Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013


ΙΘΑΚΗ ΚΑΙ ΙΘΑΚΗΣΙΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
 

 

 [Επεξεργασμένη μορφή ομιλίας, που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο Ιθάκης στις 24 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Οδύσσεια ΚεφαλλονιάςῙθάκης", έτος 2009, σσ. 50-55.]

 

 
          Όταν ξεκινά η Επανάσταση του 1821, η Αγγλία είναι ένα από τα πέντε μέλη της Ιερής Συμμαχίας – ενός συνασπισμού ευρωπαϊκών δυνά­μεων, που μοναδικό στόχο έχει τη διατήρηση της «νέας τάξης πραγμάτων» όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με τη Συνθήκη του Παρισιού το 1815: δια­φύλαξη – εδραίωση των ανελεύθερων – δεσποτικών καθεστώτων και κα­τάπνιξη κάθε φιλελεύθερου – επαναστατικού κινήματος. Για τα δικά της γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο έχει ταχθεί – τουλάχιστο μέχρι το 1823 τυπικά και ουσιαστικά – υπέρ της ακε­ραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως κατά του εθνι­κοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Αυτήν την πολιτική εφαρμόζει, μέσω της Προστασίας που έχει επι­βληθεί στα Επτάνησα, ο Άγγλος Αρμοστής: απαγορεύει, με ποινή φυλά­κισης, εξορίας και δήμευσης περιουσίας, κάθε κίνηση συμπαράστασης ή συμμετοχής στην Επανάσταση καθώς και κάθε εμπορική συναλλαγή με τους Έλληνες επαναστάτες.          
          Ωστόσο, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, που ορθώνονται από τη Βρετανική Προστασία, στην Ιθάκη, όπως και στα υπόλοιπα Επτάνησα, η εθνική συνείδηση των κατοίκων έχει από καιρό ωριμάσει. Η παρουσία, έστω και ολιγόχρονη (1797-1799), των δημοκρατικών Γάλλων στα ιόνια νησιά συνέβαλε στην ευχερέστερη διάδοση των δημοκρατικών, αστικών ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, αφύπνισε και ζωογόνησε το αίσθημα της ελευθερίας και προώθησε τις αρχές της εθνικής κρατικής συγκρότησης. Εννοείται πως το αστικό στοιχείο του νησιού, το οποίο όλο και πληθαί­νει, κατανοεί ότι έχει κάθε συμφέρον - πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό – από τη δημιουργία ελληνικού ανεξάρτητου κράτους. Γι’ αυτό και επιζητεί τη συστράτευσή του στον αγώνα των ομοεθνών του στην κυρίως Ελλάδα. Συνοδοιπόρους σε αυτόν τον προσανατολισμό θα βρει τους νέους διανο­ούμενους και τα πιο προωθημένα αγροτικά στοιχεία.
          Αλλά και οι απόδημοι Ιθακήσιοι, έμποροι και επιχειρηματίες, πλοιοκτήτες και ναυτικοί, εγκατεστημένοι στα λιμάνια και τα αστικά κέ­ντρα κυρίως της Νότιας Ρωσίας και των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, έχουν γίνει σίγουροι αποδέκτες και φορείς των νέων αστικών φιλελεύθε­ρων ιδεών. Πρόθυμα λοιπόν και συνειδητά θα πάρουν μέρος στον αγώνα για εθνική απελευθέρωση. Πάντως, αυτή η συστράτευση των Ιθακήσιων με τους άλλους Έλ­ληνες στην Επανάσταση του 1821 συνιστούσε και μια μορφή ισχυρής δια­μαρτυρίας κατά της Βρετανικής Προστασίας. Και ση­ματοδοτούσε τη θέ­λησή τους ότι δε θα ανεχθούν να ζήσουν κάτω από την αγγλική καταπί­εση και ξεκομμένοι από τον ελληνικό εθνικό κορμό.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα ήταν να σημειώσουμε την αρχική πρόταση του Άγγλου υπεύθυνου για την εκπαίδευση στα Επτάνησα Guil­ford να ιδρυθεί πανεπιστημιακό ίδρυμα στην Ιθάκη. Και διάλεξε το νησί αυτό ο Guilford ως τόπο κατάλληλο για λόγους ρομαντικούς συνάμα και πρακτικούς: συνδεόταν με τον Όμηρο και το θρυλικό Οδυσσέα, αλλά και οι κάτοικοί του ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν εργασία και χρήματα για την υλοποίηση του σχεδίου. Ο Άγγλος Αρμοστής όμως Maitland δε συμ­φώνησε, γιατί προφα­νώς η Ιθάκη βρισκόταν πολύ κοντά στη σκηνή του εθνικού Αγώνα και πολύ μακριά από την έδρα της προστάτριας εξουσίας και επομένως το νέο πνευματικό ίδρυμα δε θα είχε τα εχέγγυα για σί­γουρη λειτουργία. Γι’ αυτό τελικά η Ιόνια Ακαδημία θα ιδρυθεί και θα λειτουργήσει δυο χρόνια αρ­γότερα στην ασφαλή Κέρκυρα.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η συμβολή των Ιθακησίων στην Επανάσταση του 1821 θα αποδειχθεί πολύμορφη και πολυδιάστατη. Και αναφερόμαστε στους Ιθακήσιους που ζουν και δραστηριοποιούνται στο νησί, στους απόδημους που ζουν και εργάζονται στην Κωνσταντινού­πολη, στη Μολδοβλαχία και στη Ν. Ρωσία, στους καπετάνιους και τους ναυτικούς που οργώ­νουν τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Οι ντό­πιοι περιθάλ­πουν στο νησί τραυματίες από την απέναντι Στερεά Ελλάδα, Ήπειρο και Πελο­πόννησο, φιλοξενούν πρόσφυγες και συντηρούν γυναι­κόπαιδα. Ντόπιοι και απόδημοι εντάσσο­νται στη Φιλική Εταιρεία. Προ­σφέρουν χρήματα ή στέλνουν τρόφιμα και πολεμοφόδια στους επαναστα­τημένους συμπατριώτες τους. Παίρνουν μέ­ρος στις στεριανές ή θαλασσι­νές πολεμικές επιχειρήσεις είτε ατομικά είτε μέσα από καλά οργανωμένα στρατιωτικά τμήματα.
Και όλα αυτά προκύπτουν από τη μελέτη του σχετικού αρχειακού υλικού, των Απομνημονευμάτων των αγωνιστών και των ιστοριογραφι­κών έργων, αν και πολλά ακόμη μένει να γίνουν από την ιστορική έρευνα, για να φωτι­στεί επαρκώς η ιθακήσια παρουσία και συμμετοχή τόσο στην προπαρα­σκευή όσο και στην εξέλιξη του Αγώνα του 1821.

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αλλά και πριν από την έναρξή της στο φιλόξενο νησί της Ιθάκης των 8.000 περίπου τότε κατοίκων, έβρι­σκαν καταφύγιο οι διωκόμενοι Έλληνες αγωνιστές των απέναντι περιο­χών μαζί με τις οικογένειές τους. Ο Αλή-πασάς των Ιωαννίνων, μάλιστα, αρκετές φορές διαμαρτυρόταν και απειλούσε με αντίποινα, επειδή Έλλη­νες κλέφτες και αρματωλοί είχαν ως άσυλο το νησί αλλά και ως τόπο εξόρμησης εναντίον του. Απαγόρευε στους Ιθακήσιους και στους άλλους Επτανήσιους να διαμένουν, να εργάζονται και να εμπορεύονται με τη Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο. Αυτά όμως τα μέτρα ζημίωναν το νησί, γι’ αυτό με εντολή της Ιόνιας Γερουσίας ο γερουσιαστής Ιθάκης Βασίλειος Ζαβός ανέλαβε να διαπραγματευτεί το ζήτημα με τον ίδιο τον Αλή-πασά το Μάιο του 1806.
Η συμφωνία του Αλή-πασά με τον Β. Ζαβό ήταν ουσιαστικά μια συμβιβαστική λύση και από τις δυο πλευρές: και το εμπόριο με τα λιμάνια της δυτικής Στερεάς και Ηπείρου επιτράπηκε και οι καταδιωκόμενοι αγωνιστές με τις οικογένειές του μπορούσαν με την παροχή εγγυήσεων να μείνουν στο νησί. Αναφέρουμε επιλεκτικά τους Δήμο Μπουκουβάλα, Γε­ώργιο Βαρνακιώτη, Δημήτριο Καραΐσκο, Δημήτριο Ίσκιο, Ευστάθιο Ρε­μέντζη, Πάνο Δουρούκη, Κώστα Καρακώστα, Νικόλαο Κουτσογιάννη, Στάθη Μακρυστάθη, Δημήτριο Κάτσελο κ.ά.

Σημειώνουμε επίσης ότι στην Ιθάκη γεννήθηκε ο ήρωας της Γρα­βιάς Οδυσσέας Ανδρούτσος, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του. Το όνομά του παραπέμπει προφανώς στον ομηρικό ήρωα. Σε αυτό το νησί υπηρέτησε για ένα διάστημα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ενταγμένος βέ­βαια στην υπηρεσία της Βρετανικής Προστασίας. Τέλος, από την Ιθάκη πέρασε το Δεκέμβριο του 1823 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, όταν άρρωστος από φυματίωση, προσέτρεξε στο φίλο του «σιορ Φωκά-Παΐση» στο χωριό Κιόνι. Αφού ο τελευταίος του έδωσε συστατικά γράμματα για τους φί­λους του στο Αργοστόλι, με τα οποία τους καλούσε να εξυπηρετήσουν τον ήρωα της Ρούμελης, ο Καραϊσκάκης αναχώρησε για την πρωτεύουσα της Κεφαλονιάς. Εκεί έμεινε περίπου δυο μήνες για τη θεραπεία του και μετά επέστρεψε στο Κιόνι, για να περάσει στο Μεσολόγγι στις αρχές του 1824. Υπογραμμίζουμε, όπως προκύπτει μέσα από τη σχετική αλληλογρα­φία, την αδελφική φιλία αλλά και κουμπαριά μεταξύ Καραϊσκάκη και Φωκά-Παΐση. Τεκμήριο αυτής της αγάπης και εκτίμησης είναι η ανάθεση από τον πρώτο στο δεύτερο της φροντίδας για το σπιτικό του. Έμενε η οικογένεια του Ρουμελιώτη αγωνιστή για ασφάλεια στο νησάκι Κάλαμος, εξαρτημένο άμεσα από την Ιθάκη. Έγραφε ο Καραϊσκάκης στο Φωκά-Παΐση, το Φεβρουάριο του 1824: «σου λέγω διά το οσπήτι μου αυτού να το προσέχεις ως ιδικόν καθώς είμαι βέβαιος πολύ περισσότερον τώρα να το προσέξεις καλλίτερα ακόμα».

Στη Φιλική Εταιρεία εντάχθηκαν πολλοί Ιθακήσιοι, κυρίως της διασποράς, όπως τεκμηριώνεται από τους ονομαστικούς καταλόγους των Φιλικών. Οι περισσότεροι ζούσαν και δραστηριοποιούνταν στην Κων­σταντινούπολη και στη Μολδοβλαχία, όπου από το 18ο αιώνα εκεί λει­τουργούσε αξιόλογη παροικία Κεφαλονιτών και Ιθακησίων. Αναφέρουμε μερικά ονόματα: Νικόλαος Γαλάτης, σημαντική μορφή, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. ο αδελφός του αρχιμαν­δρίτης Ευστράτιος. Ευγένιος Καραβίας, μητροπολίτης Αγχιάλου, ο οποίος απαγχονίστηκε το Πάσχα του 1821 μέσα στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων. Άγγελος Ροδοθεάτος, έμπορος στην Τεργέστη, ο οποίος φιλο­ξένησε το Λόρδο Βύρωνα στον Πισαετό, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε την Ιθάκη, όπου και διέθεσε σεβαστό ποσό για την περίθαλψη των προ­σφύγων. Ιωάννης Βλασσόπουλος, πρόξενος της Ρωσίας στην Πάτρα και υπεύθυνος της Εφορείας της Φ.Ε. στην Αχαΐα. Διονύσιος Ευμορφόπουλος: θα τον συναντήσουμε αρκετές φορές παρακάτω. Γεώργιος Δενδρινός, επί­σκοπος: θα αναλάβει σοβαρή αποστολή στο Λίβανο. Γεώργιος Πατρίκιος: συνόδευσε τον Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο. Σπυρίδων Δρακούλης, θείος του πρωτοσοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη. οι πλοίαρχοι Ευάγγελος Μαντζαράκης-Λυκούδης και Στ(αύρος) Αλευράς. Βασίλειος Καραβίας ή Καραβιάς με σημαντική δράση στο Γαλάτσι. Ιωάννης Πέτας, Γεώργιος Βλησμάς, Γεράσιμος Πέτας, Ευάγγελος Μαρούλης. Επαμεινώνδας Πετα­λάς, Πέτρος Ραυτόπουλος: οι έμποροι Ιωάννης Δούσμανης και Ανδρέας Κουβαράς. ο ναύτης Πανα­γιώτης Βουλιέρης. ο πλοίαρχος Παναγιώτης Χαλικιόπουλος και αρκετοί άλλοι. Ο αριθμός των Ιθακησίων Φιλικών εί­ναι αξιοπρόσεκτος αναλογικά βέβαια με τον πληθυσμό του νησιού. Και φυσικά πόσων άλλων αγνοούμε τα ονόματα.

Είναι ανάγκη, ωστόσο, να μείνουμε λίγο στην περίπτωση του Νι­κόλαου Γαλάτη, γόνου αριστοκρατικής οικογένειας από την Ανωγή. Ήταν από τους πρώτους που μυήθηκαν στη Φ.Ε. Πρέπει να ήταν μέλος ήδη το 1816. Κινήθηκε θαρραλέα και δραστήρια στην κατήχηση νέων με­λών και ιδίως επιφανών προσώπων στη Μόσχα, ώστε να «οφείλεται εθνική ευγνωμοσύνη εις τον Γαλάτην, διότι πρώτος ούτος διέσπασε εν Μόσχα τους πάγους του Βορρά κατηχήσας σπουδαία και πανελληνίου φήμης πρόσωπα». Όμως, ο ζωηρός και μαται­όδοξος χαρακτήρας του, η αμετροέπεια και η απληστία του στο χρήμα, κατά τον Ιω. Φιλήμονα, κα­τέστησαν τον Γαλάτη επικίνδυνο για τη μυστική δράση της Φ.Ε., με απο­τέλεσμα η ηγεσία της να αποφασί­σει τη θανάτωσή του το Νοέμβριο του 1818. Έτσι, υπήρξε το μοιραίο θύμα των περιστάσεων, στις οποίες βρέ­θηκε τότε η Φ.Ε., προκειμένου να περιφρουρήσει τα υπόλοιπα μέλη και να αποφύγει τη ματαίωση του έρ­γου της.

Ένας άλλος Ιθακήσιος, ο οποίος εργάστηκε αποφασιστικά για την προετοιμασία της Επανάστασης ήταν ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος. Συνε­χίζοντας τη ναυτική παράδοση της οικογένειάς του – ο πατέρας του υπήρξε κυβερνήτης σε πλοίο της ομάδας καταδρομικών του Λάμπρου Κα­τσώνη – ήταν πλοίαρχος σε ιδιόκτητο σκάφος. Κατά το χειμώνα του 1818-1819 μυήθηκε στη Φ.Ε. και από τότε εγκατέλειψε το πλοίο του και «αφω­σιώθην πλέον όλος μου ο σκοπός εις την ενέργειαν του έργου», όπως ο ίδιος έχει γράψει. Συνεργάστηκε με τον Νικ. Σκουφά, τον Παν. Αναγνω­στόπουλο, τον Χριστόδουλο Λουριώτη και τον Παπαφλέσσα. Περιόδευσε το 1819 στην Πελοπόννησο, όπου συναντήθηκε με τον Πετρόμπεη Μαυ­ρομιχάλη, τον Αναγνωσταρά και τον Νικηταρά για την προετοιμασία του κινήματος, ενώ το 1820 κινήθηκε μεταξύ Βουκουρεστίου και Γαλατσίου. Τότε στο Γαλάτσι, ο Δ. Ευμορφόπουλος με το συμπατριώτη του Βασίλειο Καραβία και τον Κεφαλλονίτη Ανδρέα Σφαέλο, με εντολή της ηγεσίας της Φ.Ε., θανάτωσε τον φιλικό Κυριάκο Καμαρινό, επειδή είχε καταστεί επι­κίνδυ­νος στα σχέδια της Εταιρείας λόγω της υπέρμετρης πολυπραγμοσύ­νης του. Ο προληπτικός αυτός φόνος του Καμαρινού ήταν ο δεύτερος μετά από εκείνον του Γαλάτη. Είχε και τέτοια συμβάντα ο Αγώνας.
Στη συνέχεια, ο Ευμορφόπουλος στάλθηκε στην Κωνσταντινού­πολη για την εκτέλεση ενός ριψοκίνδυνου σχεδίου: πυρπόληση του αγκυ­ροβολημένου τουρκικού στόλου και του σουλτανικού παλατιού και σύλ­ληψη του Σουλτάνου. Για κάποιους όμως λόγους προδόθηκε το σχέδιο, οι Τούρκοι προέβησαν σε συλλήψεις και ανακρίσεις και έτσι ο Ιθακήσιος αγωνιστής αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη. Από τους πρώτους μήνες του 1821 βρισκόταν στη Νότια Ελλάδα, για να πάρει μέρος σε πολ­λές μάχες, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω, ακόμη και στην τελευταία ελ­ληνοτουρ­κική σύγκρουση στην Πέτρα Βοιωτίας (Σεπτ. 1829), και να δια­κριθεί για τη γενναιότητα και τη σωφροσύνη του, ώστε να τιμηθεί με το βαθμό του στρατη­γού.

Αλλά και στα πεδία των μαχών η παρουσία και δράση των Ιθακη­σίων υπήρξε σημαντική, κάποτε μάλιστα καθοριστική. Ξεκινάμε από τη Μολδοβλαχία, αφού από εκεί ξεκίνησε η Ελλη­νική Επανάσταση. Στις 21 Φεβρουαρίου 1821, μια μέρα πριν από την επί­σημη έναρξη του Αγώνα από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, πρώτος ο Ιθα­κήσιος Βασίλειος Καραβίας (ή Καραβιάς) υψώνει την επαναστατική ση­μαία. Με στρατιωτικό σώμα 150 ανδρών – οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Ιθακήσιοι και Κεφαλονίτες – θα νικήσει τους Τούρκους στο Γαλάτσι και θα καταλάβει την πόλη. Πρόκειται για την πρώτη πολεμική πράξη της Ελληνικής Επανάστασης, αυτήν που «άναψε την πρώτη θρυ­αλλίδα της πυρκαγιάς». Ως γενικός στρατιωτικός διοικητής του Γαλα­τσίου επέδειξε στρατηγικές ικανότητες σε όλη αυτήν την περίοδο, η μη σωστή όμως εφαρμογή του σχεδίου κατά τη μάχη του Δραγατσανίου (Ιούνιος 1821) από την πλευρά του, οδήγησε τον Υψηλάντη στην καθαί­ρεση του πράγματι γενναίου αγωνιστή.
Ωστόσο, τόσο στη μάχη του Δραγατσανίου όσο και σ’ εκείνη στο Σκουλένι οι Ιθακήσιοι νέοι μέσα από τον Ιερό Λόχο πήραν «το βάπτισμα του πυρός». Μνημονεύουμε κάποια ονόματα: Σπυρίδων Δρακούλης, ο οποίος και σκοτώθηκε. Παναγής Καραβίας Καρδαράς, Άγγελος Γιαννιώ­της, Ευ­στάθιος Καραβίας Γιαννούτσος, Χρήστος Σταύρακας κ.ά. Δεν εί­ναι, πά­ντως, λίγοι εκείνοι, οι οποίοι, μετά την αποτυχία του κινήματος στη Μολδοβλαχία, κατέβηκαν στη Ν. Ελλάδα και πήραν μέρος στα εκεί πολεμικά γεγονότα.
Κατά τα πρώτα έτη του Αγώνα Ιθακήσιοι συμμετείχαν στη μάχη του Βαλτετσίου (Μάιος 1821) κάτω από τις οδηγίες του Κολοκοτρώνη, στη μάχη του Λάλα (Ιούνιος 1821) μέσα από το στρατιωτικό σώμα των Ανδρέα και Κωνσταντίνου Μεταξά, στην ατυχή μάχη στο Πέτα (Ιούλ. 1822) με αρκετούς νεκρούς, στην καταστροφή του Δράμαλη, στα Δερβε­νάκια (Νοε-Δεκ. 1822). Σε όλες αυτές τις συγκρούσεις παρών ήταν και ο Δ. Ευμορφόπου­λος: στο Λάλα, στο Βαλτσέτσι, στα Δολιανά, στα Δερβενάκια. Κατείχε επι­τελικές θέσεις και συνεργαζόταν με τους Δημ. Υψηλάντη, Θ. Κολοκο­τρώνη, Γρ. Παπαφλέσσα κ.ά. Η δύσκολη όμως περίοδος για τον Ιθακήσιο αγωνιστή ήταν εκείνη του εμφυλίου πολέμου (1824-1825). Γράφει ο ίδιος με πίκρα στα σύντομα «Απομνημονεύματά» του: «Ήδη αρχίζει ο εμφύλιος πόλεμος και δεν έχω καρδίαν να κάμω λόγον, εάν και πολλούς έσωσα και κανένα δεν έβλαψα εις αυτήν την περίστασιν».
Και ενώ ο εμφύλιος πόλεμος ήταν σε όξυνση, και ο Ιμπραήμ ρήμαζε την Πελοπόννησο, πράγματι υπεράνθρωπες θεωρούνται οι προσπάθειες του Ευμορφόπουλου, που με σωφροσύνη προσπαθούσε να ισορροπήσει την κατάσταση μεταξύ των αντιμαχόμενων Ελλήνων και παράλληλα να πάρει μέτρα για την αντιμετώπιση του Αιγύπτιου εισβολέα. Παρά ταύτα, ομολογεί ο ίδιος ότι «διά όλην την δραστηριότητα και προθυμίαν, όπου έτρε­χον εις τους κινδύνους, εις μέλη τινά της τότε Κυβερνήσεως πονηρός δαί­μων εμβήκεν εις τα σπλάχνα των και αντί αμοιβής των τόσων θυσιών μου απεφάσισαν να με δολοφονήσουν και αντί εμού εφόνευσαν τον αδελφόν μου Κωνσταντίνον».
Ο Ευμορφόπουλος, βέβαια, συνέχισε το εθνικό του έργο. Σημαντι­κότατη μάλιστα υπήρξε η προσφορά του στη μάχη της Αθήνας και στην πολιορκία της Ακρόπολης κατά τα έτη 1826-1827. Το 1826 αναδείχθηκε σε δύ­σκολη χρονιά για την Επανάσταση. Ήδη ήταν ορατές οι καταστρο­φικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου. Ο Ιμπραήμ κυριαρχούσε στην Πε­λοπόν­νησο, το Μεσολόγγι είχε πέσει και ο Κιουταχής κατευθυνόταν προς την Αθήνα. Εκεί, από τα μέσα του Ιουνίου 1826 βρίσκονταν και αγωνίζο­νταν κάτω από τη διοίκηση του Γκούρα πολλοί Κεφαλονίτες και Ιθακή­σιοι και άλλοι Επτανήσιοι, οι οποίοι είχαν συμπήξει ιδιαίτερο στρατιω­τικό σώμα με αρχηγό τον Δ. Ευμορφόπουλο. Ο τρόπος διοργάνωσης και λειτουργίας αυτού του σώματος μαρτυρούσε τη δημοκρατική αγωγή των Επτανησίων, τη φιλελεύθερη συνείδηση και την πολιτική τους ωριμότητα. Και όπως χα­ρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός Σπ. Λουκάτος «καθίστα­ται το σώμα τούτο όντως εκκλησία πολεμική του εν Ελλάδι Επτανησίου δήμου, υπεν­θυμίζουσα αναλόγους συνελεύσεις πολεμιστών εν τη αρχαία Ελλάδι». Και φυσικά γι’ αυτά τα αποτελέσματα καθοριστική υπήρξε η παρουσία του Ιθακήσιου Ευμορφόπουλου.
Σκληρές ήταν οι μάχες γύρω από την Ακρόπολη, ενώ ηρωική χα­ρακτηρίζεται η είσοδος του επτανησιακού σώματος μέσα σε αυτήν τον Οκτώ­βριο του 1826. Εκεί, οι Επτανήσιοι υπό τον Δ. Ευμορφόπουλο και με την ουσιαστική συμμετοχή του Κεφαλονίτη Γερ. Φωκά θα υποστούν αγόγγυ­στα τα δεινά της πολύμηνης πολιορκίας από τους Τούρκους. Θα αποκρούσουν νικηφόρα τις εχθρικές επιθέσεις με πολλούς όμως νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ευμορφόπουλος που τραυματίστηκε στην πλάτη και το κεφάλι. Και θα παραμείνουν εκεί, πο­λεμώντας με απαρά­μιλλο θάρρος και πειθαρχία, μέχρι την παράδοσή τους στους Τούρκους το Μάιο του 1827, παρά την απόφασή τους να συνεχί­σουν τον αγώνα και να μην παραδοθούν.

Στο μεταξύ, στα μέσα του 1825, Ιθακήσιος είναι επικεφαλής ειδικής αποστολής στο Λίβανο. Και συγκεκριμένα: Η Ελληνική Διοίκηση έχει συ­στήσει τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από τον Ιθακήσιο επίσκοπο Ευ­δοκιάδος Γρηγόριο Δενδρινό ως επικεφαλής, τον Κύπριο πατριώτη δά­σκαλο Χαράλαμπο Μάλη και τον Μακεδόνα έμπορο στο Λίβανο Χατζή Στάθη Ρέζη, για να μεταβεί στη συρολιβανική περιοχή, προκειμένου μετά από επιτόπια έρευνα να εκτιμήσει τις δυνατότητες εξέγερσης της περιο­χής κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με την ελληνική συνδρομή. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα λειτουργούσε ως αντιπερισπασμός στον Αιγύ­πτιο Μεχμέτ Αλή και το γιο του Ιμπραήμ, ο οποίος θα εξαναγκαζόταν να αποσυρθεί από την Πελοπόννησο και θα περιοριζόταν στη διατήρηση των ορίων του, εφόσον θα κινδύνευε περιοχή – η συρολιβανική – για την οποία έδειχνε άμεσο ενδιαφέρον. Εξάλλου, στην περιοχή αυτή οι υπόδου­λες στον τουρκικό ζυγό αραβικές φυλές των Μαρωνιτών και των Δρού­ζων, των Arsaries και των Metualis είχαν με διάφορους τρόπους δηλώσει τον πόθο τους για ελευθερία και ανεξαρτησία, αλλά και οι τοπικοί ηγέτες τους είχαν εκθέσει παλαιότερα τις φιλελεύθερες και φιλελληνικές τους διαθέσεις.
Η ελληνική πρεσβεία, αφού παρέμεινε στην περιοχή ένα εξάμηνο, επέστρεψε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1826. Και με αναφορά του ο Ευδοκιάδος Γρηγόριος Δενδρινός προς την Ελληνική Διοίκηση διαπί­στωνε τη δυνατότητα εξέγερσης των κατοίκων κατά των Τούρκων. Γι’ αυτό και πρότεινε την αποστολή μικρού ελληνικού εκστρατευτικού σώ­ματος στη συρολιβανική περιοχή αποτελούμενου από 15-20 πλοία και μι­κρή αποβατική δύναμη 3.000 περίπου Ελλήνων, για να δοθεί η ευκαιρία της εξέγερσης των εκεί πληθυσμών κατά των Τούρκων. Επειδή όμως είχαν μεταβληθεί στο μεταξύ τα δεδομένα στον ελληνικό Αγώνα (αλλαγή Διοί­κησης, άλλες προτεραιότητες στο πολεμικό μέτωπο) η πρόταση του Δεν­δρινού δεν είχε συνέχεια και πρακτική εφαρμογή. Γι’ αυτό και ο ίδιος εγκατέλειψε την Ελλάδα. Κατά την επιστροφή του στη γενέτειρά του συ­νελήφθη και μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια, απ’ όπου απελευθερώθηκε με παρέμβαση του εκεί Άγγλου Προξένου και στάλθηκε στη Ζάκυνθο και μετά στην Ιθάκη. Το θέμα όμως της ελληνο-λιβανικής συμμαχίας δε στα­μάτησε να τον απασχολεί. Επανήλθε επί Καποδίστρια, στον οποίο υπέ­βαλε το 1828 σχετική αναφορά, χωρίς βέβαια κανένα αποτέλεσμα. Επιμείναμε σε αυτό το γεγονός, διότι παράλληλα με την ανάδειξη του Γρηγορίου Δενδρινού θέλαμε να προβάλουμε μια πτυχή του Ελληνι­κού Αγώνα, άγνωστη, πιστεύουμε, στους πολλούς – μια πτυχή που σχετί­ζεται με την πολιτική των συμμαχιών των υπεύθυνων παραγόντων της Επανάστασης.

Ωστόσο, οι Ιθακήσιοι, κατεξοχήν άνθρωποι της θάλασσας, θα ήταν παράδοξο, αν δεν είχαν συμμετοχή στις θαλασσινές συγκρούσεις του 1821. Τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Και σε αυτές τις συγκρούσεις με τους Τούρκους την πρωτιά την είχαν οι Θιακο-Κεφαλονίτες. Δεκαπέντε μέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης και ενώ οι Πα­ραδουνάβιες Ηγεμονίες βρίσκονταν «επί ποδός πολέμου» με τη λαμπρή παρουσία και καθοδήγηση του Αλ. Υψηλάντη, πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου 1821 η πρώτη νικηφόρα ναυμαχία του Αγώνα στον ποταμό Προύθο. Με επικεφαλής τον Κεφαλονίτη πλοίαρχο Ανδρέα Σφαέλο δεκα­τρία επτανησιακά πλοία επιτέθηκαν και κατέλαβαν δέκα τουρκικά εμπο­ρικά, που μέσω του Δούναβη κατευθύνονταν στο Γαλάτσι. Κλείδωσαν τους εβδομήντα δύο Τούρκους αιχμαλώτους στο αμπάρι ενός σκάφους που το βούλιαξαν αύτανδρο στον Προύθο. Ο φανατισμός και η μανία της εκδίκησης τους οδηγούσε σε εγκληματικές πράξεις. Ανάμεσα στους καπε­τάνιους ήταν οι Ιθακήσιοι Γεώργιος Μαρούλης, Νικόλαος Πεταλάς Φλυ­στέκος, Λάζαρος Μακρής, Βασίλειος Μαρούλης, Γεώργιος Μάντζαρης, Νικόλαος Παρθένης, Ευστάθιος Αλευράς, Δημήτριος Καίσαρης, Μ. Παΐ­ζης, Σπυρίδων Πεταλάς, Νικόλαος Μαράτος, Γεώργιος Δενδρινός, Διαμα­ντής Ζαμπέλης, Γιακουμής Καραβίας, Σπυρίδων Σταθάτος, Παναγής Χα­λικιόπουλος και Αναστάσιος Σταθάτος.
Σημαντική ήταν η βοήθεια που ιθακήσια καθώς και κεφαλονί­τικα πλοία προσέφεραν στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης κατά την περί­οδο των εκεί σφαγών τον Απρίλιο του 1821. Ο πλοίαρχος Αντώνιος Πε­ταλάς-Μαράτος, αψηφώντας κάθε κίνδυνο, παρέλαβε τότε τη σύζυγο του Δημ. Μουρούζη, τον Κωνσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων και άλ­λους εβδομήντα και τους μετέφερε στην Οδησσό της Ν. Ρωσίας. Τότε ήταν που και ο Κεφαλονίτης πλοίαρχος Μαρίνος Σκλάβος ανέσυρε από τα νερά του Βοσπόρου το νεκρό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τον με­τέ­φερε με το πλοίο του για ενταφιασμό στην Οδησσό.
Η έναρξη της Επανάστασης στην κυρίως Ελλάδα βρήκε τους Ιθα­κήσιους και άλλους Επτανήσιους ναυτικούς γεμάτους ενθουσιασμό, έτοι­μους να βοηθήσουν. Ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο σκάφος τους και έκαναν περιπολίες στον Κορινθιακό. Βοήθησαν εκατοντάδες πρό­σφυγες, καταδιωκόμενους από τους Τούρκους, και τους μετέφεραν στην Ιθάκη, στην Κεφαλονιά ή στη Λευκάδα. Από την Πάργα, μετά την προδο­τική πώλησή της από τον Maitland στον Αλή-πασά, μετέφεραν τους Παρ­γινούς στην Κέρκυρα και τους Παξούς. Ο Ιθακήσιος πλοίαρχος Νικ. Κα­ραβίας μετέφερε τον Οκτώβριο 1821 πρόσφυγες από την Ιθάκη στην Τερ­γέστη.
Τα θιακο-κεφαλονίτικα πλοία βοήθησαν επίσης την ηρωική πόλη του Με­σολογγιού στον ανεφοδιασμό της. Κατά τη δεύτερη πολιορκία (χειμώνας 1825) αρκετά σκάφη κινούνταν τη νύχτα από τους μικρούς κολπίσκους της Ιθάκης προς το Μεσολόγγι. Και όταν ο αποκλεισμός της πόλης από τους Τούρκους έγινε αυστηρότερος, ο ανεφοδιασμός συνεχιζό­ταν με τις μεσολογγίτικες «πάσσαρες» (ρηχά σκάφη) από τα ρηχά μέρη.
Στις 30 Νοεμβρίου 1825, ο Σαχτούρης βρίσκεται κοντά στη Ζά­κυνθο, όπου ο Ιθακήσιος καπετάν Κυριάκος Παξινός με τη σκούνα του τον πλησίασε και του έδωσε εκατοντάδες μπάλες κανονιών. Στις 27 Μαρ­τίου 1826 πάλι κοντά στη Ζάκυνθο το θιακό μπρίκι του καπετάν Σπύρου Πεταλά-Σταθάτου κατευθύνεται προς τη Μάνη, ενώ στις 30 του ίδιου μήνα ο κα­ραβοκύρης μιας θιακιάς μπρατσέρας έδειξε στον Σαχτούρη πώς να περά­σει στο Μεσολόγγι ζωοτροφές τη νύχτα μέσα από κρυφό στενό πέρασμα. Αυτή η μπρατσέρα, που ερχόταν από τον Πεταλά άφησε εφό­δια, για να τα πάρουν προφανώς οι «πάσσαρες» του Μεσολογγιού από τα ρηχά πε­ράσματα, που μόνο αυτές γνώριζαν. Και τούτο δώδεκα μέρες μόνο πριν από την ηρωική έξοδο των Μεσολογγιτών.
Δε θα ήταν, λοιπόν, υπερβολή, αν λέγαμε ότι χάρη σε αυτές τις ρι­ψοκίνδυνες επιχειρήσεις των Θιακο-Κεφαλονιτών παρατάθηκε για αρκετό διάστημα η άμυνα του Μεσολογγιού. Δε θα μάθουμε ίσως ποτέ τίποτε για τους ταπεινούς αλλά ηρωικούς εκείνους ναυτικούς, που με τα μικρά τους σκάφη διακινδύνευαν τη ζωή τους, με αντίξοες καιρικές συνθήκες, ταξι­δεύοντας μόνο νύχτα, για να αποφύγουν τους Τούρκους που παραμό­νευαν παντού. Για να φτάσουν στον προορισμό τους και να παραδώσουν τα πολύτιμα εφόδια, που τόσο χρειάζονταν οι «ελεύθεροι πολιορκημέ­νοι», έπαιζαν με το θάνατο καθώς και με την καταστροφή της περιουσίας τους.
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπήρξαν και εκείνοι, που δε βοήθησαν τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Αντίθετα, κερδοσκοπούσαν, εφοδιάζοντας μόνο τους Τούρκους, όταν μάλιστα οι τελευταίοι αποκλείο­νταν στα κάστρα από τους επαναστάτες. Τότε οι Τούρκοι ήταν αναγκα­σμένοι να πληρώνουν τεράστια ποσά για τον ανεφοδιασμό τους. Και βρί­σκονταν Θιακο-Κεφαλονίτες πλοιοκτήτες, οι οποίοι έπλεαν ανάμεσα στα λιμάνια του Κορινθιακού και της Δυτικής Ελλάδας με αγγλική ή ιονική σημαία, εφοδιάζοντας τους Τούρκους.

Ανασύραμε από τη λήθη πρόσωπα κοντινά μας, μορφές δικών μας προγόνων, που επάξια εκπροσώπησαν το νησί της Ιθάκης στην Ελληνική Επανάσταση. Καταγράψαμε πράξεις και γεγονότα, που προκαλούν τις χορδές της ιστορικής μας μνήμης και συνείδησης.
Τα όσα πρόσωπα και γεγονότα αναφέραμε σηματοδοτούν το εύ­ρος της ιθακήσιας παρουσίας και συμμετοχής στο μεγαλειώδη εθνεγερ­τικό Αγώνα του 1821. Βέβαια, είναι ανάγκη επιτακτική να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η έρευνα γι’ αυτήν τη σημαντικότατη περίοδο της τοπικής μας ιστορίας. Είναι πεποίθησή μας πως κι άλλα εξίσου ή και πε­ρισσότερο αξιόλογα στοιχεία θα έρθουν στο φως.
Εξάλλου, πρέπει κάποτε να αναγνωριστεί στους Ιθακήσιους, όπως και στους Κεφαλονίτες και τους Ζακυνθινούς, ο αποφασιστικός ρόλος τους στην Ελληνική Επανάσταση. Ευρισκόμενοι κάτω από το ανελεύθερο και μισελληνικό καθεστώς της Βρετανικής Προστασίας, δεν έχασαν την ελληνική θεώρηση των πραγμάτων. Άλλωστε, ήταν πεπεισμένοι ότι θα καταστούν τα Επτάνησα ελεύθερα, εφόσον υπάρξει ελεύθερη Ελλάδα. Η συμμετοχή τους στον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα, οι προσφορές και οι θυσίες τους περικλείουν αδιαμφισβήτητα και το πρώτο σπέρμα του ενω­τικού αγώνα, που ξεκινάει από τα νησιά μας – και δεν είναι τυχαίο αυτό – το 1830, αμέσως δηλαδή μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου νεοελ­ληνι­κού κράτους. Ο Ιθακήσιος ριζοσπάστης Τηλέμαχος Παΐζης θα συνεχί­σει τον αγώνα των προγόνων του, του Βασίλειου Καραβία, του Σπυρί­δωνα Δρακούλη, του Διονύσιου Ευμορφόπουλου και τόσων άλλων, για να κλείσει ο κύκλος αυτού του Αγώνα το 1864 με την ένταξη της Ιθάκης και των υπόλοιπων Ιόνιων Νησιών στον ελληνικό εθνικό κορμό.

 

 

 ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

--Ευμορφόπουλος Διον., Απομνημονεύματα, στο Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21, (επιμέλ. Εμμαν. Πρωτοψάλτης), τόμ. 20, Αθήναι 1957.
--Καραβίας Ιπποκράτης, «Περί των προ της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Ιθακησίων λογίων», Πρακτικά Β΄ Πανιονίου Συνεδρίου (1938), στα Κερκυραϊκά Χρονικά, τόμ. ΙΓ΄(1967), σσ. 215-224.
--Κόκκινος Διονύσιος, Ελληνική Επανάστασις, τόμοι Α΄, Β΄, Αθήναι 1956.
--Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τόμοι Β΄, Γ΄, Αθήνα 1957.
--Λεκατσάς Αθανάσιος, Η Ιθάκη, τόμ. Γ΄, έκδοση «Φήμιος» Δημοτικές Πολιτιστικές Εκδηλώσεις Ιθάκης, Αθήνα 1999.
--Λουκάτος Σπύρος, «Προσπάθειαι Ελληνο-Συρολιβανικής συμμαχίας κατά των Τούρκων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Μνημοσύνη, τόμ. 3 (1971), σσ. 328-394.
--Λουκάτος Σπύρος, «Κεφαλονίτες και Θιακοί μαχητικοί πρωτοπόροι καατά την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 1 (1976), σσ. 51-63.
--Λουκάτος Σπύρος, «Επτανησιακά σώματα και η δράσις των κατά τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας», Μνημοσύνη, τόμ. 4 (1973), σσ. 61-85.
--Λουκάτος Σπύρος, «Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στην Κεφαλονιά και στην Ιθάκη - Οκτώβρης – Δεκέμβρης 1823», Κυμοθόη, τχ. 14-15 (2005), σσ. 7-24.
--Μεταξάς Κωνσταντίνος, Ιστορικά Απομνημονεύματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1878.
--Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς, τόμ. 2, Αθήνα 1988.
--Μωραϊτίνης – Πατριαρχέας Ελευθέριος, Νικόλαος Γαλάτης ο Φιλικός, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2002
--Τζουγανάτος Νικόλαος, «Η συμβολή των Κεφαλλήνων στην ανάπτυξη της Φιλικής Εταιρείας», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 4 (1982), σσ. 236-265.
--Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Αθήναι 1888.
--Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, εν Ναυπλία 1834.
--Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι Α΄, Β΄, Αθήναι 1859.
--Χιώτης Παναγιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους, τόμ. Α΄, Ζάκυνθος 1874.

Πέτρος Πετράτος

 

1 σχόλιο:

  1. Καλημέρα,
    Έχω αναρτήσει το www.vouleftes-kerkyras.com
    Η αρχική μου σκέψη ήταν να εστιάσω μόνο στους Κερκυραίους βουλευτές της Ιονίου Βουλής, όπως ο τίτλος της έρευνάς μου ενδεχομένως προϊδεάζει. Θα ήταν εντούτοις άδικο να προσπεράσω τα ιστορικά γεγονότα, με οποιαδήποτε έστω και σοβαρή δικαιολογία. Με την έννοια αυτή, μαζί με τους Κερκυραίους βουλευτές, παρουσιάζω και άλλους Επτανήσιους βουλευτές που ήταν πρωταγωνιστές του μείζονος θέματος της Ένωσης.
    Ζητώ να μου δώσετε -αν έχετε- στοιχεία,πληροφορίες και φωτογραφικό υλικό, για Κεφαλονίτες και Ιθακήσιους βουλευτές και γερουσιαστές της Ιονίου Βουλής. Αν δεν έχετε κάποιες πληροφορίες, ζητώ να με φέρετε σε επικοινωνία με αρμόδιους φορείς του Νομού.

    Δημήτρης Ρεπούλιος
    Ιστορικός Ερευνητής
    Τηλ: 6977071000
    repoulios@gmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή