Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

"ΜΙΑ ΦΩΝΑΡΑ Θ' ΑΚΟΥΣΤΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΕΡΑ-ΠΕΡΑ"




 Αναρτήθηκε στην τοπική ιστοσελίδα kefalonizw, τελευταίο πενθήμερο Απριλίου 2016


         
          Πριν από 119 περίπου χρόνια, την Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου του 1897, στο Αργοστόλι ένας «εργάτης ποιητής» απαγγέλλει στην αίθουσα του Εργατικού Συνδέσμου του Αργοστολιού «Η Αλληλοβοήθεια» ένα υπέροχο ποίημα – ένα ποίημα-μάθημα κοινωνικής δικαιοσύνης και ανατροπής.
          Ο συγκεκριμένος Εργατικός Σύνδεσμος είχε ιδρυθεί το Σεπτέμβριο του 1894 από πρωτοπόρους εργάτες της πόλης, με σκοπό την ηθική και υλική αλληλεγγύη μεταξύ των μελών του και την αντιμετώπιση των εργατικών προβλημάτων. Βέβαια, δεν πρέπει να περιμένουμε, για  εκείνη την εποχή, ένα σωματείο συνδικαλιστικό με διεκδικητικές διαθέσεις.  Η παρουσία του, πάντως, θα είναι μακροχρόνια και η δράση του πολυδιάστατη, όχι πάντα κατανάγκην φιλεργατική, καθώς καθοριστική υπήρξε η εμπλοκή τοπικών πολιτικών παραγόντων, που αποπροσανατόλισαν τη δράση του. Ο Σύνδεσμος, όμως, παρά τα προβλήματα, οικονομικά και πολιτικά, που αντιμετώπισε, εκτιμάται ότι είχε μια αξιόλογη κοινωνική προσφορά: ανέλαβε τη συντήρηση Σχολής Απόρων Παίδων και Εφήβων και Σχολής Απόρων Κορασίδων, εκπαίδευσε για μεγάλο διάστημα μουσικό σώμα, ενώ σε τακτά χρονικά διαστήματα διοργάνωνε συναντήσεις-συζητήσεις με θέματα πολιτικά, φιλοσοφικά και πολιτικά, όπως π.χ. για τους συνεταιρισμούς, για τη θρησκεία, για τη μουσική, για την υγιεινή κ.λπ.

          Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτών των συναντήσεων-συζητήσεων εκείνη τη  δεκεμβριάτικη Κυριακή του 1897 στην αίθουσα του Εργατικού Συνδέσμου Αργοστολιού «Η Αλληλοβοήθεια» ένας, άγνωστος σ’ εμάς «εργάτης ποιητής» απήγγειλε ένα ποίημα σχετικό προφανώς με το περιεχόμενο της εκδήλωσης.   
          Ο δημιουργός του ποιήματος φαίνεται ότι γνωρίζει πολύ καλά τη ζωή και τα βάσανα των λαϊκών τάξεων. Μιλάει γι’ αυτές με θαυμασμό και εκτίμηση· Εξαίρει την κοινωνική προσφορά του γεωργού, του κτηνοτρόφου και του ψαρά αλλά και του κάθε κατηγορίας εργαζόμενου και τεχνίτη, όπως του οικοδόμου, του μπογιατζή, του μαραγκού, του σιδερά, του τσαγκάρη και του ράφτη.                                                                                                                                                                                                                                                            
          Εκφράζει, παράλληλα, την πίκρα και την αγανάκτησή του για την αδικία και την ανισότητα, που επικρατούν στην ανθρώπινη κοινωνία. Ενώ ο Θεός ζήτησε από τον Αδάμ με την εργασία του να βγάζει το ψωμί του, υπάρχουν άνθρωποι στην ανθρώπινη κοινωνία, οι οποίοι, χωρίς να εργάζονται, ζουν και μάλιστα πολύ πιο άνετα και πλουσιοπάροχα από τους εργαζόμενους. Αυτό συνιστά αδικία αλλά και διαστρέβλωση του λόγου του Θεού.
          Με άλλα λόγια ο «εργάτης ποιητής» διαπιστώνει την ταξικότητα της ανθρώπινης κοινωνίας: οι πλούσιοι και οι φτωχοί - δυο αντίπαλες οικονομικο-κοινωνικές κατηγορίες, που συνιστούν μια μόνιμη αντιπαλότητα και αντιπαράθεση, μια σταθερή διαχρονική ταξική σύγκρουση.
          Το «πάνω χέρι», βέβαια, το έχουν οι πλούσιοι. Αλλά γι’ αυτήν την πορεία και κατάληξη της ανθρώπινης κοινωνίας ο «εργάτης ποιητής» θεωρεί ότι ευθύνη έχει και ο Θεός, καθώς την ανέχεται, τη διατηρεί: ενώ οι τσαγκάρηδες και οι ραφτάδες ποδαίνουν και ντύνουν τον κόσμο, οι ίδιοι μένουν ξυπόλυτοι και γυμνοί «αφού κι ο Θεός το θέλει», όπως γράφει· ενώ οι κτίστες, οι μπογιατζήδες, οι σιδεράδες, οι μαραγκοί μαζί με τους «λαγουρέντες» τους χτίζουν σπίτια και παλάτια, οι ίδιοι μένουν σε τρώγλες, «γιατί το θέλει ο Θεός κι ο πλούσιος» να ζουν έτσι»…
           Τι θέλει να πει με τα παραπάνω ο «εργάτης ποιητής» μας; Ότι δεν εφαρμόζεται στην κοινωνία η ισότητα και η κοινωνική δικαιοσύνη, την οποία επαγγέλλεται η χριστιανική διδασκαλία: δεν ισχύει για όλα τα ανθρώπινα όντα ο λόγος του Θεού «με την εργασία σου θα τρως το ψωμί σου»· ότι η χριστιανική Εκκλησία ως θεσμός-ηγεσία έχει συμμαχήσει με τους πλούσιους, αφού δείχνει να βολεύεται με την υπάρχουσα κοινωνική πραγματικότητα, καθώς οι πλούσιοι αξιοποιούν προς όφελός τους τη χριστιανική θρησκεία.
          Έτσι, ο «εργάτης ποιητής» γίνεται μαχητικός απολογητής των δικαιωμάτων όλων των κατώτερων εργαζόμενων κοινωνικών στρωμάτων, αγροτών, εργατών, τεχνιτών και ταυτόχρονα κατήγορος της φτώχειας και της ανισότητας, και της αδικίας και της καταπίεσης. Παράλληλα, διατυπώνει το δικό του όραμα για μια άλλη, μια νέα κοινωνία με ισότητα, αλληλεγγύη και δικαιοσύνη.       
          Γι’ αυτό δε χάνει την αισιοδοξία του. Είναι βέβαιος για την αλλαγή, για την ανατροπή, η οποία προφανώς εξαρτιέται από το βαθμό κοινωνικής συνείδησης.  Όσο συνειδητοποιείται από τον εργατόκοσμο αυτή η άδικη κατάσταση, όσο τα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα αποκτούν αυτοπεποίθηση και συνείδηση της δύναμής τους, τόσο πλησιάζει η ώρα της ανατροπής. Και τότε μια σωτήρια φωνή, «μια φωνάρα», μας λέει ο «εργάτης ποιητής» μας θ’ ακουστεί στον κόσμο ολόκληρο, που θα δώσει το σύνθημα της επανάστασης. Θα πληροφορεί τους «κηφήνες», τους μη εργαζόμενους –πλούσιους, που ζουν από την εργασία των άλλων, ότι τελείωσε η … βασιλεία τους. Από εδώ και στο εξής  τα μέσα παραγωγής δεν θα ανήκουν σε αυτούς, σε ιδιώτες δηλαδή που θα τα καρπώνονται, αλλά θα γίνουν κοινωνική, λαϊκή ιδιοκτησία, από την αξιοποίηση της οποίας θα ζουν με ισότητα, αξιοπρέπεια και κοινωνική δικαιοσύνη όλοι όσοι θα εργάζονται: «Κηφήνες, ξέρετέ το, / πως πας μη εργαζόμενος, ποσώς μη εσθιέτω».       

          Αλλά αξίζει να γνωρίσουμε το υπέροχο εκείνο ποίημα του άγνωστου, δυστυχώς, σ’ εμάς «εργάτη ποιητή» του Δεκεμβρίου του 1897. Το αντιγράφουμε από την εφημερίδα Ζιζάνιον, (αρ. φύλλου 80, 20-12-1897, σελ. 3β-4αβ), επεμβαίνοντας ελάχιστα στην ορθογραφία κάποιων λέξεων και στα σημεία στίξης.

Είπ’ ο Θεός προς τον Αδάμ: «Έξ’ από δώθε, χάχα,
δεν έγιν’ ο Παράδεισος για σένανε μονάχα,
έξ’ από δω, κηφηναριό, έξ’ από δω, τεμπέλη.
Κόπιασε με τον ίδρωτα να βγάνεις το καρβέλι,
η γη να δίνει προς εσέ ακάνθας και τριβόλους,
όχι να μώχεις χάρισμα εδώ τους μυροβόλους
κι αφράτους κήπους της Εδέμ, να ζης με την αμάκα,
βρωμόπλασμα κι ηλίθιε κι αγροίκε κι αρχιβλάκα.
Πάρε και την Αδάμενα, φύγ’ από δω, γκρεμίσου».
Και τον επέταξε κλωτσιές εκτός του Παραδείσου.

Και από τότες ο Αδάμ για την παρακοή του
με βάσανα και μ’ ίδρωτα έβγαζε το ψωμί του.
Και μεις οι κληρονόμοι του πήραμε την κατάρα
να τρώμε μια μπουκιά ψωμί με γκρίνια και μ’ αντάρα.
Κι αφού το είπε ο Θεός, εμείς υποτασσόμεθα
κι αενάως οι φτωχοί σα σκλάβοι εργαζόμεθα.

Δεν είπε όμως ο Θεός «σκλάβοι και πεινασμένοι,
ρακένδυτοι, ξυπόλητοι κι εγκαταλελειμμένοι».
Θεέ, παραγνωρίστηκαν τα λόγια σου τα θεία
κι απ’ ό,τι συ εκέλευσες ιδού τα εναντία.
Κι ενώ εμείς δουλεύουμε κατά το θέλημά σου
κι εκπληρούμε επακριβώς τα παραγγέλματά σου,
εμείς οι εργαζόμενοι εφ’ όλου μας του βίου
την σήμερον στερούμεθα και του επιουσίου
κι άλλοι, μη εργαζόμενοι τον χρόνον ούτε ώρα,
απολαμβάνουν αφειδώς τα θεία σου τα δώρα.

Ο γεωργός σκάβει γυμνός τη γη και πεινασμένος
κι ο πλούσιος αναπαύεται χορτάτος και ντυμένος.
Ο πλούσιος το καλό κρασί να γεύεται, να πίνη
και το ξυνό και τ’ άχρηστο στο δουλευτή το δίνη.
Κι εν γένει όλους τους καρπούς, όσους η γη παράγει
και τους οποίους ο σκαφτιάς με βάσανα συνάγει,
είναι στην εξουσία του και στον εργάτη φθάνει
ένα κομμάτι κρίθινο, όσο να μην πεθάνη.

Συ, κτηνοτρόφε, δυστυχή, τρέφε καλά τα κτήνη
και στο φινάλε η κοπριά για σένανε θα μείνη,
γιατί το κρέας, το τυρί είναι για τους πλουσίους,
το γάλα και το βούτυρο πάλιν για τους ιδίους,
το δε μαλί τους και αυτό θα κάμη τα ενδύματα
των αφεντάδωνε. Και συ; Του Πειραιώς … βλαστήματα!

Και συ, ταλαίπωρε ψαρά, τρέχε με το καΐκι
μέσα σε τρίσβαθα νερά, με γύμνια, πείνα, φρίκη,
να βγάλεις, δύστυχε, και συ για τον αφέντη ψάρια,
και συ να τρως καμιά φορά ανάρτυτα χορτάρια.
Συ, κτίστη, φάβρε, μαραγκέ, πιτόρε, λαγουρέντη,
κάνε παλάτια, μέγαρα και συ για τον αφέντη,
και συ να ζης σε σπήλαια, σε τρώγλες, σε κοτέτσι,
γιατί το θέλει ο Θεός κι ο πλούσιος να ζης έτσι.  

Και σεις ακόμα δυστυχείς, τσαγκάρηδες, ραφτάδες,
να ντύστε, να ποδένετε και σεις τους αφεντάδες
και σεις γυμνοί, ξυπόλητοι, αφού κι ο Θεός το θέλη,
με μια λινάτσα κρύβετε τ’ απόκρυφά σας μέλη.

Και τέλος πάντων, κύριοι, των εργατών αι τάξεις
συχνά, πυκνά παθαίνουνε σπουδαίας αφαιμάξεις.
Κι εργάζονται σαν τα σκυλιά μέρα και νύκτα πάντες,
για να τα βρίσκουν έτοιμα οι πλούσιοι οι αφεντάδες.
Αλλά θα έλθη ο καιρός κι ελεύσεται μια μέρα,
που μια φωνάρα θ’ ακουστή στον κόσμο πέρα-πέρα
και θε να λέγη η φωνή «Κηφήνες, ξέρετέ το,
πως πας μη εργαζόμενος, ποσώς μη εσθιέτω».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δεμπόνος Αγγελο-Διονύσης, Η γένεση και τα πάθη μιας πολιτείας. (Το Αργοστόλι αγωνίζεται), Αργοστόλι 1981.
Καμήλος Νικόλαος, Αδελφότητες και Εργατικοί Σύνδεσμοι στην Κεφαλονιά, τέλη 19ου – αρχές 20ού αιώνα. Συμβολή στη μελέτη της Τοπικής Ιστορίας, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2011.
Σπ. Λουκάτος, «Πρώιμος εργατικός συνδικαλισμός στα Επτάνησα στα τέλη του 19ου αιώνα», [Β΄ Συμπόσιο του Κέντρου Μελετών Ιονίου, (Ζάκυνθος, 24-27 Οκτωβρίου 1985)], Κυμοθόη, τχ. 5 (Δεκέμβριος 1994), σσ. 7-33.
Πετράτος Πέτρος, «Πρώιμοι Εργατικοί Σύνδεσμοι στην Κεφαλονιά», εφ. Ενημέρωση (Κέρκυρας), 25-4-2004, σ. 11.



KOYBENTIAZΟΝΤΑΣ ... ΓΙΑ ΤΗ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΣΜΟ




 Δημοσιεύτηκε/αναρτήθηκε στα τοπικά έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, 18-22 Μαΐου 2016



Ερώτηση: Έχουμε αφήσει – από πέρυσι τέτοια εποχή -μια κουβέντα στη μέση. Το έχεις ξεχάσει;
Απάντηση: Όχι, βέβαια. Αλλά περίμενα να έρθει ο κατάλληλος καιρός.
Ερ.: Ωραία, λοιπόν. Μπορούμε να τη … συνεχίσουμε;
Απ.: Και βέβαια.
Ερ.: Μου είχες εξηγήσει την προηγούμενη φορά (δηλαδή … πέρυσι) τις διάφορες συνθήκες που υπογράφτηκαν για να πραγματοποιηθεί η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Θυμάσαι όμως τι μου είπες στο τέλος; Ότι η Ένωση που εμείς γιορτάζουμε στις 21 Μαΐου δεν είναι εκείνη που οραματίστηκαν οι δικοί μας αγωνιστές ριζοσπάστες Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος, γι’ αυτό και δεν την υπόγραψαν. Μπορείς λοιπόν να μου εξηγήσεις αυτό το σημείο;
Απ.: Για να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Έχουμε Αγγλοκρατία στα Επτάνησα. Το 1815 οι Μεγάλες Δυνάμεις εκείνης της εποχής ανακηρύσσουν τα Επτάνησα «ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος» κάτω από «την άμεση και αποκλειστική προστασία» της Αγγλίας.
Ερ.: Μα ήταν ελεύθερο και ανεξάρτητο εκείνο το επτανησιακό κράτος;
Απ.: Προφανώς όχι.
Ερ.: Γιατί «προφανώς»;
Απ.: Ούτε ελεύθερο ήταν, ούτε ανεξάρτητο ήταν, ούτε είχε την «προστασία» της Αγγλίας.
Ερ.: Δηλαδή τι θες να πεις;
Απ.: Η Αγγλία ήταν τότε μια μεγάλη αποικιοκρατική δύναμη με εμπορικό δίκτυο απλωμένο σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Επομένως, θα πρόσφερε την «προστασία» της πρώτα με βάση τα δικά της συμφέροντα, με βάση τους δικούς της σχεδιασμούς και προσανατολισμούς. Τα Επτάνησα τα ήθελε ως (οικονομική και στρατιωτική) βάση της  στην ανατολική Μεσόγειο και σταθμό στο δρόμο της προς τις Ινδίες, όπως είχε το Γιβραλτάρ και η Μάλτα. Γι’ αυτό ακριβώς, παραμερίζοντας τα σχετικά με ελευθερία και ανεξαρτησία, μετέβαλε εκείνο το επτανησιακό κράτος όχι απλά σε προτεκτοράτο της αλλά σε κάτι περισσότερο: σε μισο-αποικία της με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ερ.: Άρα φυσικό ήταν να αντιδράσουν οι Επτανήσιοι σε αυτό το καταπιεστικό καθεστώς. Έτσι δεν είναι;
Απ.: Είναι αλήθεια πως δεν αντέδρασαν όλοι οι Επτανήσιοι. Βλέπεις, η κοινωνία των νησιών μας ήταν χωρισμένη, όπως και σήμερα συμβαίνει, σε κοινωνικές τάξεις και έτσι κάθε κοινωνική κατηγορία είχε τα δικά της συμφέροντα και τους δικούς της οικονομικούς και πολιτικούς στόχους.
Ερ.: Δηλαδή δεν υπήρξε ενιαία γραμμή απέναντι στο αγγλοκρατούμενο καθεστώς;
Απ.: Φυσικά όχι. Πρώτα-πρώτα υπήρξαν οι υποστηρικτές του καθεστώτος.
Ερ.: Υπήρχαν δηλαδή Επτανήσιοι που ήθελαν τους Άγγλους:
Απ. Βέβαια. Τα κατάλοιπα της βενετσιάνικης κυριαρχίας, δηλαδή οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, αλλά και πλούσιοι αστοί υποστήριζαν το καθεστώς, γιατί ακριβώς τους διατήρησε τα προνόμιά τους. Είναι εκείνοι που ο λαός τους ονόμαζε καταχθόνιους ή  καμαρίλα ή περούκες.
Ερ.: Μπράβο, περούκες. Ωραίο προσωνύμιο. Ναι, αλλά ήταν αριθμητικά λίγοι. Άρα, η μεγαλύτερη πλειοψηφία των κατοίκων δε συμφωνούσε με το ισχύον καθεστώς. Έτσι δεν είναι;
Απ.: Περίπου έτσι είναι. Αλλά εδώ χρειάζεται μια προσοχή.
Ερ.: Δηλαδή τι εννοείς;
Απ.: Ανάμεσα σε αυτή τη μεγάλη πλειοψηφία υπήρχαν εκείνοι που δε βολεύονταν καθόλου με την Προστασία, αλλά υπήρχαν και εκείνοι που την ανέχονταν.
Ερ.: Δε σε καταλαβαίνω. Ποιοι και γιατί την ανέχονταν;
Απ.: Υπήρχε μια κατηγορία φιλελεύθερων πολιτών, που πίστευαν ότι, επειδή δεν μπορεί να ανατραπεί η Βρετανική Προστασία, για να ενωθούν τα Επτάνησα με την Ελλάδα, φρόνιμο ήταν να ζητήσουν συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να γίνει πιο φιλελεύθερο το καθεστώς. Ήταν οι λεγόμενοι μεταρρυθμιστές.

Ερ.: Και τότε ποιοι ήταν πράγματι αντίθετοι με την Προστασία;
Απ.: Μόνο οι ριζοσπάστες... 
Ερ.: … οι οποίοι δε συμφωνούσαν καθόλου με τις μεταρρυθμίσεις;
Απ.: Τις απέρριπταν χωρίς δεύτερη κουβέντα, γιατί διαφορετικά θα ήταν σαν να αναγνώριζαν το καθεστώς της Προστασίας. Γι’ αυτό ζητούσαν να σταματήσει αυτό το καταπιεστικό καθεστώς και να ενωθούν τα Επτάνησα με το ελληνικό κράτος.
Ερ.: Ωραία. Το καταλαβαίνω αυτό. Μπορούσε όμως τότε, όπως ήταν διαμορφωμένη η διεθνής κατάσταση και με τη μεγάλη δύναμη που διέθετε η Αγγλία, να γίνει η Ένωση; Μήπως δηλαδή, μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες για την Ένωση, ήταν σωστό να επιδιωχθούν κάποιες μεταρρυθμίσεις, όπως υποστήριζαν οι μεταρρυθμιστές, ώστε να βελτιωθεί το καθεστώς;
Απ.: Οι ριζοσπάστες, όπως σου εξήγησα προηγουμένως, θεωρούσαν τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις συμβιβασμό με την Προστασία. Όποιες μεταρρυθμίσεις και να γίνονταν, η Προστασία θα παρέμενε, και μάλιστα μέσα από αυτές τις μεταρρυθμίσεις ήταν αναμενόμενο να παρατείνει την παραμονή της. Ότι έπρεπε να υπάρξουν ανακουφιστικά για το λαό μέτρα, μέχρι να επιτευχθεί η Ένωση, αυτό δεν το απέρριπταν οι ριζοσπάστες. Οι ριζοσπάστες ζητούσαν βελτιώσεις και όχι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Και μάλιστα είχαν πάρει πολλές πρωτοβουλίες μέσα στη Βουλή για τέτοια βελτιωτικά υπέρ του λαού μέτρα, μέσα στο υπάρχον, εννοείται, προστασιανό καθεστώς.
Ερ.: Επομένως, μόνο ο ριζοσπαστισμός υποστήριζε τον ενωτικό αγώνα;
Απ.: Ναι, μόνο ο ριζοσπαστισμός. Αλλά εδώ πρέπει να εξηγήσουμε κάποια πράγματα. Ο επτανησιακός ριζοσπαστισμός δε ζητούσε απλά μόνο Ένωση…
Ερ.: …Πάλι δεν καταλαβαίνω. Τι άλλο, αλήθεια, θέλαμε τότε εκτός από την Ένωση; Απ.: Θα σου εξηγήσω. Ο επτανησιακός ριζοσπαστισμός ήταν ένα κίνημα. Ένα κίνημα και εθνικό-απελευθερωτικό και αστικό-δημοκρατικό. Δηλαδή ήθελε να ενωθούν τα Επτάνησα με το ελληνικό κράτος με προοπτική τη δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού ελληνικού κράτους, αλλά με ένα ελληνικό κράτος ανεξάρτητο και δημοκρατικό, όπου θα ήταν κατοχυρωμένη η ισονομία, η δικαιοσύνη, η λαϊκή κυριαρχία.
Ερ:. Δηλαδή ο ριζοσπαστισμός συνδύαζε το εθνικό με το δημοκρατικό. Σωστά;
Απ.: Σωστά. Έτσι τουλάχιστον τον θεμελίωσαν οι πρωτεργάτες του Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος. Και στις γραμμές εκείνου του κινήματος   συναντήθηκαν αγρότες (ακτήμονες και μικροϊδιοκτήτες), μικρέμποροι, μικροβιοτέχνες και άλλοι μικροαστοί, διανοούμενοι, ναυτικοί, τεχνίτες και άλλοι εργαζόμενοι των πόλεων. 
  
Ερ.: Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, ο Ζερβός Ιακωβάτος και ο Μομφερράτος αγωνίζονταν όχι για μια οποιασδήποτε μορφής και περιεχομένου Ένωση, αλλά ήθελαν μια Ένωση, που να έχει και δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Αλλά η Ένωση, που λέγαμε, όταν … πέρυσι κουβεντάζαμε, δεν είχε και τα εθνικά και τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά;
Απ.: Ασφαλώς όχι. Και θα σου εξηγήσω γιατί. Το 1851 το καθεστώς εξόρισε τους δυο Κεφαλονίτες ριζοσπάστες αγωνιστές για πεντέμισι περίπου χρόνια. Το κενό ηγεσίας που παρουσιάστηκε το αναπλήρωσε ένας νέος πολιτικός από τη Ζάκυνθο, ο Κων/νος Λομβάρδος.
Ερ.: Δεν ήταν αυτός ριζοσπάστης;
Απ.: Μέχρι το 1852 που εκλέχθηκε, δεν είχε κάποια ιδιαίτερη πολιτική δραστηριότητα. Συνεργάστηκε με τους ριζοσπάστες, μπήκε στο ψηφοδέλτιό τους και εκλέχθηκε. Και από τότε εκλεγόταν συνέχεια. Δεν άργησε να παίξει ηγετικό ρόλο μέσα στο ριζοσπαστικό χώρο, αλλά ο νέος αυτός ηγέτης παραμέρισε και ουσιαστικά διέγραψε τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά του ριζοσπαστισμού. Περιόρισε δηλαδή τον αγώνα σε μια απλή Ένωση, γι’ αυτό και ονομάστηκαν αυτός και οι ομοϊδεάτες του ενωτιστές.
Ερ.: Κράτησε δηλαδή μόνο το εθνικό στοιχείο του ριζοσπαστισμού. Έτσι δεν είναι;
Απ.: Ναι. Κατόρθωσε μάλιστα να γίνει αποδεκτός από το μεγαλύτερο μέρος του ριζοσπαστικού κινήματος. Έπαιξαν ρόλο σε μια τέτοια κατεύθυνση και η συνεχιζόμενη τρομοκρατία μαζί με τις συνεχιζόμενες διώξεις των ριζοσπαστών αγωνιστών. Και έτσι, όταν απελευθερώθηκαν το 1857 από την εξορία ο Ζερβός Ιακωβάτος και ο Μομφερράτος, βρήκαν μια διαμορφωμένη κατάσταση.
Ερ.: Και τι έκαναν;
Απ.: Η κατάσταση είχε ήδη ξεφύγει από τα χέρια τους. Υπήρξε βέβαια σκληρή ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στον Μομφερράτο ιδιαίτερα και τον Λομβάρδο. Αλλά οι ενωτιστές ήταν πια η πλειοψηφία μέσα στο ριζοσπαστικό κίνημα.  
Ερ.: Και τότε τι έγινε;
Απ.: Εδώ λοιπόν τώρα σημειώθηκε και κάτι άλλο. Είχε αρχίσει εκείνα τα χρόνια να αλλάζει πολιτική η Αγγλία στο επτανησιακό ζήτημα. Οι Άγγλοι αντιλήφθηκαν ότι δεν ήταν πια ωφέλιμη γι’ αυτούς η κατοχή των Επτανήσων.
Ερ.: Σε αυτήν την αλλαγή έπαιξαν ρόλο οι αγώνες των ριζοσπαστών τα προηγούμενα χρόνια;
Απ.: Αναμφισβήτητα. Η Αγγλία λοιπόν προσανατολιζόταν να απαλλαγεί από τα Επτάνησα. Και περίμενε την κατάλληλη στιγμή ή καλύτερα προετοίμαζε την κατάλληλη στιγμή.
Ερ.: Και εδώ πού «κολλάνε» οι ενωτιστές;
Απ.: Οι ενωτιστές ζητούσαν Ένωση εδώ και τώρα. Ζητούσαν Ένωση χωρίς να ενδιαφέρονται για το δημοκρατικό της περιεχόμενο. Η Αγγλία από την άλλη πλευρά ήθελε να βγάλει από πάνω της τα Επτάνησα και μάλιστα τη στιγμή που είχε ήδη καταφέρει ο νέος βασιλιάς της Ελλάδας, ο Γεώργιος Α΄, να είναι δικής της επιλογής.
Ερ.: Α, τώρα καταλαβαίνω. Το παζλ συμπληρώνεται. Επομένως καλά δεν έκαναν και διαφώνησαν με μια τέτοια Ένωση ο Ζερβός Ιακωβάτος και ο Μομφερράτος;
Απ.: Αυτοί έβλεπαν, καταλάβαιναν ότι η Ένωση, όχι μόνο είχε απονευρωθεί από το δημοκρατικό-κοινωνικό της περιεχόμενο, αλλά έτσι όπως γινόταν, εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα συμφέροντα της Αγγλίας.  
Ερ.: Και αντέδρασαν σε αυτήν την εξέλιξη με την άρνησή τους;
Απ.: Ακριβώς. Δεν ψήφισαν την Ένωση που είχε σχεδιάσει η αγγλική πολιτική και την οποία ουσιαστικά στην πράξη την αποδέχονταν όλοι οι άλλοι βουλευτές. Γνώριζαν πολύ καλά πού πήγαινε το πράγμα…
Ερ.: Δηλαδή εκείνοι που εξορίστηκαν αρκετά χρόνια για τον ενωτικό τους αγώνα, δεν ψήφιζαν τώρα την Ένωση.  Δεν είναι τραγικό;
Απ.: Η Ζωή και η Ιστορία δεν κοιτάζουν συναισθηματισμούς. Προχωρούν με βάση τα νέα κάθε φορά δεδομένα. Σημασία έχει εμείς να τα καταλαβαίνουμε, για να αξιολογούμε σωστά τους βηματισμούς της Ιστορίας, αλλά και για να σχεδιάζουμε όσο γίνεται καλύτερα τους δικούς μας, τους τωρινούς μας βηματισμούς…