Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

OI ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΕΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΕΣ ΣΕ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ. ΑΠΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ "ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ"



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τα Ιστορικά, 
τχ. 61 (Δεκέμβριος 20140, σσ. 491-503.


          Στο Ελληνικό Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) απόκειται Βιβλίο Πρακτικών συνεδριάσεων του ριζοσπαστικού «Δημοτικού Καταστήματος» του Αργοστολιού.[1] Το «Δημοτικόν Κατάστημα» ήταν μία από τις πολιτικές λέσχες των ριζοσπαστών της Κεφαλονιάς κατά την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας,[2] η οποία από την ίδρυσή της, τον Ιανουάριο του 1848, μέχρι και την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα (1864) γαλούχησε τους νησιώτες με τα ριζοσπαστικά ιδανικά, προάσπισε με συνέπεια τις ριζοσπαστικές αρχές και διατήρησε πάντοτε ζωντανά τα οράματα του ριζοσπαστισμού.[3] Εξάλλου, σκοπός του «Δημοτικού Καταστήματος» ήταν «ἡ πολιτική καί κοινωνική πρόοδος, ἐπί τῇ βάσει τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως», ενώ βασική του αρχή ήταν εκείνη της λαϊκής κυριαρχίας, που εδραζόταν στο τρίπτυχο «ελευθερία –ισότητα -αδελφότητα».[4]
          Το συγκεκριμένο Βιβλίο Πρακτικών, ετών 1849-1850, δεμένο με χοντρό εξώφυλλο, αποτελείται από 67 αρίγωτα φύλλα + ένα εσώφυλλο, διαστάσεων 28x20 εκ.. Από τα φύλλα αυτά μόνο τα οκτώ είναι γραμμένα - το καθένα γραμμένο και στις δυο πλευρές, και στο recto και στο verso του φύλλου. Οι δύο τύποι γραφών παραπέμπουν σε αντίστοιχο αριθμό γραμματέων/γραφέων. Συνηθισμένες είναι οι συντομογραφίες στα και, ει και στ.   
          Πρόκειται για σημαντικότατο έγγραφο, αν λάβουμε υπόψη μας ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί παρόμοια έγγραφα, αλλά ούτε και ο «διοργανισμός», το καταστατικό δηλαδή του «Δημοτικού Καταστήματος». Η χρησιμότητα του Βιβλίου Πρακτικών στην ιστορική έρευνα είναι προφανής, καθώς μέσα από τη μελέτη του θα προκύψουν αρκετά στοιχεία, σοβαρά και σίγουρα, σχετικά με τη δομή, τη λειτουργία και τις πολιτικές θέσεις της λέσχης. Τώρα πια θα έχουμε μπροστά μας, κατά μία έκφραση, την ίδια τη λέσχη, τα ίδια τα μέλη της, τα οποία θα συζητούν, θα προγραμματίζουν, θα αξιολογούν, θα αποφασίζουν. Βέβαια, οι αναγραφόμενες στο Βιβλίο Πράξεις είναι λίγες, ελάχιστες σε σχέση με την πολύχρονη λειτουργία της λέσχης - μόνο δεκαπέντε (15), με 1η στις 20 Νοεμβρίου 1849 Ε.Π.[5] και 15η στις 3 Απριλίου 1850 Ε.Π. Έχει, ωστόσο, σημασία η συγκεκριμένη περίοδος, κατά την οποία πραγματοποιούνται οι Συνελεύσεις της λέσχης και συντάσσονται οι παραπάνω Πράξεις: τρεις μήνες πριν από την 1η Πράξη το νησί της Κεφαλονιάς συγκλονίστηκε από την εξέγερση της Σκάλας και τα αιματηρά αντίποινα της Βρετανικής Προστασίας,[6] ενώ δυο περίπου μήνες πριν από την τελευταία (15η) Συνέλευση του «Δημοτικού Καταστήματος» είχαν διεξαχθεί στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα οι πρώτες ελεύθερες εκλογές, οι οποίες για πρώτη φορά ανέδειξαν και ριζοσπάστες βουλευτές.[7]

1.  Οργανωτικά ζητήματα

          Το «Δημοτικόν Κατάστημα» διοικείται από τριμελή Διεύθυνση, η οποία εκλέγεται από τα μέλη της λέσχης με μυστική ψηφοφορία. Σε μια τέτοια εκλογή αναφέρεται η 1η Πράξη (20 Νοεμβρίου 1849, σ. 1): «[...] γενομένης μυστικῆς ψηφοφορίας διά τήν ἐκλογήν τῆς νέας Διευθύνσεως  ἐκλέχθησαν διά πλειοψηφίας ὡς μέλη αὐτῆς οἱ Κ.Κ. [= κ.κ.] Νέστωρ Σολομός, Βαπτιστής Μελίτας καί Παναγῆς Θεοφιλάτος». Λόγω έλλειψης καταστατικού δε γνωρίζουμε το χρόνο διάρκειας της θητείας των μελών της Διεύθυνσης, εάν όμως πάρουμε υπόψη μας ανάλογα καταστατικά, μπορούμε να δεχθούμε  το τετράμηνο.[8]
          Εάν στη διάρκεια αυτής της θητείας σημειωνόταν για κάποιο λόγο μετακίνηση του μέλους σε άλλη υπεύθυνη θέση ή παραίτησή του, τότε η Συνέλευση των μελών συμπλήρωνε την κενή θέση με νέα εκλογή. Έτσι, λόγω παραίτησης του Νέστορα Σολομού σε έκτακτη συνεδρίασή τους τα μέλη «διά πλειοψηφίας παραδέχονται νά ἀντικατασταθῇ τό παραιτῆσαν [αντί: παραιτηθέν] μέλος διά τοῦ Κ. Παναγῆ Κουρκουμέλη», ή λόγω ανάληψης νέων καθηκόντων το μέλος της Διεύθυνσης Παναγής Θεοφιλάτος αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Χωραφά (Πράξις 4, 12 Ιανουαρίου 1850, σ. 5), ο οποίος τελικά μετά από δυόμισι μήνες θα παραιτηθεί από μέλος της Διεύθυνσης αλλά και από μέλος της λέσχης (Πράξις 12, 28 Μαρτίου 1850, σ. 15), υποβάλλοντας σχετική επιστολή παραίτησης (Πράξις 11, 27 Μαρτίου 1850, σσ. 13-14). Στις 3 Απριλίου 1850 παραιτήθηκε από τη Διεύθυνση και ο Παναγής Κουρκουμέλης και εκλέχθηκαν οι Νέστορας Σολομός και Σπυρίδων Βένετος (Πράξις 15, 3 Απριλίου 1850, σ. 16).
          Για να εγγραφεί στο «Δημοτικόν Κατάστημα» νέο μέλος, απαιτείται, μετά από πρόταση μελών, απόφαση της Συνέλευσης. Έτσι, η Συνέλευση της 15ης Μαρτίου 1850 (Πράξις 9, 15 Μαρτίου 1850, σ. 10) αποφάσισε να γίνουν δεκτοί ως νέα μέλη οι Σπυρίδων Σδριν («παμψηφεί»), Ιωάννης Γαλάνος και Χαράλαμπος Ι. Μεταξάς («διά πλειοψηφίας»), ενώ οι Ανδρέας Ιγγλέσης και Τιμολέων Δαλλαδέτζιμας, που έλαβαν ισοψηφία, και ο Ανδρέας Περιστιάνης, που («διά πλειοψηφίας») απορρίφθηκε, δεν μπορούσαν να εγγραφούν στη λέσχη. Πάντως, λίγο αργότερα, η Συνέλευση της 27ης Μαρτίου «παμψηφεί» ακύρωσε εκείνη την ψηφοφορία (Πράξη 11, 27 Μαρτίου 1850, σ. 13).
          Φυσικά, τα μέλη υποχρεώνονταν στην καταβολή μηνιαίας συνδρομής – μια καταστατική υποχρέωση για την οποία αρκετά μέλη δεν ήταν συνεπή. Με αυτό το θέμα («περί τῶν χρεωστουμένων ἀπό τινος καιροῦ μηνιαίων ἐκ μέρους τινῶν ἐκ τῶν μελῶν») ασχολήθηκε η Συνέλευση των μελών της λέσχης στη συνεδρίασή της στις 20 Νοεμβρίου 1849: διαπιστώθηκε η κατάσταση, επισημάνθηκε η αρνητική συνέπεια της μη έγκαιρης καταβολής των συνδρομών για τη λειτουργία της λέσχης («ἕνεκα τῆς ὁποίας καθυστερήσεως τό Κατάστημα εὑρίσκεται εἰς ἀμηχανίαν»), αλλά δεν αποφασίστηκε η λήψη συγκεκριμένων μέτρων για τη θεραπεία του προβλήματος· απλά και μόνο ανατέθηκε «ἡ φροντίς περί παντός καταλλήλου μέτρου, διά τήν εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων» στη νέα Διεύθυνση, που αμέσως μετά θα εκλεγόταν (Πράξις 1, 20 Νοεμβρίου 1849, σ. 1). Ωστόσο, δε φαίνεται να υπήρξε ουσιαστική διόρθωση της κατάστασης, αν κρίνουμε από τη συμπεριφορά του έως τότε μέλους της Διεύθυνσης Ιωάννη Χωραφά, ο οποίος, μετά την υποβολή της παραίτησής του  (Πράξις 11, 27 Μαρτίου 1850, σσ. 13-14) και την αποδοχή της από τη Συνέλευση  (Πράξις 12, 28 Μαρτίου 1850, σ. 15), θα φροντίσει  να καταθέσει στο ταμείο της λέσχης  τα «τρία μηνιαῖα τά ὁποῖα καθυστεροῦσε» (Πράξις 15, 3 Απριλίου 1850, σ. 16).

 2.   Εκδηλώσεις

          Για την πραγματοποίηση εκδηλώσεων γινόταν ειδική –έκτακτη – συνεδρίαση της Συνέλευσης των μελών του «Δημοτικού Καταστήματος». Τα μέλη συζητούσαν και αποφάσιζαν για το πολιτικό πλαίσιο της εκδήλωσης και εξέλεγαν επιτροπή για την υλοποίηση της σχετικής απόφασης.
          Ιδιαίτερο πάντοτε ενδιαφέρον συγκέντρωνε ο γιορτασμός της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου.[9] Η επέτειος αυτή, βέβαια, καθιερώθηκε ως εθνική γιορτή για τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα αργότερα, στις 6/18 Απριλίου 1850, με απόφαση της Θ΄ Ιόνιας Βουλής.[10] Οι Επτανήσιοι, όμως, πατριώτες δεν περίμεναν την επίσημη καθιέρωση, για να γιορτάζουν και να τιμούν τον αγώνα της ανεξαρτησίας των Ελλήνων.[11] Άλλωστε, η ημέρα εκείνη γινόταν αφορμή για τους φιλελεύθερους και ειδικότερα τους ριζοσπάστες του νησιού να εκδηλώσουν τις αντιπροστασιανές διαθέσεις τους, να υπογραμμίσουν τα εθνικά τους αισθήματα, να προβάλουν την αγωνιστικότητά τους, να διατρανώσουν την πίστη τους στην κοινή ελληνική πατρίδα, αλλά και να δηλώσουν την αλληλεγγύη τους στον απελευθερωτικό αγώνα κάθε λαού.           
           Η Συνέλευση των μελών του «Δημοτικού Καταστήματος» της 9ης Μαρτίου 1850 (Πράξις 8, 9 Μαρτίου 1850, σσ. 9-10) αποφάσισε «παμψηφεί»: «Νά ἑορτασθῇ ἡ ἐπέτ[ε]ιος  αὕτη ἡμέρα τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας μέ ὅλην τήν ἐπισημότητα. Νά φωτισθῇ τό Κατάστημα ἐντός καί ἐκτός ὅσον λαμπρότερον ἤθελε δυνηθοῦν. Νά τεθῶσιν ἔξωθεν τοῦ Καταστήματος αἱ ἀκόλουθοι ἐθνικαί ἐπιγραφαί καί εἰς μέν τό μεσινόν παράθυρον τοῦ Καταστήματος ἡ ἐπιγραφή: Εὐαγγελίζου γῆ χαράν μεγάλην. 25 Μαρτίου 1821. Ζήτω ἡ ἀνεξαρτησία καί ἡ ἕνωσις ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Δεξιόθεν ταύτης: Ζήτω ἡ ἀπελευθέρωσις ὅλων τῶν λαῶν. Ἀριστερόθεν: Ζήτω ὁ γενναῖος καί σταθερός χαρακτήρ τοῦ Βασιλέως καί τῶν ἀδελφῶν μας Ἑλλήνων κατά τάς τελευταίας βιαιοπραγίας. [...][12] Νά ἐκτεθῇ ἡ Ἑλληνική σημαία ἔξωθεν τοῦ Καταστήματος, ἐάν ἡ Κυβέρνησις δέν τό ἀπαγορεύσῃ καθώς ἔκαμε καί τό ἀπερασμένο ἔτος. Νά συγκαλεσθῇ κατά τό ἑσπέρας τῆς 25 ἡ ἔκ τινων νέων τοῦ τόπου συγκροτουμένη μουσική, ὅπως παιανίσῃ ἀπό τάς 6 ἕως τάς 10 ἐντός τοῦ Καταστήματος τούς παιάνας τοῦ Ρήγα καί λοιπῶν». Ταυτόχρονα εξέλεξε τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τους Γεράσιμο Μηλιαρέση, Παναγή Θεοφιλάτο και Νικόλαο Άννινο, για την προώθηση και υλοποίηση όλων των παραπάνω.
          Πράγματι, σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής, το κτήριο της λέσχης στολίστηκε με δάφνες και εικόνες ηρώων του 1821, φωταγωγήθηκε και αναρτήθηκαν οι σχετικές επιγραφές. Δεν υψώθηκε, όμως, η ελληνική σημαία, εξαιτίας της αστυνομικής απαγόρευσης, ούτε πραγματοποιήθηκε η μουσική εκδήλωση λόγω ασθένειας του ριζοσπάστη μουσουργού Νικολάου Μεταξά Τζανή.[13] Πάντως, παρά το κλίμα τρομοκρατίας τόσο το «Δημοτικόν Κατάστημα» όσο και οι υπόλοιπες πολιτικές λέσχες μαζί με το λαό τίμησαν την επέτειο.[14]
          Η ριζοσπαστική λέσχη, επίσης, σε έκτακτες Συνελεύσεις της αποφάσιζε να τιμήσει ή να γιορτάσει κάποια επιτυχία της. Έτσι, στις 3 Μαρτίου 1850, ελάχιστες ημέρες μετά από τις εκλογές για την ανάδειξη των βουλευτών της Θ΄ Ιόνιας Βουλής,[15] στην οποία για πρώτη φορά εκλέχθηκαν ριζοσπάστες βουλευτές,[16] τα μέλη του «Δημοτικού Καταστήματος» σε έκτακτη Συνέλευσή τους αποφάσισαν «παμψηφεί» να γιορτάσουν την εκλογική επιτυχία της ριζοσπαστικής παράταξης με φωταγώγηση «ἐντός καί ἐκτός» του κτηρίου της λέσχης τους (Πράξις 7, 3 Μαρτίου 1850, σσ. 8-9). Σύμφωνα, μάλιστα, με εφημερίδα της εποχής, τοποθετήθηκαν εννιά φώτα σε κάθε παράθυρο του κτηρίου,[17] συμβολίζοντας προφανώς τις εννιά βουλευτικές έδρες, που κέρδισαν συνολικά οι φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις του νησιού: έξι η ριζοσπαστική παράταξη και οι τρεις η μεταρρυθμιστική.[18]


3.  Εκλογές

          Οι εκλογικές αναμετρήσεις, είτε επρόκειτο για την Ιόνια Βουλή είτε για τα επαρχιακά συμβούλια, δημιουργούσαν έντονη κινητικότητα στη ριζοσπαστική λέσχη του Αργοστολιού, καθώς η Διεύθυνση και γενικότερα το σύνολο των μελών και φίλων της λέσχης έπρεπε, όντας μέσα σε ένα εχθρικό αναμφισβήτητα περιβάλλον, να δραστηριοποιηθούν συντονισμένα και πειθαρχημένα για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος. Και μάλιστα, σε αυτήν την εκλογική μάχη του Φεβρουαρίου 1850 για την ανάδειξη των βουλευτών της Θ΄ Ιόνιας Βουλής, οι ριζοσπάστες έπαιρναν μέρος για πρώτη φορά· γι’ αυτό και επιβαλλόταν προσοχή, τόλμη και υπευθυνότητα. Είχε προηγηθεί η εκλογική μεταρρύθμιση του αρμοστή Seaton[19] (Απρίλιος 1849), η οποία για πρώτη φορά εφαρμοζόταν μετά από μερικές τροποποιήσεις του νέου αρμοστή Ward,[20] δημιουργώντας κάποιες ελπίδες στους Επτανήσιους.[21]
          Το ζήτημα των εκλογών αυτών απασχόλησε τη Συνέλευση των μελών του «Δημοτικού Καταστήματος» σε τέσσερις συνεδριάσεις της. Μέσα από αυτές αναδεικνύεται όχι μόνο η σοβαρότητα, και η υπευθυνότητα της Διεύθυνσης και των μελών της λέσχης, αλλά και ο σωστός σχεδιασμός των αναγκαίων κινήσεων, η εφαρμογή των ριζοσπαστικών αρχών αλλά και η πίστη στο λαϊκό παράγοντα. Η μελέτη των σχετικών τεσσάρων Πράξεων πιστοποιούν τα παραπάνω.
          Στο προσκλητήριο κείμενό της η Διεύθυνση του «Δημοτικού Καταστήματος», αφού υπενθυμίζει στα μέλη τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν στον τόπο «ὑπό τό τερατῶδες σύστημα τῆς βδελυρᾶς ξενοκρατίας»,[22] υπογραμμίζει το καθήκον τους να συνεδριάσουν και να αποφασίσουν για τις επικείμενες εκλογές κάθε κατάλληλο μέτρο, το οποίο βέβαια πρέπει να συνάδει «μέ τάς ἤδη παραδεδεγμένας τοῦ Καταστήματος ἀρχάς καί μέ τήν ἐθνικήν αὐτοῦ πορείαν» (Πράξις 2, 2 Ιανουαρίου 1850, σ. 3). Ωστόσο, στη Συνέλευση της 2ας Ιανουαρίου κατατέθηκαν σκέψεις και προτάσεις όχι μόνο υπέρ αλλά και κατά της συμμετοχής της ριζοσπαστικής λέσχης  στις εκλογές. Τελικά, η πλειοψηφία αποφάσισε ότι το «Δημοτικόν Κατάστημα» «πρέπει νά λάβῃ ὄχι μόνον ἁπλοῦν μέρος [στις εκλογές], ἀλλά καί νά ἐνεργήσῃ δραστηρίως ὅπως ἀποκρούσῃ πᾶσαν ἐνδεχομένην ἐχθρικήν ἀπόπειραν, τήν ὁποίαν ἡ ἀδιαφορία μας ἔτι μᾶλλον ἤθελεν ἐνισχύσει» (Πράξις 3, 2 Ιανουαρίου 1850, σ. 4). Το σκεπτικό, η άποψη της μειοψηφίας[23] δεν καταγράφεται στο Πρακτικό. Ίσως οι διαφωνούντες να θεώρησαν τη συμμετοχή στις εκλογές ως έμμεση αποδοχή της Προστασίας, αφού ήταν υποχρεωμένοι, για να συμμετάσχουν, να αποδεχτούν καθεστωτικούς νόμους και διαδικασίες.
          Στην επόμενη Συνέλευση της 12ης Ιανουαρίου οι ριζοσπάστες του «Δημοτικού Καταστήματος» εξέλεξαν τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τους Δημήτριο Π. Δαυή, Παναγή Θεοφιλάτο και Σπυρίδωνα Κόκκινο. Η επιτροπή επιφορτίστηκε με έργο σοβαρότατο και υπεύθυνο. Πρώτα-πρώτα έπρεπε να δραστηριοποιηθεί για την επέκταση του εκλογικού καταλόγου με την εγγραφή νέων ψηφοφόρων· η διεύρυνση άλλωστε  της εκλογικής βάσης συνέφερε τη ριζοσπαστική παράταξη. Παράλληλα, τα μέλη της επιτροπής αναλάμβαναν την υποχρέωση να προχωρήσουν στις αναγκαίες διερευνήσεις για την επιλογή υποψηφίων «πρεσβευόντων ἐθνικάς καί δημοτικάς ἀρχάς», τους οποίους θα πρότειναν σε επόμενη Συνέλευση. Και τέλος, η επιτροπή ανέλαβε να έρθει σε επικοινωνία, συζήτηση και συνεννόηση με κάθε άλλη εκλογική επιτροπή είτε των υπαρχουσών πολιτικών λεσχών είτε άλλη αυτόνομη που υπήρχε ή επρόκειτο στο μεταξύ να συγκροτηθεί, στη βάση πάντοτε της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων. Η ίδια Συνέλευση, επίσης, ασχολήθηκε και με το εκλογικό πρόγραμμα της ριζοσπαστικής παράταξης, καθώς ενέκρινε σχέδιο προγράμματος, το οποίο πρότεινε ο Δημήτριος  Δαυής, και  παρέδωσε «εἰς δημοσίευσιν».[24] (Πράξις 4, 12 Ιανουαρίου 1850, σ. 5).
          Νέα Συνέλευση για το ζήτημα των εκλογών συγκλήθηκε μετά από είκοσι περίπου ημέρες, στις 3 Φεβρουαρίου 1850, ενώ στο μεταξύ η επιτροπή συνέχιζε το έργο της. Σε αυτήν τη Συνέλευση οι ριζοσπάστες του Αργοστολιού συζήτησαν και αποφάσισαν για τα εξής έξι ζητήματα: 1) Ομόφωνα καθόρισαν ως πρώτιστη εντολή προς τους μελλοντικούς βουλευτές τους το «νά ἐκφράσουν [οι βουλευτές] τήν ἀληθινήν καί ἐπίμονον τοῦ λαοῦ ἀπαίτησιν, ἤτοι τήν ἕνωσίν του μετά τῆς μητρός Ἑλλάδος». 2) Ομόφωνα χαρακτήρισαν ως απαράδεκτους τους υποψήφιους εκείνους, «οἵτινες ἔβαψαν τάς χεῖρας των μέ τό αἷμα τῶν ἀδελφῶν των, ἐπικυρώσαντες ἀμέσως ἤ ἐμμέσως τάς πράξεις τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ τελευταίων τυραννικῶν καί ἀπανθρώπων συμβάντων κατά τήν 16 Αὐγούστου 1849», κατά την εξέγερση δηλαδή της Σκάλας. 3) Ομόφωνα αποφάσισαν να προτείνουν στις δύο άλλες πολιτικές λέσχες, του «Κοραή» στο Αργοστόλι [25] και της «Ομόνοιας» στο Ληξούρι ,[26]  ως υποψήφιους τους Γεράσιμο Α. Λιβαδά, Ιωσήφ Ν. Μομφερράτο, Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο, Ιωάννη Τυπάλδο Δοτοράτο [Καπελέτο] και Σταματέλο Πυλαρινό. 4) Πλειοψηφικά  συμφώνησαν ότι το τελικό προτεινόμενο ψηφοδέλτιο πρέπει να περιέχει δέκα υποψήφιους. 5) Ομόφωνα αποφάσισαν να προτείνουν στις άλλες δύο λέσχες την από κοινού  σύνταξη ενιαίου προγράμματος, εάν συμφωνήσουν στα ονόματα των δέκα υποψηφίων καθώς και στα δύο παραπάνω πρώτα ζητήματα. 6) Ομόφωνα αποφάσισαν να προχωρήσουν χωριστά, με δικό τους ψηφοδέλτιο, εάν υπάρξει διαφωνία ως προς τα τρία παραπάνω πρώτα ζητήματα. (Πράξις 5, 3 Φεβρουαρίου 1850, σσ. 6-7).
          Πάντως, προκαλεί εντύπωση η απόφαση του ριζοσπαστικού «Δημοτικού Καταστήματος» να ζητήσει συνεργασία με τη μεταρρυθμιστική λέσχη του «Κοραή» και μάλιστα τη στιγμή που έθετε ως βασικό όρο τη δέσμευση των υποψήφιων βουλευτών «νά ἐκφράσουν τήν ἀληθινήν καί ἐπίμονον τοῦ λαοῦ ἀπαίτησιν, ἤτοι τήν ἕνωσίν του μετά τῆς μητρός Ἑλλάδος» - δέσμευση που δεν ήταν δυνατόν να την αποδεχθεί ο «Κοραής». Φαίνεται μάλλον ότι πρόθεση των ριζοσπαστών ήταν να εκθέσουν τους μεταρρυθμιστές μπροστά στην κοινή γνώμη, αφού δε θα δέχονταν τη δέσμευση για την ένωση, τη δέσμευση δηλαδή για «τήν ἀληθινήν καί ἐπίμονον τοῦ λαοῦ ἀπαίτησιν».
          Η τελευταία για το θέμα των εκλογών Συνέλευση των μελών του «Δημοτικού Καταστήματος» πραγματοποιήθηκε την 4η Φεβρουαρίου. Το σώμα ενημερώθηκε για την ασυμφωνία του «Κοραή» στα ονόματα των υποψηφίων, σε αντίθεση με την «Ομόνοια», η οποία πλειοψηφικά αποδέχθηκε τους προτεινόμενους υποψήφιους με την προσθήκη του ονόματος του Ληξουριώτη  Γεωργίου Τυπάλδου Ιακωβάτου. Έτσι, το ψηφοδέλτιο της ριζοσπαστικής παράταξης για τις εκλογές του Φεβρουαρίου 1850 για την ανάδειξη της Θ΄ Ιόνιας Βουλής διαμορφώθηκε ως εξής: Γ. Λιβαδάς, Ιωσ. Μομφερράτος, Η. Ζερβός Ιακωβάτος, Στ. Πυλαρινός,[27] Ιω. Τυπάλδος Δοτοράτος [Καπελέτος] και Γ. Τυπάλδος Ιακωβάτος. Στην παραπάνω, επίσης, Συνέλευση λήφθηκε επιπλέον μια σημαντική απόφαση: επειδή την περίοδο εκείνη είχαν σιγήσει οι ριζοσπαστικές εφημερίδες Ο Φιλελεύθερος[28] και Αναγέννησις[29] λόγω της εξορίας των εκδοτών τους Η. Ζερβού Ιακωβάτου και Ιωσ. Μομφερράτου αντίστοιχα, αποφασίστηκε ομόφωνα να προχωρήσει η ίδια η λέσχη, με χρηματική ενίσχυση των μελών της, στην έκδοση νέας εφημερίδας με τίτλο Ο Χωρικός δυο φορές την εβδομάδα[30] (Πράξις 6, 4 Φεβρουαρίου 1850, σ. 8).
          Έτσι λοιπόν, οι ριζοσπαστικές λέσχες του «Δημοτικού Καταστήματος» στο Αργοστόλι και της «Ομόνοιας» στο Ληξούρι για πρώτη φορά έπαιρναν μέρος σε βουλευτικές εκλογές. Με σταθερότητα και πίστη στον αγώνα τους κινητοποιήθηκαν προγραμματισμένα και μεθοδικά, προκειμένου να πείσουν και να ενεργοποιήσουν το λαό του νησιού υπέρ των θέσεών τους και για την υπερψήφιση του ψηφοδελτίου τους. Το «Δημοτικόν Κατάστημα», και εξονόματος της «Ομόνοιας», με ανακοίνωσή του στις 6 Φεβρουαρίου 1850 γνωστοποιούσε τους υποψηφίους και καλούσε το λαό να τους υπερψηφίσει, γιατί επρόκειτο για άνδρες που αγωνίζονταν με συνέπεια και αυταπάρνηση για την ενωτική ιδέα.[31] Το αποτέλεσμα υπήρξε νικηφόρο για τους ριζοσπάστες, καθώς η διήμερη ψηφοφορία της 27ης και 28ης Φεβρουαρίου 1850 άνοιξε το δρόμο για την Ιόνια Βουλή και στους έξι υποψηφίους της παράταξής τους,[32] ενώ τις υπόλοιπες τέσσερις από τις δέκα συνολικά έδρες κατέλαβαν τρεις μεταρρυθμιστές και ένας καταχθόνιος.[33]
          Δεν άργησαν, όμως, να προκηρυχθούν επαναληπτικές εκλογές για τις 25 και 26 Απριλίου 1850 λόγω της παραίτησης του καταχθόνιου Δ. Καρούσου, ο οποίος προωθήθηκε από τον αρμοστή στο αξίωμα του επάρχου Κεφαλονιάς. Γι’ αυτό το «Δημοτικόν Κατάστημα» άρχισε τις συζητήσεις για την επικείμενη εκλογική αναμέτρηση σε συνεννόηση προφανώς με τη ριζοσπαστική λέσχη του Ληξουριού, την «Ομόνοια». Φαίνεται, όμως, ότι δημιουργήθηκαν τριβές και αντιπαλότητες – κάτι που ανιχνεύεται στα κείμενα των σχετικών Πράξεων.
          Το θέμα συζήτησε η Συνέλευση της 30ής Μαρτίου 1850. Φαίνεται ότι συμμετείχε και αντιπροσωπία μελών από την «Ομόνοια» του Ληξουριού. Όλα τα παρόντα μέλη δέχτηκαν να προταθεί «κατ’ εὐφημίαν» ο Ιωάννης Σάββα Άννινος[34] ως υποψήφιος και των δύο λεσχών. Αμέσως μετά, εξέλεξαν διμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τον Μιλτιάδη Κουρβισιάνο από την πλευρά του «Δημοτικού Καταστήματος» και τον Παναγή Ξυδιά από την πλευρά της «Ομόνοιας», με την εντολή να μεταφέρει την πρόταση στον Ιω. Σ. Άννινο, από τον οποίο και θα ζητούσε να την αποδεχτεί (Πράξις 14, 30 Μαρτίου 1850, σ. 15).
          Δε γνωρίζουμε αν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση με τον προτεινόμενο υποψήφιο και ποιο ήταν, στη περίπτωση της συνάντησης, το αποτέλεσμα. Η επόμενη  - και τελευταία του Βιβλίου Πρακτικών - 15η Πράξις, στις 3 Απριλίου 1850 (σ. 16), δεν αναφέρει τίποτε σχετικό με αυτό το θέμα. Σίγουρο, πάντως, είναι ότι τελικά υποψήφιος της ριζοσπαστικής παράταξης δεν ανακηρύχθηκε ο Ιω. Σ. Άννινος, αλλά,  όπως διαβάζουμε λίγο αργότερα στη ριζοσπαστική εφημερίδα της εποχής Ο Χωρικός,[35] το δραστήριο μέλος του «Δημοτικού Καταστήματος» Ανδρέας  Καρούσος  Σαντριβίλης.[36]
          Τι συνέβη στο μεταξύ χρονικό διάστημα; Εικασίες μόνο μπορούμε να κάνουμε, εικασίες βέβαια βάσιμες. Προτάθηκε η υποψηφιότητα του Ιω. Σ. Άννινου, όχι επειδή ήταν ριζοσπάστης ή φιλοριζοσπαστικών αντιλήψεων, αλλά για λόγους τιμητικούς, επαινετικούς («κατ’ εὐφημίαν» διαβάζουμε στο Βιβλίο Πρακτικών). Άγνωστο, όμως, παραμένει σ’ εμάς το γιατί προτιμήθηκε μια τέτοιου είδους υποψηφιότητα, δηλαδή «κατ’ εὐφημίαν». Άγνωστο, επίσης, είναι σ’εμάς το γιατί προτιμήθηκε το συγκεκριμένο πρόσωπο ανάμεσα σε άλλα. Ίσως γιατί είχε κατά καιρούς επιδείξει κάποιες φιλελεύθερες θέσεις, παρά την αριστοκρατική του καταγωγή.[37] Άλλωστε, ας μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι, εξαιτίας των κριτηρίων (μορφωτικών και οικονομικών), που ο εκλογικός νόμος έθετε για τους υποψηφίους, από τα ριζοσπαστικά ψηφοδέλτια αποκλείονταν τα σίγουρα και μαχητικά λαϊκά στοιχεία, ενώ εύκολα μπορούσαν να βρουν σε αυτά θέση μορφωμένα και ευκατάστατα άτομα. 
          Αν και «ἅπαντες» είχαν συμφωνήσει με την υποψηφιότητα του Ιω. Σ. Άννινο, φαίνεται ότι εκείνη η πρόταση-απόφαση όχι μόνο δεν προχώρησε, αλλά αντίθετα προκάλεσε τριγμούς στο «Δημοτικόν Κατάστημα»: η παραίτηση του Παναγή Κουρκουμέλη από τη θέση του μέλους της Διεύθυνσης της λέσχης, που υποβλήθηκε αμέσως μετά, δημιουργεί ερωτηματικά. Θεωρούμε ότι οι προβαλλόμενοι από τον ίδιο τον Π. Κουρκουμέλη λόγοι παραίτησης - «ἕνεκα ἰδιαιτέρων ἀσχολιῶν καί δυσκολιῶν τάς ὁποίας μοί εἶνε δύσκολον νά ὑπερνικήσω» (Πράξις 15, 3 Απριλίου 1850, σ. 16) - ελάχιστα πείθουν για την  αληθοφάνειά τους· περισσότερο πρόκειται για προφάσεις. Μπορούμε, λοιπόν, βάσιμα να υποθέσουμε ότι η  συγκεκριμένη παραίτηση σχετιζόταν μάλλον με την παραπάνω υποψηφιότητα.
          Εξάλλου, δεν πρέπει να ήταν άσχετη με τη, διαμορφωνόμενη ακόμη, πρόταση υποψηφιότητας του Ιω. Σ. Άννινου, κάποια αναφορά στην από 27 Μαρτίου 1850 επιστολή παραίτησης του  Ιωάννη Χωραφά από τη  θέση του μέλους της Διεύθυνσης αλλά και του «Δημοτικού Καταστήματος». Έγραφε ο τελευταίος για μυστικές συναντήσεις κάποιων μελών, για προσπάθεια κάποιων να συνεδριάσει η λέσχη, χωρίς όμως ειδοποίηση όλων των μελών αλλά με την εσπευσμένη παρουσία μέλους της «Ομόνοιας» του Ληξουριού – γεγονότα και πρακτικές που τον οδήγησαν στην παραίτηση (Πράξις 11, 27-3-1850, σ. 14). Απορρίφθηκε, λοιπόν, ο φιλελεύθερος Ιω. Σ. Άννινος,[38]  για να αντικατασταθεί σε επόμενη αλλά άγνωστη σ’ εμάς συνεδρίαση από άλλον υποψήφιο, όπως παραπάνω αναφέραμε, από τον ριζοσπάστη  Ανδρέα Καρούσο Σαντριβίλη, ο οποίος και θα εκλεγεί,[39] χαρίζοντας έτσι μια νέα εκλογική νίκη στην αργοστολιώτικη ριζοσπαστική λέσχη.



4.  Επιλογικά

          Η μελέτη του Βιβλίου Πρακτικών του «Δημοτικού Καταστήματος» μας οδηγεί με βεβαιότητα στα ακόλουθα συμπεράσματα:
Α.

1. Η συγκεκριμένη ριζοσπαστική λέσχη διευθυνόταν από τριμελή Διεύθυνση, εκλεγμένη κάθε φορά από τη Συνέλευση των μελών, ενώ κάθε νέο μέλος της λέσχης προτεινόταν από παλαιότερο μέλος και εγκρινόταν από την ίδια τη Συνέλευση.
 2. Η Συνέλευση των μελών αποφάσιζε για κάθε δραστηριότητα της λέσχης, εκλέγοντας ταυτόχρονα, όποτε κρινόταν απαραίτητο, την αντίστοιχη επιτροπή.
 3. Μία από τις επίσημες γιορτές της λέσχης ήταν η εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου.
 4.  Η συμμετοχή της λέσχης σε βουλευτικές εκλογές αποφασιζόταν από τη Συνέλευση των μελών, η οποία ταυτόχρονα με απόφασή της επιζητούσε τη συνεργασία με άλλες πολιτικές λέσχες στη βάση κοινών αρχών και θέσεων, τις οποίες η ίδια η Συνέλευση καθόριζε μαζί με τα ονόματα των υποψηφίων.

Β. 

1. Η λέσχη διαπνεόταν γενικά στη λειτουργία της από πνεύμα συλλογικότητας και εφάρμοζε την αρχή της διαφάνειας.
 2. Επισημαίνονται, ωστόσο, ζητήματα δυσλειτουργίας, απειθαρχίας και ασυνεννοησίας: μη έγκαιρη καταβολή συνδρομών, παραιτήσεις μελών από τη Διεύθυνση πριν από την ολοκλήρωση της θητείας τους, παραιτήσεις μελών από τη λέσχη, βιασμένη λήψη αποφάσεων, ακύρωση προηγούμενων αποφάσεων κ.λπ.
3. Οι συζητήσεις μέσα στις Συνελεύσεις παρουσίαζαν κάποιες φορές ένταση, αν κρίνουμε από τις αποχές κατά την ψηφοφορία.
4. Διατυπώνονταν από τα μέλη σε καίρια ζητήματα διαφορετικές εκτιμήσεις και προτείνονταν διαμετρικά αντίθετες πρακτικές, όπως συνέβη με το περιεχόμενο επιγραφής για ανάρτηση στο κτήριο της λέσχης κατά το γιορτασμό της 25ης Μαρτίου 1850 ή με τη συμμετοχή ή όχι της λέσχης στις βουλευτικές εκλογές του 1850.
5. Στην πραγματικότητα, αλλά ενδεχομένως ασυνείδητα, λειτουργούσαν μέσα στη λέσχη ομάδες ή δημιουργούνταν περιστασιακές συσπειρώσεις με βάση κάποιο ζήτημα.

Γ.

1. Αυτήν την περίοδο ουσιαστικά οργανωνόταν και ανδρωνόταν το ριζοσπαστικό κίνημα και άρα μπορούν να δικαιολογηθούν μεταξύ των μελών της λέσχης περιπτώσεις, έστω και χαρακτηριστικών, διαφοροποιήσεων, ή περιπτώσεις προσωπικών φιλοδοξιών και – γιατί όχι - προσωπικών αντιπαλοτήτων και αντιδικιών.
2. Ωστόσο, τα παραπάνω αρνητικά φαινόμενα δε δημιουργούσαν σοβαρά και αξεπέραστα προβλήματα στη λειτουργία και δράση της λέσχης. Και τούτο, γιατί παράλληλα δραστηριοποιούνταν μέσα στη λέσχη και γενικότερα στο ριζοσπαστικό κίνημα σοβαροί ιδεολόγοι, φιλότιμοι και συνεπείς αγωνιστές, οι οποίοι προωθούσαν με σταθερότητα τις αρχές του κινήματος και τους στόχους της λέσχης.
3. Το «Δημοτικόν Κατάστημα», πάντως, με τις καταστατικές του διαδικασίες διαμόρφωνε σχέσεις διαφάνειας και συλλογικότητας, με τις ιδεολογικές του απασαφηνίσεις παγίωνε αρχές και αξίες και με τις πολιτικές του πρωτοβουλίες έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα του νησιού, αναδεικνυόμενο έτσι σε  κέντρο, αναμφισβήτητο και πολύτιμο, του ριζοσπαστικού κινήματος στην Κεφαλονιά.
             
           


[1]  Είναι, ωστόσο, λαθεμένη η καταλογογράφηση, γιατί η ένδειξη στον κατάλογο είναι «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Αργοστολίου». Όταν το πρωτοείδα στο ράφι, μου κίνησε την περιέργεια.  Όταν, όμως, το άνοιξα, χάρηκα ιδιαίτερα, γιατί στα χέρια μου κρατούσα όχι Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου Αργοστολίου, αλλά τα Πρακτικά του «Δημοτικού Καταστήματος» Αργοστολίου. Και χάρηκα ιδιαίτερα, γιατί μέχρι τη στιγμή εκείνη η έρευνα δεν είχε εντοπίσει Βιβλίο Πρακτικών της συγκεκριμένης ριζοσπαστικής λέσχης  
[2]. Για την περίοδο αυτή της επτανησιακής ιστορίας βλ. Σπύρος Χρ. Βερύκιος, Ιστορία των «Ηνωμένων Κρατών» των Ιονίων Νήσων. Η αποκληθείσα «Βρεττανική Προστασία» και οι αγώνες των Επτανησίων διά την εθνικήν αποκατάστασιν 1815-1864, Αθήναι 1964. Για την ίδια περίοδο της κεφαλονίτικης ιστορίας βλ. Γεώργιος Ν. Μοσχόπουλος, Ιστορία της Κεφαλονιάς, τ. Β΄, εκδ. Κέφαλος, Αθήνα 1988, σσ. 72-202.  
[3]. Για τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ιδρύθηκε η συγκεκριμένη πολιτική λέσχη, βλ. Πέτρος Πετράτος, «Από τον “Κοραή” στο “Δημοτικόν Κατάστημα”. Διάσπαση και όχι μετονομασία», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 13 (2012), Αφιέρωμα στη μνήμη Υπατίας Ε. Δεστούνη, σσ. 285-297.  Για τις δραστηριότητες της λέσχης αυτής βλ. Νικ. Δ. Τζουγανάτος, «Το “Δημοτικόν Κατάστημα Αργοστολίου”, η εστία του Ριζοσπαστισμού», Ιόνιος Ηχώ, περίοδος Γ΄, έτος 17 (31), τχ. 190-191 (Μάϊος-Ιούνιος 1962), σσ. 7-8.
[4]. Βλ. εφ. Αληθής Ριζοσπάστης, φ. 31, 20-4/2-5-1863, 4γ.
[5]. Η ένδειξη Ε.Π. σημαίνει «έτος παλαιόν», μετριέται δηλαδή ο χρόνος με το παλαιό, το ιουλιανό ημερολόγιο, του οποίου η διαφορά με το νέο, το γρηγοριανό, ημερολόγιο ήταν εκείνη την εποχή δώδεκα ημέρες.
[6]  Βλ. Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Οι εξεγέρσεις της Κεφαλληνίας κατά τα έτη 1848 και 1849, έκδοση Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα 1980, σσ. 179-239.
[7]  Βλ. Σπύρος Δημ. Λουκάτος, Η Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, έκδοση Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης, Αργοστόλι 2009, σσ. 167-177.
[8]. Τετράμηνη ήταν η θητεία της Εφορίας στις ζακυνθινές λέσχες «Ο Ζάκυνθος» και «Η Αδελφότης», βλ. ΓΑΚ – Συλλογή Βλαχογιάννη, κυτίο Δ93, όπου Διοργανισμός της λέσχης Ο Ζάκυνθος. Περίοδος έκτη 1851-1855, εν Ζακύνθω 1851,(στο άρθρο 27 η θητεία της Εφορίας) και  Διοργανισμός της Δ΄ περιόδου της λέσχης Η Αδελφότης, εν Ζακύνθω 1856, (άρθρο 24).
[9].  Βάσιμα μπορούμε να δεχθούμε ότι η 25η Μαρτίου ήταν μία από τις καταστατικά καθιερωμένες επίσημες γιορτές της λέσχης, όπως σίγουρα συνέβαινε με τις λέσχες «Ο Ζάκυνθος» (άρθρο 38) και «Η Αδελφότης» (άρθρο 5) στη Ζάκυνθο.
[10]. Την πρόταση  υπέβαλε ο βουλευτής της ριζοσπαστικής παράταξης Γεώργιος Τυπάλδος Ιακωβάτος ,
η οποία έγινε ομόφωνα αποδεκτή. Για το γεγονός αυτό αλλά και για τους γιορτασμούς της εθνικής
επετείου σε όλη τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας βλ. Πέτρος Πετράτος, «Η εθνική γιορτή της 25ης
Μαρτίου στην Κεφαλονιά κατά την εποχή της Αγγλοκρατίας», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 10 (2005),
σσ. 341-370.

  
[11]. Το 1842 πρωτοξεκίνησαν οι σχετικές επετειακές εκδηλώσεις με πρωτοβουλία και ευθύνη του Έλληνα υποπρόξενου στην Κεφαλονιά· από το 1846 ανέλαβε το γιορτασμό η πολιτική λέσχη του «Κοραή», ενώ από το 1848 διοργάνωνε τη δική του κάθε φορά επετειακή  εκδήλωση το «Δημοτικόν Κατάστημα», βλ. σχετικά Π. Πετράτος, ό.π., σσ. 342-343.
[12]. Στο σημείο αυτό αναφέρεται στο Πρακτικό (Πράξη 8, 9 Μαρτίου 1850, σ. 10) ότι η παραπάνω  επιγραφή πλειοψήφησε απέναντι σε άλλη, που έγραφε «Ζήτω ὁ γενναῖος καί σταθερός χαρακτήρ τῶν ἀδελφῶν μας Ἑλλήνων κατά τάς τελευταίας βιαιοπραγίας τῶν Ἄγγλων». Πρόκειται για την υπόθεση Πατσίφικο, εξαιτίας της οποίας η βρετανική κυβέρνηση, κάνοντας επίδειξη δύναμης, επέβαλε το 1850 στην Ελλάδα ναυτικό αποκλεισμό με την απαίτηση να διευθετηθεί το θέμα του βρετανικής υπηκοότητας Εβραίου Δον Πατσίφικο, του οποίου το σπίτι στην Αθήνα είχε λεηλατήσει πλήθος κόσμου τον Απρίλιο του 1849, (βλ. σχετικά Βασίλειος Σφυρόερας, «Περίοδος εσωτερικών ανωμαλιών και εξωτερικών πιέσεων (1847-1853)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών, [Αθήναι 1977], σσ. 137-141). Είναι προφανής η πολιτική διάσταση· η μειοψηφία ήταν πιο ξεκάθαρη στις θέσεις της: δεν υποστήριζε το βασιλικό θεσμό, καθώς δεν ήθελε να μνημονευτεί ο βασιλιάς, ενώ παράλληλα επιζητούσε να κατονομαστεί ο φορέας των βιαιοπραγιών, οι Άγγλοι δηλαδή.
[13]. Για τον Ν. Μεταξά Τζανή βλ. τη μονογραφία του Γιώργου Ραυτόπουλου Νικόλαος Μεταξάς Τζανής (1825-1907). Ο Ριζοσπάστης Μουσουργός της Επτανησιακής Σχολής, έκδοση της Μουσικής Εταιρείας «Διονύσιος Λαυράγκας» και των εκδόσεων Αλκυών, [Αθήνα 2002].   
[14]. Βλ. εφ. Ένωσις, φ. 29, 25-3-1850, 1βγ, φ. 30, 2-4-1850, 2αβ, και εφ. Ο Χωρικός, φ. 7, 1-4-1850, 2αβ. Πρβλ. Π. Πετράτος, ό.π., σσ. 357-359.
[15]. Η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε κατά το διήμερο 27 και 28 Φεβρουαρίου 1850.  
[16]. Βλ. γι’ αυτές τις εκλογές παρακάτω.
[17]. Το ίδιο συνέβη και στο κτήριο της μεταρρυθμιστικής λέσχης «Ο Κοραής». Βλ. σχετικά εφ. Ο Χωρικός, φ. 5, 4-3-1850, 4α.
[18]. Φαίνεται ότι οι σχέσεις ριζοσπαστών και μεταρρυθμιστών δεν είχαν ακόμη οξυνθεί, γι’ αυτό και διατηρούσαν κάποια  κοινή βάση οι πανηγυρισμοί τους.
[19]. Για τον αρμοστή John Seaton βλ. Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Β΄, εν Αθήναις 1960, σσ. 577-578.
[20]. Για τον αρμοστή Henry George Ward βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., σσ. 578-579.
[21]. Για τις ρυθμίσεις του εκλογικού νόμου βλ. Άννα Κοντονή, Φιλελεύθεροι στοχασμοί  και δεξίωσή τους στον επτανησιακό χώρο. Ιδεολογία και πολιτική των Μεταρρυθμιστών 1848-1864, [ανέκδοτη διδακτορική διατριβή], Αθήνα 1989, σσ. 219-248. Κριτική στο νόμο άσκησαν οι ριζοσπαστικές εφημερίδες Ο Φιλελεύθερος, φ. 29, 9-3-1851, 1αβγ-2αβ, και Αναγέννησις, φ. 21, 23-6-1851, 2βγ-3α. Πρβλ. Σπ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 137-139.
[22]. Έχει προηγηθεί η άγρια καταστολή της εξέγερσης της Σκάλας (Αύγουστος 1849) με στρατοδικεία, φυλακίσεις και εκτελέσεις αγωνιστών (βλ. δική μας παραπάνω σημείωση 6), ενώ από τη προηγούμενη χρονιά βρίσκονταν σε εξορία οι Κεφαλονίτες ριζοσπάστες ηγέτες Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος (στα Κύθηρα από τα τέλη Αυγούστου 1849) και Ιωσήφ Μομφερράτος (στους Οθωνούς από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1849).   
[23]. Τρία μόνο μέλη από τα παρόντα στη Συνέλευση, οι Νέστωρ Σολομός, Ανδρέας Καρούσος [Σαντριβίλης] και Διονύσιος Καλάβριας,  ψήφισαν κατά της συμμετοχής στις εκλογές (Πράξη 3, 2 Ιανουαρίου 1850, σ. 4).  
[24]. Το πρόγραμμα της λέσχης βρήκε σύμφωνο τον εξόριστο, τότε, Ιωσ. Μομφερράτο, όπως ό ίδιος ομολόγησε σε επιστολή του από τον τόπο εξορίας του, βλ. Γ. Αλισανδράτος, «Ανέκδοτα γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου από τις εξορίες του στους Οθωνούς και την Ερείκουσα», Πρακτικά Διεθνούς Συμπο­σίου Ιστορίας «Το Ιόνιο Κράτος 1815-1864», (Κέρκυρα, 21-24 Μαΐου 1988), Κέντρο Μελετών Ιο­νί­ου, Αθήνα 1997, σ. 28.
[25]. Το αναγνωστήριο «Μουσείον ο Κοραής» λειτουργούσε στο Αργοστόλι από το 1843 (βλ. Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος, Βιογραφία συντεθείσα παρ’ αυτού του ιδίου, Επιμέλεια – Προλεγόμενα -  Σημειώσεις Χρίστου Σ. Θεοδωράτου, εν Αθήναις 1974, σ. 36), αλλά στο μεταξύ είχε μετεξελιχθεί σε πολιτική λέσχη των μεταρρυθμιστών.
[26]. Για τη ριζοσπαστική αυτή πολιτική λέσχη του Ληξουριού βλ. Αγγελο-Διονύσης Δεμπόνος, Το Αναγνωστήριον «Η Ομόνοια» Ληξουρίου, έκδοση Πολιτιστικού και Εορταστικού Κέντρου Ληξουρίου, Ληξούρι 1995.
[27]. Η υποψηφιότητα του Στ. Πυλαρινού χαροποίησε ιδιαίτερα τον εξόριστο, τότε, Ιωσ. Μομφερράτο, όπως ο τελευταίος ανέφερε σε επιστολή του (3/15-3-1850) από τους Οθωνούς προς το γιο του Στ. Πυλαρινού Αιμίλιο: «[...] με υπερευχαρίστησεν [...] η πρότασις ενός εναρέτου, φιλογενούς και σεβασμίου γέροντος, οποίος ο πατήρ σου· καθότι αύτη έδιδε, μεταξύ των άλλων, και πλειότερον ηθικόν κύρος εις τας άλλας.», Γ. Αλισανδράτος, ό.π.,  σ. 29.   
[28].  Ο Φιλελεύθερος του Η. Ζερβού Ιακωβάτου κυκλοφόρησε με ενδιάμεσες διακοπές από φ. 1, 19-2-1849 μέχρι φ. 56, 1-10-1851, βλ. Ντίνος Κονόμος,  «Ο Επτανησιακός τύπος 1789-1864», Επτανησιακά Φύλλα, Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από την Ένωση της Επτανήσου (1864-1964), τ. Ε’ (1964), σσ. 111-113.
[29]. Η Αναγέννησις του Ιωσ. Μομφερράτου κυκλοφόρησε με ενδιάμεσες διακοπές από φ. 1, 8-4-1849 μέχρι φ. 60, 23-5-1859, βλ. Ντ. Κονόμος, ό.π., σσ. 114-116.  
[30]. Η εφημερίδα Ο Χωρικός, με τον υπότιτλο «Εφημερίς Δημοτική», κυκλοφόρησε για δύο συνεχή χρόνια με διευθυντή και αρχισυντάκτη της τα δραστήρια μέλη του «Δημοτικού Καταστήματος» Δημήτριο Δαυή και Μιλτιάδη Κουρβισιάνο αντίστοιχα. Βλ. σχετικά Παναγιώτης Πανάς, Ριζοσπάσται και βελτιώσεις εν Επτανήσω, εν Κεφαλληνία 1880, σ. 7· Ντ. Κονόμος, ό.π., σσ. 118-119.
[31]. Βλ. Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη Ληξουρίου, Μονόφυλλα, αρ. 26: «[...] Οἱ ἄνδρες οὗτοι εἶναι ἀρκετά γνωστοί εἰς τόν λαόν καί διά τήν ἱκανότητά των καί διά τόν σταθερόν καί ἀνεξάρτητον χαρακτῆρά των καί διά τήν αὐταπάρνησίν των, ὡς μαρτυροῦσιν ἡ πολυχρόνιος ἀφοσίωσίς των εἰς τό καλόν τῆς Πατρίδος καί αἱ τόσαι θυσίαι καί οἱ καταδιωγμοί, τούς ὁποίους πολλάκις ὑπέφεραν, καί δύο ἀπό αὐτούς [Η. Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσ. Μομφερράτος] ἀκόμη ὑποφέρουσιν. [...]».
[32]. Σύμφωνα με την εφ. Ο Χωρικός, φ. 5, 4-3-1850, 4α, οι τρεις υποψήφιοι, που πέτυχαν την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων, ήταν οι ριζοσπάστες Γ. Λιβαδάς, Ιωσ. Μομφερράτος και Η. Ζερβός Ιακωβάτος.
[33]. Οι τρεις μεταρρυθμιστές ήταν οι Νικόλαος Βαλιέρης, Κωνσταντίνος Άννινος Χωραφάς και Αντώνιος Δαλλαπόρτας, ενώ ο μοναδικός καταχθόνιος ήταν ο Δημήτριος Καρούσος.
[34]. Βλ. γι’ αυτόν Η. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Α΄, εν Αθήναις 1904, σσ. 9-10.
[35]. Βλ. εφ. Ο Χωρικός, φ. 8, 15-4-1850, 4α, και φ. 9, 20-4-1850, 3α.
[36]. Βλ. γι’ αυτόν Α-Δ. Δεμπόνος, «Ανδρέας Καρούσος Σαντριβίλης», Κεφαλονιά και Ιθάκη, τχ. 4 (1977), σσ. 5-14.
[37].  Όντας βουλευτής στην Δ΄ (1833) και Ε΄ (1834-1838) Ιόνια Βουλή υπερασπίστηκε την ελευθεροτυπία και ζήτησε να καθιερωθεί η ελληνική γλώσσα ως επίσημο όργανο στα Επτάνησα, βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 9.
[38]. Θα ξανασυναντήσουμε τον Ιω. Σ. Άννινο πολύ αργότερα, το 1863, όταν θα εκλεγεί με το ψηφοδέλτιο των μεταρρυθμιστών βουλευτής στην τελευταία, τη ΙΓ΄ Ιόνια Βουλή, η οποία και θα ψηφίσει την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, σύμφωνα βέβαια με τα σχέδια της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής. Θα εκλεγεί, επίσης, μετά την Ένωση και θα είναι ένας από τους είκοσι Κεφαλονίτες βουλευτές, που θα εισέλθουν στην Ελληνική Βουλή (1864). Βλ. σχετικά Η. Τσιτσέλης, ό.π., τ. Β΄, σσ. 602, 604.
[39].  Μετά, όμως, από τέσσερις περίπου μήνες, τον Αύγουστο του 1850, όταν η χολέρα θα «θερίζει» τους Κεφαλονίτες, ο Α. Καρούσος Σαντριβίλης θα προσβληθεί από την ασθένεια αυτή και θα πεθάνει σε ηλικία 35 ετών.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΔΡΑΤΟΣ: ΜΕΛΕΤΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΣΜΟΥ




 Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη (Κεντρικό κτήριο), 
στο πλαίσιο ημερίδας στη μνήμη του Γ. Αλισανδράτου (20-1-2015).


           Με δημόσια παρουσία του ο Γ. Αλισανδράτος άνοιξε και έκλεισε το θέμα του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού, το οποίο τον απασχόλησε σε όλη την περίοδο της ερευνητικής του δράσης: τον Απρίλιο του 1966 στο Αργοστόλι, στην Κοργιαλένεια  Βιβλιοθήκη, μπροστά στους συμπατριώτες του εκφώνησε ομιλία με θέμα «Ο Ριζοσπαστισμός στα Επτάνησα»,[1] και το Φεβρουάριο του 2004 έκλεινε  ένα γόνιμο κύκλο έρευνας και μελέτης για το θέμα αυτό με την τελευταία δημόσια εμφάνισή του στην Αθήνα, από το βήμα του Συνεδρίου για τα 140 χρόνια από την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, το οποίο είχαν συνδιοργανώσει η Βουλή των Ελλήνων και η Ακαδημία των Αθηνών, όπου ανέλυε στην επιστημονική κοινότητα το σχίσμα της ηγεσίας του ριζοσπαστικού κινήματος.[2] Εκείνη η πρώτη ομιλία[3] αποτελούσε συνοπτική μορφή ευρύτερης μελέτης του για το Ριζοσπαστισμό, που μόλις τότε (1966) την είχε ολοκληρώσει, αλλά εκδόθηκε μετά το θάνατό του, το 2006, σαράντα δηλαδή χρόνια μετά τη συγγραφή της.[4]
          Καρπός της πολύχρονης ερευνητικής δράσης του Γ. Αλισανδράτου για το Ριζοσπαστισμό είναι αξιόλογες σε συνέδρια και συμπόσια ανακοινώσεις του και ρηξικέλευθες σε περιοδικά και πρόσφατα σε συγκεντρωτικό τόμο δημοσιευμένες και ανέκδοτες μελέτες του, που μας βοηθούν σήμερα με περισσότερη σιγουριά να ανασυνθέσουμε την πορεία του επτανησιακού αυτού κινήματος.[5] Μελέτησε σε βάθος όλη τη διαθέσιμη βιβλιογραφία, ξεφύλλισε τον τύπο της εποχής, αναδίφησε αρχεία αλλά και εντόπισε νέο αρχειακό υλικό. Γεγονότα, που μεγεθύνθηκαν ή σμικρύνθηκαν, πήραν τις πραγματικές τους διαστάσεις. Αποσιωπήσεις αποκαλύφθηκαν και εντάχθηκαν στην κανονική τους ροή. Μέσα από τη διάρρηξη των τοιχίων, που κρατούσαν αυτονομημένα πολιτικά ή οργανωτικά περιστατικά και προσωπικές απόψεις και ενέργειες, ο Γ. Αλισανδράτος επανατοποθέτησε σε ευρύτερη χρονικά και τοπικά διασύνδεση το ριζοσπαστικό φαινόμενο και το επτανησιακό ζήτημα γενικότερα. Η αξία της ερευνητικής και συγγραφικής του προσπάθειας δεν έγκειται μόνο στο ότι έφερε στο φως νέες διαστάσεις του κινήματος αλλά κυρίως στο ότι, παραμερίζοντας κατεστημένες αντιλήψεις περί ευθύγραμμης και ενοποιημένης πορείας, προσπάθησε να αναδείξει υπεύθυνα και τεκμηριωμένα τις εσωτερικές αντιφάσεις του κινήματος.
          Πρώτα-πρώτα θεώρησε επιβεβλημένο να αποσαφηνίσει και να οριοθετήσει τον όρο «Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός»: ήταν κίνημα εθνικο-απελευθερωτικό και αστικο-δημοκρατικό, που εκδηλώθηκε στα Επτάνησα την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας· αποδεχόταν την αρχή των εθνοτήτων και ταυτόχρονα εμπνεόταν από τα δημοκρατικά ιδανικά της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφότητας και την επαναστατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, ενώ απέβλεπε και σε μια δημοκρατική αναγέννηση των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής.  Η λέξη «ριζοσπαστισμός» με το κοινωνικό και πολιτικό της περιεχόμενο προέρχεται από τη γαλλική πολιτική ορολογία, αν και αυτός ο χαρακτηρισμός δόθηκε στη δική μας περίπτωση όχι από τους φορείς αλλά από τους αντιπάλους του κινήματος. Το επίθετο «επτανησιακός» σηματοδοτεί οπωσδήποτε το συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, ταυτόχρονα όμως  καθορίζει και μια ειδολογική κατάταξη σε σχέση με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό του 19ου αιώνα στη δυτική Ευρώπη, καθώς μέσα στο ιδιαίτερο ιόνιο χωροχρονικό πλαίσιό του απέκτησε τα δικά του ξεχωριστά χαρακτηριστικά.[6]
         Έτσι, μέσα από την προσπάθεια αποσαφήνισης του όρου ο Γ. Αλισανδράτος ενέταξε το ριζοσπαστικό κίνημα μέσα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, συνδέοντάς το ιδεολογικά με τις Γαλλικές Επαναστάσεις του 1789 και του 1848  και το ιταλικό απελευθερωτικό-ενωτικό κίνημα του 19ου αιώνα, το γνωστό Risorgimento.[7] Αλλά σε αυτό το ίδιο γενικά πλαίσιο της διατοπικής ανάλυσής του ο ερευνητής τοποθέτησε και την τελευταία φάση του ενωτικού αγώνα υπό την ηγεσία του ενωτιστή Κωνσταντίνου Λομβάρδου σε σχέση με τα ελλαδικά πολιτειακά και πολιτικά πράγματα (ανατροπή Όθωνα, επιλογή νέου βασιλιά), όπως από τότε έγκαιρα είχε επισημάνει ιδιαίτερα ο Ηλίας  Ζερβός Ιακωβάτος.  
          Αυτό, λοιπόν, το κίνημα, ενταγμένο μέσα στο - ας μας επιτραπεί ο όρος -  «διεθνές» περιβάλλον του, δημιούργησε τη δική του δυναμική. Και αυτήν τη δυναμική με πολλή προσοχή, σύνεση και επιστημονική ευθύνη εξέτασε επίμονα ο Γ. Αλισανδράτος, για να μας επισημάνει ότι στην πορεία του το κίνημα επηρέασε και επηρεάστηκε, κατέγραψε νίκες και υπέστη κάμψεις, δημιούργησε τάσεις και παρεκκλίσεις. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε το σχίσμα της ηγεσίας του κινήματος, η διαπραγμάτευση του οποίου συνιστά τη σημαντικότατη ίσως συμβολή του στη μελέτη του ριζοσπαστικού κινήματος.[8]
          Το σχίσμα ουσιαστικά ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1850 με την πολύχρονη εξορία των δύο αναμφισβήτητων έως τότε ριζοσπαστών ηγετών Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου και Ιωσήφ Μομφερράτου και τη συνακόλουθη προώθηση στην ηγετική ομάδα του Κων. Λομβάρδου. Ο τελευταίος κατόρθωσε μέσα από το δικό του προσωπικό κοινοβουλευτικό και εξωκοινοβουλευτικό (κυρίως δημοσιογραφικό) αγώνα να αποκτήσει ευρεία αποδοχή και να καταστεί στα τέλη της ίδιας δεκαετίας νέος αδιαμφισβήτητος ηγέτης. Έτσι, όταν απελευθερώθηκαν από την εξορία οι δύο παλαιότεροι ηγέτες (Φεβρουάριος 1857), βρέθηκαν μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Δεν την αποδέχτηκαν και μάλιστα ο Ιωσ. Μομφερράτος ήρθε σε δημόσια, ανοικτή ρήξη με το νέο ηγέτη (1858), γιατί ακριβώς ο Κων. Λομβάρδος είχε απονευρώσει το κίνημα: έκανε λόγο μόνο για ένωση, διαγράφοντας τη δημοκρατική/κοινωνική  παράμετρο του Ριζοσπαστισμού.
          Ο Γ. Αλισανδράτος με περισσή σχολαστικότητα ανάλυσε και ερμήνευσε τις δηλώσεις, τις ανοικτές επιστολές, τις αγορεύσεις, την αρθρογραφία των δύο πλευρών, ό,τι δηλαδή σχετιζόταν με την αντιπαράθεση, για να τεκμηριώσει την παραποίηση της ριζοσπαστικής ιδεολογίας από το νέο ηγέτη. Δεν είχε τίποτε να αποκρύψει ή να υποβαθμίσει.[9] Φαίνεται να κατανοούσε τους λόγους, που υπαγόρευσαν στον Κων. Λομβάρδο την αλλαγή πλεύσης: η εξέλιξη των πραγμάτων και ειδικότερα η διεθνής πολιτική συγκυρία απαιτούσαν πραγματιστική πολιτική, πολιτικό ρεαλισμό, τον οποίο και επέδειξε ο νέος ηγέτης, ενώ αντίθετα οι «παλαιοί» ριζοσπάστες παρουσίασαν πολιτική ακαμψία και πολιτικό ρομαντισμό, χωρίς να αποκλείεται και η ανθρώπινη, προσωπική τους πικρία.
           Πέρα από τυχόν επιφυλάξεις, που μπορεί να έχει κάποιος για αυτές τις εκτιμήσεις του Γ. Αλισανδράτου, το ουσιαστικό είναι τούτο: μίλησε για ιδεολογική υπαναχώρηση του Κων. Λομβάρδου και, καταγράφοντας τα σημεία της διαφωνίας και αντιπαράθεσης, δε θέλησε να προσπεράσει το σχίσμα· αντίθετα, προσπάθησε να δείξει πόσο σύνθετη είναι η ιστορική πραγματικότητα. Ωστόσο, αυτή η συνθετότητα της πραγματικότητας με τα παράγωγά της, τον «ιδεολόγο» Μομφερράτο και τον «ρεαλιστή» Λομβάρδο, μένει ακόμη να ερευνηθεί σε βάθος, αν δηλαδή από την αρχή δρούσαν μέσα στο ριζοσπαστικό ενωτικό κίνημα, όπως εμείς πιστεύουμε, δύο παράλληλα ρεύματα, εκείνο της συντηρητικής αντίληψης και το άλλο της προοδευτικής κατεύθυνσης, ενώ πρέπει να αξιολογηθεί με όρους λαϊκού κινήματος η συγκεκριμένη πολιτική και τακτική των ριζοσπαστών.

          Ο Κεφαλονίτης μελετητής ασχολήθηκε[10] και με τις δυο ηγετικές μορφές του Ριζοσπαστισμού – λιγότερο με τον Ηλ. Ζερβό Ιακωβάτο, περισσότερο και ειδικότερα με τον Ιωσ. Μομφερράτο. Η μελέτη της ιδεολογίας και της δράσης τους του έδωσε αναγκαίο υλικό, για να εμπλουτίσει και να ολοκληρώσει την ιστορία του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού ως ιδεολογίας και ως κινήματος. Αυτή η αλληλεπίδραση κινήματος και προσώπων, συλλογικότητας και μονάδας είναι φανερή στα κείμενά του, καθώς γνωρίζει καλά ότι η προσωπικότητα επηρεάζεται από το περιβάλλον της, το οποίο με τη σειρά της επηρεάζει.
           Πριν από τις εργασίες του Γ. Αλισανδράτου, ο Ιωσ. Μομφερράτος ήταν  ο «αδικημένος» της ιστορικής έρευνας σε σχέση με τον Ηλ. Ζερβό Ιακωβάτο,[11] καθώς κανένας σύγχρονος μελετητής δεν είχε ξεχωριστά ασχοληθεί με αυτόν.[12] Ίσως λόγω των προωθημένων αντιλήψεών του, ίσως λόγω της ανένδοτης δημοκρατικής του συνείδησης…[13] Ο Γ. Αλισανδράτος  εντόπισε, μελέτησε και εξέδωσε με τον κατάλληλο, όπου χρειάστηκε, σχολιασμό, αυτοβιογραφικές σημειώσεις και επιστολές του Κεφαλονίτη ριζοσπάστη, τις οποίες του παρέδωσαν απόγονοι του οικογενειακού περιβάλλοντος του τελευταίου,  και μας άφησε πέντε έξοχα μελετήματα.[14] Με αυτά συμπληρώνεται σε σημαντικό βαθμό η προσωπικότητα του Ιωσ. Μομφερράτου: πληροφορούμαστε ενδιαφέροντα οικογενειακά του στοιχεία, παρουσιάζονται οι δύσκολες συνθήκες της πολύχρονης εξορίας του αλλά και υπογραμμίζονται η ψυχική αντοχή και το αγέρωχο ήθος του κατά την περίοδο εκείνη, καταγράφονται η έγνοια του για τη σωστή λειτουργία του «Δημοτικού Καταστήματος», της ριζοσπαστικής δηλαδή πολιτικής λέσχης του Αργοστολιού, αλλά και οι ανησυχίες του για τη διαφαινόμενη από το 1852 ιδεολογική και πολιτική παρέκκλιση του Κων. Λομβάρδου, διατυπώνεται με σαφήνεια η αντίθεσή του με το νέο ηγέτη και η εμμονή του στις βασικές αρχές και αξίες του Ριζοσπαστισμού. Το υλικό πλούτισε τις γνώσεις μας και αποτελεί χρήσιμη και κρίσιμη υποδομή για μια μελλοντική συνθετική μονογραφία για τον συνεπή ριζοσπάστη. Έτσι, ο Γ. Αλισανδράτος έγινε ο μελετητής του Ιωσ. Μομφερράτου.
          Μικρότερης έκτασης και εμβέλειας υπήρξε η ενασχόλησή του με τον Ηλ. Ζερβό Ιακωβάτο, ο οποίος εξάλλου είχε εκδώσει αρκετές συγγραφές του όσο ζούσε, ενώ κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 είδαν το φως της δημοσιότητας και τρία ακόμη ανέκδοτα έως τότε έργα του.[15] Ο Γ. Αλισανδράτος, βέβαια, έχοντας, εννοείται, μελετήσει και την εργογραφία του Ηλ. Ζερβού Ιακωβάτου και τη σχετική βιβλιογραφία, περιορίστηκε στην ανάδειξη δύο στοιχείων, της συμπεριφοράς του ριζοσπάστη κατά την περίοδο της πολύχρονης στα Αντικύθηρα εξορίας του και της αντιμετώπισης που είχε από αυτόν η «παρέκκλιση» του ριζοσπαστικού κινήματος από τον Κων. Λομβάρδο.[16]
          Για το πρώτο στοιχείο:[17] Ο Γ. Αλισανδράτος θαύμασε και εξήρε την καρτερικότητα και το αγέρωχο ήθος  του εξόριστου αγωνιστή[18] – κάτι που άλλωστε από κανέναν δεν έχει αμφισβητηθεί – ενώ παράλληλα προσπάθησε να μας προβληματίσει για κάποιες ακατανόητες ή και απαράδεκτες υποψίες, μομφές και κατηγορίες του δεσμώτη των Αντικυθήρων εναντίον οικείων προσώπων και  συναγωνιστών του,[19] για τις οποίες και καταθέτει ο μελετητής τις δικές του εκτιμήσεις.
         Για το δεύτερο στοιχείο, για τη στάση δηλαδή του Κων. Λομβάρδου: Ο Ηλ. Ζερβός Ιακωβάτος, σφοδρός αντίπαλος των ενωτιστών, αν και ποτέ δεν αντιπαρατέθηκε δημόσια, όπως ο συναγωνιστής του Ιωσ. Μομφερράτος, με τον Κων. Λομβάρδο, μας έχει αφήσει δυο – ανέκδοτα ακόμη – έργα,[20] που αναφέρονται στην παρέκκλιση του κινήματος και στον ίδιο το δημιουργό της Κων. Λομβάρδο, τα οποία μελέτησε ο Γ. Αλισανδράτος, καθώς εξάλλου σχετίζονταν και με τη μόνιμη έγνοια του, το σχίσμα του Ριζοσπαστισμού.[21] Ο Ζακυνθινός «νεοφώτιστος ριζοσπάστης» έδρασε, κατά τον Ηλ. Ζερβό Ιακωβάτο, ως όργανο της αγγλικής πολιτικής, ακολουθώντας την Αγγλία στην «οδόν της αγυρτείας», που εκείνη άνοιξε, για να οδηγήσει στην «κίβδηλον ένωσιν». Φυσικά ο Γ. Αλισανδράτος, έχοντας προφανώς υπόψη του και το αποτέλεσμα του ενωτικού αγώνα, την Ένωση δηλαδή, απορρίπτει την εκτίμηση του Ηλ. Ζερβού Ιακωβάτου, θεωρώντας ότι ο Κων. Λομβάρδος τη συγκεκριμένη περίοδο κινήθηκε ρεαλιστικά και συνέβαλε καθοριστικά στην επίτευξη της Ένωσης.
         
                        Αναφέραμε στην αρχή ότι το 1966 πρωτομίλησε ο Γ. Αλισανδράτος για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό. Είναι, ωστόσο, προφανές ότι πολύ πριν από τότε είχε αρχίσει να μελετά την Αγγλοκρατία και το ριζοσπαστικό κίνημα, καθώς ήδη είχε δημοσιεύσει από το 1961 στη Νέα Εστία την αξιολογότατη εκείνη μελέτη του για τον Λασκαράτο και τον Ροΐδη, όπου συμπεριέλαβε κεφάλαιο για τις απόψεις του Ληξουριώτη στοχαστή για τη Βρετανική Προστασία και για τους ριζοσπάστες και τον αγώνα τους.[22] Έτσι, έγινε  συνειδητή η επιλογή του Γ. Αλισανδράτου να συνδυάσει την Επτανησιακή Λογοτεχνία με την αντίστοιχη Ιστορία, με αποτέλεσμα να μας παράσχει πλούσια στοιχεία για την πολιτική τοποθέτηση Επτανήσιων λογοτεχνών σύγχρονων της περιόδου της Βρετανικής Προστασίας και μάλιστα σε σχέση με την τότε ιδεολογικοπολιτική διάκριση (καταχθόνιοι, μεταρρυθμιστές, ριζοσπάστες). Αυτή η μεθοδολογία υποδηλώνει το διαλεκτικό τρόπο σκέψης και έρευνάς του: θεωρούσε ο Κεφαλονίτης επτανησιολόγος τον ιόνιο χώρο όπως ήταν στην πραγματικότητα, δηλαδή ενιαίο, σε μια διαλεκτική σύνθεση, όπου το λογοτεχνικό ρεύμα συναντιόταν αναπόφευκτα με το κοινωνικό και αλληλοεπηρεάζονταν, και τα δύο αυτά εμπλέκονταν δυναμικά με το πολιτικό, το οποίο επηρέαζε και το γλωσσικό, ενώ πρόσωπα και γεγονότα, που μπορεί να παρουσίαζαν μια σχετική αυτοτέλεια, συνυφαίνονταν, ακόμη κι όταν ήταν δυσδιάκριτη αυτή η συνύφανση.
          Γι’ αυτό ακριβώς ο Γ. Αλισανδράτος έκρινε επιβεβλημένο να μας πληροφορήσει για τις αντιλήψεις του Ανδρέα Λασκαράτου σχετικά με την Προστασία και το Ριζοσπαστισμό, όπως ήδη αναφέραμε· γι’ αυτό ακριβώς εξέδωσε  την ενδιαφέρουσα αλληλογραφία του Νικολάου Κονεμένου με τον Α. Λασκαράτο με σχολαστικό υπομνηματισμό των επιστολών - τέτοιον που να δίνει στο σύγχρονο  ερευνητή πλούσιο και χρήσιμο ιστορικό υλικό για πρόσωπα και πράγματα, άγνωστα από άλλες πηγές·[23] γι’ αυτό ακριβώς μας έχει αφήσει μια πράγματι αποκαλυπτική μελέτη για τη στάση του Διονυσίου Σολωμού απέναντι στη Βρετανική Προστασία  και τις σχέσεις και επαφές του με εκπροσώπους της.[24] Και σε αυτή, λοιπόν, τη βάση της αλληλεπίδρασης Λογοτεχνίας και Ιστορίας ουσιαστική υπήρξε η προσφορά του Γ. Αλισανδράτου.[25]

              Η ιστορική επιστήμη βασίζει τα πορίσματά της στην εξαντλητική μελέτη των πηγών μέσα από μια διαδικασία συνεχούς αναζήτησης, αμφισβήτησης και αναστοχασμού. Αυτό έπραξε και ο Γ. Αλισανδράτος: προώθησε κατά τρόπο άρτιο επιστημονικά το κεφαλαιώδες για την Επτανησιακή – και όχι μόνο - Ιστορία θέμα του Ριζοσπαστισμού, καταρρίπτοντας άγονες εξιδανικεύσεις, διορθώνοντας παρερμηνείες και προβάλλοντας τη διαλεκτική του κινήματος αυτού· και αποτύπωσε στο χαρτί τις σκέψεις και τα συμπεράσματά του με ζωντανό και γλαφυρό λόγο, ώστε οι μελέτες του  να διαβάζονται και να κατανοούνται εύκολα και από το μη ειδικό, από τον κάθε ενδιαφερόμενο φιλίστορα.[26] 
          Ο Κεφαλονίτης φιλόλογος, νεοελληνιστής και επτανησιολόγος Γ. Αλισανδράτος, του οποίου απόψε εδώ τιμάμε τη μνήμη, δοκιμάστηκε μέσα από την όλη επίμονη ερευνητική του δραστηριότητα, τη μεθοδολογική του συμπεριφορά και την αντίστοιχη συγγραφική του παρακαταθήκη για την προώθηση της μελέτης του  Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού ως άξιος χειριστής των αναλυτικών εργαλείων της ιστορικής επιστήμης και, κατασυνέπεια, ως ένας από τους κύριους θεμελιωτές της σύγχρονης για το Ριζοσπαστισμό έρευνας, με αποτέλεσμα να συμβάλει καθοριστικά στην ανάλυση και σύνθεση του ιστορικού φαινομένου του Ριζοσπαστισμού στα Επτάνησα.  
      



[1]  Το κείμενο της ομιλίας, η οποία έγινε στις 17 Απριλίου 1966,  δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός» στην τοπική εφημερίδα Η Χαραυγή Κεφαλληνίας και Ιθάκης, φ. 47, 2-5-1966, σσ. 1-2.
[2]  Πρόκειται για την ανακοίνωσή του με τίτλο «Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Το σχίσμα», που έχει δημοσιευτεί στα Πρακτικά Επιστημονικά Συνεδρίου «Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα 1864-2004», (Αθήνα, 34-27 Φεβρουαρίου 2004), τ. Β΄, Βουλή των Ελλήνων, Ακαδημία Αθηνών, σσ. 77-84, [= Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, Εκδοτική φροντίδα Δημήτρης Αρβανιτάκης, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008, σσ. 267-274].
[3]  Το ίδιο περίπου κείμενο εκφωνήθηκε αργότερα ως ομιλία στο Κολλέγιο Αθηνών στις 9 Δεκεμβρίου 1975, στη Διακίδειο Σχολή Λαού της Πάτρας στις 14 Μαρτίου 1976 και στον Εκπολιτιστικό και Μορφωτικό Σύλλογο της Αίγινας στις 30 Αυγούστου 1977, σύμφωνα με διευκρίνιση του ίδιου του συγγραφέα, βλ. Γ. Γ. Αλισανδράτος, «Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός», στο Κείμενα από την εκδήλωση του Εκπολιτιστικού και Μορφωτικού Συλλόγου της Αίγινας – «Εβδομάδα Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού», Αίγινα, Αύγουστος 1977, σ. 143 (σσ. 126-143). Με ελάχιστες προσαρμογές αποτέλεσε την εισήγηση του Γ. Αλισανδράτου σε Συμπόσιο του Κέντρου Μελετών στην Αθήνα, (Οκτώβριος 1984), με τίτλο «Ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-18630. Συνοπτικό διάγραμμα», στον τόμο Το Ιόνιο. Περιβάλλον – Κοινωνία – Πολιτισμός: Πρακτικά Συμποσίου 1984, (Αθήνα, 15-17 Οκτωβρίου 1984), Κέντρο Μελετών Ιονίου, Αθήνα 1984, σσ. 25-43, [= Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα …, ό.π., σσ. 139-157].
[4]  Πρόκειται για την αυτοτελή έκδοση Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Σχέδιο για δοκίμιο πολιτικής ιστορίας, Φιλολογική επιμέλεια – εισαγωγικά – σχόλια – βιβλιογραφία Γεώργιος Ν. Μοσχόπουλος, έκδοση Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2006. Η μελέτη αυτή γράφτηκε για να δημοσιευτεί ως λήμμα σε Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, που ετοίμαζε να εκδώσει ο εκδοτικός οίκος του Ελευθερουδάκη, η χούντα όμως των συνταγματαρχών (Απρίλιος του 1967) με την αλλαγή που έφερε στη χώρα, δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση της έκδοσης του Λεξικού. Βλ. ό.π., σ. 15, 16.
[5]   Παράλληλα με τον Γ. Αλισανδράτο την ίδια περίοδο ασχολούνται με το θέμα αυτό και γενικότερα την Αγγλοκρατία και δύο άλλοι  συμπατριώτες του, ο ιστορικός Σπύρος Λουκάτος (1915-2014) και ο ιστορικός ερευνητής Αγγελοδιονύσης Δεμπόνος (1922--).
[6]  Για όλα αυτά βλ. κυρίως Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Σχέδιο για δοκίμιο πολιτικής ιστορίας, ό.π., σσ. 25-27, 34-44.
[7]  Βλ. σχετικά Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-1864) και η σχέση του με τις γαλλι­κές επαναστάσεις του 1789 και 1848 και το ιταλικό Risorgi­mento», Πρακτικά Β΄ Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού: «Πολιτι­σμικές επαφές στα Επτάνησα και αναμεταδόσεις στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο, 16ος – 20ός αι.», (Λευκάδα, 3-8 Σεπτεμβρίου 1984), Εταιρεία Λευ­καδικών Μελετών, Αθήνα 1991, σσ. 337-373, [= ο ίδιος, Κείμενα …,  ό.π., σσ. 169-206].
[8]  Αν και στις μελέτες του με θέμα γενικότερα τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό ο Γ. Αλισανδράτος αναφερόταν συνοπτικά στο σχίσμα, για πρώτη φορά ειδικά για το ζήτημα αυτό μίλησε στο Συνέδριο για τα 140 χρόνια από την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, που είχαν συνδιοργανώσει στην Αθήνα το 2004 η Βουλή των Ελλήνων και η Ακαδημία των Αθηνών, βλ. σχετικά  Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός: το σχίσμα», ό.π., (βλ. δική μας σημ. 2). Στο μεταξύ, ετοίμαζε ευρύτερη μελέτη με τίτλο «Ο Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Το σχίσμα της ηγεσίας», η οποία βρέθηκε στα κατάλοιπά του, αλλά σε ανολοκλήρωτη  μορφή. Χάρη, όμως, στην προσπάθεια της συζύγου του κ. Τασίας Ευθυμιάτου-Αλισανδράτου, καταρτίστηκε ένα νέο κείμενο συνεκτικότερο, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις στη λογική και στο περιεχόμενο της αρχικής γραφής, και με μικρές παρεμβάσεις μερικής αναδιάρθρωσης και κάποιες συμπληρώσεις ελλιπών βιβλιογραφικών παραπομπών από τον επιμελητή της έκδοσης κ. Δημήτρη Αρβανιτάκη, συμπεριλήφθηκε στον τόμο Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, ό.π., σσ. 295-359.
[9]  Να σημειώσουμε εδώ ότι σε εκείνη τη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ Κων. Λομβάρδου και Ιωσ. Μομφερράτου (1858, 1859), εμφανίζονται για πρώτη ίσως φορά στα ελληνικά πολιτικά δεδομένα οι όροι «κομμουνισμός», «κομμουνιστής» και «δημοκρατικομμουνισμός» (βλ. ανοικτή επιστολή, δημοσιευμένη σε μονόφυλλο, του Κων. Λομβάρδου προς τον Ιωσ. Μομφερράτο της 28ης Ιουλίου 1858 και εφ. Η Φωνή του Ιονίου, φ. 50, 5-6-1859, 4β): ο πρώτος αποδίδει τους χαρακτηρισμούς αυτούς στο δεύτερο και τους ομοϊδεάτες του, ενώ ο ίδιος ο Ιωσ. Μομφερράτος χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του τον όρο «δημοκρατικός ριζοσπαστισμός».
[10]. Αναφέρουμε μια ακόμη μελέτη του Γ. Αλισανδράτου, που δε σχετίζεται βέβαια με την εποχή του Ριζοσπαστισμού αλλά με την πρώιμη περίοδο της Αγγλοκρατίας: «Οι πολιτικές σάτιρες του 1830 στην Κεφαλονιά και ο Παναγιώτης Βεργωτής», Ο Ερανιστής, έτος 8 (1970), Τόμος Δ. Σ. Γκίνη, σσ. 243-259 και «Προσθήκη», σ. 345: έρχονται στο φως ενδιαφέροντα στοιχεία, άγνωστα από άλλες πηγές, σχετικά με τη διακίνηση χειρόγραφων σατίρων κατά της Προστασίας και των οργάνων της το 1830.
[11]  Ήδη με τον Ηλ. Ζερβό Ιακωβάτο είχε ασχοληθεί η έρευνα: πρωτοδημοσίευσε γι’ αυτόν ο Χρίστος Σ. Θεοδωράτος το 1940, «Από τον ενωτικόν αγώνα της Επτανήσου. Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος (1814-1894)», στον τόμο Αφιέρωμα εις Κωνσταντίνον Άμαντον, εν Αθήναις 1940· ο Ντίνος Κονόμος έχει συγγράψει μια βιογραφία του, Ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και η  Ένωση της Επτανή­σου, έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1964, ενώ ο Χρίστος Σ. Θεοδωράτος ανέλαβε και προχώρησε στην έκδοση ανέκδοτων έργων του ριζοσπάστη ηγέτη:  Η επί της Αγγλικής Προστασίας Επτανήσιος Πολιτεία και τα κόμμα­τα, Επιμέ­λεια και Προλεγόμενα Χρίστου Σ. Θεοδωράτου, «Πρακτικά Τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου», Παράρτημα, εν Αθήναις 1969, Η επί των Αντικυθήρων αιχμαλωσία μου και η των συναιχμαλώτων μου, 1857, Επιμέλεια και Προλεγόμενα Χρίστου Σ. Θεοδωράτου, Ελ­ληνικός Εκ­δο­τικός Οργανισμός, Αθήναι 1972, και Βιογραφία Ηλία Ζερβού–Ιακωβάτου συντεθείσα παρ’ αυτού του ιδίου, Επιμέ­λεια, Προλεγόμενα, Σημειώσεις Χρ. Σ. Θεοδωράτος, έκδο­ση Φιλολογι­κού Συλλόγου «Παρνασσός», εν Αθήναις 1974.      
[12]  Γι’ αυτόν γνωρίζαμε έως τότε μόνο ό,τι είχε γράψει ο ομοϊδεάτης του Παν. Πανάς, Βιογραφία Ιωσήφ Μομφερράτου, εν Αθήναις 1888,  και ο Ηλ. Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α΄, εν Αθήναις 1904, σσ. 482-489.  Βέβαια, βασικές πηγές, για να γνωρίσουμε την ιδεολογία και τη δράση του παρέμεναν η αρθρογραφία του στις τρεις εφημερίδες του, Αναγέννησις, Αληθής Ριζοσπάστης και Αναμόρφωσις, και τα Πρακτικά της Ιόνιας Βουλής.
[13]  Κατά τον Παν. Πανά, Βιογραφία Ιωσήφ Μομφερράτου, ό.π., σ. 36, ο Ιωσ. Μομφερράτος ήταν  «ίσως ο μόνος εν Ελλάδι, όστις δύναται να θεωρηθή ως η ενσάρκωσις της δημοκρατικής ιδέας: ο μόνος όστις καθ’ άπασαν την διάρκειαν του πολιτικού βίου του έμεινε πιστός εις την σημαίαν, ην είχεν αναπετάσει».
[14]  Πρόκειται για τα εξής: Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Ιωσήφ Μομφερράτου Αυτοβιογραφικά Σημειώματα. (Συμβολή στον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό)», Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, αρ. 7 (1970), σσ. 7-34, [= ο ίδιος, Κείμενα …, ό.π.,  σσ. 15-44]· «Ανέκδοτα γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου στους αδελφούς του από την Ερίκουσα», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 3 (1979), σσ. 235-286, [= ο ίδιος, Κείμενα …,  ό.π., σσ. 57-117]· «Ανέκδοτα γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου. Συμβολή στην ιστορία του Επτανησιακού ριζοσπαστισμού)», Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. ΧΧΙΙΙ (1980) = Πρακτικά Δ΄ Πανιονίου Συνεδρίου, (Κέρκυρα, 28-30 Σεπτεμβρίου 1978), τ. Α΄,  σσ. 3-23, [= ο ίδιος,  Κείμενα …,  ό.π., σσ. 119-137]·  «Και άλλα τρία γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου», Κεφαλληνιακά  Χρο­νικά, τ. 5 (1986), Αφιέρωμα στον Ακαδημαϊκό Διονύσιο Α. Ζα­κυθηνό, σσ. 267-274· «Ανέκδοτα γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου από τις εξορίες του στους Οθωνούς και την Ερείκουσα», Πρακτικά Διεθνούς Συμπο­σίου Ιστορίας «Το Ιόνιο Κράτος 1815-1864», (Κέρκυρα, 21-24 Μαΐου 1988), Κέντρο Μελετών Ιο­νί­ου, Αθήνα 1997, σσ. 11-35, [=  ο ίδιος, Κείμενα …,  ό.π., σσ. 231-252].                 

[15]  Εκδόθηκαν με  επιμέλεια, προλεγόμενα και σημειώσεις από τον Χρ. Σ. Θεοδωράτο, σχετικά βλ. δική μας παραπάνω σημ. 11.
[16]    Γι’ αυτά τα στοιχεία θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω. Εδώ σημειώνουμε άλλα δύο μελετήματα  του Γ. Αλισανδράτου, που αναφέρονται στον Ηλ. Ζερβό Ιακωβάτο: το πρώτο με τον τίτλο «Τρία σημειώματα για τον Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο», Μνημοσύνη, τ. 11 (1988-1990), σσ. 235-243, [= Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα …, ό.π., σσ. 159-167], και το δεύτερο με τον τίτλο «Μεταρρυθμιστές και Ριζοσπάστες στο Ιόνιο Κράτος. Οι απόψεις του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου», που αποτελούσε εμπλουτισμένη μορφή της ανακοίνωσής του στο Γ΄ Συνέδριο Επτανησιακού Πολιτισμού της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών (Λευκάδα, Σεπτέμβριος 1986) και βρέθηκε ανέκδοτο στα κατάλοιπά του και δημοσιεύτηκε στον τόμο Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Κείμενα …, ό.π., σσ. 275-293.
[17]   Βλ. Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Το χρονικό της αιχμαλωσίας του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου», Νέα Εστία, τ. 91 (1972), σσ. 646-653, [= ο ίδιος, Κείμενα …, ό.π., σσ. 45-56].
[18]  Βλ. επίσης Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και άλλοι ριζοσπάστες εξόριστοι στα Αντικύθηρα», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Κυθηραϊκών Μελετών «Κύθηρα: Μύθος και πραγματικότητα», Ελεύθερο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Δήμου Κυθήρων, Κύθηρα 2003, σσ. 23-36, [= ο ίδιος, Κείμενα …, ό.π., σσ. 253-265].
[19]  Ο Ηλ. Ζερβός Ιακωβάτος υποψιαζόταν ότι κάποιες επιστολές της γυναίκας του και του αδελφού του προς αυτόν ήταν προϊόντα πιέσεων των οργάνων της Προστασίας (βλ. Ηλ. Ζερβός Ιακωβάτος, Η επί των Αντικυθήρων αιχμαλωσία μου και η των συναιχμαλώτων μου, 1857,  ό.π., σσ. 63-81, 93-101, 108-117, 209-213), κατηγορούσε τον εξαίρετο νεαρό ριζοσπάστη Παν. Πανά ως όργανο της Προστασίας (σσ. 197-198) και κατέκρινε το συνεξόριστό του την ίδια περίοδο στην Ερίκουσα Ιωσ. Μομφερράτο για συμβιβασμό με την Προστασία (σσ. 199-200, 231-214). Μετά την απελευθέρωσή του, αν και είχε τη δυνατότητα να εξακριβώσει τα παραπάνω, δεν το έπραξε. Πάντως, όλα αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
[20]  Πρόκειται για τα έργα του Το Ενωτικόν ζήτημα και η αγυρτεία αποκαλυπτόμενα, 1879, και Ο εν Ζακύνθω Ριζοσπαστισμός, 1888, που βρίσκονται στο «Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού» της Ακαδημίας Αθηνών, «Αρχείον Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου».
[21]  Πρωτοπαρουσίασε τα έργα αυτά ο Γ. Αλισανδράτος στην Γ΄ Εβδομάδα Επτανησιακής Ιστορίας και Προβληματισμού, που οργάνωσε η Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών στο Αργοστόλι στις 20-25 Μαΐου 1982 με γενικό θέμα «Ο Ριζοσπαστισμός στην Επτάνησο και ειδικότερα στην Κεφαλονιά. Ρίζες και προεκτάσεις του». Η ανακοίνωση εκείνη δημοσιεύτηκε δώδεκα χρόνια μετά: Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Δύο ανέκδοτα έργα του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό. (Συνοπτική έκθεση των περιεχομένων τους)», Κυμοθόη (περιοδική έκδοση του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης), τχ. 4 (Ιούνιος 1994), σσ. 7-30, [= ο ίδιος, Κείμενα …, ό.π., σσ. 207-229].
[22]  Βλ. Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Λασκαράτος και Ροΐδης», Νέα Εστία, τ. 70 (Χριστούγεννα 1961), Αφιέρωμα στον Ανδρέα Λασκαράτο, σσ. 35-101, (Επίμετρο Ι. Ριζοσπάστες, Εκκλησία και Λασκαράτος, σσ. 72-75).
[23]  Βλ.  Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, Ανέκδοτα γράμματα του Ν. Κονεμένου στον Ανδρέα Λασκαράτο (1860-1861, 1863), έκδοση Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Σειρά Διατριβών και Μελετών, αρ. 2, Αθήνα 1996, [= ο ίδιος, Μελέτες για τον Νικόλαο Κονεμένο, Εκδοτική φροντίδα Τασία Ευθυμιάτου - Αλισανδράτου, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2013, σσ. 85-206].
[24]  Βλ. Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Ο Διονύσιος Σολωμός και η Αγγλική Προστασία στα Επτάνησα (1815-1864)», στον τόμο ο ίδιος,  Σολωμικά Μελετήματα, εκδ. Πορεία, Αθήνα 2004, σσ. 97-134.
[25] Μια άλλη μελέτη του ενταγμένη σε αυτό το πλαίσιο αναφέρεται στην αμέσως μετά την Ένωση περίοδο και αξιοποιεί τη σάτιρα σε συνδυασμό με την πολιτική και τη λογοτεχνία: πρόκειται για την πολιτική αντιπαλότητα και σύγκρουση ανάμεσα στο Λευκαδίτη λογοτέχνη και πολιτικό Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και τον Κεφαλονίτη πολιτικό Γεώργιο Τυπάλδο Ιακωβάτο, βουλευτές τότε (1868) και οι δύο στην ελληνική Βουλή, βλ. Γιώργος Γ. Αλισανδράτος, «Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και Γεώργιος Τυπάλδος-Ιακωβάτος», Ροδωνιά, τ. 1 (Ρέθυμνο, 1994), Τιμή στον Μ. Ι. Μανούσακα, σσ. 7-23.
[26]  Σημειώνουμε εδώ ότι ο Γ. Αλισανδράτος είχε δημοσιεύσει κατά καιρούς σε αθηναϊκές εφημερίδες εκλαϊκευτικά κείμενα με θέματα σχετικά με τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, στοιχείο που φανερώνει την επιθυμία του για διάχυση της γνώσης σε ευρύτερα στρώματα: «Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός», εφ. Η Καθημερινή, 11-1-1990, σ. 7· «Τόποι εξορίας των Ριζοσπαστών: Τα νησιά Αντικύθηρα, Ερείκουσα και Οθωνοί κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας στα Επτάνησα», εφ. Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες, 23-10-1994 (: «Ξεχασμένα νησιά της Ελλάδας»), σσ. 4-5· «Κέντρον του Ριζοσπαστισμού [η Κεφαλονιά]. Επιφανείς Κεφαλλήνες έδωσαν σκληρότατους αγώνες για τον Ριζοσπαστισμό καθώς και [για] την Ένωση», εφ. Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες, 10-12-1995 (: «Κεφαλονιά. Το νησί των αντιθέσεων»), σσ. 24-25· «Ο Τύπος κατά την Αγγλοκρατία [στα Επτάνησα]. Από την ελευθεροτυπία, το 1849, έως την Ένωση της Επτανήσου, το 1864», εφ. Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες, 30-5-1999 (: «Ο Τύπος στα Επτάνησα της Αγγλοκρατίας»), σσ. 3-6.