Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Ο ΥΠΟΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΓΙΕΓΚΟΡ ΜΕΤΑΞΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος,
περ. Β΄, τχ. 21 (Ιαν. - Μάρτ. 2017), σσ. 33-35.
 
 
        
         Σημαντικό μεταφραστικό και εκδοτικό γεγονός θεωρώ την κυκλοφορία του ρωσικού βιβλίου του Γιεγκόρ Μεταξά στα ελληνικά Σημειώσεις του Υποπλοιάρχου του Ρωσικού Στόλου Γιεγκόρ Μεταξά. Η Ρωσική Ναυτική Μοίρα στα Ιόνια Νησιά 1798-1799  που εκδόθηκε στα τέλη του 2016 από τη Μητρόπολης Κεφαλονιάς. Και χρειάζονται έπαινοι σε όσους είχαν την πρωτοβουλία αυτής της έκδοσης και σε όσους συνέβαλαν στην υλοποίησή της.
           Έγραφα σε άρθρο μου («Γιεγκόρ Μεταξάς. Από τη Ρωσία στα Επτάνησα με τον στόλο του Ουσακώφ») το 2013 (στο περιοδικό H Kεφαλονίτικη Πρόοδος, περ. Β΄, τχ. 6, Απρ. Ιούν. 2013, σσ. 15-18), για τον Γιεγκόρ Μεταξά και το βιβλίο του Σημειώσεις του υποπλοιάρχου του Ρωσικού Στόλου Γιεγκόρ Μεταξά, αφού προηγουμένως είχα δώσει μια σύντομη περίληψη των περιεχομένων του: «Η προσεκτικότερη μελέτη και η αξιοποίησή του θα εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για το πώς έγινε η κατάληψη των Επτανήσων από τους Ρωσότουρκους και θα μας δώσει νέα στοιχεία για τα νησιά και τους κατοίκους τους εκείνης της εποχής. Με άλλα λόγια, το έργο αυτό δεν ενδιαφέρει μόνο τον ιστορικό, αλλά και τον αρχαιολόγο και τον γεωγράφο και τον πολιτικό επιστήμονα και τον λαογράφο/ανθρωπολόγο. Γι’ αυτό, ακριβώς, επιβάλλεται να μεταφραστεί αυτό το βιβλίο από τα ρωσικά στα ελληνικά […]. Και με την ευκαιρία αυτή, απευθύνω έκκληση προς οποιονδήποτε φορέα θα επιθυμούσε να συμβάλει στην ελληνική έκδοση του σημαντικότατου αυτού βιβλίου του Γιεγκόρ μεταξά, ενός Κεφαλονίτη της Ρωσίας». Παρόμοια είχα πει σε ομιλία μου στο Δημοτικό Θέατρο «Ο Κέφαλος» τον Οκτώβριο του 2012.[1]
          Χαίρομαι, λοιπόν, που μεταφράστηκε και κυκλοφορεί στα ελληνικά αυτό το έργο. Ο συγγραφέας του, βέβαια, Γιεγκόρ Μεταξάς πιστεύει ότι οι Ρώσοι ήρθαν στα Επτάνησα ως ελευθερωτές. Εκφράζει – και είναι προφανές – την άποψη της τσαρικής Ρωσίας αλλά και τη θέση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Επιδίωξη των παραπάνω καθώς και του Σουλτάνου ήταν να διωχτούν οι δημοκρατικοί Γάλλοι από τα Επτάνησα, στα οποία ήταν κυρίαρχοι μετά την ήττα της Βενετίας το 1797 από τον Ναπολέοντα, και μπορούσαν να καταστούν επικίνδυνοι για τη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Ρωσότουρκοι, αναμφίβολα, ήρθαν ως νέοι κατακτητές των Ιόνιων νησιών. Εξάλλου, και ο ίδιος ο Μεταξάς (σελίδα 109, σημ. 77) δέχεται ότι το καθεστώς της Επτανήσου Πολιτείας, που οι Ρωσότουρκοι εγκαθίδρυσαν στα Επτάνησα, προσομοίαζε με «ρωσική αποικία»….  
          Το θετικό, πάντως, είναι ότι η ελληνική και ειδικότερα η επτανησιακή βιβλιογραφία εμπλουτίστηκε με μια αξιολογότατη πηγή, προσιτή σε κάθε ενδιαφερόμενο μελετητή και ερευνητή. Με βάση, λοιπόν, αυτό το βιβλίο θα παρουσιάσω σύντομα τις πληροφορίες που αυτό μας δίνει για την Κεφαλονιά της αρχαίας και μεσαιωνικής αλλά και της σύγχρονης του συγγραφέα εποχής.

      
          Ο Γιεγκόρ Μεταξάς, εκτός από τις περιγραφές και τις αναφορές του στα στρατιωτικά ζητήματα, παραθέτει στο βιβλίο του πληθώρα πληροφοριών για την Κεφαλονιά, όπως και για τα υπόλοιπα Ιόνια νησιά. Είναι γι’ αυτόν πάτριος χώρος και επιθυμεί να απαθανατίσει με τη δική του πένα και με τη δική του οπτική γωνία πρόσωπα και πράγματα της κεφαλονίτικης ιστορίας αλλά και μυθολογίας, γεωγραφίας, ανθρωπολογίας. Η αίσθηση, εξάλλου, ότι  βρίσκεται στον τόπο καταγωγής του και η πίστη του ότι τα πάτρια εδάφη του τα «απελευθερώνει» ο ρωσικός στόλος διώχνοντας τους «άθεους» Γάλλους, τον κάνουν να νιώθει … άνετα.[2] Το πλεονέκτημα γι’ αυτόν είναι η γνώση της ελληνικής γλώσσας (σ. 162) και έτσι μπορεί να συνεννοείται απευθείας με τον ντόπιο πληθυσμό – το λαό αλλά και τους άρχοντες – να παίρνει πληροφορίες και να λύνει τις απορίες του.        
           Πολλά και ενδιαφέροντα είναι τα γεωγραφικά, εθνογραφικά, ανθρωπολογικά, μυθολογικά και ιστορικά στοιχεία που αναφέρει για την Κεφαλονιά. Φαίνεται ότι ο ίδιος γνώριζε αρκετά από αυτά, δεν περίμενε δηλαδή να τα μάθει με τον ερχομό του στο νησί και μάλιστα κάτω από πολεμικές συνθήκες. Κατά τη διάρκεια ενδεχομένως της εφηβείας του και παράλληλα με τις σπουδές του αναζήτησε και έμαθε για τη γενέτειρα των προγόνων του. Γι’ αυτό και οι αναφορές του στον Όμηρο, τον Θουκυδίδη, τον Παυσανία, τον Στράβωνα, τον Βιργίλιο, τον Πλίνιο, τον Τίτο Λίβιο.
          Ας αναφέρουμε τις κυριότερες πληροφορίες του Μεταξά για το νησί του, αφού διευκρινίσουμε ότι σε κάποιες περιπτώσεις μπερδεύει τα μυθολογικά στοιχεία με τα ιστορικά γεγονότα, ή συγχέει τις ιστορικές περιόδους:
          Γράφει για την ονομασία του νησιού (σ. 102)· τους Κρήτες που ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Κεφαλονιάς, οι οποίοι μετά τη διασπορά τους στη δυτική Ελλάδα (Ήπειρο, Αιτωλία και Ακαρνανία, Ιόνιο) ονομάστηκαν Τηλεβόες (σ. 101)· τον Κέφαλο και πώς έγινε κύριος του νησιού (σσ. 101-102)· τις τέσσερις αρχαίες πόλεις-κράτη του νησιού (σσ. 102-105)· την κατάληψη της Σάμης και γενικότερα της Κεφαλονιάς από τους Ρωμαίους (σσ. 105-106)· τη βυζαντινή περίοδο του νησιού (σσ. 106-107)· την περίοδο της Φραγκοκρατίας και ειδικότερα των Τόκκων (σσ. 107- 108)[3] και για την κατάληψη του νησιού από τους Βενετούς, στο οποίο κυριάρχησαν μέχρι το 1797 (αντί 1796, που σημειώνεται στο βιβλίο) (σ. 109).
          Ακολουθούν στοιχεία για τον πληθυσμό και τις παραγωγικές δυνατότητες του νησιού: 80.000 είναι οι κάτοικοι, που διαμένουν στις δύο πόλεις, το Αργοστόλι και το Ληξούρι (σσ. 100-101) και στα 130 χωριά (σ. 109)· ποικίλα είναι τα γεωργικά προϊόντα (σταφίδα, κρασί, λάδι, βαμβάκι) αλλά και σπουδαίο το εμπόριο και η ναυτιλία του νησιού, ιδιαίτερα με το ρωσικό Ταγκανρόκ (σσ. 109-110)· σημαντική είναι η εξαγωγή θεραπευτικών βοτάνων και κρασιού αλλά και παραγωγή και άλλων προϊόντων (ονομαστά τα πεπόνια της Κεφαλονιάς), ενώ ποικίλα είναι τα πουλιά-θηράματα, που οι κάτοικοι τα παγιδεύουν μέσα στις σπηλιές (σσ. 111-112). Γίνεται, επίσης, αναφορά στις «δημιουργικές προσπάθειες» του Μαρίνου (και όχι Γεώργιου, όπως λαθεμένα αναφέρει ο συγγραφέας) Χαρμπούρη για πρότυπες καλλιέργειες στην περιοχή του Λιβαδιού και τη θανάτωσή του (σ. 110).
          Στη συνέχεια ο Μεταξάς δίνει στοιχεία της πολιτικής γεωγραφίας του νησιού: στην Κεφαλονιά ανήκουν η Ιθάκη και τα μικρότερα νησιά Κάλαμος, Σχολία [εννοεί προφανώς το Δασκαλειό], Άτοκος, Αρκούδι, Οξειές, Μαδούρι (σσ. 112-113). Επισημαίνει την πρόοδο του νησιού στην εκπαίδευση και την επιστήμη– αποτέλεσμα του πλούτου που προσφέρουν το εμπόριο και η ναυτιλία - λογοτεχνία, ιατρική, νομική (σ. 113) – και κλείνει την «παρέκβασή» για την Κεφαλονιά με μια σύντομη αναφορά στα κοινωνικά δεδομένα του νησιού: παρασιτική η ζωή των περισσότερων ευγενών, ενώ ο λαός προσπαθεί να ζει μια ήρεμη ζωή με τις αγροτικές, τις εμπορικές και ναυτιλιακές του ασχολίες (σσ. 113-114).
          Τελειώνοντας, περιορίζομαι σε τρεις περιπτώσεις, που προκαλούν την προσοχή μας:
  Απορία προκαλεί η πληροφορία του Γιεγκόρ Μεταξά ότι οι αρχαίοι Πρόννοι βρίσκονταν στα βόρεια του νησιού, κοντά, όπως γράφει, στο Φισκάρδο (!), όπου, όπως σημειώνει, δεν έχουν βρεθεί ίχνη αυτής της πόλης (σ. 103).
  Εντυπωσιακή  είναι η πληροφορία που μας δίνει για τα πλοία της αρχαίας Πάλης (σ. 104): αυτά ήταν «διαφορετικά από τα συνήθη», καθώς χωρούσαν 120 άτομα, από τα οποία τα 50 ήταν ναύτες και τα υπόλοιπα στρατιώτες, ενώ έπαιρναν και ιππικό, γι’ αυτό και ονομάζονταν «ιππαγωγά». Είναι, πράγματι, γνωστό από την αρχαία γραμματεία αυτό το είδος του πολεμικού πλοίου: ο Ηρόδοτος (VI 48, 95), ο Θουκυδίδης (ΙΙ 56, IV 42) και ο Διόδωρος (XI 3) κάνουν λόγο για ιππαγωγά πλοία, αλλά κανείς τους δεν αναφέρει κάτι ειδικά για τους Παλείς.
   Αναφερόμενος ο Μεταξάς στην κατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς (προφανώς το 1479), μας δίνει μια καταπληκτική πληροφορία άγνωστη από άλλη πηγή (σ. 108). Αμέσως μετά την κατάληψη της Κεφαλονιάς στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη δυο χιλιάδες οικογένειες και τότε ο Σουλτάνος συνέλαβε και υλοποίησε ένα σατανικό σχέδιο εξαφάνισης του κεφαλονίτικου πληθυσμού: διαχώρισε τους άνδρες από τις γυναίκες και εξόρισε την καθεμιά ανθρώπινη ομάδα σε διαφορετικά νησιά απομακρυσμένα μεταξύ τους, αποκλείοντας έτσι οποιαδήποτε μελλοντική επικοινωνία· παράλληλα, υποχρέωσε τις ομάδες αυτές να επιδιώξουν τον πολλαπλασιασμό τους με το αντίθετο φύλο από τους ντόπιους κατοίκους, τους κατοίκους δηλαδή των νησιών εξορίας τους. Έτσι, προσδοκούσε να εξαφανίσει τους Κεφαλονίτες, οι οποίοι, κατά το Σουλτάνο, μισούσαν υπερβολικά τους άπιστους (τους μωαμεθανούς δηλαδή), και να δημιουργήσει μια νέα ράτσα μιγάδων…

          Πάντως, για το νησί της καταγωγής του και για τους συμπατριώτες του διατυπώνει τα καλύτερα λόγια: το νησί της Κεφαλονιάς «ξεχωρίζει» από τα υπόλοιπα Επτάνησα κυρίως για τις «συχνές του εμπορικές σχέσεις με την Ρωσία, τις συχνές πολιτικές μεταβολές, τους αιματηρούς πολέμους και τις αξιέπαινες προσπάθειες διατήρησης της ανεξαρτησίας του» (σ. 101)· οι Κεφαλονίτες ακολουθούν «τη σοφία του μέτρου», υποχρεώνουν τους γείτονές τους «να τους σέβονται», αγαπούν τις τέχνες και ξεχωρίζουν ως προς την παιδεία από τους άλλους Επτανήσιους (σσ. 104, 105, 113).







[1] Πρόσφατα (2016) κυκλοφόρησε ο συλλογικός τόμος Επτάνησος Πολιτεία 1800-1807 από το Κέντρο Μελετών Ιονίου, όπου περιλαμβάνεται μελέτη μου με τίτλο «Γιεγκόρ Μεταξάς, ένας άγνωστος Κεφαλονίτης στο στόλο του Ουσακώφ στα Επτάνησα», σσ. 475-484.
[2] Ο συγγραφέας ζητάει την κατανόηση των αναγνωστών: «ας δείξουν [οι αναγνώστες] μεγαλοψυχία και [ας] συγχωρήσουν τυχόν διάθεσή του να μιλήσει λίγο εκτενέστερα για την πατρίδα του [την Κεφαλονιά]», σ. 101.
[3] Οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας και όχι της Γ΄, όπως από παραδρομή προφανώς του συγγραφέα αναφέρεται, κατέλαβαν το 1204 την Κωνσταντινούπολη (σ. 107, σημ. 75).

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΤΟΥ 19ου ΚΑΙ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ




 Το κείμενο εισήγησης στο 16ο Επιστημονικό Συμπόσιο του ΙΚΙ:
«Δημογραφικό και Μεταναστευτικό Ζήτημα: οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές πτυχές»,
 Αργοστόλι, Θέατρο «Ο Κέφαλος», 8-7-2017.

         
          Το φαινόμενο της μετανάστευσης είναι αδιάρρηκτα δεμένο με την ιστορία της νεότερης και σύγχρονης κεφαλονίτικης κοινωνίας, όπως και γενικότερα της ελληνικής. Η ανατολή του 19ου αιώνα βρίσκει την Κεφαλονιά σε μια διαδικασία επανεδραίωσης των φεουδαρχικών σχέσεων και νοοτροπιών στο νησί, που είχαν αρχίσει να διαταράσσονται την αμέσως προηγούμενη περίοδο λόγω της κατοχής των Επτανήσων από τους δημοκρατικούς Γάλλους και της διάδοσης των φιλελεύθερων ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης. Τώρα, το καθεστώς της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807), παρόλο που συνιστά το πρώτο αυτόνομο κράτος σε ελληνικό έδαφος και δημιουργεί ελπίδες και για τους υπόλοιπους υπόδουλους στο σουλτάνο Έλληνες, θα επαναφέρει το αριστοκρατικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, με αποτέλεσμα λαϊκές διαμαρτυρίες και ταραχές.
          Και η Βρετανική Προστασία, που θα ακολουθήσει και θα διατηρηθεί για μισό περίπου αιώνα, μέχρι το 1864, στηρίχθηκε σε αυτό το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο το σύνολο σχεδόν της γης ανήκε σε μεγάλους γαιοκτήμονες και στην Εκκλησία, με αποτέλεσμα οι χωρικοί να εξαρτιούνται από αυτούς, ενώ παράλληλα να εξαντλούνται οικονομικά από τους φόρους της αγγλοϊόνιας διοίκησης και την αφόρητη εκμετάλλευση των αρχόντων και των μεγαλεμπόρων, που διαχειρίζονταν το εξαγωγικό εμπόριο της σταφίδας, του λαδιού και του κρασιού. Εξάλλου, παρέμεναν μεγάλες εκτάσεις ακαλλιέργητες λόγω της ανυπαρξίας εγγειοβελτιωτικών έργων. Από τις αρχές μάλιστα της δεκαετίας του 1840, όταν η πελοποννησιακή σταφίδα επανήλθε στις διεθνείς αγορές, προκλήθηκε σοβαρή οικονομική κρίση στο νησί. Αυτή η οικονομική δυσπραγία μαζί με τις πολιτικές διώξεις των φιλελεύθερων του νησιού θεωρούνται τα κύρια αίτια της μετανάστευσης των Κεφαλονιτών στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, δηλαδή στα χρόνια της Βρετανικής Προστασίας, στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο και κυρίως στη Βαλκανική και στις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου (μικρασιατικά παράλια, Αίγυπτος). Στο μεταξύ, η προοδευτική άνθηση της ναυτιλίας είχε αρχίσει να απορροφά σοβαρό ποσοστό νέων της Κεφαλονιάς. (Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο παρατηρήθηκαν και εισροές πληθυσμιακών ομάδων για διάφορους λόγους (Μαλτέζοι έποικοι, Σουλιώτες πρόσφυγες κ.λπ.), οι οποίες βέβαια δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν τις μεταναστευτικές εκροές).
         
          Και μετά την Ένωση (1864) οι γαιοκτήμονες και τα μοναστήρια εξακολουθούν να κατέχουν το μεγαλύτερο και ευφορότερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης. Ουσιαστικά οι αγροτικές δομές δεν έχουν αλλάξει, με αποτέλεσμα οι χωρικοί, παραδομένοι στο έλεος της τοκογλυφίας, να ασφυκτιούν σε αυτό το οικονομικό και εργασιακό περιβάλλον και να επιζητούν διέξοδο στη μετανάστευση. Επιπλέον η κακοδιοίκηση του ελληνικού κράτους και η σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνική πρόνοια δυσκολεύει τη ζωή τους. Ταυτόχρονα, η διεύρυνση των εμπορευματικών και χρηματιστηριακών εργασιών δίνει περιθώρια εξόδου προς το εξωτερικό εμπόριο και τη ναυτιλία. Σε γενικές, πάντως, γραμμές το γεωγραφικό ανάγλυφο της Κεφαλονιάς  σε συνδυασμό με το ιδιοκτησιακό καθεστώς ενισχύουν την ανάγκη ενός σημαντικού τμήματος των κατοίκων για αποδημία.
          Έτσι, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα και κυρίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες αυτού του αιώνα «μέγας αριθμός κατοίκων κατ’ έτος αποδημεί εις το εξωτερικόν», όπως γράφει ο Αντ. Μηλιαράκης. Ο πληθυσμός του νησιού γνώρισε κάμψη στο διάστημα 1865-1870, ενώ έλαβε σημαντικές διαστάσεις στην περίοδο 1890-1907 εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης, που έπληξε τις σταφιδοπαραγωγικές περιοχές, όπως η Κεφαλονιά, μετά το 1893 και αργότερα της κρίσης του περονόσπορου, που ενίσχυσε τη μετανάστευση. Τόποι προορισμού των Κεφαλονιτών μεταναστών γίνονται κυρίως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τα μικρασιατικά παράλια, η Ρουμανία, η νότια Ρωσία, αλλά και η Κωνσταντινούπολη καθώς και η Αίγυπτος, ενώ από τα τέλη του 19ου μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα η μετανάστευση θα πάρει υπερατλαντικό χαρακτήρα, καθώς  θα στραφεί ιδιαίτερα προς την Αμερική αλλά και προς την Αυστραλία. Στην απογραφή του 1907 ο αριθμός των μεταναστών της Κεφαλονιάς ανέρχεται σε ποσοστό που πλησιάζει το 30% του πραγματικού πληθυσμού του νησιού, σύμφωνα με την έρευνα της Ευτ. Κοσμάτου.
          Αλλά και αργότερα, καθώς ο αργός ρυθμός εκβιομηχάνισης της χώρας δεν απορροφούσε ικανό αριθμό εργατικών χεριών και οι αποδοχές στις αγροτικές περιοχές παρέμεναν χαμηλές, ενώ οξύνονταν από το Μεσοπόλεμο οι πολιτικές αντιπαραθέσεις με αποτέλεσμα ιδίως μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο να πληθαίνουν οι πολιτικές διώξεις εναντίον των αριστερών, μεταναστευτικά ρεύματα θα παρουσιαστούν και πριν αλλά κυρίως και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Κεφαλονιά ως ειδικότερος λόγος αποδημίας θα προστεθεί και ο καταστρεπτικός σεισμός του 1953. 

          Στη συνέχεια θα δώσουμε τα κυριότερα κατά τη γνώμη μας στοιχεία, που σχετίζονται με τις μεταναστευτικές ροές των Κεφαλονιτών.

● Νησιά Ανατολικού Αιγαίου και μικρασιατικά παράλια
          Το θέμα δεν έχει επαρκώς μελετηθεί. Σε αυτά τα μέρη είχαν επιπλέον προστασία και προνόμια λόγω της αγγλικής/ιονικής υπηκοότητάς τους και άρα μικρός ο οικονομικός ανταγωνισμός. Οι πρώτες πάντως μελέτες μάς παρέχουν ενδιαφέροντα στοιχεία. Θα αναφερθώ σε δυο περιπτώσεις. Η Λέσβος και η Σάμος δέχονταν μετανάστες από την Κεφαλονιά από τις αρχές του 19ου αι., οι οποίοι κυρίως ασχολήθηκαν με τη ναυτιλία και εμπόριο ή άσκησαν τα επαγγέλματα του δικηγόρου, του γιατρού, του βαρελοποιού, του τσαγκάρη κ.ά. Από τους πρώτους Κεφαλονίτες στη Μυτιλήνη αναφέρεται ο γιατρός Κων. Μεταξάς του Μαρίνου από το Αργοστόλι. Σε κατάλογο του 1864 από τους 97 Επτανησίους της Σάμου οι 64 προέρχονταν από την Κεφαλονιά. (Ακόμη και σήμερα συναντάμε στη Σάμο του Αιγαίου κεφαλονίτικα επώνυμα, όπως Φερεντίνος, Σβορώνος, Κουρκουμέλης κ.ά.).
          Αναφέρω μια δεύτερη χαρακτηριστική περίπτωση, άγνωστη στο πλατύ κοινό. Ο Γεράσιμος Μπενέζης ή Βενέζης από τα Μονοπολάτα της Παλικής γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1820 φεύγει από το γενέθλιο χωριό του και εγκαθίσταται απέναντι από τη Λέσβο στη μικρασιατική παραλιακή πόλη των Κυδωνιών, το γνωστό Αϊβαλί, που ήταν τότε σπουδαίο ναυτικό και εμπορικό κέντρο. Εκεί οι απόγονοι του Γεράσιμου θα ζήσουν και θα δημιουργήσουν για έναν αιώνα περίπου, μέχρι τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής, οπότε θα αναγκαστούν να μετακινηθούν προς την Ελλάδα - αρχικά στη Λέσβο και μετά στην Αθήνα. Πρόσφυγας από αυτήν την οικογένεια ήταν ο γνωστός λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης, τον οποίο οι περισσότεροι θεωρούν μικρασιατικής καταγωγής, ενώ πρόκειται για απόγονο κεφαλονίτικης οικογένειας, που είχε μεταναστεύσει στα μικρασιατικά παράλια.

Ρουμανία
          Σε όλες σχεδόν τις παραδουνάβιες πόλεις εγκαταστάθηκαν Κεφαλονίτες. Βραΐλα, Γαλάτσι, Τούλτσα, Σουλινάς, Κωνστάντζα είναι οι πόλεις, στις οποίες κυριάρχησε κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το κεφαλονίτικο στοιχείο. Παρά τον ανταγωνισμό από Αυστριακούς, Ούγγρους, Ιταλούς και Εβραίους, οι Κεφαλονίτες κινήθηκαν δραστήρια κυρίως στη ναυσιπλοΐα του Δούναβη. Απασχολήθηκαν ιδιαίτερα στους τομείς της πλοιοκτησίας, της πρακτόρευσης, της ναυτικής εργασίας, της ναυπήγησης. Ίδρυσαν ναυτιλιακές εταιρείες με ρυμουλκά, σλέπια και με ατμόπλοια μεταφοράς εμπορευμάτων και ανθρώπων, εμπορικούς οίκους κυρίως σιτηρών, άνοιξαν χρηματιστηριακά γραφεία και λειτούργησαν αξιόλογα εργοστάσια κυρίως αλευρομύλων, αλλά  ασχολήθηκαν και με την καλλιέργεια ή την ενοικίαση μεγάλων κτημάτων. Μάλιστα, μετά το 1856 με τη διεθνοποίηση του Δούναβη, που ο αριθμός των Κεφαλονιτών (και των Ιθακησίων)  αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, «κατόρθωσαν εντός βραχέος χρονικού διαστήματος να καταλάβουν τας σπουδαιοτέρας θέσεις εις τον εμπορικόν βίον» όπως αναφέρει ο βαθύς γνώστης της περιοχής και συγγραφέας Σπ. Γ. Φωκάς.  Αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια ονόματα: οι Βαλλιάνοι, οι Μελισαράτοι, οι Θεοφιλάτοι, οι Βιολάτοι, οι Λυκιαρδόπουπουλοι, ο Παν. Αθανασούλης, Παν. Χαροκόπος, ο Φ. Φραγκόπουλος, ο Π. Μαρκέτος και πολλοί άλλοι. Όλη αυτή η οικονομική άνθηση θα συμβάλει εκεί και στην προαγωγή των γραμμάτων και της τέχνης από Κεφαλονίτες μετανάστες.
          Ο ερχομός όμως του 20ού αιώνα έφερε και τα αρνητικά προμηνύματα, με συνέπεια το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου να σημάνει και το τέλος της κεφαλονίτικης οικονομικής δραστηριότητας σ’ εκείνη τη χώρα του Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας.

●Αφρική
          Η Αφρική παρείχε προϋποθέσεις και δυνατότητες οικονομικής ανέλιξης. Δεν ήταν λίγοι οι Κεφαλονίτες που στράφηκαν στη Μαύρη Ήπειρο από τα τέλη του 19ου αιώνα. Αναφέρουμε χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
--Αίγυπτος – Σουδάν - Αιθιοπία. Από την τρίτη κυρίως δεκαετία του 19ου αιώνα αυξάνεται συνεχώς το ελληνικό στοιχείο της Αιγύπτου, καθώς εκεί τώρα παρουσιάζονται νέες ευκαιρίες οικονομικής δραστηριότητας λόγω της εκσυγχρονιστικής πολιτικής του Μωχάμετ Άλη (1811-1848) και στη συνέχεια με τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ (1859).  Εκεί Κεφαλονίτες ναυτικοί και έμποροι, τεχνίτες αλλά και ανειδίκευτοι εργάτες βρίσκουν την τύχη τους. Τόποι εγκατάστασης είναι η πρωτεύουσα της χώρας και τα λιμάνια της, κυρίως η Αλεξάνδρεια, αλλά και το Πορτ Σάιδ, το Σουέζ. Αλλά δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μαζί με την επέκταση της καλλιέργειας του βαμβακιού και του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας προωθήθηκαν και σε άλλα μέρη της χώρας, αναλαμβάνοντας το ρόλο του αυτοαπασχολούμενου ή μισθωτού μεσάζοντα μεταξύ των παραγωγών και των εξαγωγικών οίκων της Αλεξάνδρειας ή επιδόθηκαν στο μικρεμπόριο και τον τοκογλυφικό δανεισμό των Αιγυπτίων αγροτών, των φελλάχων. Ο Σ. Αντύπας από το Αργοστόλι έχει εγκατασταθεί στο Σουέζ και ασχολείται με το εμπόριο. Ο Αντώνιος Μομφερράτος στην Αλεξάνδρεια αναδείχτηκε σπουδαίος εμπορικός παράγοντας και αντιπρόσωπος ατμοπλοϊκών εταιρειών. Ο Σπύρος Μεταξάς εγκαταστημένος στην Ισμαηλία υπήρξε στέλεχος της Εταιρείας Εκμετάλλευσης της Διώρυγας του Σουέζ.  
          Αλλά υπήρξαν κι εκείνοι που προχώρησαν μακρύτερα, στο Σουδάν την Αιθιοπία (ή Αβησσυνία) Τρία αδέλφια, ο Γρηγόριος, ο Αναστάσιος και ο Νικόλαος από την Αγία Θέκλη της Παλικής γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα βρέθηκαν στην Αίγυπτο, για να ξεκινήσουν εμπόριο με τα νότια της αραβικής χερσονήσου, όπου εκεί γνώρισαν τον καφέ «μόκκα», από τη διακίνηση του οποίου έγιναν πάμπλουτοι, ιδρύοντας υποκαταστήματα σε διάφορα λιμάνια της Ερυθράς, στο Άντεν και στην Αιθιοπία αλλά και γραφεία στη Μασσαλία και τη Νέα Υόρκη. Αυτή η δικτύωση έφερε κι άλλους Κεφαλονίτες. Σε σημαντικό  παράγοντα της Αιθιοπίας εξελίχθηκε ο Ιωάννης Γερολυμάτος, ο οποίος από υπάλληλος των Αδελφών Λιβιεράτου  έφτασε να γίνει μεγάλος έμπορος της χώρας εκείνης και στη συνέχεια γενικός πρόξενος της Αγγλίας; στο Χαρράρ της Αιθιοπίας.  Αναφέρουμε επίσης την περίπτωση του Ανδρέα Καββαδία, ο οποίος στην αυγή του 1900 έφυγε από το νησί του για την Αιθιοπία, όπου τελικά κατέληξε να είναι εκείνος που εξέδωσε την πρώτη αιθιοπική εφημερίδα το 1908.
          Με τη δύση του 19ου αιώνα, μετά την κατάληψή του Σουδάν από τους Άγγλους και την επιβολή  σχετικής ηρεμίας άρχισαν να καταφτάνουν Ευρωπαίοι μετανάστες, ανάμεσά τους και Έλληνες και προφανώς και Κεφαλονίτες. Βέβαια και την προηγούμενη εμπόλεμη περίοδο υπήρχαν εκεί Κεφαλονίτες μικρέμποροι, που ακολουθούσαν τα αγγλικά στρατεύματα, εφοδιάζοντάς τα με τρόφιμα και καταναλωτικά αγαθά. Ανάμεσά τους ο Άγγελος Καππάτος, ο Γ. Λορεντζάτος, ο Οδ. Καββαδίας, οι οποίοι μετά την επικράτηση των Άγγλων προσκάλεσαν κι άλλους συμπατριώτες τους στο Σουδάν, καθώς η έναρξη έργων υποδομής (αρδευτικά, σιδηροδρομικά κ.λπ.) από τους Άγγλους επικυρίαρχους απαιτούσε εργατικά χέρια.
--Κογκό. Οι πρώτοι Κεφαλονίτες, που πήγαν εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν οι Τσελέντης και Καββαδίας από την Έρισσο και ασχολήθηκαν με το εμπόριο. Ξαναπήγαν στο Κογκό Κεφαλονίτες μετά τον Πόλεμο.
--Ταγκανίκα. Όσοι πήγαν εκεί δραστηριοποιήθηκαν ως έμποροι, ξενοδόχοι και γαιοκτήμονες. Εκεί πήγε ο Γρηγόριος Μακρής το 1890 και άνοιξε ξενοδοχείο. Ακολούθησαν Κρούσοι και Τζουγανάτοι από τα Φαρακλάτα.
--Ροδεσία (σημερινή Ζάμπια και Ζιμπάμπουε). Οι Κεφαλονίτες μετανάστες εκεί δραστηριοποιήθηκαν κυρίως στο εμπόριο και στις μεταφορές. Αναφέρουμε Βανδώρους από το Φισκάρδο, Διβάρηδες από τα Διβαράτα και Βασιλάτους από την Έρισσο, ενώ ο Δημήτρης Καμπίτσης (1900) έγινε επιχειρηματίας καπνών.
--Νότια Αφρική. Η αθρόα παρουσία Κεφαλονιτών (και ιδιαίτερα Ιθακησίων) παρατηρείται μετά το 1890, όταν θα ενταθεί η εκμετάλλευση του χρυσού και των διαμαντιών σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα του πολέμου των Μπόερς (1899-1902):
--Κεϊπτάουν. Από τους πρώτους Έλληνες μετανάστες ήταν ο Σωκράτης Μεσσάρης και ο Νικόλαος Αδηλίνης από το Ληξούρι, που πήγαν εκεί γύρω στο 1880 και επιδόθηκαν στο εμπόριο. (Πολυπληθής ήταν η παροικία των Ιθακησίων).
--Γιοχάνεσμπουργκ. Εκεί οι περισσότεροι μετανάστες πήγαν στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, κυρίως από την Ιθάκη και την Πύλαρο της Κεφαλονιάς. Νέο κύμα έφτασε στο Γιοχάνεσμπουργκ μετά το 1950 και κυρίως τη δεκαετία του 1960: Βαλλιανάτοι, Γρηγοράτοι, Μπερδεμπέδες και Τζιλιάνοι από την Πύλαρο. Ασχολήθηκαν με εμπορικές, βιομηχανικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και έχουν συγκροτήσει ένα δραστήριο Σύλλογο, αν και αρκετοί είναι εκείνοι που τα τελευταία χρόνια μετακινήθηκαν προς την Αυστραλία και τις ΗΠΑ.
Γενικότερα: Οι Κεφαλονίτες, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες μετανάστες στη Μαύρη Ήπειρο, μετά την πρώτη περίοδο εργασίας τους στα ορυχεία, ή στα κρατικά έργα υποδομής, επένδυαν τις αποταμιεύσεις τους στην αγορά αγροτικών εκτάσεων, στο εμπόριο ή στο δευτερογενή τομέα. Απολάμβαναν μάλιστα μια ιδιαίτερη μεταχείριση από τα αποικιοκρατικά καθεστώτα της κεντρικής και νότιας Αφρικής, τα οποία είχαν αποκλείσει τους ντόπιους Αφρικανούς από συγκεκριμένες παραγωγικές εργασίες. Έτσι, όπως υπογραμμίζει η Κατερίνα Τρίμη-Κύρου, εντασσόμενοι οι Έλληνες στο σύστημα αποκλεισμού των Αφρικανών, προσέδεναν τα συμφέροντά τους στα συμφέροντα των αποικιοκρατών και υιοθετούσαν την υποτιμητική στάση των Δυτικοευρωπαίων αποίκων προς τους ντόπιους, γεγονός που θα αποδειχτεί καθοριστικό για το μέλλον τους την εποχή των απελευθερωτικών κινημάτων.

●Ασία
          Κεφαλονίτες συναντάμε και στην Ασία, όπου βρέθηκαν εκεί κάτω από διαφορετικές κάθε φορά περιπτώσεις και ιδιαίτερες συγκυρίες.
--Ινδίες. Από το 1850 δραστηριοποιείται εκεί (κυρίως στο Καράτσι και την Καλκούτα) ο Οίκος Ράλλη με εκατοντάδες Έλληνες εργατοϋπαλλήλους, ανάμεσα σε αυτούς και πολλοί Κεφαλονίτες. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τον υπάλληλο των Ράλληδων Ευάγγελο Ραυτόπουλο, ο οποίος μετά το 1880 εργάζεται για τρεις δεκαετίες στο Καράτσι, όπου και θα πεθάνει.
--Μαντζουρία. Κατά τη διάρκεια του ρωσοϊαπωνικού πολέμου 1904-1905 βρέθηκαν Έλληνες στην περιοχή του Πορτ-Αρθούρ και του Λιάο-Γιαγκ, που ασχολήθηκαν με την τροφοδοσία του ρωσικού στρατού, ανάμεσα στους οποίους και ο πατέρας του γνωστού ποιητή Νίκου Καββαδία, ο οποίος στην περιοχή του Χαρμπίν της Μαντζουρίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου, διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών και συγχρόνως ήταν προμηθευτής του τσαρικού στρατού.


Βόρεια Αμερική
          Από τις δεκαετίες του 1880 και του 1890 σημαντικός αριθμός Κεφαλονιτών ταξιδεύει για την Αμερική, κυρίως στη βόρεια και ειδικότερα στις ΗΠΑ, όπου μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1930 θα συνεχιστεί το μεταναστευτικό ρεύμα. Η συνεχιζόμενη στο νησί  έλλειψη προοπτικής ανάπτυξης με άλυτα τα προβλήματα του ιδιοκτησιακού στον αγροτικό χώρο και την ανυπαρξία σχεδόν μικρομεσαίων επιχειρήσεων προκάλεσε τη νέα μαζική φυγή προς τις ΗΠΑ, όπου η ραγδαία αναπτυσσόμενη οικονομία τους είχε ανάγκη από ανειδίκευτα εργατικά χέρια. Όχι μόνο νέοι, αλλά και μεσήλικες και γυναίκες θα φύγουν αναζητώντας καλύτερη τύχη. Καθοριστικό ρόλο στην υπερατλαντική μετανάστευση παίζει προφανώς και το δίκτυο πρακτόρευσης των ατμοπλοϊκών εταιρειών και ειδικά μεσιτικά γραφεία, που αναλαμβάνουν να προωθήσουν τους μετανάστες στο «Νέο Κόσμο».         
          Δεν ήταν εύκολη η απόφαση για τη μετανάστευση. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες, δε γνώριζαν την αγγλική γλώσσα και χρειάζονταν και χρήματα για το ταξίδι. Τους κυρίευε, βέβαια, η ελπίδα μιας καλύτερης ζωής και γρήγορης οικονομικής ανάκαμψης, ώστε το συντομότερο δυνατό να επιστρέψουν στο νησί. Το ταξίδι ήταν πολυήμερο και βασανιστικό. Έπρεπε να μετακινηθούν προς την Πάτρα ή τον Πειραιά, απ’ όπου το πλοίο θα τους μετέφερε στη Νεάπολη της Ιταλίας ή στη Μασσαλία της Γαλλίας και από εκεί με τρένο θα κατευθύνονταν προς τα λιμάνια του Ατλαντικού, και από εκεί στοιβαγμένοι στα αμπάρια και στο κατάστρωμα κάποιου υπερωκεάνιου θα ταξίδευαν για 20 περίπου μέρες, για να φτάσουν στη Νέα Υόρκη. Μετά το 1900 θα δρομολογηθούν απευθείας υπερωκεάνια από Πάτρα ή Πειραιά προς Νέα Υόρκη.
          Οδυνηρός ήταν ο διοικητικός και υγειονομικός έλεγχος αλλά και έλεγχος κοινωνικών φρονημάτων, από τον οποίο έπρεπε να περάσουν οι νεοαφιχθέντες μετανάστες. Ο αμερικάνικος νόμος του 1907 ήταν αυστηρός: «Αι ακόλουθοι τάξεις αποκλείονται εκ των Ηνωμένων Πολιτειών: οι ηλίθιοι, οι ασθενείς το πνεύμα, επιληπτικοί, φρενοβλαβείς, οι επαίται, οι σωματικώς ελαττωματικοί, οι καταδικασθέντες επί κακουργήματι, οι πολύγαμοι, οι αναρχικοί, αι γυναίκες αι ερχόμεναι δι’ ανηθίκους σκοπούς κ.λπ.». Από το 1894 μέχρι και το 1924 ο έλεγχος γινόταν στο Έλλις Άϊλάντ, νησάκι νότια του Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Όσοι κρίνονταν ακατάλληλοι, έπρεπε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. «Δράματα ζωής και θανάτου παίχτηκαν μέσα στις αίθουσες, όπου εγένετο η εξέτασις των μεταναστών, ή πίσω από τα κάγκελα του κρατητηρίου, όπου έμεναν όσοι επρόκειτο να απελαθούν», σημειώνει ο Μπ. Μαλαφούρης. Αυτές ακριβώς οι ασφυκτικές και συνάμα απάνθρωπες συνθήκες ελέγχου  διόγκωσαν τη λαθρομετανάστευση.   
           Μετά το αίσιο τέλος του ελέγχου άρχιζε η αναζήτηση της εργασίας. Άνθρωποι σε ξένη χώρα χωρίς κάποια τεχνική κατάρτιση και χωρίς γνώση της αγγλικής γλώσσας δεν ήταν εύκολο να επικοινωνήσουν. Τότε παρενέβαιναν κάποιοι επιτήδειοι Έλληνες συμπατριώτες τους, οι λεγόμενοι «πατρόνοι». Αυτοί ήταν οι εργολάβοι εργασίας εκείνης της εποχής: αναλάμβαναν τη στρατολόγηση εργατών από τις τάξεις των ομοεθνών τους για λογαριασμό των μεγάλων επιχειρήσεων. Ο μετανάστης ήταν υποχρεωμένος να υπογράψει σχετικό συμφωνητικό, κατέβαλε ένα εφάπαξ ποσό και συμφωνούσε να του γίνονται τακτικές κρατήσεις από το μεροκάματό του.
          Οι περισσότεροι μετανάστες προσανατολίζονταν προς το βιομηχανικό τομέα ως ανειδίκευτοι εργάτες. Άλλοι καταπιάστηκαν με «δουλειές του ποδαριού» (πλανόδιοι μικροπωλητές), ενώ άλλοι λιγότεροι μπόρεσαν και άνοιξαν παντοπωλείο, εστιατόριο, ζαχαροπλαστείο, στιλβωτήριο, ανθοπωλείο, εργασίες και επαγγέλματα που απαιτούσαν βέβαια σκληρή προσωπική εργασία, πολλές ώρες δουλειάς αλλά ελάχιστα κεφάλαια. Οι γυναίκες γίνονταν υπηρέτριες ή εργάτριες, ενώ έξω από την εργασία δεν έμεναν και τα ανήλικα παιδιά των μεταναστών.
           Όσοι εργάστηκαν στην κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών ή στα ορυχεία των Δυτικών Πολιτειών βίωσαν πολύ άσχημες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Και οι συνθήκες αυτές τους οδήγησαν αρκετές φορές σε ταραχές και εξεγέρσεις. Συγκεκριμένα, οι αδελφοί Πετρίτση, Σπυρίδων και Νικόλαος, ο Χρήστος Γιακουμάτος, ο Σπ. Φιλιππάτος, ο Αντ. Σταματάτος, ο Παναγής Θεοδωράτος (του Ηλία) και ο Γερ. Ευαγγελάτος από τα Μονοπολάτα της Παλικής, εργάστηκαν στα ορυχεία του Κολοράντο και συμμετείχαν στην απεργία των μεταναστών-μεταλλωρύχων το 1913, στην οποία πρωτοστάτησε ο κρητικής καταγωγής Λούης Τίκας (Ηλίας Σπαντιδάκης), και η οποία μετά τη βίαιη καταστολή της έμεινε γνωστή ως η «Σφαγή του Λάντλοου».
          Έτσι, πολλοί ήταν εκείνοι οι συμπατριώτες μας, που οδηγημένοι από την ίδια τη ζωή, ριζοσπαστικοποιήθηκαν πολιτικά και δεν άργησαν να προσεγγίσουν τα εργατικά σωματεία και να δραστηριοποιηθούν στο αριστερό συνδικαλιστικό κίνημα. Έγραφε το 1912 ο Αργοστολιώτης μετανάστης Σπυρίδων Μεταξάς, εγκαταστημένος στη Σαβάνα του αμερικανικού Νότου: «Εις την Αμερικήν θα δοθή η πρώτη μεγάλη οριστική μάχη μεταξύ της εργατικής τάξεως και της πλουτοκρατίας [...] και θα ίδωμεν την ερυθράν σημαίαν κυματίζουσαν επί του καπιτωλείου της Ουασιγκτώνος». Οι γρήγοροι ρυθμοί εκβιομηχάνισης της χώρας, η ολοένα αυξανόμενη αριθμητικά δύναμη των εργατών, που λόγω της αφόρητης εκμετάλλευσής τους οργανώνονταν συνδικαλιστικά και πολιτικά, συνιστούσαν για τους προοδευτικούς και ειδικότερα τους σοσιαλιστές εκείνης της συγκυρίας τις αυταπόδεικτες προϋποθέσεις για την κοινωνική αλλαγή.  
          Επιπλέον, όλος αυτός ο μεταναστευτικός πληθυσμός ήταν αναγκασμένος να ζήσει μέσα σ’ ένα κλίμα ξενοφοβίας, που κυριάρχησε στην αμερικάνικη κοινωνία από τις αρχές του 20ού αιώνα με κάποιες μάλιστα περιόδους ιδιαίτερης έξαρσης με τη δράση της περιβόητης Κου-Κλουξ-Κλαν, γι’ αυτό και πάρα πολλοί μετανάστες/στριες βίωσαν ποικίλα φαινόμενα και γεγονότα βίας. Χαρακτηριστικό ήταν το πογκρόμ που υπέστη η Ελληνική κοινότητα της Νότιας Ομάχα (South Omaha) το 1909, πληθυσμού γύρω στους 2.000. Και δεν ήταν τα μόνο κρούσμα διωγμού των ομοεθνών μας. Οι Έλληνες, όπως και οι υπόλοιποι νοτιοευρωπαίοι, δεν χαρακτηρίζονταν «λευκοί», αλλά κατατάσσονταν στους «Ανατολίτες». Σοκαριστικός είναι ο τίτλος άρθρου εφημερίδας της εποχής: «Λευκή γυναίκα εθεάθη με Έλληνα». Σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ επιβάλλονταν οι «κανόνες», που εφαρμόζονταν στους Αφροαμερικανούς: στους κινηματογράφους π.χ. η πλατεία ανήκε στους λευκούς, ενώ ο εξώστης στους νέγρους και στους «μη λευκούς» (Έλληνες, Ιταλούς κ.λπ.). Κι ακόμη: όταν πρωτοσυστάθηκαν εργατικά συνδικάτα, έγινε προσπάθεια να αποκλειστούν οι Έλληνες από τις κεντρικές οργανώσεις ως «μη λευκοί». Έτσι, για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, σχημάτισαν εργατικό συνδικάτο με τους Τούρκους και τους Αλβανούς μετανάστες.
          Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο χαρακτηρισμός «λευκός» δε σχετιζόταν με το χρώμα του δέρματος, που έτσι κι αλλιώς ήταν λευκό, αλλά με συγκεκριμένη αντίληψη και νοοτροπία. Το παράξενο σε αυτήν την περίπτωση είναι – και εδώ επισημαίνουμε μια διαχρονική κατάσταση – ότι φορείς αυτής αντίληψης ήταν οι εξαμερικανισμένοι Ιρλανδοί, οι οποίοι πριν από μερικούς αιώνες είχαν υποστεί από τους βορειοαμερικανούς παρόμοιες ρατσιστικές διακρίσεις. Είναι περίπου όπως συμβαίνει σήμερα στην Αθήνα π.χ. που ένας Σύριος εξαιτίας ληστείας του μαγαζιού του ζητάει να φύγουν όλοι οι Πακιστανοί από την Ελλάδα ή που μια Ρωσίδα έχει απηυδήσει με τους Αλβανούς...
          Εξαιτίας των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων μεταναστών – παρόμοιες αναλογικά με αυτές των ξένων μεταναστών στη χώρα μας – δόθηκε σ’ εκείνους τους συμπατριώτες μας ο χαρακτηρισμός «βρωμοέλληνες» («filthy Greeks»). Ή ακόμη η αποκρουστική αναρτημένη επιγραφή σε  εστιατόρια «All American. No rats. No Greeks», δηλαδή «Aμιγές αμερικάνικο. Όχι ποντίκια. Όχι Έλληνες». Με άλλα λόγια εξομοίωση Ελλήνων και ... ποντικιών, όπως περίπου πρόσφατα στη Γερμανία διαβάσαμε κάπου «Απαγορεύονται οι Έλληνες και τα σκυλιά»... Μέσα σε αυτό το κλίμα προσπάθησαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν και οι συμπατριώτες μας Κεφαλονίτες μετανάστες

●Καναδάς
          Αλλά και στον Καναδά τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα εκείνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Κεφαλονίτες σε σημαντικό αριθμό έφτασαν στον Καναδά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τους σεισμούς του 1953, όπως συνέβη και με τη Γερμανία, και κατόρθωσαν να προοδεύσουν.

●Νότια Αμερική

         Ένα αξιοπρόσεκτο ποσοστό Κεφαλονιτών μεταναστών θα κατευθυνθεί στη Νότια Αμερική.
--Χιλή. Ήδη από το 1890 στη νοτιότερη πόλη της Χιλής, την Punta Arenas, είχαν εκεί εγκατασταθεί Κεφαλονίτες. Κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ού αιώνα αρκετούς προσήλκυσε η βόρεια περιοχή της Χιλής, κυρίως η Αντοφαγκάστα, που ήταν σπουδαίο κέντρο εξόρυξης νιτράτη και αργότερα χαλκού. Εκεί μέχρι πρόσφατα πρόξενος της  Ελλάδας ήταν μια Κεφαλονίτισσα, Φαραντάτου στο επώνυμο, που είχε γεννηθεί στην Αντοφαγκάστα. Εξάλλου, στη Χιλή εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι και τις μέρες μας το Ίδρυμα Γαβριήλ και Μαίρης Μουστάκη (Fundacion Gabriel y Μary Mustakis), με σημαντικότατη προσφορά στα κοινωνικά, φιλανθρωπικά και πολιτιστικά δρώμενα της χώρας.
          Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι αδελφοί Γεώργιος (με εμπορικές σπουδές) και Γαβριήλ (με ιατρικές σπουδές) Μουστάκη, με καταγωγή από τα Δενδρινάτα της Πυλάρου, εγκαταστάθηκαν στη Χιλή στη δεκαετία του 1920 και σύντομα έστησαν ένα δίκτυο ποικίλων επιχειρήσεων (από οικοδομικά υλικά και μεταλλεύματα μέχρι προϊόντα κλωστοϋφαντουργίας και εμπόριο φρούτων) στο Σαντιάγκο και το Βαλπαράισο της Χιλής αλλά και στο Μπουένος Άιρες και την Κόρντοβα της Αργεντινής.
--Αργεντινή.  Η χώρα αυτή από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε αναπτύξει μια πολιτική προσέλκυσης μεταναστών από την Ευρώπη. Πιθανότατα η σταφιδική κρίση (τέλη 19ου-αρχές 20ού) οδήγησε Επτανήσιους, κυρίως Λευκαδίτες και Κεφαλονίτες,  στην Αργεντινή. Η Μαρία Δαμηλάκου, που έχει ερευνήσει το ζήτημα αυτό, αναφέρει ότι αυτοί οι συμπατριώτες μας ασχολήθηκαν με ναυτικές εργασίες και την καλλιέργεια και το εμπόριο ζαχαροειδών ή απασχολήθηκαν στα διϋλιστήρια και στα ψυγεία αργεντίνικων εταιρειών.
--Βενεζουέλα.  Εδώ έφτασαν Κεφαλονίτες κυρίως μετά τον Πόλεμο και τους σεισμούς του 1953, εξαιτίας της οικονομικής καχεξίας της χώρας τους και των πολιτικών διώξεων, που ήδη έπαιρναν μεγάλες διαστάσεις. Αναφέρουμε τη χαρακτηριστική περίπτωση του Κεφαλονίτη γεωπόνου Δημήτρη Αραβαντινού, ο οποίος, όπως γράφει ο Νίκος Παλαμήδης, πήγε στη Βενεζουέλα μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφού δίδαξε στο πανεπιστήμιο της πολιτείας Μέριδα, οραματίστηκε τη δημιουργία μιας Πολιτείας στη ζούγκλα του Ορινόκο για τους Ινδιάνους σε ελεύθερη και κοινοκτημονική βάση.
--Βραζιλία. Και εδώ συναντάμε Κεφαλονίτες, οι οποίοι εργάστηκαν κυρίως στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου και σε οικοδομικά έργα. Κάποιοι κατέχουν σημαντικές θέσεις σε σωματεία ή σε συμβούλια της ελληνικής κοινότητας. Ο Σπύρος Δημάτος στη Santa Catarina, ο Ιωάννης Βαρδαραμάτος στο Porto Alegre.
--Γουατεμάλα. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης, ο οποίος άφησε σε μικρή ηλικία το χωριό Μαρκάτα Πυλάρου, για να μπαρκάρει (μετά τον Πόλεμο) και κάποτε να φτάσει στη Γουατεμάλα, όπου εγκαταστάθηκε οκτώ χρόνια και μετά έφυγε για μόνιμη εγκατάσταση στη Νέα Υόρκη, όπου ζει μέχρι σήμερα, χωρίς να σταματά να γράφει για τους καημούς του μετανάστη.

Γερμανία
          Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τους σεισμούς του 1953, δηλαδή στις δεκαετίες του 1950 και 1960 μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα κατευθύνεται προς τη Γερμανία περισσότερο και λιγότερο στο Βέλγιο ή σε σκανδιναβικές χώρες. Η Γερμανία έχει μπει σε τροχιά ανασυγκρότησης και ανάπτυξης και έχει ανάγκη από φτηνά εργατικά χέρια. Το λεγόμενο «γερμανικό θαύμα» στηρίχτηκε στο φτηνό εργατικό δυναμικό, που τροφοδότησε τη χώρα αυτή από την Ελλάδα, την Τουρκία και κάποιες ασιατικές χώρες. Ειδικά για την Ελλάδα, υπογράφτηκαν ειδικές συμβάσεις σε διακρατικό επίπεδο («Σύμβαση περί επιλογής και τοποθετήσεως Ελλήνων εργατών σε γερμανικές επιχειρήσεις» το 1960), με αποτέλεσμα ένας στους οκτώ Έλληνες να συμμετάσχει σε αυτήν την έξοδο.
          Και στην Κεφαλονιά η μετανάστευση αυτή έγινε αισθητή, καθώς πολλών χωριών οι πληθυσμοί μειώθηκαν. Ζευγάρια ή και ολόκληρες οικογένειες μετανάστευαν. Σημειώνουμε εδώ ότι η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα, που έστειλε στη Γερμανία γυναίκες χωρίς τους συζύγους. Μπορούμε να φανταστούμε την ψυχική κατάσταση εκείνων των γυναικών, που πήγαιναν σε ξένο τόπο, αφήνοντας σύζυγο και παιδιά  και χωρίς να γνωρίζουν καθόλου γερμανικά. Αλλά και σε περίπτωση ζευγαριού, ο άνδρας εργαζόταν και ζούσε χωριστά από τη γυναίκα του, την οποία μπορούσε να συναντήσει μια φορά την ημέρα. Υπήρχαν αυστηροί κανονισμοί και σκληρή πειθαρχία. 

●Βέλγιο
          Στο Βέλγιο, όσοι πήγαν, εργάστηκαν κάτω από σκληρές συνθήκες κυρίως στα μεταλλωρυχεία, αλλά και σε εργασίες του λιμανιού ή σε έργα οδοποιίας.

●Αυστραλία
          Στην απομακρυσμένη ήπειρο της Αυστραλίας πήγαν Κεφαλονίτες (και Ιθακήσιοι κυρίως) από τη δεκαετία του 1890. Εκεί μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες μετανάστες το 1897 ίδρυσαν την Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτώριας, η οποία στήριξε τους ομογενείς στη μακρινή Αυστραλία εκείνες τις πρώτες δεκαετίες της αποδημίας τους.
           Μετά τον Πόλεμο και τους σεισμούς του 1953 η Αυστραλία απορρόφησε σημαντικό ποσοστό του κεφαλονίτικου μεταναστευτικού ρεύματος. Η χώρα εκείνη έδινε μεγάλες δυνατότητες πλουτισμού και, παρά τη μεγάλη απόσταση και το πολυήμερο, δύσκολο και βασανιστικό ταξίδι, την προτίμησαν πολλοί Κεφαλονίτες (και κυρίως Ιθακήσιοι). Tις μεταναστευτικές ροές ενδυνάμωσε η υπογραφή διακυβερνητικών συμφωνιών.
          Και στην Αυστραλία οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, τουλάχιστον για τα πρώτα κύματα μεταναστών, δεν ήταν ιδιαίτερα καλές. Διαβάζουμε σε αθηναϊκή εφημερίδα (Αυγή,24-6-1953), που πήρε προφανώς το υλικό από τις ελληνικές εφημερίδες της Αυστραλίας για τις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης Ελλήνων μεταναστών το 1953: παραμένουν οι μετανάστες ακόμη στο στρατόπεδο Μπονεγκίλα, άνεργοι, «εν αναμονή της προσλήψεώς των. Η μακροχρόνιος παραμονή εις το στρατόπεδον τους έχει φέρει εις πολύ δύσκολον κατάστασιν από απόψεως ιματισμού και υποδήσεως. Η κατάστασις των είναι τραγική»...
          Πάντως, και στην ήπειρο αυτή οι Κεφαλονίτες προόδευσαν. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που τελικά προτίμησαν να μην επιστρέψουν στο γενέθλιο νησί. Εκεί στην Αυστραλία ίδρυσαν Κεφαλονίτικους Συλλόγους, όπως έχει γίνει σε όλες σχεδόν τις κεφαλονίτικες παροικίες του εξωτερικού, ώστε αυτές οι συσσωματώσεις να λειτουργούν ως δίαυλοι επικοινωνίας και επαφής με την πατρίδα.

          Τέλος, αν θελήσουμε να «μοιράσουμε» τα υπέρ και τα κατά της μετανάστευσης των δύο τελευταίων αιώνων, δε θα πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι από το «ισοζύγιο». Σίγουρα, η πλάστιγγα κλίνει υπέρ των αρνητικών. Μέσα από την όλη μεταναστευτική διαδικασία ζημιωμένη μένει η χώρα αποστολής και ωφελημένη η χώρα υποδοχής. Μπορεί κατά τη διάρκεια της μεταναστευτικής περιόδου να εισήλθαν στο νησί μας, όπως και γενικότερα στην Ελλάδα, τεράστια χρηματικά ποσά, τα λεγόμενα εμβάσματα των ξενιτεμένων μας, μπορεί για το συγκεκριμένο διάστημα να λύθηκε το πρόβλημα της υποαπασχόλησης στα χωριά, ωστόσο μεγάλες εκτάσεις της υπαίθρου έμειναν και παραμένουν ακαλλιέργητες, ενώ η δημογραφική ανάπτυξη του  νησιού επιβραδύνθηκε πολύ, καθώς είχαμε «ανατροπή του κύκλου ζωής της οικογένειας, με αρνητικές συνέπειες για τη φυσική κίνηση, την ηλιακή πυραμίδα και την εξέλιξη του πληθυσμού», όπως έχει υπογραμμίσει η Ευτ. Κοσμάτου, ενώ δε φαίνονται προοπτικές ανάκαμψης, καθώς αρκετά χωριά έχουν ήδη σχετικά ερημώσει.
          Αναμφισβήτητα, η μαζική μετανάστευση του 19ου και του 20ού αιώνα έχει ασκήσει βαθιά επιρροή στην πορεία της κεφαλονίτικης κοινωνίας – μια πορεία που σήμερα καθίσταται επιπλέον πιο δύσκολη με το σύγχρονο μεταναστευτικό ρεύμα των νέων επιστημόνων του νησιού και γενικότερα της χώρας μας εξαιτίας της φτωχοποίησης, που έχει επιφέρει στην ελληνική κοινωνία η πρόσφατη οικονομική κρίση.







ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βεντούρα, Λίνα, Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999.
Βλασσοπούλου, Μαρία, «Όταν το Ιόνιο συναντά το Αιγαίο: Ιόνιοι υπήκοοι στη Σάμο (19ος αι.)», Πρακτικά Η΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, (Κύθηρα, 21-25 Μαΐου 2006), τ. ΙΙΑ, Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Κύθηρα 2009, σσ. 65-80.
Δαμηλάκου, Μαρία, Έλληνες μετανάστες στην Αργεντινή (1900-1970). Διαδικασίες συγκρότησης και μετασχηματισμοί μιας μεταναστευτικής κοινότητας, έκδοση Ιστορικού Αρχείου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, Αθήνα 2004.
Georgakas, Dan, «Constantine Yavis: Propaganda in the Greek-American Community (21-4-1944)», Journal of the Hellenic Diaspora, 14, 1-2 (1987), σσ. 105-130.
Iστορία της Νεοελληνικής Διασποράς. Έρευνα και Διδασκαλία, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, (Ρέθυμνο, 4-6 Ιουλίου 2003), τόμοι Α΄, Β΄, έκδοση Εργαστηρίου Διαπολιτισμικών και Μεταναστευτικών Μελετών (Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ), Ρέθυμνο 2004.
Καββαδίας, Νίκος, Του Πολέμου – Στο Άλογό μου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1997 [σσ. 49-58, όπου βιογραφικό για τον Ν. Καββαδία, γραμμένο από την αδελφή του Τζένια].
Κανούτας, Σεραφείμ, Ο Ελληνισμός εν Αμερική, Νέα Υόρκη, 1918.
Καρπόζηλος, Κωστής, Κόκκινη Αμερική. Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου 1900-1950, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017.
Κατσόμαλος, Β., Η Αργεντινή, η Χιλή, η Ουρουγουάη, η Βραζιλία και οι Έλληνες, Μπουένος Άϊρες 1972.
Κιτρόεφ, Αλέξανδρος, «Η μετανάστευση στις ΗΠΑ», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 5, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ.365-372.
Κιτρόεφ, Αλέξανδρος, «Οι Έλληνες στις ΗΠΑ 1909-1922», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 6, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 323-332.
Κιτρόεφ, Αλέξανδρος, «Οι Έλληνες στις ΗΠΑ 1922-1940», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 7, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 351-360.
Κοσμάτου, Ευτυχία, «Πληθυσμιακά μεγέθη και γεωγραφική κινητικότητα στα Επτάνησα (18ος – 19ος αιώνας)», Πρακτικά Ζ΄ Πανιονίου Συνεδρίου (Λευκάδα, 26-30 Μαΐου 2002), τ. Β΄, έκδοση Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2004, σσ. 349-370.
Kosmatou, Eftychia, La population des Iles Ioniennes (18e -19e siécle), τόμοι 1-3, [ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Paris I-Pantheon- Sorbonne], 2000.
Λαλιώτου, Ιωάννα, Διασχίζοντας τον Ατλαντικό. Η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006.
Μαλαφούρης, Μπάμπης, Έλληνες της Αμερικής 1528-1948, Νέα Υόρκη 1948.
Mάντζαρης, Βαγγέλης, Οι έλληνες εργάτες στη Νότια Αφρική 1890-1930, Συλλογικές Εκδόσεις, Αθήνα 1995.
Μαρκάκης, Γιάννης, Έλληνες στην Μαύρη Αφρική: 1890-1990, εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1998.
Μαρκέτος, Μπάμπης Ι., Οι Ελληνοαμερικανοί. Ιστορία της ελληνικής ομογένειας των ΗΠΑ, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2006.
Μελάς, Α., Los griegos en la Argentina / Οι Έλληνες της Αργεντινής, Mπουένος Άϊρες 1954.
Monos, Dimitris, The Greek Americans, [στη σειρά: The Peoples of North America], Chelsea House Publishers, Nέα Υόρκη-Φιλαδέλφεια 1988.
Moskos, Charles C., Greek Americans: Struggle and Succes, New Brunwick 1989.
Μοσχόπουλος, Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς (1797-1940). Πολιτική Ιστορία – Πολιτισμός – Παιδεία – Γράμματα – Τέχνες, Αθήνα 2010.
Mπεριάτος, Ηλίας, «Εξελίξεις και επιπτώσεις της μεταναστευτικής κίνησης στον νησιωτικό χώρο: η περίπτωση των νησιών Κεφαλονιάς και Ιθάκης», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τχ. 77 (1990), σσ. 62-96.
Νικολαΐδης, Κ. Γ., Οδηγός των ελληνικών παροικιών της Νοτίου Αφρικής, Τύποις Εφημερίδος «Νέας Ελλάδος», Γιοχάνεσμπουργκ 1923.
Νομαρχία Κεφαλληνίας, 1ο Αναπτυξιακό Συνέδριο Κεφαλονιάς και Ιθάκης, Αργοστόλι 1986.
Παλαμήδης, Νίκος, Χρονικό του Ελληνισμού της Βενεζουέλας, Αθήνα 1995.
Παπανικόλας, Ζήσης, Αμοιρολόιτος. Ο Λούης Τίκας και σφαγή στο Λάντλοου, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2003.
Παρασκευαΐδης, Παναγιώτης, «Επτανήσιοι στη Λέσβο τον 19ο αιώνα», Πρακτικά Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, (Αργοστόλι – Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986), τ. 2, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 1989, σσ. 253-264.
Petrescu, Stefan, Oι Έλληνες ως «άλλοι» στη Ρουμανία. Η εσωτερική οικοδόμηση του ρουμανικού έθνους-κράτους κατά τον δέκατο ένατο αιώνα και οι Έλληνες, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014.
Προκοπίου, Σωκράτης Α., Νεοέλληνες στην Ασία και Αφρική πρωτοπόροι του πολιτισμού,  Τύποις Ι. Δ. Σοφιανοπούλου, Αθήναι 1930.
Saloutos, Theodore, The Greeks in the United States, Καίμπριτζ 1964.
Τάμης, Αναστάσιος, Ιστορία των Ελλήνων της Αυστραλίας, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997.
Τάμης, Αναστάσιος, Οι Έλληνες της Λατινικής Αμερικής, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006.
Τάμης, Αναστάσιος, Greeks in the Far Orient, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2011.
Τρίμη-Κύρου, Κατερίνα, «Ελληνικές παροικίες στην Αίγυπτο», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 5, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 373-382.
Τρίμη-Κύρου, Κατερίνα, «Ο ελληνισμός της Αιγύπτου 1909-1922», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 6, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 309-322.
Τρίμη-Κύρου, Κατερίνα, «Αίγυπτος και Μαύρη Αφρική. Οι ελληνικές παροικίες 1922-1940», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 7, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 337-350.
Τζιλιάνος, Μάκης, «Κεφαλονίτες (και Πυλαρινοί) στην Αφρική κάτωθεν του Ισημερινού», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου «Η Πύλαρος στο διάβα του χρόνου», (Αγία Ευφημία Κεφαλονιάς, 1-4 Σεπτεμβρίου 2005), τ. Α΄, έκδοση Δήμου Πυλαρέων, Αγία Ευφημία 2007, σσ. 257-282.
Φωκάς, Σ. Γ., Οι Έλληνες εις την Ποταμοπλοΐαν του Κάτω Δουνάβεως, μτφρ. εκ της ρουμανικής Μαρίας Ι. Μαρκοπούλου, έκδοση ιδρύματος μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1975.
Χασιώτης, Ιωάννης, Επισκόπηση της Ιστορίας της Νεοελληνικής Διασποράς, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993.
Χασιώτης, Ιωάννης – Κατσιαρδή-Hering, Όλγα – Αμπατζή, Ευρυδίκη (επιμ), Οι Έλληνες στη Διασπορά 15ος-21ος αι., έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2006.