Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1940




Το κείμενο αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα kefalonizw, 25-30 Οκτ. 2015.


          Όταν κηρύσσεται ο πόλεμος της φασιστικής Ιταλίας κατά της Ελλάδας 28 Οκτωβρίου 1940), έχουν ήδη συμπληρωθεί τέσσερα χρόνια από την επιβολή της μοναρχοφασιστικής  δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά.[1] Το δικτατορικό αυτό καθεστώς είχε επιβληθεί με την τυπική αιτιολογία της αποφυγής «σοβαράς διαταράξεως της δημοσίας τάξεως», στην πραγματικότητα όμως σκόπευε στην ανάσχεση των λαϊκών αγώνων, που τότε  βρίσκονταν σε έξαρση, και στη δίωξη του αριστερού-κομμουνιστικού κινήματος. Ο Μεταξάς είχε στήσει ένα κράτος αντικοινοβουλευτικό και ταυτόχρονα  αντικομμουνιστικό, ένα ολοκληρωτικό κράτος.          
           Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Ι. Μεταξάς απέρριψε το γνωστό τελεσίγραφο του Μουσολίνι.[2] Απάντησε έτσι, όπως απαιτούσε ο υπερήφανος ελληνικός λαός, που αρκετά υποψιασμένος και εκνευρισμένος έβλεπε όλον τον προηγούμενο καιρό να δείχνει ο Μεταξάς απαράδεκτη ανεκτικότητα στις πολλαπλές ιταλικές προκλήσεις (τορπιλισμός του «Έλλη» κ.ά). Πάντως, ο Μεταξάς με την αρνητική στάση του απέναντι στην ιταλική πρόκληση από τη μια απέτρεπε την ανατροπή του από το Παλάτι και από την άλλη εξέφραζε τη συγκεκριμένη στιγμή το λαϊκό αίσθημα.[3] Ήδη η χώρα έμπαινε σε πολεμικό συναγερμό.
           Και ενώ αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα, στην κεντρική πολιτική σκηνή, η Κεφαλονιά πώς υποδέχτηκε την κήρυξη του Πολέμου; Αλλά και ποια ήταν στο νησί η κατάσταση τις παραμονές της ιταλικής κατοχής;
          Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το κόμμα δηλαδή του Ι. Μεταξά, έχει αρχίσει στο νησί να κερδίζει έδαφος σε βάρος του μέχρι τότε επικρατούντος βενιζελισμού. Τοπικοί παράγοντες και τοπικός τύπος κινήθηκαν επίμονα όλα αυτά τα χρόνια και κατόρθωσαν να ανατρέψουν το κλίμα υπέρ του Μεταξά. Έτσι, το βασιλομεταξικό δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου εύκολα εδραιώθηκε στο νησί.[4] Τόσο οι δημόσιες υπηρεσίες και αρχές όσο και άλλοι φορείς, πολιτιστικοί, επαγγελματικοί, αγροτικοί και εργατικοί, είχαν μπολιαστεί από την τεταρταυγουστιανή προπαγάνδα.
          Από την άλλη πλευρά, το καθεστώς είχε οδηγήσει στις φυλακές και τις εξορίες σημαντικά προοδευτικά, αντιφασιστικά και αριστερά στελέχη στην προσπάθειά του να αποδυναμώσει το τοπικό λαϊκό κίνημα. Παρά τις διώξεις, όμως, αυτές έχει διατηρηθεί στο νησί ένας μικρός αλλά ισχυρός δημοκρατικός και αριστερός θύλακας, έτοιμος να δράσει με την πρώτη ευκαιρία.
          Η έναρξη του Πολέμου βρίσκει στην ανώτατη πολιτική αρχή το διευθυντή της Νομαρχίας Στυλιανό Βαφείδη, που αποτελεί τον κατεξοχήν εκφραστή της δικτατορίας στο νησί, ενώ στο Δήμο Αργοστολιού δήμαρχο τον Κων/νο Γεράκη, που είχε υποστηριχτεί από τη μεταξική παράταξη. Στο Εργατικό Κέντρο και στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο υπάρχουν διορισμένες από το καθεστώς διοικήσεις, ενώ στις δόξες της είναι τότε η τεταρταυγουστιανή λέσχη «Κεφαλληνία» στο Αργοστόλι. Το μητροπολιτικό, τέλος, θρόνο της Κεφαλονιάς κατέχει ο Γερμανός Ρουμπάνης.
          Οι Κεφαλονίτες μαθαίνουν τα νέα του Πολέμου από τα ραδιόφωνα και τις εφημερίδες. Δεν παρατηρείται τις πρώτες εκείνες μέρες ούτε στο Αργοστόλι ούτε στο Ληξούρι κάποιος ιδιαίτερος ενθουσιασμός. Αντίθετα, ο φόβος και η αβεβαιότητα είναι τα κυρίαρχα αισθήματα, καθώς συνειδητοποιούν οι κάτοικοι την αρνητική επίδραση, που θα έχουν στην καθημερινότητά τους τα νέα δεδομένα. Σίγουρα χαίρονται με τις πρώτες νίκες του ελληνικού στρατού, έχουν όμως  επίγνωση της κατάστασης.
          Η νεολαιίστικη οργάνωση της δικτατορίας, η γνωστή ΕΟΝ (=Εθνική Οργάνωση Νέων)[5] δείχνει τον πρώτο καιρό μια δραστηριότητα: συγκροτεί κάποια συνεργεία τραυματιοφορέων για την αντιμετώπιση των αναμενόμενων εχθρικών βομβαρδισμών και διοργανώνει, με βάση τις κατευθύνσεις της δικτατορικής κυβέρνησης, έρανο για μάλλινα ρούχα, κάλτσες, τσιγάρα κ.λπ..
          Αμέσως με την κήρυξη του πολέμου συγκροτείται με επιστράτευση του ντόπιου πληθυσμού το λεγόμενο «Ανεξάρτητο Τάγμα Κεφαλληνίας» με διοικητή τον ταγματάρχη Γεώργιο Ρούσσο, κεφαλονίτικης καταγωγής. Στην ουσία πρόκειται για τη γνωστή προπολεμική διλοχία του Αργοστολιού, που υπαγόταν στο 34ο Σύνταγμα Πεζικού με έδρα την Πάτρα, η οποία ουσιαστικά τώρα διευρύνεται μετά την επιστράτευση. Το Τάγμα αυτό διαθέτει ένα Λόχο στα Χαυδάτα της Παλικής.
          Οι αυξανόμενες, όμως, ανάγκες του πολέμου, που οδηγούσαν πολλούς στο μέτωπο ή σε άλλες μονάδες, αποδυναμώνουν συνεχώς το Τάγμα, παρ’ όλο που τα κενά, που δημιουργούνταν, καλύπτονται από παλιότερων κλάσεων εφέδρους. Η έναρξη στις 13 Νοεμβρίου 1940 των ιταλικών βομβαρδισμών του Αργοστολιού με τους πρώτους νεκρούς και τις πρώτες υλικές καταστροφές φέρνει μετακινήσεις και κάποια αναδιάρθρωση στο Τάγμα. Η  κατάσταση βέβαια  επιδεινώνεται, όταν αρχίζει το Τάγμα να φυλλορροεί, στο Αργοστόλι εξαιτίας συγχύσεων και πανικού, που κάποια φασιστικά στοιχεία σκόπιμα προκαλούν, και στα Χαυδάτα εξαιτίας εξέγερσης του εκεί στρατοπεδευμένου Λόχου, οι οπλίτες του οποίου ένοπλοι κατεβαίνουν στο Ληξούρι και μπαίνουν ανεμπόδιστα στα κτήρια της Αγροτικής Τράπεζας και του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού, του γνωστού ΑΣΟ, όπου καταστρέφουν τα έγγραφα - αποδεικτικά στοιχεία των χρεών τους προς τους οργανισμούς αυτούς. Ας μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανδρών του Λόχου ήταν αγρότες της περιοχής της Παλικής.

         Η ελληνική αντίσταση έχει καμφθεί με τη ναζιστική επίθεση τον Απρίλιο του 1941 και ήδη οι κατακτητές βρίσκονται στην Αθήνα, ενώ η ελληνική κυβέρνηση φεύγει για την Κρήτη. Ο Άξονας έχει παραχωρήσει τα Επτάνησα στην Ιταλία, η οποία με τις δικές της δυνάμεις οφείλει να τα καταλάβει. Έτσι λοιπόν, όταν στις 28 Απριλίου 1941 ιταλικά αεροπλάνα ρίχνουν προκηρύξεις πάνω από την Κεφαλονιά καλώντας τις αρχές να παραδοθούν διαφορετικά θα βομβαρδίσουν πόλεις και χωριά,[6] δεν υπάρχει στο νησί καμιά αξιόμαχη στρατιωτική μονάδα, καθώς το Ανεξάρτητο Τάγμα είχε τελείως αποδυναμωθεί, αλλά και ούτε διαφαίνεται διάθεση για αντίσταση από τις τοπικές αρχές.
           Γι’ αυτό οι τελευταίες αποφασίζουν την παράδοση του νησιού. Το μεσημέρι της 29ης Απριλίου 1941 υψώνουν λευκή σημαία στην ταράτσα του Δικαστικού Μεγάρου και απλώνουν λευκά σεντόνια στην κεντρική πλατεία του Αργοστολιού – σημάδι παράδοσης. Την επόμενη μέρα (30 Απριλίου)  ιταλικά στρατιωτικά τμήματα καταλαμβάνουν χωρίς καμιά αντίσταση το Αργοστόλι: αλεξιπτωτιστές προσγειώνονται στην πεδιάδα της Κρανιάς και τμήματα μελανοχιτώνων αποβιβάζονται στην παραλία του Αργοστολιού. Εκεί τους υποδέχονται οι τοπικές  αρχές, οι οποίες στη συνέχεια στο νομαρχιακό μέγαρο παραδίδουν την Κεφαλονιά  στις φασιστικές ιταλικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, που είχαν στο μεταξύ αποβιβαστεί το νησί. Η ιταλική κατοχή της Κεφαλονιάς ξεκινούσε….


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βούλτεψης Γιάννης, Πρόκληση, εκδ. Ισοκράτης, Αθήνα 1986.
Κολιόπουλος Ιωάννης, Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ’40, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1996.
Λιναρδάτος Σπύρος, 4η Αυγούστου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1966.
Λουκάτος Σπύρος, Τα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και Ιθάκη, τόμος Α΄: Η φασιστική Ιταλική Κατοχή, εκδ. Νόβολι, Αθήνα 2010 (β’ έκδοση).
Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς (1797-1940), Αθήνα 2010.
Πετράκη Μαρίνα, Ο μύθος του Μεταξά. Δικτατορία και προπαγάνδα στην Ελλάδα, μτφρ. Μάρα Μοίρα, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2006.
Πηγαδάς Νίκος, Το ΟΧΙ της Ρωμιοσύνης. Το Έπος 1940-41. Φως στην ιστορική αλήθεια, εκδ. Μπατσιούλας, Αθήνα 2014.


          


[1] Νωρίτερα (Απρίλιος 1936) ο Μεταξάς είχε διοριστεί πρωθυπουργός από το βασιλιά Γεώργιο Β΄ και είχε πάρει ψήφο εμπιστοσύνης από όλες τις πτέρυγες της Βουλής εκτός από το Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ και άλλοι μικρότεροι αριστεροί σχηματισμοί). Να σημειώσουμε εδώ ότι τα δυο τότε μεγάλα κόμματα εξουσίας, το Λαϊκό και των Φιλελευθέρων (βενιζελικό) έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στον Μεταξά, παρ’ όλο που ήταν γνωστές οι αντιδημοκρατικές και αντικοινοβουλευτικές θέσεις του τελευταίου. Η δική τους δηλαδή ψήφος εμπιστοσύνης άνοιξε το δρόμο στο Μεταξά για την επιβολή της δικτατορίας.
[2] Εκείνες τις κρίσιμες στιγμές ο Μεταξάς δεν είπε στον Ιταλό πρέσβη τη λέξη «Όχι» αλλά τη φράση στα γαλλικά «Αlors, cest la guerre», που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».
[3] Από εκείνη τη μέρα θα αρχίσει να χάνει τη σταθερότητά του το βασιλομε­ταξικό καθεστώς. Και ο Μεταξάς, που ήταν «ο μόνος Έλληνας που μπορούσε να πει το ΝΑΙ, είπε το ΟΧΙ», όπως χαρακτηριστικά παρατήρησε ο Γ. Καφαντά­ρης, για να σώσει το καθεστώς του,  δε συνειδητο­ποίησε εκείνες τις ώρες ότι «η μέρα εκείνη δεν επικύρωνε, αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου», όπως εύστοχα έχει γράψει ο Γ. Σεφέρης.

[4] Βέβαια, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι Κεφαλονίτες, που δεν μπορούσαν να φανταστούν τον Ι. Μεταξά ως «εθνικό κυβερνήτη», ως «μεγάλο ηγέτη», αφού γι’ αυτούς ήταν πάντα ο «Γιάννης ο Σμπάρας», όπως ήταν το παρανόμι του στο νησί. Άλλωστε, επειδή γνώριζε πολύ καλά ο ίδιος ο δικτάτορας ότι πάντα στην Κεφαλονιά υπήρχε το ενδεχόμενο να αποδοκιμαστεί, ποτέ στα τεσσεράμισι χρόνια της δικτατορίας του (1936-1941) δεν επισκέφθηκε τη γενέτειρά του την Κεφαλονιά.

[5] Το δικτατορικό καθεστώς, στην προσπάθειά του να προσεταιριστεί τα παιδιά και γενικότερα τη νέα γενιά και για να εξασφαλίσει ευρύτερα την κοινωνική συναίνεση, δημιουργεί την ΕΟΝ. Η τελευταία με στόχο, όπως ισχυριζόταν, τη διαμόρφωση σωστών πατριωτών και καλών χριστιανών αλλά και αυριανών πειθαρχημένων στρατιωτών, διαπαιδαγωγεί τα μέλη της μέσα από ομιλίες, συζητήσεις, εκδρομές και ποικίλες άλλες δραστηριότητες.
[6] Με τις προκηρύξεις προσβλέπουν στην τρομοκράτηση αρχών και λαού: μετά την κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους της χώρας και την «αισχρή φυγή» της ελληνικής κυβέρνησης για την Κρήτη, καλό είναι να παραδοθείτε, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα βομβαρδιστούν από αέρα και θάλασσα οι πόλεις και τα χωριά της Κεφαλονιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου