αντικειμενικά κρινόμενη, πατριωτική.
Και στο σημείο αυτό τίθεται το καίριο ερώτημα: Γιατί αρνήθηκε ο Με­ταξάς σ’ έναν ομοϊδεάτη του; Είχε άλλη επιλογή;
Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε. Η απάντηση όμως δεν είναι απλή. Πρέπει πρώτα – πρώτα να ανατρέξουμε για λίγο στην προσωπική πορεία και δράση του Μεταξά.
Ο Ιω. Μεταξάς από την αρχή της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας υπήρξε γερμανόφιλος, θιασώτης της γερμανικής πολιτικής, θαυμαστής της χιτ­λερικής Γερμανίας. Παράλληλα, δεν έχανε ευκαιρία να δηλώνει την αντίθεσή του προς τον κοινοβουλευτισμό και να κηρύσσει τη «χρεοκοπία» των υπαρχό­ντων κομμάτων.
«Δι’ ημάς, τους Έλληνας – είχε πει σε συνέντευξή του στην “Καθημερινή” στις 6 Ιανουαρίου 1934 – το πρόβλημα δεν είναι πώς θα μείνωμεν εις τον Κοι­νοβουλευτισμόν, αλλά διά ποίας θύρας θα εξέλθωμεν εξ αυτού. Διά της θύρας του κομμουνισμού ή διά της θύρας του εθνικού Κράτους».
Και στις 3 Οκτωβρίου του ίδιου έτους δήλωνε στη Βουλή «Απεκτή­σαμεν την πεποίθησιν, ότι η λύσις του πολυπλόκου ελληνικού πολιτικού και κοινωνι­κού προβλήματος ουδόλως δύναται πλέον να επιτευχθή διά της συνεχί­σεως εφαρμογής κοινοβουλευτικών μεθόδων».
Στο μεταξύ, όπως φαίνεται από το «Ημερολόγιό» του, έχει αρχίσει επα­φές και βρίσκεται σε συνεχείς συνεννοήσεις με το μεγαλοβιομήχανο Μποδο­σάκη και με τον Κονδύλη για την κήρυξη δικτατορίας.
Παράλληλα, είναι γνωστή η φιλοβασιλική του προσήλωση. Υπήρξε πα­λιός φίλος της βασιλικής οικογένειας και σύμβουλος του Κωνσταντίνου. Διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο στην πραξικοπηματική παλινόρθωση του Γεωρ­γίου Β΄, (μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935). Παρί­στανε το συμφιλιωτή και κηρυσσόταν υπέρ της αμνηστίας, μετά την επάνοδο του Γεωρ­γίου, ακριβώς για να παραπλανήσει τον πολιτικό κόσμο και το λαό. Μό­νιμος και σταθερός σκοπός του παρέμενε η κατάληψη της εξουσίας.
Πότε όμως ο Γεώργιος και οι Άγγλοι αποδέχτηκαν το Μεταξά, δέ­χτηκαν να συνεργαστούν μαζί του και προχώρησαν από κοινού στο σχέδιο της δικτα­τορίας;
Στις 22 Φεβρουαρίου 1936 σημειώνει στο «Ημερολόγιό» του ο Μεταξάς: «Βλέπω να φεύγει κάθε όνειρο φιλόδοξο». Την επόμενη μέρα συναντιέται με το βασιλιά και γράφει: «Βράδυ εις Βασιλέα. Μακρά συνδιάλεξις. Διστακτικός. Αλλά άγεται προς την λύσιν μου».
Και η λύση μπαίνει σε εφαρμογή στις 5 Μαρτίου 1936 με την υπουργο­ποίηση του Μεταξά στο υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Δεμερτζή. Σύντομα ορίζεται από το βασιλιά πρωθυπουργός (με το θάνατο Δεμερτζή) και στις 4 Αυγούστου 1936 επιβάλλει (το δίδυμο Γεώργιος – Μεταξάς) τη δικτατο­ρία.
Το όνειρό του πραγματοποιείται. Ο βασιλιάς Γεώργιος νομιμοποιεί την κατάλυση του κοινοβουλευτισμού. Και φυσικά για κάτι τέτοιο θα είχε την έγκριση της Αγγλίας, την οποία χαρακτήριζε «θετή και πνευματική του πα­τρίδα».
Η βασιλομεταξική, λοιπόν, δικτατορία υπήρξε αγγλικό κυρίως κατα­σκεύασμα. Το «παράξενο» ήταν πώς οι Άγγλοι συμφώνησαν να ενισχύσουν έναν παλαιό άνθρωπο του γερμανικού επιτελείου στρατού, ο οποίος έπαιξε το γνω­στό ρόλο στο διχασμό και τάχθηκε κατά της Αντάντ. Αυτή όμως η «λο­γική» αντί­φαση εντάσσεται αρμονικά στη λογική της πολιτικής του Φόρεϊν Όφφις, το οποίο λίγο πριν υποστήριζε ή τουλάχιστο ανεχόταν το Μουσολίνι και το Χίτ­λερ, συμφώνησε στον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, συνυπόγραψε με τους ηγέ­τες του φασισμού στο Μόναχο το διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας: «Ο αντικειμενικός σκοπός του Μονάχου, γράφει στα “Απομνημονεύματά” του ο Τσώρτσιλ, ήτο να βγάλωμε την Ρωσία από την μέσην, να κερδίσωμεν χρό­νον». Ο αγγλικός ιμπεριαλισμός προσπαθούσε να θέσει φραγμό στο ερ­γατικό κίνημα της Ευρώπης και να σπρώξει τη Γερμανία προς «Ανατολάς», για να τσακίσει τη Σοβιετική Ένωση. Εξάλλου, η Αγγλία ήταν εκείνη που στη δεκαε­τία του 1910 ήταν αντί­θετη με τη δυναστεία των Γλύξμπουρκ, ενώ κατά τη δε­καετία του 1930 προε­τοίμασε την παλινόρθωσή της.
Αλλά, για την περίπτωση Μεταξά υπάρχει και ένας άλλος ομφάλιος λώ­ρος, που τον συνδέει με την Αγγλία. Αναφέρεται στην περίοδο της θητείας του στο υπουργείο Συγκοινωνιών στις οικουμενικές κυβερνήσεις της περιόδου 1927-1928. Τότε ο Μεταξάς χρειάστηκε να πάρει αποφάσεις υπέρ δύο σημαντι­κών αγγλικών επενδύσεων στην Ελλάδα, η τύχη των οποίων είχε ανατεθεί στις ενέργειες της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής. Και τις πήρε εκείνες τις αποφάσεις έχοντας στέρεη την πεποίθηση ότι έτσι θα εξασφάλιζε για το πρόσωπό του την εύνοια του Λονδίνου, η οποία του ήταν απαραίτητη για την πραγματοποίηση των φιλόδοξων ονείρων του, για την κατάκτηση δηλαδή της εξουσίας.
Η πρώτη αγγλική επένδυση ήταν εκείνη της Γενικής Ελληνικής Εται­ρείας, στην οποία παραχωρήθηκε επί Παγκάλου (1925) το προνόμιο παραγω­γής ηλεκτρικού ρεύματος και της εκμετάλλευσης ορισμένων αστικών συγκοι­νωνιακών μέσων στην Αθήνα. Πρόκειται για τη γνωστή σ’ εμάς εταιρεία «Πά­ουερ» (όνομα του βασικού Άγγλου μετόχου). Οι όροι της σύμβασης ήταν πράγ­ματι αποικιοκρατικοί. Γι’ αυτό, όταν έπεσε ο Πάγκαλος, η νέα κυβέρνηση αμ­φισβήτησε την ισχύ της σύμ­βασης. Τότε ο αρμόδιος υπουργός Συγκοινωνιών Ιω. Μεταξάς επιφέρει στη σύμβαση κά­ποιες δευτερεύουσας σημασίας τροποποιή­σεις και καταφέρνει να πείσει τη Βουλή να την ψηφίσει. Το γεγονός αυτό σί­γουρα δεν πέρασε απαρατήρητο από το Φόρεϊν Όφφις.
Η δεύτερη περίπτωση αναφέρεται στην εκτέλεση ενός μεγάλου έργου εκείνης της εποχής, στην κατασκευή οδικού δικτύου μήκους 2600 χλμ. σε σύ­ντομο χρο­νικό διάστημα. Το έργο ανατίθεται από τον τότε υπουργό Μεταξά (Μάιος 1928) στην εταιρεία Π. Γ. Μακρής και Σία, η οποία ήταν ο αντιπρόσω­πος της αγγλικής εταιρείας Σελ στην Ελλάδα.
Να σημειώσουμε επίσης ότι τόσο η σύμβαση αυτή, που παρουσίασε δυ­σκολίες μελλοντικά στην υλοποίησή της, όσο και η Πάουερ, που συνεχώς αθε­τούσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, αποτέλεσαν σημεία πολιτικών τριβών και σκληρής κριτικής κατά τη δεκαετία του 1930. Το 1937, όμως, επί δικτατο­ρίας Μεταξά, είχαν λυθεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τους Άγγλους ενδιαφερομένους. «Καμία κοινοβουλευτική κυβέρνηση δε θα μπορούσε να είχε λύσει αυτά τα προβλήματα», θα γράψει ο Άγγλος πρεσβευτής, θέλοντας έτσι να επαινέσει το Μεταξά για τις φιλοαγγλικές του ενέργειες.
Επομένως, η Αγγλία με τους Γεώργιο και Μεταξά ήταν σίγουρη για την προώθηση της πολιτικής της στην Ελλάδα. Αλλά και ο Μεταξάς είχε την ανά­γκη της Αγγλίας, είχε την ανάγκη του Γεωργίου, για να παραμείνει στην εξου­σία, χωρίς όμως να αρνείται και την υποστήριξη της χιτλερικής Γερμανίας, η οποία συμπαθούσε το γερμανόφιλο δικτάτορα και το καθεστώς του – συγγε­νικό άλλωστε προς το χιτλερικό. Ο Μεταξάς, παρ’ όλο που είχε προσχωρή­σει στην αγγλόφιλη γραμμή του βασιλιά, παρέμεινε ψυχικά δεμένος με τη Γερ­μα­νία.
Τα γεγονότα είναι συγκεκριμένα. Ενάμιση μήνα έπειτα από την επιβολή της δικτατορίας έρχεται στην Αθήνα μετά από επίσημη πρόσκληση ο υπουργός Προπαγάνδας της Γερμανίας, ο γνωστός Γκαίμπελς. Ο Έλληνας δικτάτορας του εξηγεί ότι η νέα ελληνική θεωρία για το Κράτος αποβλέπει στον πόλεμο κατά του μπολσεβικισμού και ο Γερμανός φασίστας τον συγχαίρει για τον τρόπο που σκοπεύει να εφαρμόσει τη δίωξη του μπολσεβικισμού στην Ελλάδα. Ο Με­ταξάς και οι συνερ­γάτες του αξιοποιούν τη χιτλερική πείρα, συνεργαζόμενοι με τις αντίστοιχες γερμανικές υπηρεσίες για τη δίωξη του κομμουνισμού, το χτύ­πημα του εργατι­κού κινήματος, τη φαλκίδευση των δημοκρατικών δικαιωμά­των. Ο Μανιαδά­κης μάλιστα δια­τηρούσε αλληλογραφία με τον αρχηγό της Γκεστάπο Χίμλερ και αντάλλασσαν την πείρα τους για τον κοινό «αντικομ­μουνιστικό τους αγώνα». Ταυτόχρονα ο ίδιος ο Μανιαδάκης ήταν από τους ευ­νοούμενους των Άγγλων, καθώς είχε επαφές με τις αγγλικές μυστικές υπηρεσίες.
Ίσως φαίνονται παράξενες αυτές οι σχέσεις και αλληλοεξαρτήσεις, όμως ήταν τότε μια πραγματικότητα. Ο Πιπινέλης σε έκθεσή του τον Ιούνιο του 1937, έγραφε, με την ιδιότητα του πρεσβευτή στη Βουδαπέστη, κάτι αρκετά χα­ρακτηριστικό: «Ο διευθυντής του Τμήματος Τύπου του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών μου γνωστοποίησε ότι “εις την Γερμανίαν οι ιθύνοντες τρέφουν τα φιλικώτερα αισθήματα έναντι του παρόντος καθεστώτος και γενικότερον θαυ­μάζουν την καταβαλλομένην προσπάθειαν, αλλ’ ότι ακριβώς διά να μη μας φέ­ρουν εις δύσκολον θέσιν, γνωρίζοντες τους δεσμούς μας με την Μ. Βρεττανίαν, έδωσαν οδηγίας να μην εκδηλούται θορυβωδώς η έναντι ημών συμπάθεια”». Να προσθέσουμε ακόμη ότι το φθινόπωρο του 1937 ήρθε στην Ελλάδα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας της Γερμανίας, για να υπογράψει με την ελληνική Κυβέρ­νηση συμφωνία για την παραχώρηση από τη Γερμανία προς την Αθήνα ενός δανείου 350 εκατ. δρχ.
Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι αυτές οι στενές σχέσεις του Μεταξά με τη χιτλερική Γερμανία ανησυχούσαν κατά καιρούς την Αγγλία και το βασι­λιά. Ο Έλληνας όμως δικτάτορας επανειλημμένα δήλωνε και έγραφε ότι η Ελ­λάδα δεν μπορούσε παρά να ταχθεί στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων. Μέσα από μια τέτοια πολιτική διέβλεπε να σώζεται ο ίδιος και το καθεστώς του. Αρ­κετές είναι οι νύξεις στο «Ημερολόγιό» του για την προσωπική του τύχη. Γι’ αυτό είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι για την Ελλάδα, σε περίπτωση που δεχτεί επίθεση, δεν υπήρχε άλλος δρόμος από το να στηριχτεί στην Αγγλία. Έχει γράψει στο «Ημερολόγιό» του στις 6 Μαΐου 1940: «Είναι φυσικό κράτη πα­ρα­θαλάσσια σαν εμάς να είμεθα φιλικά με τους Άγγλους και κράτη μεσόγεια σαν τη Βουλγαρία με τους Γερμανούς. Η διαφορά των πολιτευμάτων δεν παίζει ρόλο».
Παρά ταύτα, ο Μεταξάς απέφευγε να ζητήσει από την Αγγλία να συνά­ψει μαζί του συμμαχία, που να καθόριζε τις συμβατικές υποχρεώσεις της για το είδος και το μέγεθος της βοή­θειας προς την Ελλάδα. Και αυτό, γιατί δεν ήθελε να προκαλέσει το φασιστικό Άξονα. Προσπαθούσε, δηλαδή, να ματαιώσει κάθε εμπλοκή της Ελλάδας στα αγγλογαλλικά σχέδια άμυνας απέναντι σε ενδε­χόμενη επίθεση του Άξονα. Ωστόσο, και οι Άγγλοι δεν έδειχναν ιδιαίτερη σπουδή για σύναψη συμμαχίας με την Ελλάδα. Προτιμούσαν περισσότερο την Τουρκία, την οποία θεωρούσαν βασικό στήριγμα της εξωτερικής τους πολιτι­κής στην Α. Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή. Ο Άγγλος πρεσβευτής στην Ελλάδα υπογράμμιζε στις 17 Οκτωβρίου 1940: «Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι η υποστή­ριξις προς την Τουρκίαν αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής μας στην Εγγύς Ανατολή». Αλλά και την 1η Νοεμβρίου, τρεις μέρες μετά την ιτα­λική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, το αγγλικό Πολεμικό Συμβούλιο έπαιρνε τις αποφάσεις του με γνώμονα ότι η Τουρκία ήταν σημαντικότερη από την Ελ­λάδα για την Αγγλία.

Στο μεταξύ έχουν αρχίσει οι ιταλικές προκλήσεις προς την Ελλάδα. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1940 τρία ιταλικά βομβαρδιστικά χτυπούν ελληνικά σκάφη και αντιτορπιλικά, ρίχνουν βόμβες στον Κορινθιακό κ.ά. Ο Μεταξάς, για να μην προκαλέσει το Μουσολίνι και να μη μεγαλώσει την ανησυχία της ελληνικής κοινής γνώμης, απαγορεύει να δημοσιευτεί οποιαδήποτε πληροφο­ρία.
Και φτάνουμε στις 15 Αυγούστου, όταν θα βυθιστεί το καταδρομικό «Έλλη» μες στον όρμο της Τήνου, ενώ γιορταζόταν η Παναγία. Οι ελληνι­κές αρχές είχαν από την αρχή στα χέρια τους τα στοιχεία ότι το υποβρύχιο που χτύπησε το «Έλλη» ήταν ιταλικό. Ο Μεταξάς, όμως, συνεχίζοντας την υποχω­ρητικότητά του απέναντι στη φασιστική Ιταλία, δεν επιτρέπει να γνωστοποιη­θεί τίποτε σχετικό. Ο τορπιλισμός πάντως της «Έλλης» συγκλόνισε το πανελ­λήνιο. Και παρά τις προσπάθειες της κυβερνητικής προπαγάνδας, κανένας δεν αμφέβαλε ότι το έγκλημα ήταν ιταλικής προέλευσης. Το εθνικό φιλότιμο είχε πληγωθεί, ο κυβερνήτης όμως της χώρας πίστευε ότι με τις υπαναχωρήσεις του δε θα «προκαλούσε» την Ιταλία και έτσι θα απέφευγε την επίθεση.
Ο Μουσολίνι πάντως είχε άλλα σχέδια και τα χαράματα της 28ης Οκτω­βρίου 1940 τα δήλωνε ξεκάθαρα στο Μεταξά.

Με βάση τα όσα μέχρι εδώ έχουμε εκθέσει, μπορούμε να εκτιμήσουμε και να αξιολογήσουμε την άρνηση του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου.
Δεν είχε άλλη επιλογή ο Μεταξάς. Αν έλεγε ΝΑΙ, γνώριζε πολύ καλά ότι θα ανατρεπόταν από τον αγγλόφιλο βασιλιά Γεώργιο μέσα σε λίγες ώρες – κάτι που δεν το ήθελε. Ενδεχόμενο ήταν επίσης να έβλεπε να καταλαμβάνεται η χώρα ταυ­τόχρονα από τους Ιταλούς και τους Άγγλους. αλλά και τότε δε θα βρισκόταν αυτός στην εξουσία. Άλλωστε, ο ίδιος το δήλωσε στις 30 Οκτωβρίου στους δη­μοσιογράφους: «Η Ελλάς που θα δημιουργούσαν [εννοείται κάτω απ’ αυτές τις εξελίξεις οι Άγ­γλοι] θα κυβερνιόταν από τους «δημοκρατικούς Έλληνες» υπό την κάλυψιν του βρεττανικού στόλου εις τας νήσους Κρήτην και τας άλλας».
Επειδή, λοιπόν, δεν είχε άλλη προσωπική επιλογή οδηγήθηκε ο Μεταξάς στο ΟΧΙ. Και εκείνο το ΟΧΙ δεν το πίστεψε. Και δεν το πίστεψε, γιατί ποτέ του δεν είχε την πεποίθηση ότι η Ελλάδα μπορούσε να αντικρούσει την ιταλική επίθεση. Στη συνομιλία του με τους δημοσιογράφους ανέφερε ότι η Ελλάδα δεν πολεμούσε για τη νίκη, αλλά για τη δόξα. Αλλά και στο «Ημερολόγιό» του έγρα­φε στις 30 Οκτωβρίου: «Με ανησυχεί η υπεραισιόδοξος κοινή γνώμη». Και εί­ναι γνωστό πώς ο ελληνικός λαός ομόψυχα απάντησε στο προσκλητήριο του πολέμου. Αυτήν την ομοψυχία τη φοβόταν ο Μεταξάς.
Ο λαός, αντίθετα, το πίστεψε το ΟΧΙ - η πολιτική και στρατιωτική του ηγεσία όχι. Γιατί και ο Παπάγος, λίγες μέρες πριν από την ιταλική εισβολή είχε πει στον ταγματάρχη Γεωργούλη ότι, αν μας επιτεθούν οι Ιταλοί, «θα ρί­ψωμεν μερικές τουφεκιές διά την τιμήν των όπλων». Επίσης και ο στρατηγός Πετρίτης, κατα­θέτοντας στη γνωστή «δίκη των δωσιλόγων» είχε ομολογήσει: «Πάντες ανεμένομεν ότι ο ελ­ληνικός στρατός θα πολεμήση επί τινας ημέρας και θα παραδόση τα όπλα. Αυτή ήτο και η γνώμη του Μεταξά». Στην ίδια εκείνη δίκη ο Τσολάκογλου απολογούμενος διευκρίνισε: «η αντίστασις [κατά των εχθρών] ήτο διά τους αρμοδίους των Αθηνών ρουκέτα δι’ εσωτερικήν κατανά­λωσιν».
Αυτές όμως οι αντιλήψεις υπονόμευαν τον αγώνα πάνω στα ηπειρωτικά βουνά, το χειμώνα του 1940. Αλλά και αργότερα, όταν η Γερμανία στις 6 Απριλίου 1941 επιτέθηκε κατά της Ελλάδας, ο υφυπουργός Στρατιωτικών Πα­παδήμας υπέγραφε την ίδια μέρα της επίθεσης διαταγή για τη χορήγηση «διμή­νου κα­νονικής αδείας εις τους εφέδρους οπλίτας, τους επιθυμούντας και δυνα­μένους να κάμωσιν χρήσιν ταύτης». Μα και λίγες μέρες αργότερα, στις 15 Απριλίου, μια νέα διαταγή του αρμόδιου υπουργείου έδινε «φύλλα αορίστου αδείας» στους εφέδρους των ναυ­τικών βάσεων και της αεροπορίας, καθώς και στους οπλίτες των μονάδων της Δ. Μακεδονίας, οι οποίοι έπρεπε, αντίθετα, να μείνουν και να αναχαιτίσουν τη χιτλερική προέλαση.
Βρισκόμαστε, δηλαδή, μπροστά σε προδοτικές καταστάσεις;
Εξάλλου, είναι λογικό να αναρωτηθούμε: είχε προετοιμάσει επαρκώς τη χώρα ο Μεταξάς για ενδεχόμενο πόλεμο, ώστε εκείνο το ΟΧΙ του να είναι και πραγ­ματικό και ουσιαστικό; Τα στοιχεία είναι αποκαρδιωτικά. Η χώρα ήταν στην κυριολεξία άοπλη. Ανύπαρκτα τα τανκς και τα άρματα μάχης, ελάχιστα τα αντιαρματικά μέσα. Ο στρατός δε διέθετε επαρκή αριθμό μηχανοκίνητων τμημάτων, ούτε σύγχρονα μεταφορικά μέσα ή μέσα επικοινωνίας και διαβιβά­σεων. Η αεροπορία μας διέθετε την ώρα της ιταλικής εισβολής 115 αεροπλάνα παλαιού τύπου (την ίδια ώρα η Τουρκία είχε 500 και η Γιουγκοσλαβία 400). Εξάλ­λου, η ιδιόμορφη ουδετερότητα της χώρας δεν της παρείχε τη δυνατότητα να εξοπλισθεί. Έτσι, ήταν πραγματικότητα και η διπλωματική απομόνωση της χώρας και οι τρομακτικές ελλείψεις στρατιωτικής προπαρασκευής.
Έχει όμως σημασία η άποψη του Παπάγου για το τελευταίο αυτό ζή­τημα: «Αποκλειστικός σκοπός, γράφει, της πολεμικής μας προπαρασκευής, ως η κυβέρνησις τον καθόρισε, είναι η αντιμετώπισις ελληνοβουλγαρικού πολέμου. Ουδέποτε η κυβέρνησις μεταξύ των σκοπών της στρατιωτικής μας προπαρα­σκευής είχε θέσει και το της αντιμετωπίσεως ενός πολέμου με την Ιταλίαν».
Νομίζω, λοιπόν, ότι τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει.

Ας σημειώσουμε, τελειώνοντας, και άλλη μια παράμετρο. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, όπως κάθε ανελεύθερο καθεστώς φοβάται το λαϊκό παρά­γοντα, φοβάται τις δημοκρατικές ιδέες. Αυτά τα είχε υπόψη του ο Μεταξάς. Αν πράγματι πίστευε στο ΟΧΙ, που είπε στο Γκράτσι τα χαράματα της 28ης Οκτω­βρίου, θα προχωρούσε ταυτόχρονα στην επαναφορά των απότα­κτων και από­στρατων δημοκρατικών αξιωματικών και στην απελευθέρωση των εκτο­πισμέ­νων και φυλακισμένων εχθρών της δικτατορίας, δημοκρατών, πατριωτών, κομ­μουνιστών.
Ο Π. Κανελλόπουλος, εκτοπισμένος τότε στην Κύθνο, στέλνει στο Με­ταξά τηλεγράφημα το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και του ζητά να του επιτρέ­ψει να γυρίσει στην Αθήνα. Αυτό θα γίνει στις 2 Νοεμβρίου.
Οι εξόριστοι κομμουνιστές στις 29 Οκτωβρίου και οι κλεισμένοι στις φυλακές ζητούν να απελευθερωθούν, για να λάβουν μέρος στον πόλεμο. Αρνεί­ται ο Μεταξάς. Και θα παραμείνουν εκεί, για να παραδοθούν από τις ελλη­νικές αρχές μετά την κατάρρευση στους Γερμανούς.
Είναι, δηλαδή, προφανές ότι ο Μεταξάς ακόμη και αυτήν την κρίσιμη για τη χώρα στιγμή είχε στο νου του μόνο το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και τον εαυτό του. Γι’ αυτό δεν ήθελε ο πόλεμος να πάρει πανεθνικό, παλλαϊκό χα­ρακτήρα και αντιφασιστικό περιεχόμενο. Τούτο, όμως, το περιεχόμενο θα το δώσει η ίδια η λαϊκή ορμή, θα το προβάλει και το γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη, γραμματέα του ΚΚΕ, που εκείνες τις μέρες είναι έγκλειστος στις φυλακές. Το γράμμα που θα δημοσι­ευτεί στις 2 Νοεμβρίου στον αθηναϊκό τύπο, ανάμεσα σε άλλα αναφέρει: «Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπε­λευθερωτικό, ενά­ντια στο φασισμό του Μουσολίνι… Στον πόλεμο αυτόν που τον διευθύνει η κυ­βέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επι­φύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι μια καινούργια Ελλάδα, λυτρω­μένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση». Παρά τον πατριωτισμό του κειμένου αυτού, ο Με­ταξάς θα εξακολουθήσει να κρατά δέσμιο το Ζαχαριάδη, αλλά και άλλα στε­λέχη του ΚΚΕ.
Τέλος, από το Παρίσι, η ελληνική αντιδικτατορική επιτροπή μέσω του Ν. Πλαστήρα δηλώνει ότι αναστέλλει τη δράση της κατά της δικτατορίας, για να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση στην Αθήνα χωρίς εσωτερικούς περισπασμούς τις απειλές κατά της ανεξαρτησίας της Ελλάδας.
Πράγματι, ο αγώνας θα γίνει παλλαϊκός. Το ΟΧΙ του Μεταξά, θα πάρει ουσιαστικό περιεχόμενο χάρη στο λαϊκό παράγοντα. Οι Έλληνες στρατιώτες και οι πατριώτες αξιωματικοί, με στοιχειώδη πολεμικό εξοπλισμό και οργανω­τικές αδυναμίες, χωρίς κεντρική επιτελική διεύθυνση των επιχειρήσεων, αλλά με την ολόψυχη και ολόπλευρη συμπαράσταση του λαού, κέρδισαν μια σειρά από νί­κες, και προκάλεσαν τον παγκόσμιο θαυμασμό.
Και από εκείνη τη μέρα θ’ αρχίσει να χάνει τη σταθερότητά του το με­ταξικό φασιστικό καθεστώς. Και ο Μεταξάς, «ο μόνος Έλληνας που μπορούσε να πει το ΝΑΙ, είπε το ΟΧΙ», όπως χαρακτηριστικά παρατήρησε ο Καφαντά­ρης, για να σώσει το καθεστώς του, αλλά δε συνειδητο­ποίησε ότι «η μέρα εκείνη δεν επεκύρωνε, αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου», όπως εύστοχα έχει γράψει ο Σεφέρης.




ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ


ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ Γ., Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού (Στρατός και Πολιτική0 εκδ. Διογένης, Αθήνα 1977.
ΓΑΚ, αρχείο Ιωάννου Μεταξά, ΦΑΚ. 31,34,37,41
ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ / ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΡΑΤΟΥ, Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940-1941, Αθήνα 1985.
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ, Η Ελλάδα του ’40, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1993.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τόμ. ΙΕ΄ (1913-1941) Αθήναι 1978.
ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝ., Τα Χρόνια του Μεγάλου Πολέμου 1939-1944, Αθήναι 1966.
ΚΑΠΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ Α., Ο Ι. Μεταξάς αυτοψυχαναλύεται, εκδ. Περιοδικού Τύπος, Αθήνα, !988.
ΚΙΤΣΙΚΗΣ Δ., Η Ελλάς της 4ης Αυγούστου και αι Μεγάλαι Δυνάμεις, Αθήναι 1974.
ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ Γ., Η δικτατορία και ο Πόλεμος, εκδ. Εστία, Αθήνα 1985.
COLIOPOULOS J., Greece and the British Connection 1935-1941, Οξφόρδη 1977.
ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τόμ. IV, 1934-1940, Αθήνα 1981, τόμ. V, 1940-1945, Αθήνα 1981.
ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ ΣΠ., Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1965.
ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ ΣΠ., 4η Αυγούστου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1966.
ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ ΣΠ., Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι Μεγάλες Δυνάμεις (1936-1940), εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα 1993.
ΜΕΤΑΞΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Το Προσωπικόν του Ημερολόγιον, επιμ. Φ. Βρανά, τόμοι 4, Αθήναι 1952-1962.
ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓ., Από την Παλινόρθωση στη βασιλο-μεταξικη Δικτατορία 1935-1940, εκδ. Χριστάκη, Αθήνα 1999.
ΠΑΠΑΓΟΣ ΑΛΕΞ., Ο πόλεμος της Ελλάδος 1940-1941, Αθήναι 1945.
ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ Β., Διπλωματική Ιστορία του Ελληνικού Πολέμου, 1940-45, Αθήναι 1956.
ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ Π., Ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος 1923-41, Αθήναι 1948.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ, Η Ελλάδα 1936-1944: Δικτατορία – Κατοχή – Αντίσταση, Αθήνα 1989.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ, Το έτος 1940-1941. Μνήμη πεντηκονταετηρίδος. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 1991.
ΣΑΡΛΗΣ ΔΗΜ., Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, εκδ. Σύγχρονη     Εποχή, Αθήνα 1987.
ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Χειρόγραφο, Σεπτ. ’41, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1972.
ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ, Ελληνική Εποποιία 1940-41, Αθήναι 1964.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 1-12-1974 (Ε. Μαθιόπουλος) 3-8-1986 (Αρχεία Φόρεϊν Όφφις).
ΤΣΩΡΤΣΙΛ ΟΥΙΣΤΩΝ, Απομνημονεύματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μετφρ. Μαρ. Μακκά, τόμ. Α΄. Β΄.
ΥΠ. ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ / ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ, Η ιταλική επίθεσις εναντίον της Ελλάδος (Λευκή Βίβλος), Αθήναι 1940.
ΧΑΤΖΗΠΑΤΕΡΑΣ Κ., ΦΑΦΑΛΙΟΣ Μ., Μαρτυρίες ’40 - ’41, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1988.
ΨΥΡΟΥΚΗΣ ΝΙΚΟΣ, Η Νεοελληνική Εξωτερική Πολιτική (Ιστορική Επισκόπηση), εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1983

AΚΟΜΗ ΘΑ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟ "ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ";



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων
Φιλολογική, τχ. 106 (Ιαν. - Μάρτ. 2009), σσ. 4-7. 
                   

                                                                               Στη μνήμη της Μαρίας Κοτρώτσου


          Επιμένουν κάποιοι συνάδελφοι, φιλόλογοι και δάσκαλοι, να υποστηρίζουν την ύπαρξη «Κρυφού Σχολειού» κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Και μπορεί να μην υπάρχει – και σωστά – σχετική αναφορά στα σχολικά εγχειρίδια, οι σχολικές όμως γιορτές για την 25η Μαρτίου τους δίνουν την ευκαιρία, αξιοποιώντας και το σχετικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη και το γνωστό πίνακα του Νικολάου Γύζη, να μιλήσουν στο μαθητικό ακροατήριο για τις «απαγορεύσεις από την πλευρά των Τούρκων ίδρυσης και λειτουργίας ελληνικών σχολείων», οι οποίες «ανάγκασαν» τους υπόδουλους Έλληνες να «ιδρύσουν και να θέσουν σε λειτουργία τα Κρυφά Σχολειά».
          Όταν γίνεται λόγος για λειτουργία «Κρυφού Σχολειού» από τους υπέρμαχούς του, φαίνεται ότι εννοούν το σχολείο εκείνο, που στα χρόνια της Τουρκοκρατίας λειτουργούσε κρυφά, τις νυχτερινές συνήθως ώρες, σε εκκλησιαστικούς ή μοναστηριακούς χώρους με ευθύνη των ανθρώπων της Εκκλησίας. Και τούτο, για να μη γίνει αντιληπτή η λειτουργία του από τους κατακτητές, επειδή οι τελευταίοι δεν επέτρεπαν την ίδρυση και λειτουργία σχολείων στις υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
          Επομένως, εκείνο που πρώτα πρέπει να ερευνηθεί και να απαντηθεί είναι αν ήταν διωκόμενη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία η εκπαίδευση και στη συνέχεια, αν αυτό επιβεβαιωθεί, πρέπει να τεκμηριωθεί πώς και πού λειτούργησαν «Κρυφά Σχολειά».
          Στο πρώτο ερώτημα η ιστορική έρευνα έχει απαντήσει αρνητικά. Δεν έχει εντοπιστεί καμιά μαρτυρία που να αναφέρεται είτε σε άρνηση ίδρυσης ή κλείσιμο σχολείου είτε σε διώξεις φορέων της εκπαίδευσης. από τους Τούρκους [1].  (Εκτός αν υπάρχει κάποια…συνωμοσία της Ιστορίας). Αντίθετα, έχει καταγραφεί η περίπτωση Τούρκων παραγόντων, οι οποίοι, μετά από γενικότερη παραίνεση του Κοσμά του Αιτωλού, πρόσφεραν χρήματα για την ίδρυση σχολείων ελληνικών στην περιοχή της Πρέβεζας το 1779 [2]. Η ύπαρξη και λειτουργία της Μεγάλης του Γένους Σχολής, (πρόδρομός της υπήρξε το λεγόμενο Πατριαρχικό Σχολείο το 1556), της Ακαδημίας των Κυδωνιών, του Φιλολογικού Γυμνασίου της Σμύρνης, των ποικίλων άλλων εκπαιδευτηρίων στην Αθήνα (1647, 1716), στα Γιάννενα (1647, 1742), στην Άρτα (1669), στην Καστοριά (1708), στη Χίο (1666), αλλά και στην Κοζάνη, στις Μηλιές, στη Δημητσάνα κ.α., που συντηρούνταν από την Εκκλησία, τις κοινότητες ή πλούσιους εμπόρους των παροικιών, τεκμηριώνουν κατά τον καλύτερο τρόπο τις μεγάλες δυνατότητες των υπόδουλων Ελλήνων να μορφωθούν.
          Σίγουρα ο πρώτος αιώνας μετά την Άλωση δεν έχει να παρουσιάσει κάποια σπουδαία εκπαιδευτική κινητικότητα – και είναι λογικό. Και οι όποιες τυχόν μεμονωμένες προσπάθειες εκείνης της περιόδου θα ήταν αρκετά αδύναμες. Φυσικά η πιο συνηθισμένη μορφή εκπαίδευσης ήταν η μαθητεία κοντά σε κάποιο δάσκαλο και κυρίως σε κληρικό, χωρίς εμπόδια βέβαια από την οθωμανική διοίκηση. Άλλωστε, η τελευταία, όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Μ. Γεδεών, «ανεχομένη την Χριστιανικήν θρησκείαν, εγίγνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως. Και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν» [3]. Από τα μέσα κυρίως του 16ου αιώνα καταγράφεται συγκεκριμένη εκπαιδευτική κινητικότητα. Το 1593 η Πατριαρχική Σύνοδος αποφάσισε να συμβάλει στην εκπαιδευτική διαδικασία με την ίδρυση και συντήρηση των λεγόμενων «κοινών σχολείων» ή των «σχολείων των ιερών γραμμάτων» [4].
          Ο Κρούσιος το 1584 στο βιβλίο του Turcograecia [5] γράφει: «Σε όλη την Ελλάδα δεν υπάρχουν εκπαιδευτήρια. Δεν υπάρχουν επίσης ακαδημίες και δημόσιοι καθηγητές, παρά μόνο κοινά σχολεία, όπου τα παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν το Ωρολόγιο, την Οκτώηχο, το Ψαλτήριο και άλλα λειτουργικά βιβλία […] Οι ιερείς εισπράττουν από τους μαθητές τους μικρό βοήθημα» (σ. 205). Και λίγο παρακάτω (σ. 246): «Σε πολλούς ναούς ελληνικούς διαφόρων πόλεων είναι προσαρτημένα σχολεία, στα οποία δεν υπάρχουν τάξεις, ούτε ποικιλία μαθημάτων, αλλά ένας μοναδικός δάσκαλος διδάσκει στα παιδιά το Ψαλτήριο, το Ωρολόγιο […]». Από πουθενά, λοιπόν, δεν προκύπτει οθωμανική παρέμβαση κατά των σχολείων, ούτε λειτουργία «Κρυφού Σχολειού». Λειτουργούν «σχολεία των ιερών γραμμάτων», γι’ αυτό και είναι προσαρτημένα στις εκκλησίες και χρησιμοποιούν αποκλειστικά εκκλησιαστικά-λειτουργικά βιβλία.
          Όταν όμως αργότερα, μετά το 1750, στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, οι φιλελεύθεροι έμποροι των παροικιών χρηματοδοτούσαν την ίδρυση «νεωτερικών» σχολείων με φωτισμένους δασκάλους και σύγχρονα μαθήματα φυσικών επιστημών και φιλοσοφίας, εντονότατη ήταν η αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας. Από αυτήν, και όχι από την σουλτανική διοίκηση, εκπορεύτηκαν διώξεις εναντίον δασκάλων (Χριστόφορος Παμπλέκης, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Βενιαμίν Λέσβιος, Θεόφιλος Καϊρης κ.ά.) [6], κλείσιμο σχολείων (Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης, Γυμνάσιο Χίου κ.ά) [7], απαγορεύσεις βιβλίων και μαθημάτων [8]. Ειδικότερα για την τελευταία περίπτωση, σημειώνουμε την επίμονη και συστηματική δραστηριότητα του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄: το 1798 ζητά με εγκύκλιό του να αποσυρθούν όλα τα αντίτυπα της Νέας Πολιτικής Διοίκησης του Ρήγα Φεραίου και το Μάρτιο του 1821 – έχει ήδη ξεκινήσει η Επανάσταση – μέσω πατριαρχικής Συνόδου αποφασίζει «περί καθαιρέσεως των φιλοσοφικών μαθημάτων». Ο ίδιος λίγο παλαιότερα, το 1797-98, με την κατάληψη των Επτανήσων από τους δημοκρατικούς Γάλλους, χαρακτήριζε σε εγκύκλιό του προς τους Επτανήσιους τους Γάλλους ως «ολετήρας της ανθρωπότητος», «αντάρτας του Θεού» και «λυμεώνας της κοινής ευταξίας και ειρήνης», τους οποίους έπρεπε να αποστραφούν οι νησιώτες [9].
          Έχει γίνει, νομίζουμε, σαφές ότι οι σουλτανικές κυβερνήσεις δε στράφηκαν εναντίον της εκπαίδευσης των υπόδουλων Ελλήνων. Βέβαια, ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός στο βιβλίο του Cours de Literature grecque modern, που εκδόθηκε το  (1827) [10], αναφερόταν σε οθωμανικές απαγορεύσεις ίδρυσης δημόσιων σχολείων. Να, τι, ανάμεσα σε άλλα, έχει γράψει ο Νερουλός : «Οι Τούρκοι απηγόρευαν επι κεφαλική ποινή την οικοδομήν νέων εκκλησιών […] και την καθίδρυσιν δημοσίων σχολείων» (σελ. 64). «Πραγματικώς μεν η ανέγερσις δημοσίων σχολείων απετρέπετο […], αλλά πάντες οι πρόδομοι, είτε νάρθηκες των εκκλησιών μετεσχηματίζοντο εις προκαταρκτικά σχολεία» (σελ. 65). «Κατά συνέπειαν τα πλείστα των μοναστηρίων μεταβαλλόμενα εις σχολεία , απέβαινον άσυλον απαραβίαστον των επιστημών και των γραμμάτων» (σελ. 66). «Μόνον επί της βασιλείας του Σουλτάν Σελίμ ου μόνον τα σχολεία αλλά και τα λύκεια, ως τα των Κυδωνιών, της Σμύρνης, της Χίου και της Ξηράς Κρήνης στερεώθησαν παρά της τουρκικής κυβερνήσεως […] Διωρίσθη [ο Δημ. Μουρούζης] δι’ αυτογράφου διαταγής του Σουλτάν Σελίμ γενικός διευθυντής των ελληνικών σχολείων και νοσοκομείων» (σελ. 67). Όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης των παραπάνω αποσπασμάτων, πρόκειται για πληροφορίες συγκεχυμένες και αντιφατικές. Ο ίδιος ο Νερουλός σε άλλες σελίδες (44-45, 150-155) κάνει λόγο για τη λειτουργία σύγχρονών του ή παλαιότερων σχολείων. Ο καθηγητής Χ. Γ. Πατρινέλης, που έχει μελετήσει την αντιφατικότητα αυτών των πληροφοριών, συμπεραίνει ότι «το βιβλίο του Νερουλού [ο οποίος ήταν αξιωματούχος Φαναριώτης] είναι γραμμένο από άνθρωπο απαράσκευο για τέτοιο έργο. Κύριος σκοπός του ήταν να εξάρει τον ρόλο της παραδοσιακής ηγεσίας (Εκκλησίας και κυρίως των Φαναριωτών) στον ιστορικό βίο του Γένους, γενικεύοντας, υπερβάλλοντας ή και ακόμη επινοώντας ανύπαρκτα ‘‘γεγονότα’’» [11].
          Ωστόσο, πριν από λίγα χρόνια, το 1822, ο οπαδός του Διαφωτισμού γιατρός Στέφανος Κανέλλος σε επιστολή του προς τον Γερμανό Κ. Iken [12] έγραφε: «Οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία αυστηρότερα και από τας εκκλησίας Τούτο και άλλαι συγχρόνως αιτίαι εβίαζαν τους Γραικούς να θεωρούν την θρησκείαν ουσιωδώς συνδεδεμένην με τα γράμματα και τα σχολεία, διά τούτο και εις μεγάλας και εις μικράς πόλεις οι Γραικοί επροσπαθούσαν με δόσιν χρημάτων και με διαφόρους τρόπους να συστένουν κοινά σχολεία κρυφίως, όπου και των πτωχών τα τέκνα ανεξόδως εδιδάσκοντο». Πρόκειται για την πρώτη και μοναδική (αν εξαιρέσουμε τις παραπάνω αντιφατικές ειδήσεις του Νερουλού) «μαρτυρία», η οποία σαφέστατα κάνει λόγο για λειτουργία «Κρυφού Σχολειού» και μας έρχεται από τα χρόνια του Αγώνα. Σε άλλο όμως σημείο της ίδιας επιστολής διευκρίνιζε : «Κατά δυστυχίαν όμως εις όλα σχεδόν τα σχολεία μας εδιδάσκετο μόνον η παλαιά ελληνική χωρίς μέθοδον […] Η […] αμάθεια του γένους μας δεν προέρχεται από την αναισθησίαν ή αδιαφορίαν μας εις την παιδείαν, αλλ’ από την αθλίαν κατάστασιν των σχολείων, αποτέλεσμα της όλης καταστάσεως του έθνους». Εδώ φυσικά δε γίνεται λόγος για τουρκικές απαγορεύσεις ίδρυσης και λειτουργίας σχολείων. Αλλά ο Άλκης Αγγέλου στο βιβλίο του Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου ανασκευάζει πειστικότατα την παραπάνω «μαρτυρία», όπως και άλλες σχετικές πληροφορίες, ενώ παράλληλα εξηγεί τεκμηριωμένα ότι το «Κρυφό Σχολειό» συνδέεται με την προσπάθεια της ελληνικής λογιοσύνης να κινήσει το ενδιαφέρον της προοδευτικής ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων: το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των υποδούλων οφειλόταν στις κατά καιρούς απαγορεύσεις και διώξεις των Οθωμανών κατακτητών – άρα και για κάθε «στραβό και ανάποδο» του ελληνικού Αγώνα ευθύνονταν αποκλειστικά οι Τούρκοι.
          Αναμφίβολα όλα τα παραπάνω πείθουν τον κάθε αδογμάτιστο, καλοπροαίρετο και νηφάλιο συζητητή ότι: α) οι τουρκικές αρχές δεν απαγόρευαν την ίδρυση και λειτουργία σχολείων (το γεγονός αυτό δεν «εξωραΐζει» την Τουρκοκρατία). Γι’ αυτό και οι υπόδουλοι Έλληνες ανενόχλητα μπορούσαν να παρακολουθούν μαθήματα ή στα «κοινά σχολεία» ή σε ανώτερα εκπαιδευτήρια (άλλο, βέβαια, είναι το θέμα πόσα και ποιων κοινωνικών ομάδων ελληνόπουλα μπορούσαν να μορφωθούν) και β) σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δε σώζεται καμιά τεκμηριωμένη πληροφορία, έστω και έμμεση, που να πιστοποιεί την ύπαρξη «Κρυφού Σχολειού» [13].
          Δεν υπήρχε δηλαδή χώρος, εφόσον δεν υπήρχε και λόγος, για τη λειτουργία «Κρυφού Σχολειού». Γι’ αυτό, άλλωστε, και δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν από τους ιστορικούς ερευνητές τεκμήρια ύπαρξης ενός ανύπαρκτου τύπου σχολείου. Εξάλλου, όσα τοπωνύμια «Κρυφό Σχολειό» αναφέρονται από μελετητές [14], δεν έχουν καμιά σχέση με την Τουρκοκρατία. Χρονολογούνται μετά το 1899, ακριβώς γιατί το 1899 απαντά για πρώτη φορά ο όρος «Κρυφό Σχολειό»: τότε δημοσιεύθηκε το γνωστό ποίημα του Ιω. Πολέμη «Το Κρυφό Σχολειό» [15]. Έτσι, «ο μύθος απέκτησε πια […] και ονομασία, ή ίσως απλώς την κατοχύρωσε. Ωραίος τίτλος πάντως: κρυφό σχολειό. Η επίφαση μιας δημοτικιστικής θερμότητας περιθάλπει το κατασκεύασμα» [16].
          Επομένως, βρίσκονται έξω από την ιστορική πραγματικότητα και μακριά από την ιστορική έρευνα και την επιστημονική μεθοδολογία όσοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν την ύπαρξη και λειτουργία ενός ανύπαρκτου «καταδιωκόμενου θεσμού» [17]. Το «Κρυφό Σχολειό» είναι ένας μύθος ιστορικός – τίποτε παραπάνω, τίποτε παρακάτω [18]. Άρα, έτσι οφείλουν οι συνάδελφοι να προσεγγίζουν το συγκεκριμένο ζήτημα, εάν φυσικά πιστεύουν ότι έχουν την υποχρέωση να μάθουν τους μαθητές τους, και μάλιστα στο πλαίσιο σχολικής εθνικής γιορτής, να δέχονται, κατά τη ρήση του εθνικού μας ποιητή, ως εθνικό ό,τι είναι αληθινό.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Για τα ζητήματα που σχετίζονται με το «Κρυφό Σχολειό» βλ. το κατατοπιστικό βιβλίο του Άλκη Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου, εκδ. Εστία, Αθήνα 1997. Είχε προηγηθεί το συνοπτικό του άρθρο «Η κατάσταση της παιδείας στις υπόδουλες ελληνικές χώρες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ι΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1974, σσ. 366-367. Βλ. επίσης Φ. Κ. Βώρος, «Το Κρυφό Σχολειό και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Τα Εκπαιδευτικά, τχ. 2 (1985-86), σσ. 31-39· Α. Μανδρίκας, «Κρυφό Σχολειό», μύθος ή πραγματικότητα;, εκδ. Καλέντης, Αθήνα 1992.
2) Βλ. Ά. Ξανθοπούλου-Κυριακού, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και οι Βενετοί (1777-1779). Τα τελευταία χρόνια της δράσης του και το πρόβλημα των Διδαχών, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 103-108
3) Μ. Γεδεών, «Σχολεία και βιβλία κατά τον ΙΖ΄αιώνα», Εκκλησιαστική Αλήθεια, τόμ. 8 (1888), σ. 305.
4) Ο Μ. Γεδεών, Ιστορία των του Χριστού πενήτων, Αθήναι 1939, σ. 190, εκφράζει τις επιφυλάξεις του για το βαθμό που εφαρμόστηκε η σχετική απόφαση : «Ολίγιστοι τούτων [των επισκόπων], ολιγιστότατοι εσκέφθησαν ‘‘φροντίδα την δυναμένην και δαπάνην ποιείν’’ υπέρ ιδρύσεως και συντηρήσεως σχολείων».
5) Μ. Crusius, Turcograecia, Bασιλεία 1584.
6) Βλ. πρόχειρα G. P. Henderson, Η Αναβίωση του Ελληνικού Στοχασμού (1620-1830), μτφρ. Φ. Κ. Βώρου, Αθήνα 1997, σσ. 59-61.
7) Ειδικότερα για τα γεγονότα του Γυμνασίου της Σμύρνης βλ. Φ. Ηλιού, Κοινωνικοί αγώνες και Διαφωτισμός. Η περίπτωση της Σμύρνης (1819), Αθήνα 1986.
8) Βλ. ενδεικτικά Φ. Ηλιού, Τύφλωσον Κύριε τον λαόν σου, εκδ. Πορεία, Αθήνα 1988.
9) Για τις δραστηριότητες του Γρηγορίου του Ε΄ βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Ερμής, (τρίτη έκδοση), σσ. 361-368.
10) Το βιβλίο του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού, Cours de Litterature grecque moderne, Γενεύη 1827, μεταφράστηκε και εκδόθηκε το 1870 στα ελληνικά: Ιστορία των γραμμάτων παρά τοις νεωτέροις Έλλησι.
11) Χ. Γ. Πατρινέλης, «Το ‘‘Κρυφό Σχολειό’’ και πάλι», Ο Ερανιστής, τόμ. 25 (2005), σ. 330.
12) Την επιστολή του Στ. Κανέλλου βλ. Α. Δημητρακόπουλος, Επανορθώσεις σφαλμάτων παρατηρηθέντων εν τη Νεοελληνική Φιλολογία του Κ. Σάθα, Τεργέστη 1872, σσ. 46-53.
13) Είναι χωρίς σοβαρότητα τα επιχειρήματα υποστηρικτών του «Κρυφού Σχολειού», όπως «Το γεγονός ότι το Σχολείο αυτό ελειτούργησε κρυφά είναι ένας βασικός λόγος, που εξηγεί γιατί δεν μνημονεύεται αυτό σ’ έγγραφα της εποχής, στα οποία να στηριχθούν οι ιστορικοί» ή «Κάποιοι λένε ότι δεν βρήκαν πουθενά γραμμένη, άρα μαρτυρημένη, την ύπαρξη ‘‘Κρυφού Σχολειού’’. Ασφαλώς στα ‘‘Κρυφά Σχολειά’’ δεν υπήρχαν μαθητολόγια, επετηρίδες, βιβλία κ.λπ.».
14) Βλ. ενδεικτικά Ι. Χατζηφώτης, Το «Κρυφό Σχολειό». Η προσφορά της Εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, έκδοση Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1978, σσ. 22-23, Τ. Γριτσόπουλος, «Ολίγα περί Κρυφού Σχολειού και άλλα τινά», Μνημοσύνη, τόμ. Ε΄ (1973-1975), σσ. 401-402.
15) Βλ. Χ. Γ. Πατρινέλης, ό. π., σ. 335.
16) Αλέξης Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2000, σ. 39 (στο δοκίμιο «Φεγγαράκι μου λαμπρό…»).
17) Τα σχετικά με το γνωστό πίνακα του Ν. Γύζη, με το ποίημα του Ιω. Πολέμη, με το γνωστό παιδικό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό» δε συνιστούν τεκμήρια ύπαρξης του «Κρυφού Σχολειού». Τα θέματα αυτά απασχολούν τη νεοελληνική γραμματεία, τη λαογραφία κ.λπ. Επίσης ο λόγος για τον οποίο το 88% των ερωτηθέντων σε σχετική έρευνα (που δημοσιεύθηκε στην εφ. Καθημερινή, 24-25 Μαρτίου 2007, σ. 30) απάντησε ότι «μάλλον υπήρξε Κρυφό Σχολειό» και μόνο το 9% απάντησε αρνητικά, είναι σοβαρό ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει τον ιστορικό   της νεοελληνικής εκπαίδευσης αλλά και τον επιστήμονα της κοινωνικής ανθρωπολογίας.
18) Αξίζει να διαβάσει κανείς το μελέτημα του Β. Κρεμμυδά, «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων. Σχετικά με μια ομιλία του Παλαιών Πατρών Γερμανού», Μνήμων, τόμ. 18 (1996), σσ. 9-21, ή το άρθρο του Α. Πολίτη, «Αχ, αυτοί οι μύθοι», εφ. Καθημερινή, 24-25 Μαρτίου 2007, σ. 30, για να αντιληφθεί πώς κατασκευάζονται οι ιστορικοί μύθοι.







Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ΜΑΖΙ ΣΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΛΟΥΚΑΤΟ




Επικήδειος λόγος μπροστά στη σορό του Σπ. Λουκάτου, 
στην εκκλησία της Παναγίας της Δραπανιώτισσας στις 19-9-2014.


          Όλοι εμείς εδώ, κληρικοί και λαϊκοί, μαζί με παλιούς συναγωνιστές και συντρόφους και παλιούς μαθητές του νεκρού, στεκόμαστε με βαθιά θλίψη μπροστά στο φέρετρο ενός άξιου αγωνιστή, ενός έξοχου δασκάλου, ενός καταξιωμένου επιστήμονα, ενός δικού μας ανθρώπου, του Σπύρου  Λουκάτου.
          Στεκόμαστε με απόλυτο σεβασμό μπροστά σε ένα ατόφιο, σε ένα ακριβό κομμάτι της σύγχρονης τοπικής μας ιστορίας.

          Είμαστε εδώ, για να δώσουμε το στερνό μας αντίο σ’ έναν συμπατριώτη μας, που τα δύσκολα χρόνια της ιταλογερμανικής κατοχής πολέμησε για την πατρίδα, δηλαδή για μας.
          Είμαστε εδώ, για να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας σ’ έναν άξιο Κεφαλονίτη ιστορικό, που με το συγγραφικό του έργο ανέδειξε κρίσιμα ορόσημα της τοπικής μας ιστορίας.
         Είμαστε εδώ για να αναλογιστούμε, πολίτες και Πολιτεία, τι χρωστάμε στο σημερινό μας νεκρό και πώς θα αξιοποιήσουμε το Λόγο και την Πράξη του.

          Οι δύο αρετές, που αρμονικά δεμένες κυριαρχούν στην ιστορία της χώρας μας, θαυμάζονται και τραγουδιούνται, αποτυπώνονται και πραγματώνονται στις μεγάλες και στις μικρές πράξεις του λαού μας, στα πολεμικά και στα ειρηνικά του έργα είναι η λεβεντιά και η παλληκαριά. Αυτές οι δυο αρετές ήταν και τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Σπ. Λουκάτου. Λεβέντης και παλληκάρι ο ίδιος,  όμορφος δηλαδή εξωτερικά και εσωτερικά, με παράστημα αρμονικό και με ψυχή γενναία, μπήκε στο στίβο της ζωής και από νωρίς έδωσε τις μάχες του στους κάμπους και τα βουνά του νησιού του εναντίον των ξένων κατακτητών για τη λευτεριά της πατρίδας και την αξιοπρέπεια του λαού μας, κατάγγειλε την υποτέλεια και τον ωχαδερφισμό, επαίνεσε τη σεμνότητα και τη συνέπεια, ανέπτυξε μέσα από την εργατικότητα, την επίμονη έρευνα και την ευσυνειδησία τις εκπαιδευτικές και επιστημονικές του αρετές.
          Με άλλα λόγια ήρθε αντιμέτωπος με την ιστορία και έγραψε ο ίδιος ιστορία, προκάλεσε τον καιρό του και ξεπέρασε τον εαυτό του. Έκανε το Λόγο Πράξη και μετουσίωσε την Πράξη σε Λόγο.
        
          Ο Σπ. Λουκάτος υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας αγωνιστής. Με προγονικές φιλελεύθερες, ριζοσπαστικές αρχές – πρόγονός του υπήρξε μαχητής κατά της Αγγλικής Προστασίας -  πήρε το βάφτισμα του αγώνα, όταν το φθινόπωρο του 1931, με την ευκαιρία εξέγερσης των Κυπρίων κατά της αγγλικής κατοχής του νησιού, 16χρονος τότε μαθητής του Γυμνασίου,  μαζί με συμμαθητή του έγραψε με κόκκινη μπογιά σε τοίχους και δρόμους γύρω από το Σχολείο του  αντιβρετανικά και φιλοκυπριακά συνθήματα. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι.

          Αναντικατάστος ο ρόλος του στη συγκρότηση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) Κεφαλονιάς-Ιθάκης, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος. Κινήθηκε δραστήρια και αποτελεσματικά στους τομείς δράσης του. Τα κείμενά του στον αντιστασιακό τύπο της Κατοχής και της Απελευθέρωσης  αποπνέουν δυναμισμό, εθνική περηφάνεια και αισιοδοξία.
          Τρεις τουλάχιστο φορές σώθηκε από βέβαιο θάνατο στα κατοχικά χρόνια: γλύτωσε, μαζί με άλλους συναγωνιστές του το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών χάρη στα ηρωικά παλλαϊκά συλλαλητήρια του Απριλίου του 1944, κατόρθωσε να ξεφύγει από τον ασφυκτικό θανατηφόρο εχθρικό κλοιό στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Αίνου το καλοκαίρι του 1944, κατόρθωσε να επιζήσει μετά από σοβαρότατο τραυματισμό του μέσα στο ΕΛΑΝίτικο καράβι «Αι-Δημήτρης,  έξω από το Λεσίνι της Αιτωλοακαρνανίας. Αλλά και μετά την απελευθέρωση υπήρξε στόχος δολοφονικής απόπειρας από παρακρατικά εγκληματικά στοιχεία του νησιού. Κι αυτή η ανώμαλη πολιτική κατάσταση τον έσπρωξε στην πλήρη από τον έξω κόσμο του Αργοστολιού απομόνωση - απομόνωση βέβαια που υπήρξε παραγωγική, καθώς εκείνη την περίοδο έγραψε σε μια πρώτη μορφή την ιστορία της Κατοχής και Αντίστασης στα νησιά μας.

          Το αγωνιστικό του ήθος δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Και στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του συνέχισε με ποικίλους τρόπους και μέσα από διάφορες κάθε φορά μορφές να αγωνίζεται ασυμβίβαστα και ανυποχώρητα για την κατοχύρωση της εθνικής μας ανεξαρτησίας, την ενδυνάμωση της δημοκρατίας και την προώθηση της  κοινωνικής προόδου. Πάντα βρισκόταν κοντά στο μαχητικό λαϊκό κίνημα, το οποίο θαύμαζε και τιμούσε. Και πάντα είχε βασικό του στήριγμα έναν αξιοθαύμαστο άνθρωπο, τη σύντροφο της ζωής του, την αγαπημένη μας κ. Ρένα.
          Ωστόσο, το μετακατοχικό κράτος τον «επιβράβευσε» για τον αντιστασιακό του αγώνα απολύοντάς τον από τη δημόσια εκπαίδευση, όπου υπηρετούσε προπολεμικά. Και αργότερα οι μηχανισμοί του μετεμφυλιακού κράτους υπονόμευσαν τη σίγουρη πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία, μέσα από την οποία μπορούσε να προσφέρει ακόμη περισσότερα στο φοιτητόκοσμο της χώρας μας.

          Ο Σπ. Λουκάτος υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος και καλός παιδαγωγός. Στα Σχολεία της Μέσης και στις Σχολές της Ανώτερης Εκπαίδευσης μαζί με την επιστημονική γνώση δίδασκε τους μαθητές και τους σπουδαστές του και δημοκρατία και αλληλεγγύη και ανθρωπιά και ήθος. Ιδιαίτερα στα χρόνια της εφτάχρονης δικτατορίας οι σπουδαστές του θυμούνται με αγάπη και ευγνωμοσύνη τον καθηγητή τους με τον πατριωτικό και αγωνιστικό του λόγο.

          Ο Σπ. Λουκάτος σπούδασε την ιστορική επιστήμη και την υπηρέτησε με συνέπεια. Έγνοια του ήταν η μελέτη και ανάδειξη ορόσημων/σταθμών του λαϊκού κινήματος της γενέτειράς του, χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει την έρευνα και τη μελέτη της ελληνικής και ευρύτερα της βαλκανικής ιστορίας. Περισσότερες από 15 αυτοτελείς εκδόσεις και περισσότερες από 260 μελέτες συνιστούν τον καρπό των ερευνητικών και συγγραφικών του προσπαθειών, που αναφέρονται στην Επανάσταση του 1821,  στο όραμα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας και την πρακτική του αποτύπωση κατά το 19ο αιώνα, στο επτανησιακό ριζοσπαστικό κίνημα,  στο πρωτοσοσιαλιστικό κίνημα στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, στην περίοδο του Μεσοπολέμου και στην Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο (στην Ελλάδα και στην Κεφαλονιά και Ιθάκη).
            
           Το χρέος μας είναι μεγάλο απέναντι στο σημερινό μας νεκρό. Ο καλύτερος τρόπος να τιμήσουμε την προσφορά του ένας είναι: να τον έχουμε οδηγό στη σύγχρονη ζωή μας, γιατί στο πρόσωπο του Σπ. Λουκάτου ενοποιήθηκαν η θεωρία και η πράξη, και να αναδείξουμε το συγγραφικό του έργο.
          Η τοπική επιστημονική κοινότητα οφείλει να τιμήσει ξεχωριστά την προσφορά του. Οφείλει να μελετήσει το ερευνητικό/συγγραφικό του έργο, να το αναδείξει και να το συνεχίσει.
         Η τοπική εκπαιδευτική κοινότητα οφείλει να βρει τρόπους προσέγγισης του έργου του και μύησης των μαθητών στα βιβλία του, για να γνωρίσουν τη νεότερη και σύγχρονη τοπική μας ιστορία.         
         Η τοπική πολιτική εξουσία οφείλει να ακούσει και να υλοποιήσει αιτήματα εκτύπωσης ανέκδοτων μελετών του Σπ. Λουκάτου, γιατί υπάρχουν ακόμη αρκετές και αξιόλογες ανέκδοτες συγγραφές του, που δεν πρέπει να μένουν καταχωνιασμένες στο συρτάρι.
         Εμείς θα κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, για να φέρουμε το έργο του Σπ. Λουκάτου κοντά στους μικρούς και μεγάλους Κεφαλονίτες, που τόσο αγάπησε και που γι’ αυτούς αγωνίστηκε Η τοπική κοινωνία, οι συμπολίτες μας, όλοι μας πολλά έχουμε να μάθουμε από τις μελέτες του.

  Σεβαστέ μας Δάσκαλε,
          Με τη ζωή και τη δράση σου σηματοδότησες την αδιάκοπη θέληση για ζωή, τη διαρκή αγωνιστική ετοιμότητα, τον ποθητό στόχο της επιστημονικής έρευνας και μελέτης από τη σκοπιά της κοινωνικής προόδου.
          Όπως λεβέντικα και παλληκαρίσια έζησες σε όλη σου τη ζωή, έτσι λεβέντικα και παλληκαρίσια μας αποχαιρέτησες. Δε λιγοψύχισες, γιατί ήξερες ότι κι αυτός ήταν ένας αγώνας κι όφειλες να σταθείς όρθιος. Όρθιος και με καθαρή τη σκέψη μας αποχαιρέτησες.

          Κι αφού διέτρεξες έναν αιώνα ζωής, αφού πολέμησες σε βουνά και σε πόλεις, αφού δίδαξες σε σχολεία και μίλησες σε συνέδρια μέσα κι έξω από την Ελλάδα, ξαναγυρνάς, για να μείνεις για πάντα εδώ, απ’ όπου ξεκίνησες, στα πατρικά χώματα, για τα οποία αγωνίστηκες και κινδύνεψες, για τα οποία έγραψες και ξανάγραψες. Ξαναγυρνάς μόνιμα στην πατρική γη – ήταν μόνιμη έγνοια σου - αφού προηγουμένως είχες φροντίσει με πολλή επιμέλεια και στοργή να στείλεις στο χωριό καταγωγής σου τα «παιδιά» σου, τα βιβλία σου δηλαδή. Τα κρατά κοντά του πια το Πολιτιστικό Κέντρο «Παναΐτ Ιστράτι» των Φαρακλάτων. Έδειχνες έτσι το δρόμο της επιστροφής σου, και έμμεσα συμβούλευες όλους εμάς να μην ξεχνάμε το χωριό μας, το πατρικό μας σπίτι, την αφετηρία της ζωής μας.

          Αγαπημένε μας Δάσκαλε,
         Φεύγεις, αφού πρώτα μας δίδαξες πατριωτισμό και αγωνιστικότητα, εργατικότητα και επιστημοσύνη, αξιοπρέπεια και ήθος.
           Φεύγεις, αφού πρώτα τίμησες τους συναγωνιστές σου της Εθνικής Αντίστασης με το τετράτομο για την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο έργο σου, ολοκληρώνοντας έτσι το αγωνιστικό και συγγραφικό σου καθήκον.
          Φεύγεις, αλλά αφήνεις πίσω σου ένα πλούσιο έργο, εθνικό, πολιτικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό, επιστημονικό, πνευματικό.
          Φεύγεις, αλλά μας αφήνεις το παράδειγμά σου, τη μαχητικότητά σου, την ευγένεια και τη γλυκύτητα του χαρακτήρα σου.
          Φεύγεις, για να μείνεις για πάντα κοντά μας. Και τούτο, γιατί μπορεί να σε νίκησε ο χάρος, νίκησες όμως εσύ το θάνατο με τη τις πράξεις σου, με το έργο σου.
        Κι έτσι το στερνό αντίο, που σήμερα ήρθαμε εδώ για να σου δώσουμε, γίνεται τώρα καλωσόρισμα, καλωσόρισμα σίγουρο και οριστικό.
           Σε καλωσορίζουμε, λοιπόν, και σε κρατάμε για πάντα ζωντανό στη σκέψη και την καρδιά μας.