Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

AΚΟΜΗ ΘΑ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟ "ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ";



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων
Φιλολογική, τχ. 106 (Ιαν. - Μάρτ. 2009), σσ. 4-7. 
                   

                                                                               Στη μνήμη της Μαρίας Κοτρώτσου


          Επιμένουν κάποιοι συνάδελφοι, φιλόλογοι και δάσκαλοι, να υποστηρίζουν την ύπαρξη «Κρυφού Σχολειού» κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Και μπορεί να μην υπάρχει – και σωστά – σχετική αναφορά στα σχολικά εγχειρίδια, οι σχολικές όμως γιορτές για την 25η Μαρτίου τους δίνουν την ευκαιρία, αξιοποιώντας και το σχετικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη και το γνωστό πίνακα του Νικολάου Γύζη, να μιλήσουν στο μαθητικό ακροατήριο για τις «απαγορεύσεις από την πλευρά των Τούρκων ίδρυσης και λειτουργίας ελληνικών σχολείων», οι οποίες «ανάγκασαν» τους υπόδουλους Έλληνες να «ιδρύσουν και να θέσουν σε λειτουργία τα Κρυφά Σχολειά».
          Όταν γίνεται λόγος για λειτουργία «Κρυφού Σχολειού» από τους υπέρμαχούς του, φαίνεται ότι εννοούν το σχολείο εκείνο, που στα χρόνια της Τουρκοκρατίας λειτουργούσε κρυφά, τις νυχτερινές συνήθως ώρες, σε εκκλησιαστικούς ή μοναστηριακούς χώρους με ευθύνη των ανθρώπων της Εκκλησίας. Και τούτο, για να μη γίνει αντιληπτή η λειτουργία του από τους κατακτητές, επειδή οι τελευταίοι δεν επέτρεπαν την ίδρυση και λειτουργία σχολείων στις υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
          Επομένως, εκείνο που πρώτα πρέπει να ερευνηθεί και να απαντηθεί είναι αν ήταν διωκόμενη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία η εκπαίδευση και στη συνέχεια, αν αυτό επιβεβαιωθεί, πρέπει να τεκμηριωθεί πώς και πού λειτούργησαν «Κρυφά Σχολειά».
          Στο πρώτο ερώτημα η ιστορική έρευνα έχει απαντήσει αρνητικά. Δεν έχει εντοπιστεί καμιά μαρτυρία που να αναφέρεται είτε σε άρνηση ίδρυσης ή κλείσιμο σχολείου είτε σε διώξεις φορέων της εκπαίδευσης. από τους Τούρκους [1].  (Εκτός αν υπάρχει κάποια…συνωμοσία της Ιστορίας). Αντίθετα, έχει καταγραφεί η περίπτωση Τούρκων παραγόντων, οι οποίοι, μετά από γενικότερη παραίνεση του Κοσμά του Αιτωλού, πρόσφεραν χρήματα για την ίδρυση σχολείων ελληνικών στην περιοχή της Πρέβεζας το 1779 [2]. Η ύπαρξη και λειτουργία της Μεγάλης του Γένους Σχολής, (πρόδρομός της υπήρξε το λεγόμενο Πατριαρχικό Σχολείο το 1556), της Ακαδημίας των Κυδωνιών, του Φιλολογικού Γυμνασίου της Σμύρνης, των ποικίλων άλλων εκπαιδευτηρίων στην Αθήνα (1647, 1716), στα Γιάννενα (1647, 1742), στην Άρτα (1669), στην Καστοριά (1708), στη Χίο (1666), αλλά και στην Κοζάνη, στις Μηλιές, στη Δημητσάνα κ.α., που συντηρούνταν από την Εκκλησία, τις κοινότητες ή πλούσιους εμπόρους των παροικιών, τεκμηριώνουν κατά τον καλύτερο τρόπο τις μεγάλες δυνατότητες των υπόδουλων Ελλήνων να μορφωθούν.
          Σίγουρα ο πρώτος αιώνας μετά την Άλωση δεν έχει να παρουσιάσει κάποια σπουδαία εκπαιδευτική κινητικότητα – και είναι λογικό. Και οι όποιες τυχόν μεμονωμένες προσπάθειες εκείνης της περιόδου θα ήταν αρκετά αδύναμες. Φυσικά η πιο συνηθισμένη μορφή εκπαίδευσης ήταν η μαθητεία κοντά σε κάποιο δάσκαλο και κυρίως σε κληρικό, χωρίς εμπόδια βέβαια από την οθωμανική διοίκηση. Άλλωστε, η τελευταία, όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Μ. Γεδεών, «ανεχομένη την Χριστιανικήν θρησκείαν, εγίγνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως. Και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν» [3]. Από τα μέσα κυρίως του 16ου αιώνα καταγράφεται συγκεκριμένη εκπαιδευτική κινητικότητα. Το 1593 η Πατριαρχική Σύνοδος αποφάσισε να συμβάλει στην εκπαιδευτική διαδικασία με την ίδρυση και συντήρηση των λεγόμενων «κοινών σχολείων» ή των «σχολείων των ιερών γραμμάτων» [4].
          Ο Κρούσιος το 1584 στο βιβλίο του Turcograecia [5] γράφει: «Σε όλη την Ελλάδα δεν υπάρχουν εκπαιδευτήρια. Δεν υπάρχουν επίσης ακαδημίες και δημόσιοι καθηγητές, παρά μόνο κοινά σχολεία, όπου τα παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν το Ωρολόγιο, την Οκτώηχο, το Ψαλτήριο και άλλα λειτουργικά βιβλία […] Οι ιερείς εισπράττουν από τους μαθητές τους μικρό βοήθημα» (σ. 205). Και λίγο παρακάτω (σ. 246): «Σε πολλούς ναούς ελληνικούς διαφόρων πόλεων είναι προσαρτημένα σχολεία, στα οποία δεν υπάρχουν τάξεις, ούτε ποικιλία μαθημάτων, αλλά ένας μοναδικός δάσκαλος διδάσκει στα παιδιά το Ψαλτήριο, το Ωρολόγιο […]». Από πουθενά, λοιπόν, δεν προκύπτει οθωμανική παρέμβαση κατά των σχολείων, ούτε λειτουργία «Κρυφού Σχολειού». Λειτουργούν «σχολεία των ιερών γραμμάτων», γι’ αυτό και είναι προσαρτημένα στις εκκλησίες και χρησιμοποιούν αποκλειστικά εκκλησιαστικά-λειτουργικά βιβλία.
          Όταν όμως αργότερα, μετά το 1750, στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, οι φιλελεύθεροι έμποροι των παροικιών χρηματοδοτούσαν την ίδρυση «νεωτερικών» σχολείων με φωτισμένους δασκάλους και σύγχρονα μαθήματα φυσικών επιστημών και φιλοσοφίας, εντονότατη ήταν η αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας. Από αυτήν, και όχι από την σουλτανική διοίκηση, εκπορεύτηκαν διώξεις εναντίον δασκάλων (Χριστόφορος Παμπλέκης, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Βενιαμίν Λέσβιος, Θεόφιλος Καϊρης κ.ά.) [6], κλείσιμο σχολείων (Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης, Γυμνάσιο Χίου κ.ά) [7], απαγορεύσεις βιβλίων και μαθημάτων [8]. Ειδικότερα για την τελευταία περίπτωση, σημειώνουμε την επίμονη και συστηματική δραστηριότητα του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄: το 1798 ζητά με εγκύκλιό του να αποσυρθούν όλα τα αντίτυπα της Νέας Πολιτικής Διοίκησης του Ρήγα Φεραίου και το Μάρτιο του 1821 – έχει ήδη ξεκινήσει η Επανάσταση – μέσω πατριαρχικής Συνόδου αποφασίζει «περί καθαιρέσεως των φιλοσοφικών μαθημάτων». Ο ίδιος λίγο παλαιότερα, το 1797-98, με την κατάληψη των Επτανήσων από τους δημοκρατικούς Γάλλους, χαρακτήριζε σε εγκύκλιό του προς τους Επτανήσιους τους Γάλλους ως «ολετήρας της ανθρωπότητος», «αντάρτας του Θεού» και «λυμεώνας της κοινής ευταξίας και ειρήνης», τους οποίους έπρεπε να αποστραφούν οι νησιώτες [9].
          Έχει γίνει, νομίζουμε, σαφές ότι οι σουλτανικές κυβερνήσεις δε στράφηκαν εναντίον της εκπαίδευσης των υπόδουλων Ελλήνων. Βέβαια, ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός στο βιβλίο του Cours de Literature grecque modern, που εκδόθηκε το  (1827) [10], αναφερόταν σε οθωμανικές απαγορεύσεις ίδρυσης δημόσιων σχολείων. Να, τι, ανάμεσα σε άλλα, έχει γράψει ο Νερουλός : «Οι Τούρκοι απηγόρευαν επι κεφαλική ποινή την οικοδομήν νέων εκκλησιών […] και την καθίδρυσιν δημοσίων σχολείων» (σελ. 64). «Πραγματικώς μεν η ανέγερσις δημοσίων σχολείων απετρέπετο […], αλλά πάντες οι πρόδομοι, είτε νάρθηκες των εκκλησιών μετεσχηματίζοντο εις προκαταρκτικά σχολεία» (σελ. 65). «Κατά συνέπειαν τα πλείστα των μοναστηρίων μεταβαλλόμενα εις σχολεία , απέβαινον άσυλον απαραβίαστον των επιστημών και των γραμμάτων» (σελ. 66). «Μόνον επί της βασιλείας του Σουλτάν Σελίμ ου μόνον τα σχολεία αλλά και τα λύκεια, ως τα των Κυδωνιών, της Σμύρνης, της Χίου και της Ξηράς Κρήνης στερεώθησαν παρά της τουρκικής κυβερνήσεως […] Διωρίσθη [ο Δημ. Μουρούζης] δι’ αυτογράφου διαταγής του Σουλτάν Σελίμ γενικός διευθυντής των ελληνικών σχολείων και νοσοκομείων» (σελ. 67). Όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης των παραπάνω αποσπασμάτων, πρόκειται για πληροφορίες συγκεχυμένες και αντιφατικές. Ο ίδιος ο Νερουλός σε άλλες σελίδες (44-45, 150-155) κάνει λόγο για τη λειτουργία σύγχρονών του ή παλαιότερων σχολείων. Ο καθηγητής Χ. Γ. Πατρινέλης, που έχει μελετήσει την αντιφατικότητα αυτών των πληροφοριών, συμπεραίνει ότι «το βιβλίο του Νερουλού [ο οποίος ήταν αξιωματούχος Φαναριώτης] είναι γραμμένο από άνθρωπο απαράσκευο για τέτοιο έργο. Κύριος σκοπός του ήταν να εξάρει τον ρόλο της παραδοσιακής ηγεσίας (Εκκλησίας και κυρίως των Φαναριωτών) στον ιστορικό βίο του Γένους, γενικεύοντας, υπερβάλλοντας ή και ακόμη επινοώντας ανύπαρκτα ‘‘γεγονότα’’» [11].
          Ωστόσο, πριν από λίγα χρόνια, το 1822, ο οπαδός του Διαφωτισμού γιατρός Στέφανος Κανέλλος σε επιστολή του προς τον Γερμανό Κ. Iken [12] έγραφε: «Οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία αυστηρότερα και από τας εκκλησίας Τούτο και άλλαι συγχρόνως αιτίαι εβίαζαν τους Γραικούς να θεωρούν την θρησκείαν ουσιωδώς συνδεδεμένην με τα γράμματα και τα σχολεία, διά τούτο και εις μεγάλας και εις μικράς πόλεις οι Γραικοί επροσπαθούσαν με δόσιν χρημάτων και με διαφόρους τρόπους να συστένουν κοινά σχολεία κρυφίως, όπου και των πτωχών τα τέκνα ανεξόδως εδιδάσκοντο». Πρόκειται για την πρώτη και μοναδική (αν εξαιρέσουμε τις παραπάνω αντιφατικές ειδήσεις του Νερουλού) «μαρτυρία», η οποία σαφέστατα κάνει λόγο για λειτουργία «Κρυφού Σχολειού» και μας έρχεται από τα χρόνια του Αγώνα. Σε άλλο όμως σημείο της ίδιας επιστολής διευκρίνιζε : «Κατά δυστυχίαν όμως εις όλα σχεδόν τα σχολεία μας εδιδάσκετο μόνον η παλαιά ελληνική χωρίς μέθοδον […] Η […] αμάθεια του γένους μας δεν προέρχεται από την αναισθησίαν ή αδιαφορίαν μας εις την παιδείαν, αλλ’ από την αθλίαν κατάστασιν των σχολείων, αποτέλεσμα της όλης καταστάσεως του έθνους». Εδώ φυσικά δε γίνεται λόγος για τουρκικές απαγορεύσεις ίδρυσης και λειτουργίας σχολείων. Αλλά ο Άλκης Αγγέλου στο βιβλίο του Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου ανασκευάζει πειστικότατα την παραπάνω «μαρτυρία», όπως και άλλες σχετικές πληροφορίες, ενώ παράλληλα εξηγεί τεκμηριωμένα ότι το «Κρυφό Σχολειό» συνδέεται με την προσπάθεια της ελληνικής λογιοσύνης να κινήσει το ενδιαφέρον της προοδευτικής ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων: το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των υποδούλων οφειλόταν στις κατά καιρούς απαγορεύσεις και διώξεις των Οθωμανών κατακτητών – άρα και για κάθε «στραβό και ανάποδο» του ελληνικού Αγώνα ευθύνονταν αποκλειστικά οι Τούρκοι.
          Αναμφίβολα όλα τα παραπάνω πείθουν τον κάθε αδογμάτιστο, καλοπροαίρετο και νηφάλιο συζητητή ότι: α) οι τουρκικές αρχές δεν απαγόρευαν την ίδρυση και λειτουργία σχολείων (το γεγονός αυτό δεν «εξωραΐζει» την Τουρκοκρατία). Γι’ αυτό και οι υπόδουλοι Έλληνες ανενόχλητα μπορούσαν να παρακολουθούν μαθήματα ή στα «κοινά σχολεία» ή σε ανώτερα εκπαιδευτήρια (άλλο, βέβαια, είναι το θέμα πόσα και ποιων κοινωνικών ομάδων ελληνόπουλα μπορούσαν να μορφωθούν) και β) σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δε σώζεται καμιά τεκμηριωμένη πληροφορία, έστω και έμμεση, που να πιστοποιεί την ύπαρξη «Κρυφού Σχολειού» [13].
          Δεν υπήρχε δηλαδή χώρος, εφόσον δεν υπήρχε και λόγος, για τη λειτουργία «Κρυφού Σχολειού». Γι’ αυτό, άλλωστε, και δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν από τους ιστορικούς ερευνητές τεκμήρια ύπαρξης ενός ανύπαρκτου τύπου σχολείου. Εξάλλου, όσα τοπωνύμια «Κρυφό Σχολειό» αναφέρονται από μελετητές [14], δεν έχουν καμιά σχέση με την Τουρκοκρατία. Χρονολογούνται μετά το 1899, ακριβώς γιατί το 1899 απαντά για πρώτη φορά ο όρος «Κρυφό Σχολειό»: τότε δημοσιεύθηκε το γνωστό ποίημα του Ιω. Πολέμη «Το Κρυφό Σχολειό» [15]. Έτσι, «ο μύθος απέκτησε πια […] και ονομασία, ή ίσως απλώς την κατοχύρωσε. Ωραίος τίτλος πάντως: κρυφό σχολειό. Η επίφαση μιας δημοτικιστικής θερμότητας περιθάλπει το κατασκεύασμα» [16].
          Επομένως, βρίσκονται έξω από την ιστορική πραγματικότητα και μακριά από την ιστορική έρευνα και την επιστημονική μεθοδολογία όσοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν την ύπαρξη και λειτουργία ενός ανύπαρκτου «καταδιωκόμενου θεσμού» [17]. Το «Κρυφό Σχολειό» είναι ένας μύθος ιστορικός – τίποτε παραπάνω, τίποτε παρακάτω [18]. Άρα, έτσι οφείλουν οι συνάδελφοι να προσεγγίζουν το συγκεκριμένο ζήτημα, εάν φυσικά πιστεύουν ότι έχουν την υποχρέωση να μάθουν τους μαθητές τους, και μάλιστα στο πλαίσιο σχολικής εθνικής γιορτής, να δέχονται, κατά τη ρήση του εθνικού μας ποιητή, ως εθνικό ό,τι είναι αληθινό.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Για τα ζητήματα που σχετίζονται με το «Κρυφό Σχολειό» βλ. το κατατοπιστικό βιβλίο του Άλκη Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου, εκδ. Εστία, Αθήνα 1997. Είχε προηγηθεί το συνοπτικό του άρθρο «Η κατάσταση της παιδείας στις υπόδουλες ελληνικές χώρες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ι΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1974, σσ. 366-367. Βλ. επίσης Φ. Κ. Βώρος, «Το Κρυφό Σχολειό και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Τα Εκπαιδευτικά, τχ. 2 (1985-86), σσ. 31-39· Α. Μανδρίκας, «Κρυφό Σχολειό», μύθος ή πραγματικότητα;, εκδ. Καλέντης, Αθήνα 1992.
2) Βλ. Ά. Ξανθοπούλου-Κυριακού, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και οι Βενετοί (1777-1779). Τα τελευταία χρόνια της δράσης του και το πρόβλημα των Διδαχών, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 103-108
3) Μ. Γεδεών, «Σχολεία και βιβλία κατά τον ΙΖ΄αιώνα», Εκκλησιαστική Αλήθεια, τόμ. 8 (1888), σ. 305.
4) Ο Μ. Γεδεών, Ιστορία των του Χριστού πενήτων, Αθήναι 1939, σ. 190, εκφράζει τις επιφυλάξεις του για το βαθμό που εφαρμόστηκε η σχετική απόφαση : «Ολίγιστοι τούτων [των επισκόπων], ολιγιστότατοι εσκέφθησαν ‘‘φροντίδα την δυναμένην και δαπάνην ποιείν’’ υπέρ ιδρύσεως και συντηρήσεως σχολείων».
5) Μ. Crusius, Turcograecia, Bασιλεία 1584.
6) Βλ. πρόχειρα G. P. Henderson, Η Αναβίωση του Ελληνικού Στοχασμού (1620-1830), μτφρ. Φ. Κ. Βώρου, Αθήνα 1997, σσ. 59-61.
7) Ειδικότερα για τα γεγονότα του Γυμνασίου της Σμύρνης βλ. Φ. Ηλιού, Κοινωνικοί αγώνες και Διαφωτισμός. Η περίπτωση της Σμύρνης (1819), Αθήνα 1986.
8) Βλ. ενδεικτικά Φ. Ηλιού, Τύφλωσον Κύριε τον λαόν σου, εκδ. Πορεία, Αθήνα 1988.
9) Για τις δραστηριότητες του Γρηγορίου του Ε΄ βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Ερμής, (τρίτη έκδοση), σσ. 361-368.
10) Το βιβλίο του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού, Cours de Litterature grecque moderne, Γενεύη 1827, μεταφράστηκε και εκδόθηκε το 1870 στα ελληνικά: Ιστορία των γραμμάτων παρά τοις νεωτέροις Έλλησι.
11) Χ. Γ. Πατρινέλης, «Το ‘‘Κρυφό Σχολειό’’ και πάλι», Ο Ερανιστής, τόμ. 25 (2005), σ. 330.
12) Την επιστολή του Στ. Κανέλλου βλ. Α. Δημητρακόπουλος, Επανορθώσεις σφαλμάτων παρατηρηθέντων εν τη Νεοελληνική Φιλολογία του Κ. Σάθα, Τεργέστη 1872, σσ. 46-53.
13) Είναι χωρίς σοβαρότητα τα επιχειρήματα υποστηρικτών του «Κρυφού Σχολειού», όπως «Το γεγονός ότι το Σχολείο αυτό ελειτούργησε κρυφά είναι ένας βασικός λόγος, που εξηγεί γιατί δεν μνημονεύεται αυτό σ’ έγγραφα της εποχής, στα οποία να στηριχθούν οι ιστορικοί» ή «Κάποιοι λένε ότι δεν βρήκαν πουθενά γραμμένη, άρα μαρτυρημένη, την ύπαρξη ‘‘Κρυφού Σχολειού’’. Ασφαλώς στα ‘‘Κρυφά Σχολειά’’ δεν υπήρχαν μαθητολόγια, επετηρίδες, βιβλία κ.λπ.».
14) Βλ. ενδεικτικά Ι. Χατζηφώτης, Το «Κρυφό Σχολειό». Η προσφορά της Εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, έκδοση Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1978, σσ. 22-23, Τ. Γριτσόπουλος, «Ολίγα περί Κρυφού Σχολειού και άλλα τινά», Μνημοσύνη, τόμ. Ε΄ (1973-1975), σσ. 401-402.
15) Βλ. Χ. Γ. Πατρινέλης, ό. π., σ. 335.
16) Αλέξης Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2000, σ. 39 (στο δοκίμιο «Φεγγαράκι μου λαμπρό…»).
17) Τα σχετικά με το γνωστό πίνακα του Ν. Γύζη, με το ποίημα του Ιω. Πολέμη, με το γνωστό παιδικό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό» δε συνιστούν τεκμήρια ύπαρξης του «Κρυφού Σχολειού». Τα θέματα αυτά απασχολούν τη νεοελληνική γραμματεία, τη λαογραφία κ.λπ. Επίσης ο λόγος για τον οποίο το 88% των ερωτηθέντων σε σχετική έρευνα (που δημοσιεύθηκε στην εφ. Καθημερινή, 24-25 Μαρτίου 2007, σ. 30) απάντησε ότι «μάλλον υπήρξε Κρυφό Σχολειό» και μόνο το 9% απάντησε αρνητικά, είναι σοβαρό ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει τον ιστορικό   της νεοελληνικής εκπαίδευσης αλλά και τον επιστήμονα της κοινωνικής ανθρωπολογίας.
18) Αξίζει να διαβάσει κανείς το μελέτημα του Β. Κρεμμυδά, «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων. Σχετικά με μια ομιλία του Παλαιών Πατρών Γερμανού», Μνήμων, τόμ. 18 (1996), σσ. 9-21, ή το άρθρο του Α. Πολίτη, «Αχ, αυτοί οι μύθοι», εφ. Καθημερινή, 24-25 Μαρτίου 2007, σ. 30, για να αντιληφθεί πώς κατασκευάζονται οι ιστορικοί μύθοι.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου