Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013


Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ-ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ

ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗ ΙΩΑΝΝΗ ΚΡΑΣΣΑ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ

 

 
[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κεφαλονίτικη Πρόοδος", περίοδος Β΄, τχ. 5, σσ. 24-28, με τον τίτλο
"Ιωάννης Κων. Κρασσάς. Η άγνωστη επαναστατική δράση του Κεφαλονίτη νομικού στη Βενετία"]

 

 

          Το έτος 1797 είναι σημαντικό για την ιστορία της νότιας/νοτιοανατολικής Ευρώπης: οι γαλλικές στρατιές, μετά την κατάληψη των Κάτω Χωρών, της Ρηνανίας, της Ελβετίας και της Σαβοΐας, εισβάλλουν κάτω από την ηγεσία του τολμηρού νεαρού Ναπολέοντα στη βόρεια Ιταλία. Τρομοκρατημένες η Αυστρία, που κυριαρχούσε σε εδάφη της βόρειας Ιταλίας, και η Βενετία, είναι ανήμπορες να αναχαιτίσουν τον πρωτόγνωρο επαναστατικό ενθουσιασμό των Γάλλων στρατιωτών, ενώ ταυτόχρονα έχουν να αντιμετωπίσουν μέσα στα κρατικά τους όρια «συνωμοτικές» ομάδες γηγενών Ιταλών φιλελεύθερων, που δραστηριοποιούνται για τη νίκη των γαλλικών όπλων, αλλά και Ελλήνων παροίκων, που ελπίζουν στη βοήθεια του Ναπολέοντα και ξεδιπλώνουν σχέδια για την ανεξαρτησία της δικής τους υπόδουλης στους Οθωμανούς πατρίδας. Σημειώνουμε εδώ ότι, όταν η χρονιά αυτή θα κλείνει, οι Αυστριακοί θα έχουν αποσυρθεί από τη βόρεια Ιταλία και η Γαληνότατη Δημοκρατία θα έχει διαλυθεί (Συνθήκη του Καμποφόρμιο 1797).[1]

          Μέσα σε αυτό το κλίμα ήταν επόμενο να δραστηριοποιηθούν ακόμη περισσότερο οι μυστικές υπηρεσίες και οι αστυνομικές αρχές της Αυστρίας και της Βενετίας για την παρακολούθηση και εξουδετέρωση  φιλελεύθερων φιλογαλλικών κινήσεων στα εδάφη τους. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής και πρακτικής ήταν στο τέλος του 1797 η σύλληψη του Ρήγα (1757-1798) και των συντρόφων του στην Τεργέστη – πόλη που τότε ανήκε στην αυστριακή επικράτεια – ενώ είχε προηγηθεί στις αρχές του ίδιου χρόνου η σύλληψη του Ηπειρώτη Ιωάννη Βηλαρά και του Κεφαλονίτη Ιωάννη Κρασσά στη Βενετία. Και ενώ είναι γνωστά τα σχετικά με τη σύλληψη, τις ανακρίσεις και τη θανάτωση των πρώτων,[2]  οι περισσότεροι σχεδόν αγνοούν τη δεύτερη περίπτωση. Είναι, λοιπόν, καιρός να γνωρίσουμε ό,τι η σύγχρονη ιστορική έρευνα έχει φέρει στο φως για τις συνωμοτικές-επαναστατικές προσπάθειες των Βηλαρά και Κρασσά με ιδιαίτερη αναφορά στις δραστηριότητες του Κεφαλονίτη πατριώτη.
          Το 1910 ο καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας Σπ. Λάμπρος εντόπισε στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας ένα σπουδαίο αρχειακό υλικό, το οποίο την επόμενη χρονιά δημοσίευσε και αφορούσε στη σύλληψη και ανάκριση από τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές της Βενετίας των δύο συναγωνιστών Βηλαρά και Κρασσά, αποκαθιστώντας τους έτσι ως προδρομικές μορφές του μεγάλου διαφωτιστή και επαναστάτη Ρήγα. Σημειώνουμε εδώ ότι ο ιατροφιλόσοφος Ιω. Βηλαράς έως τη στιγμή της παραπάνω ανακάλυψης του Σπ. Λάμπρου ήταν γνωστός μόνο ως ποιητής, που ασχολήθηκε και με το θέμα της γλώσσας.[3]
          Αλλά και για τον Ιω. Κρασσά δε γνωρίζαμε τίποτε άλλο: ο Κεφαλονίτης ιστοριοδίφης Ηλίας Τσιτσέλης τον αγνοεί στον Α΄ τόμο των Συμμίκτων του, όπου βιογραφεί επιφανείς Κεφαλονίτες, ενώ στο Β΄ τόμο, όπου συμπεριλαμβάνει προσθήκες και διορθώσεις των βιογραφικών του Α΄ τόμου, κάνει λόγο για κάποιον Ιωάννη Κρασσά, «ιατροφιλόσοφο και πολιτευτή»,[4] τον οποίο ταυτίζει με το συνεργάτη του Βηλαρά Ιω. Κρασσά τελείως λαθεμένα,  όπως πρόσφατα έχει επισημάνει στο δίτομο έργο του για τους γιατρούς και την ιατρική στην Κεφαλονιά ο Γεράσιμος Πεντόγαλος. Ο φιλελεύθερος Ιω. Κρασσάς, ο φίλος του Βηλαρά, ήταν ο Ιω. Κρασσάς του Κωνσταντίνου (Iohannes Crassan, filius Constantini, cephalenus), που το 1761 και 1762 είναι καταγραμμένος ως φοιτητής της νομικής στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας.

          Ο Ιω. Βηλαράς βρισκόταν περίπου από το 1794 στην Πάδοβα της Ιταλίας για ιατρικές σπουδές. Στην ίδια πόλη αλλά πολύ νωρίτερα είχε σπουδάσει νομικά ο Ιω. Κρασσάς. Τη συγκεκριμένη ωστόσο περίοδο, αρχές του 1797, βρίσκονταν στη Βενετία: ο πρώτος είχε πάει εκεί για την τακτοποίηση κάποιων οικονομικών του υποθέσεων – αυτός τουλάχιστον ήταν ο επίσημος λόγος της παραμονής του στην πόλη των δόγηδων, όπως προκύπτει από το ανακριτικό υλικό – ενώ  ο δεύτερος ζούσε εκεί τα τελευταία οκτώ χρόνια, αφού κάποιο προηγούμενο διάστημα είχε ζήσει και στη Γαλλία.
          Οι Έλληνες της Βενετίας και ειδικότερα οι φιλελεύθεροι συναντιούνταν σε καφενεία, όπου αντάλλασσαν απόψεις για τα σύγχρονά τους γεγονότα και διέδιδαν τις ιδέες τους.[5] Δύο καφενεία αναφέρονται στο ανακριτικό υλικό: το ένα, αρχαιότερο,  στην πλατεία του Αγίου Μάρκου με την επωνυμία Florian[6] – επρόκειτο για το όνομα του ιδρυτή του, του Κεφαλονίτη Φλωριά, για τον οποίο βέβαια δεν έχουμε καμιά άλλη πληροφορία – και στο οποίο σύχναζαν οι γαλλόφιλοι φιλελεύθεροι Επτανήσιοι Αντώνιος Θεοτόκης, Αναστάσιος Μεσσαλάς και Αντώνιος Μακρής, και το δεύτερο, νεότερο, μακριά από το θόρυβο της κεντρικής βενετικής πλατείας, στη Salizzada του Αγίου Αντωνίνου με την επωνυμία «Ο αυτοκράτωρ». Σε αυτό το τελευταίο, ανάμεσα σε άλλους φιλελεύθερους ελληνικής καταγωγής θαμώνες, όπως ο Ιω. Βηλαράς, σύχναζαν αρκετοί Επτανήσιοι, όπως ο Ζακυνθινός Ανδρέας Γαβαλάς και οι Κεφαλονίτες Ιωάννης Κρασσάς και Ιωάννης Ραζής.
          Δε γνωρίζουμε αν εκεί πρωτοήρθαν σε επαφή οι Βηλαράς και Κρασσάς. Πάντως εκεί όριζαν τις συναντήσεις τους και εκεί διακήρυσσαν τις φιλελεύθερες ιδέες τους. Εκεί, ενθουσιασμένοι από τα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης και από τις νίκες των Γάλλων, κηρύσσονταν φανερά υπέρ της προέλασης του Ναπολέοντα στην ιταλική χερσόνησο, ελπίζοντας στη βοήθεια του για την απελευθέρωση και της δικής τους πατρίδας. Εκεί συναντούσαν κι άλλους ομοϊδεάτες συμπατριώτες τους αλλά και  Γάλλους, όπως προκύπτει από το ανακριτικό υλικό, από τους οποίους μάθαιναν τις επιτυχίες και τα άμεσα σχέδια του Βοναπάρτη. Αλλά εκεί, ταυτόχρονα, είχε στραφεί και η προσοχή της βενετικής αστυνομίας, η οποία  με ωτακουστές και κατασκόπους κατόρθωσε να επισημάνει ως ύποπτους  τον Βηλαρά και τον Κρασσά, τους οποίους και συνέλαβε και αμέσως η ανακριτική αρχή έδωσε εντολή για ανακρίσεις.

          Από τον φάκελο των ανακρίσεων λείπει η κατάθεση του Κρασσά: δε γνωρίζουμε αν παράπεσε και χάθηκε το κείμενο ή ματαιώθηκε η ανάκρισή του.  Επομένως δε θα μάθουμε ποτέ τι ο ίδιος απάντησε στους ανακριτές, αν οδηγήθηκε ποτέ μπροστά στο ανακριτικό γραφείο, σε αντίθεση με τον Βηλαρά, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε γνωριμία και σχέση με τον Κρασσά και  οποιαδήποτε επαφή με Γάλλους αξιωματικούς, όπως υποστήριξαν οι διάφοροι μάρτυρες κατηγορίας. Έτσι, δε θα μάθουμε ποτέ αν αυτές οι αρνητικές απαντήσεις του Βηλαρά δόθηκαν μετά από προσυνεννόηση με το συνεργάτη του Κρασσά, ακριβώς για να παραπλανήσουν τους ανακριτές, ή ήταν προσωπική επιλογή του Ηπειρώτη γιατρού.  Φυσικά δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές οι απαντήσεις του Βηλαρά για αποχή από οποιαδήποτε φιλογαλλική ενέργεια. Ο συνδυασμός όλων των στοιχείων του φακέλου οδηγεί στο αναμφισβήτητο συμπέρασμα ότι Βηλαράς και Κρασσάς ήταν φανατικοί θιασώτες των ιδεωδών της Γαλλικής Επανάστασης και ένθερμοι υποστηρικτές των γαλλικών όπλων, έχοντας μάλιστα εξασφαλίσει επαφές με Γάλλους στρατιωτικούς του Ναπολέοντα αλλά και με Γάλλους πολιτικούς παράγοντες της Βενετίας.
          Ειδικότερα για τον Κρασσά κατέθεσαν εργαζόμενοι σε καφενεία (ο Αντώνιος Ρουβάσσης, υπάλληλος του καφενείου «Ο αυτοκράτωρ» και ο Φραγκίσκος Αγγέλου Quirini, υπεύθυνος άλλου καφενείου, στο οποίο παλαιότερα και για αρκετά χρόνια σύχναζε ο Κρασσάς) και θαμώνες του καφενείου «Ο αυτοκράτωρ» (ο Ιωάννης Βαπτιστής Σμιθ, Βενετός και μόνιμος κάτοικος της πόλης, ο παπάς Νικόδημος Γεωργίου από την Κύπρο, ψάλτης της ελληνικής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, και ο έμπορος Duse, που εκούσια πήγε να καταθέσει), οι οποίοι γνώριζαν αρκετά καλά τον κατηγορούμενο, ενώ ενοχοποιητικά στοιχεία συγκεντρώθηκαν και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας εναντίον του Βηλαρά καθώς και από έναν  πληροφοριοδότη της αστυνομίας, τον Ιταλό Γεώργιο Κολόννα, συγκάτοικο του Βηλαρά.

          Το σύνολο του ανακριτικού υλικού μάς δίνει τη δυνατότητα να σκιαγραφήσουμε το χαρακτήρα, να γνωρίσουμε τις ιδέες και να περιγράψουμε τις κινήσεις και ενέργειες του Κεφαλονίτη Κρασσά στη Βενετία, λίγους βέβαια μήνες πριν ο τελευταίος δόγης παραδώσει στον Ναπολέοντα την Πολιτεία του Αγίου Μάρκου. Ο Κρασσάς, παρά το ώριμο της ηλικίας του, εξακολουθούσε να συμπεριφέρεται με νεανική ορμή και ζωντάνια. Εκφραζόταν θερμά υπέρ της Γαλλικής Επανάστασης και οραματιζόταν μια διαφορετική Ευρώπη χωρίς βασιλείς και φεουδάρχες. Εύκολα ενθουσιαζόταν με τις νίκες των Γάλλων και δε δίσταζε να εκδηλώνει τον ενθουσιασμό του δημόσια. Ζωηρότατος στις κινήσεις του και υπερβολικά διαχυτικός, πολύ περισσότερο από τον κατά πολύ νεότερό του Βηλαρά, με κάθε ευκαιρία εγκωμίαζε μέσα στο καφενείο της Sallizzada του Αγίου Αντωνίνου τον Ναπολέοντα και τον επαινούσε για τις στρατιωτικές του επιτυχίες, ενώ προετοίμαζε το ακροατήριό του για τις σοβαρότατες εξελίξεις που θα ακολουθούσαν στην Ιταλία. Οι θαμώνες του καφενείου, χωρίς να δυσανασχετούν, με ευχαρίστηση τον άκουγαν, θαυμάζοντας την τόλμη και την ευθύτητα των λόγων του, αν και υπήρξαν κάποιοι που, χαρακτηρίζοντάς τον «κακότροπο», «λαοπλάνο» και «ιακωβίνο», εκδήλωσαν  την επιθυμία και την ευχή  να συλληφθεί επιτέλους από τις  βενετικές αρχές.
          Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι ο Κρασσάς δε σταμάτησε στη θεωρητική, «διά των λόγων» δηλαδή υποστήριξη των Γάλλων, αλλά πέρασε και σε πρακτικές ενέργειες. Συνεχείς ήταν οι συναντήσεις και συζητήσεις του με τους φιλελεύθερους του καφενείου, ιδιαίτερα με τους συμπατριώτες του Έλληνες και κυρίως το συντοπίτη του Ιω. Ραζή αλλά και κάποιον Γεώργιο Σκλαβούνο.  Συναντιόταν με τον Βηλαρά και έξω από το χώρο του καφενείου, για να καταστρώνουν  προφανώς τα σχέδιά τους. Συναναστρεφόταν τον πρόξενο της Γαλλίας στη Βενετία Biscottin, με τον οποίο είχε αναπτύξει στενή φιλία. Είχε αποκτήσει γνωριμίες και έκανε επαφές με Γάλλους, που διέμεναν στη Βενετία, τον Πέτρο Lamber και τον Πρόσπερο Callas, ο οποίος πρόσφατα είχε καταταχθεί στο γαλλικό στρατό. Από τους τελευταίους μάθαινε κατά τρόπο έγκυρο τις εξελίξεις στο στρατιωτικό μέτωπο, τις οποίες και μετέδιδε με ενθουσιασμό στο περιβάλλον του. Σχέσεις, επίσης, είχε με έναν Ιταλό επαναστάτη, τον Ιωσήφ Fantucci, ο οποίος ήταν ένας από τους αρχηγούς των επαναστατών της Brescia,[7] αλλά αυτήν την περίοδο ήταν φυλακισμένος στις βενετικές φυλακές.
           Όλο αυτό το δίκτυο συναντήσεων, επαφών και συζητήσεων προδίδει ένα δραστήριο άτομο με τις αναγκαίες γνώσεις και ικανότητες. Βέβαια, δε γνωρίζουμε με βεβαιότητα το περιεχόμενο εκείνων των επαφών, αλλά μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι εκείνες απέβλεπαν στη διαφώτιση και την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης καθώς και στη διαμόρφωση ενός κλίματος ευνοϊκού, το οποίο έπρεπε να βρει  ο Ναπολέοντας με τη σίγουρα  αναμενόμενη νίκη του κατά της Αυστρίας και την κατάλυση της Βενετικής Πολιτείας. Ήδη ο Βοναπάρτης έχει καταλάβει το Μιλάνο και πολιορκεί πεισματικά τη Μάντοβα. Η πολιορκία έχει εξάψει τον ενθουσιασμό των φιλογαλλικών ομάδων, οι οποίες πανηγυρίζουν, μόλις μαθαίνουν την παράδοση της πόλης στα τέλη Ιανουαρίου του 1797. Ο Κρασσάς εξαίρει την ανδρεία των Γάλλων και οικτίρει όσους «επεθύμουν να γείνη η Ιταλία ο τάφος των Γάλλων», ενώ ο ομοϊδεάτης του Ραζής προλέγει ότι «η Βενετία [...] θ’ αναπνεύση τώρα διά των Γάλλων», για να συμπληρώσει ο Κρασσάς ότι «έχομεν να ίδωμεν μεγάλα πράγματα, προς α θα παραστή ανάγκη βιαίας προσαρμογής».[8]
          Επαναστάτης στην ιδεολογία ο Κρασσάς δεν αποκλείεται να είχε συμμετοχή σε αντικαθεστωτικές- επαναστατικές οργανώσεις, αν κρίνουμε από τη σχέση του με τον Ιταλό επαναστάτη της Brescia Ιωσήφ Fantucci. Άλλωστε, η παρουσία των γαλλικών στρατευμάτων στη βόρεια Ιταλία και οι συνεχείς νίκες τους συνιστούσαν επαρκή λόγο για τη δημιουργία γενικότερης αναστάτωσης στην περιοχή, ενώ δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση αντικαθεστωτικών κινήσεων και επαναστατικών οργανώσεων. Όταν, μάλιστα, κάποιος μάρτυρας κατηγορίας κατά του Κρασσά δήλωνε ότι ο τελευταίος είναι «ιδιαζόντως δόλιος και επικίνδυνος» και γι΄αυτό «πρέπει ν’ αποβληθή» από την τοπική κοινωνία, για να προληφθεί η «παραπλάνηση» και η «διαφθορά» των κατοίκων,[9] προφανώς θα είχε υπόψη του όχι μόνο την ιδεολογική τοποθέτηση του Κεφαλονίτη πατριώτη αλλά κυρίως συγκεκριμένες ενέργειές του, η υλοποίηση των οποίων θα απέβλεπαν στη διατάραξη ακόμη και στην ανατροπή της υπάρχουσας κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης. Και αυτά τα τελευταία θα μπορούσαν να συμβούν κυρίως μέσα από επαναστατικές δραστηριότητες, στις οποίες θα είχε εμπλακεί ο Κρασσάς,  και όχι μέσα από απλές «ρητορείες» του στο καφενείο της Salizzada του Αγίου Αντωνίνου.

          Παραταύτα, ο Κρασσάς όπως και ο Βηλαράς δεν οδηγήθηκαν στη φυλακή, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με τον Ρήγα και τους συντρόφους του. Φαίνεται ότι ο Βηλαράς, μετά την ολοκλήρωση της ανάκρισής του στα τέλη Ιανουαρίου 1797, που συνέπεσε χρονικά με την παράδοση της Μάντοβας στους Γάλλους, εγκατέλειψε τη Βενετία ή μάλλον απελάθηκε λόγω των φιλογαλλικών τάσεών του και κατευθύνθηκε  στην Μπολόνια, η οποία τις επόμενες μέρες παραδινόταν κι αυτή στον Ναπολέοντα. Ο  Κρασσάς, του οποίου η ανάκριση πραγματοποιήθηκε στο μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου διάστημα, μετά το τέλος της ανάκρισης αφέθηκε ελεύθερος, καθώς η Βενετία, περιμένοντας την πτώση της, δε διέθετε την απαραίτητη ηρεμία και αποφασιστικότητα για εξοντωτικές ανακρίσεις και καταδιώξεις. Προείχε η σωτηρία της Πολιτείας και εκεί έριχνε τώρα όλη την προσοχή της.
          Έτσι, ο Κρασσάς, ελεύθερος πια, περίμενε να υποδεχθεί στην πόλη των δόγηδων το ίνδαλμά του, τον Ναπολέοντα, και ίσως να έμεινε εκεί συνδέοντας την τύχη του με τους Γάλλους στη βόρεια Ιταλία. Και υποθέτουμε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβη, επειδή ο Κεφαλονίτης πατριώτης δε φαίνεται να ακολούθησε τους δημοκρατικούς Γάλλους στα Επτάνησα, καθώς απουσιάζει, ή τουλάχιστον δεν έχει γίνει ακόμη γνωστή, οποιαδήποτε δραστηριότητά του στη γαλλοκρατούμενη Κεφαλονιά, όπου, αν βρισκόταν, θα ήταν σίγουρη η αξιοποίησή του από τους Γάλλους σε κάποια διοικητική θέση.
          Το «άστρο», λοιπόν, του Ιωάννη Κρασσά μεσουράνησε για μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα ανήσυχη και καταλυτική για την ιστορία της βόρειας Ιταλίας περίοδο και μετά χάθηκε, όπως χαμένο ήταν και πριν από την εμφάνιση των γαλλικών στρατευμάτων στην ιταλική Λομβαρδία – εκτός εάν στο μέλλον βρεθούν κάποια έγγραφα, που θα φωτίσουν με περισσότερη ευκρίνεια την πατριωτική δράση του φιλελεύθερου Κεφαλονίτη νομικού του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Γιατί είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ο Ιω. Κρασσάς από τα φοιτητικά χρόνια (δεκαετία του 1760) είχε έρθει σε επαφή με το ευρωπαϊκό διαφωτιστικό κίνημα και είχε ασπαστεί τη φιλελεύθερη ιδεολογία και έτσι, όταν  ξέσπασε το 1789 η Γαλλική Επανάσταση, ήταν έτοιμος, όντας ο ίδιος σε ώριμη ηλικία, να εργαστεί για τη διάδοση και εδραίωση των αρχών της στον τόπο διαμονής του, στην Ιταλία, αλλά και για την αξιοποίησή της για την απελευθέρωση της δικής του πατρίδας.

 

   

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
--Berstein Serge, Milza Pierre, Ιστορία της Ευρώπης, τ. Α΄: Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα ευρωπαϊκά κράτη, 5ος-18ος αιώνας, μτφρ. Αναστάσιος Δημητρακόπουλος, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997,  (σσ. 498-501).
--Βρανούσης Λέανδρος, Ρήγας Βελεστινλής, 1757-1798, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1963 (2η έκδοση).
--Καραθανάσης Αθανάσιος, «Συμπληρωματικά για τις σπουδές του Ιωάννου Βηλαρά στην Πάντοβα (1797)», Νέα Εστία, τ. 102 (1977), σσ. 921-923.
--Λάμπρος Σπ., «Ο Ιωάννης Βηλαράς και ο Ιωάννης Κρασσάς εν Βενετία», Νέος Ελληνομνήμων, τ. Η΄ (1911), σσ. 315-352.
--Pendergrast Mark, Uncommon Grounds:The History of Coffee and How it Transformed Our World, Λονδίνο 1999.
--Πεντόγαλος Γεράσιμος, Γιατροί και ιατρική Κεφαλονιάς στα χρόνια των ξενικών κυριαρχιών (1500-1864), εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, (σσ. 182-184).
--Πλουμίδης Γ., «Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης (Μέρος Β΄, Legisti 1591-1809)», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. ΛΗ΄ (1971), σσ. 84-195, (σσ. 165 και 166 με α/α 1758 και 1779 αντίστοιχα).
--Τσαντσάνογλου Ελένη, «Βηλαράς Ιωάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 2, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1984, (σσ. 271-272).
--Τσιτσέλης Ηλίας, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Β΄, εν Αθήναις 1960, (σσ. 628-629).
  
Πέτρος Πετράτος
 
 
     




[1] Με τη Συνθήκη του Καμποφόρμιο πέρασαν τα Επτάνησα από τους Βενετούς στους δημοκρατικούς Γάλλους (1797-1799).
[2] Ήταν Δεκέμβριος του 1797, όταν η αυστριακή αστυνομία μετά από προδοσία Έλληνα εμπόρου συνέλαβε το Ρήγα στην Τεργέστη, ενώ ετοιμαζόταν να κατεβεί στην οθωμανοκρατούμενη Ελλάδα, για να εφαρμόσει το απελευθερωτικό του σχέδιο. Μετά από ανακρίσεις και βασανιστήρια έξι μηνών η Αυστρία τον παρέδωσε στο Σουλτάνο: τον μετέφερε στο Βελιγράδι, όπου οι Οθωμανοί τον θανάτωσαν μαζί με τους συντρόφους του στον πύργο Νεμπόιζα τον Ιούνιο του 1798.
[3] Ο Ιω. Βηλαράς (1771-1823), από πατέρα Γιαννιώτη και μητέρα Τριπολίτισσα, γεννήθηκε στα Κύθηρα, αλλά μεγάλωσε στα Γιάννενα. Μετά τις ιατρικές σπουδές του στην Ιταλία, επέστρεψε στα Γιάννενα και διορίστηκε προσωπικός γιατρός του γιου του Αλή πασά. Σχετίστηκε με πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του. Το συγγραφικό του έργο διαπνέεται από φιλελεύθερο διαφωτιστικό πνεύμα. Τα ποιήματά του είναι ερωτικά και σατιρικά, ενώ έγραψε επίσης έμμετρους μύθους και πεζά με εκπαιδευτικό περιεχόμενο. Τάχθηκε υπέρ της φυσικής λαϊκής γλώσσας και κατά της ιστορικής ορθογραφίας με το έργο του Η ρομέηκη γλόσα. Θεωρείται προδρομική μορφή για τη νεότερη ελληνική ποίηση.
[4] Αυτός ο «ιατροφιλόσοφος και πολιτευτής» Ιωάννης Κρασσάς, που αναφέρει ο Η. Τσιτσέλης, είναι ο Ιω. Κρασσάς του Σπυρίδωνα από το Ληξούρι με σπουδές στην ιατροφιλοσοφική σχολή της Πάδοβας και με πλούσια πολιτική δράση αργότερα στη γενέτειρά του στα τέλη του 18ου και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
[5] Τα καφενεία από το επαναστατημένο Παρίσι του 1789 έως το ιταλικό Risorgimento (1859-1870) είχαν μετατραπεί σε χώρους ζύμωσης των φιλελεύθερων και επαναστατικών ιδεών, καθώς είχαν καταστεί κέντρα συνάντησης διανοουμένων και επαναστατών. Ας θυμηθούμε εδώ την ανάλογη περίπτωση στη Βιέννη, όπου σε καφενείο σύχναζε ο Ρήγας και από εκεί διοχέτευε το επαναστατικό του υλικό.
[6] Μιαν αίθουσα του Florian πριν από λίγες δεκαετίες την είχε μετατρέψει σε αίθουσα σύνταξης της εφημερίδας Gazzetta Veneta o Ιταλός κριτικός του θεάτρου Gaspare Gozzi (1713-1786).
[7] Η Brescia όπως και η Μάντοβα, που θα αναφέρουμε παρακάτω, είναι πόλεις της Λομβαρδίας στη βόρεια Ιταλία.
[8] Λάμπρος Σπ., «Ο Ιωάννης Βηλαράς και ο Ιωάννης Κρασσάς εν Βενετία», Νέος Ελληνομνήμων, τ. Η΄ (1911), σ. 326.
[9] Βλ. ό.π., σσ. 335-336.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου