Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

ΔΟΛΟΦΟΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΥΠΑΤΙΑ ...



 
                                        ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ.

ΔΟΛΟΦΟΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΥΠΑΤΙΑ (415 μ. Χ.)...


 
[Δημοσιεύτηκε στην περιοδική έκδοση του Συνδέσμου Φιλολόγων ΚεφαλονιάςῙθάκης "Κυμοθόη",
τ. 22-23 (2012-2013), Αφιέρωμα στη μνήμη του Ιωάννη Καμπίτση, σσ. 427-446]
 
 
 
 
Στον Τ. Κ. Λ. για την καθοδήγησή του

     Ι.     Ήδη από τον 4ο αι. μ. Χ. έχουν αρχίσει να μπαίνουν οι βάσεις της ιδεολογίας της ανατολικής ρωμαϊκής/βυζαντινής κοινωνίας. Μέσα από έντονες συγκρούσεις θα πραγματώνεται η σύνθεση του όψιμου αρχαίου πολιτισμού και της χριστιανικής θρησκείας, για να εδραιωθεί τελικά και καθοριστικά το σύστημα της χριστιανικής-ορθόδοξης κοσμοαντίληψης. Έτσι, ο χριστιανισμός θα μετατραπεί από τη γνωστή απλή θρησκευτική διδασκαλία και πρακτική των τριών πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων σε ένα πολυσύνθετο φιλοσοφικό-θρησκευτικό σύστημα, μέσα στο οποίο ο νεοπλατωνισμός θα είναι οργανικό στοιχείο. Στη θέση, λοιπόν, του πρωτοχριστιανισμού αλλά και της αδιαλλαξίας του απέναντι σε κάθε ειδωλολατρικό εμφανίζεται αργά μα αμετάκλητα μια υποχώρηση κι ένας συμβιβασμός.
          Ωστόσο, οι ταξικές διαφορές μέσα στην ετερόκλητη πληθυσμιακά Ανατολική Ρωμαϊκή/Βυζαντινή Αυτοκρατορία παραμένουν, η οικονομική εκμετάλλευση συνεχίζεται και οι κοινωνικές συγκρούσεις διευρύνονται. Μόνο που οι κοινωνικές –ταξικές αντιθέσεις παίρνουν, ιδιαίτερα αυτήν την εποχή, θρησκευτική απόχρωση. Εμφανίζονται ως θρησκευτικές διαφορές και έτσι κινητοποιούνται ευκολότερα οι πληθυσμοί. Βέβαια, η γενεσιουργός αιτία δεν παύει να βρίσκεται μέσα στην ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, την οικονομική δυσπραγία των κατώτερων κοινωνικών ομάδων, τις διαφοροποιήσεις που εμφανίζονται στον κορμό της άρχουσας τάξης και στην αντίθεση κέντρου-επαρχίας. Ο χριστιανισμός, όμως, με την πρακτική του επιταχύνει την πορεία προς τα εμπρός, καθορίζοντας ταυτόχρονα τη μορφή των αγώνων. Έτσι, οι κοινωνικές (οικονομικές, πολιτικές) διαμαρτυρίες και τα λαϊκά κινήματα παίρνουν το χαρακτήρα θρησκευτικών εκδηλώσεων και συγκρούσεων.
          Θα εστιάσουμε το θέμα μας στην αιγυπτιακή Αλεξάνδρεια. Εκεί θα διερευνήσουμε την αντιπαλότητα εθνικών και χριστιανών μέσα από τις πολιτικές, ιδεολογικές, φιλοσοφικο-θρησκευτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις τους – συγκρούσεις που δίνουν τη μορφή προσέγγισης και απώθησης, επίθεσης και υποχώρησης, πολεμικής και συγχώνευσης, αλληλεπίδρασης και αλληλοεμπλουτισμού – και πάντοτε γύρω και με αφορμή τη δολοφονία της φιλοσόφου, μαθηματικού και αστρονόμου Υπατίας.
 
     ΙΙ.    Στην Ανατολή γενικότερα λόγοι οικονομικοί και ιδιότυπης κοινωνικής σύνθεσης, καθώς και παράμετροι πολιτικών επιδιώξεων και στρατηγικών σχεδιασμών, δημιουργούν προϋποθέσεις όξυνσης των αντιθέσεων, που καταλήγουν σε προπηλακισμούς και δολοφονίες προσωπικοτήτων, σε θρησκευτικές διώξεις, πολιτικές κυρώσεις, κοινωνικές αναστατώσεις και αιματηρές ακόμη συγκρούσεις. Η Αλεξάνδρεια ιδιαίτερα είναι χώρος ποικίλων οικονομικών δραστηριοτήτων και κοινωνικών διεργασιών. Ως διοικητικό κέντρο διασταυρώνει τις βλέψεις εξουσίας και αντιπολίτευσης. Ταυτόχρονα, γίνεται πεδίο πνευματικών αναζητήσεων και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, όντας το «επίκεντρο της εκχριστιανισμένης Ανατολής» και το «προπύργιο μιας παιδείας βαθιά ριζωμένης στον ειδωλολατρικό ελληνισμό».[1]
          Στην Αλεξάνδρεια από τα χρόνια της βασιλείας του Πτολεμαίου του Λάγου και του Πτολεμαίου του Φιλάδελφου (αρχές 3ου αι. π. Χ.) λειτουργεί το Μουσείο, όπου συνδυάζονται η θεωρία με την πράξη και η διδασκαλία των επιστημών με την έρευνα.[2]  Η πορεία του, βέβαια, εξαρτιόταν από τις πολιτικές εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής. Πάντως, και στις νεότερες μεταχριστιανικές συνθήκες, παρά τις όποιες δυσκολίες, θα συνεχίσει τη λειτουργία του διατηρώντας ακόμη την παλιά του αίγλη.
          Αυτήν την περίοδο, 4ος δηλαδή και 5ος αι. μ. Χ., το κυρίαρχο φιλοσοφικό ρεύμα στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια είναι ο νεοπλατωνισμός,[3] ο οποίος συναρμολογεί εκλεκτικά πλατωνικές, αριστοτελικές, νεοπυθαγορικές και στωικές αντιλήψεις και τις συνδυάζει με τη μεταφυσική παράδοση της Ανατολής.[4]  Παρά τα εμπόδια που προβάλλει η νέα θρησκεία, τόσο με τα διατάγματα των χριστιανών αυτοκρατόρων όσο και με την πρακτική της τοπικής εκκλησιαστικής αρχής και την παρουσία και δράση των μοναχών, οι νεοπλατωνικοί αλεξανδρινοί φιλόσοφοι και στο Μουσείο διδάσκουν και την αρχαία ελληνική σκέψη και επιστήμη σχολιάζουν, αναλύουν και προωθούν. Να σημειωθεί, πάντως, ότι η λαϊκή απήχηση ήταν μικρή, ενώ αντίθετα ανταποκρίθηκε σταθερά μια ολιγάριθμη μερίδα μορφωμένων ανθρώπων, μελών της άρχουσας συγκλητικής αριστοκρατίας.[5]
          Μια βαθύτερη, ωστόσο, εξέταση του νεοπλατωνισμού μας πείθει ότι οι θέσεις του δεν συνιστούν ασυμφιλίωτες αντιθέσεις με το χριστιανισμό. Η νεοπλατωνική φιλοσοφία προσπαθεί να υπερβεί την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στη νοητή και αισθητή πραγματικότητα, τη θεότητα και τον κόσμο και κυρίως «να ανταποκριθεί στο θεμελιακό αίτημα για λύτρωση της ψυχής [...] και να εμπνεύσει νέα ενατένιση και στάση ζωής».[6]  Εδράζεται πάνω σε δυο άξονες: ο πρώτος διαμορφώνει τη μεταφυσική του νεοπλατωνισμού και ο δεύτερος το μυστικισμό του. Η νεοπλατωνική μεταφυσική ερμηνεύει τον αισθητό κόσμο, παράγοντάς τον από τη νοητή πραγματικότητα και αυτήν από κάποια απόλυτη πραγματικότητα, την οποία όμως δεν μπορεί να ορίσει, γιατί την τοποθετεί «επέκεινα της ουσίας». Με το μυστικισμό του, από την άλλη πλευρά, ο νεοπλατωνισμός υποστηρίζει την ταύτιση της ύλης με το κακό, την αποστασιοποίηση από το κοινωνικό γίγνεσθαι και την αναχώρηση από την κοινωνία.[7]
          Γενικά, γίνεται προφανές ότι η νεοπλατωνική φιλοσοφία έρχεται να διατυπώσει ένα νέο θρησκευτικό σύστημα ή μάλλον φαίνεται ότι αντικειμενικά «έργο της έχει την καθιερωμένη [χριστιανική] θρησκεία να τη στηρίξει νοητικά και να την παρουσιάσει εννοιολογικά κατανοητή».[8] Βέβαια, η κοινή πορεία νεοπλατωνισμού και χριστιανισμού δε θα είναι εύκολη στο ξεκίνημά της. Μετά από αντιθέσεις και συγκρούσεις θα έρθει τελικά η ουσιαστική «συνάντηση» και θα πραγματοποιηθεί η σύνθεση των δύο κοσμοθεωριών. Ήδη από τον 4ο αι. οι θεολόγοι-πατέρες της Χριστιανικής Εκκλησίας έχουν αρχίσει να ερμηνεύουν τη θρησκεία τους και να  διαμορφώνουν τα δόγματά της.[9]
          Ωστόσο, αυτές ακριβώς οι εξελίξεις κάνουν το χριστιανικό πλήθος να ανησυχεί. Ο χριστιανισμός από τον 4ο αι. ως επίσημη κρατική θρησκεία έχει αρχίσει να ενσωματώνεται μέσα στη ρωμαϊκή κοινωνία και η χριστιανική Εκκλησία να προσαρμόζεται στη διοικητική και οικονομική πραγματικότητα που επικρατούσε.[10] Οι επίσκοποι που εγκαθίστανται στις επαρχιακές πόλεις και γενικότερα στην ύπαιθρο της Αυτοκρατορίας αποκτούν μεγάλη θρησκευτική και πολιτική δύναμη, καθώς αυξάνεται και η εκκλησιαστική περιουσία. Συνέπεια  αυτών των διαδικασιών είναι η συσπείρωση σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού της Ανατολής γύρω από τα αιρετικά κινήματα, επειδή πιστεύουν ότι αυτά εξακολουθούν να εκφράζουν το αρχικό, πραγματικό νόημα του χριστιανισμού, χωρίς αλλοιώσεις, συμβιβασμούς και προσαρμογές.[11]
          Στο μεταξύ, σημαντικό έως και αποφασιστικό ρόλο σε όλες αυτές τις εξελίξεις θα διαδραματίσει ο μοναχισμός,[12] ιδιαίτερα μετά την καταδίκη του αρειανισμού και τους διωγμούς εναντίον των οπαδών του, και θα πάρει μεγάλες διαστάσεις στην Αίγυπτο, τη Συρία και την Παλαιστίνη. Αυτήν, μάλιστα, την περίοδο διανύει μια πορεία άνδρωσης με σοβαρές επιπτώσεις στη θρησκευτική και κοινωνικοπολιτική ζωή της Αλεξάνδρειας, καθώς οι αλεξανδρινοί πατριάρχες Θεόφιλος και Κύριλλος χρησιμοποιούν τους πολυάριθμους μοναχούς της περιοχής τους ως εγκάθετους και ως ομάδες ταραχών και πίεσης για την επιβολή των δικών τους επιδιώξεων. Μοναχοί πρωτοστατούν σε διαδηλώσεις και βιαιοπραγίες εναντίον Ιουδαίων, ειδωλολατρών και αιρετικών χριστιανών. Εχθρικοί απέναντι σε καθετί το ειδωλολατρικό, βλέπουν με καχυποψία κάθε προσπάθεια συμβιβασμού και «συνάντησης» χριστιανισμού και νεοπλατωνισμού. Έτσι, αυτοί «οι μαυροντυμένοι άνθρωποι» μετατρέπονται από  «κίνημα διαμαρτυρίας» σε  βασική   «εμπροσθοφυλακή της συντήρησης».[13]

 
     ΙΙΙ.    Στο μεταξύ, κατά  τον 4ο αι. έχει ήδη εγκαταλειφθεί ο αρχαίος δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής και έχει νομοθετικά κατοχυρωθεί το σύστημα των κολόνων (coloni). Το κράτος ενδιαφέρεται για την πρόσδεση των αγροτών στη γη, φοβάται όμως τους γαιοκτήμονες, που στηριγμένοι στο θεσμό της προστασίας (patrocinium) αυξάνουν τη δύναμή τους.[14] Πάντως, η συγκλητική αριστοκρατία παραμένει στην πλειοψηφία της ειδωλολατρική και θιασώτισσα του νεοπλατωνισμού, χωρίς βέβαια να αποκλείονται και μεμονωμένες περιπτώσεις πλούσιων και μορφωμένων συγκλητικών, που αποδέχθηκαν ή εκφράζονταν ευνοϊκά για τη νέα κρατική θρησκεία. Γνωρίζουν, εξάλλου, οι συγκλητικοί ότι τα αυτοκρατορικά διατάγματα αλλά και η πρακτική της δυνατής πλέον χριστιανικής Εκκλησίας απαιτούν τη νομιμοφροσύνη στο χριστιανισμό, για να μπορέσουν να διατηρήσουν ή να επιδιώξουν την ένταξή τους στην άρχουσα τάξη.[15] Στενεύουν, λοιπόν, τα περιθώρια για τη συγκλητική αριστοκρατία, αν και, στο θεωρητικό-φιλοσοφικό τουλάχιστον επίπεδο, έχει αρχίσει να προωθείται μέσω εκπροσώπων της αλλά και μέσω των πατέρων της Εκκλησίας, από την άλλη πλευρά, η «συνάντηση» χριστιανισμού και νεοπλατωνισμού.[16]
          Στο μεταξύ, έχει αρχίσει στην Κωνσταντινούπολη αγώνας κατά των Γότθων και των άλλων γερμανικών φυλών, που έχουν κατακλύσει τις βαλκανικές περιοχές της Αυτοκρατορίας, αλλά και έχουν καταλάβει σημαντικά αξιώματα στο στρατό και τη διοίκηση.[17] Φορέας του αντιγερμανικού αγώνα, ο οποίος έχει βέβαια αποδώσει τους πρώτους θετικούς καρπούς από τις αρχές του 5ου αι., είναι η άρχουσα συγκλητική τάξη. Αυτή ήθελε τους Γερμανούς να τους κάνει κολόνους, αλλά την εμπόδιζε η συνθήκη του 382[18] Έβλεπε, επίσης, πως παραγκωνιζόταν, καθώς ανώτερες διοικητικές και στρατιωτικές θέσεις παραχωρούνταν από τον αυτοκράτορα σε Γότθους.
          Η αντιγερμανική αυτή κίνηση είχε ταυτόχρονα και αντιαρειανικό χαρακτήρα. Οι Γότθοι είχαν ασπαστεί τον αρειανισμό και οι χριστιανοί τους αντιμετώπιζαν εχθρικά. Έτσι, σε αυτόν τον αγώνα οι επιδιώξεις της χριστιανικής Εκκλησίας και των ειδωλολατρών συγκλητικών ταυτίζονταν. Κύριος θεωρητικός αυτής της αντιγερμανικής-αντιαρειανικής κίνησης υπήρξε ο νεοπλατωνικός Συνέσιος, μαθητής της Υπατίας, μετέπειτα επίσκοπος της κυρηναϊκής Πτολεμαΐδας.[19] Ο Συνέσιος, στο πρόσωπο του οποίου συνδυαζόταν άριστα το αρχαίο πνεύμα με τη χριστιανική θεολογία, ζητούσε την αποβολή του γερμανικού στοιχείου από τον κρατικό μηχανισμό, τη συγκρότηση «εθνικού» στρατού και την επαναφορά της πολιτείας στο παλαιό της σχήμα.[20]  Στην πράξη τα αιτήματα αυτά εξέφραζαν και τους ειδωλολάτρες συγκλητικούς.
          Αυτός, όμως, ο αγώνας, αν και θα οδηγήσει στην εξουδετέρωση του βαρβαρικού κινδύνου,[21] δε θα φθάσει στην ολοκλήρωση της πορείας του, δηλαδή στη σύνθεση νεοπλατωνικού πνεύματος και χριστιανικής διδασκαλίας, στη συνύπαρξη πρακτικά συγκλητικής αριστοκρατίας και Χριστιανικής Εκκλησίας. Κάτι τέτοιο θα πραγματοποιηθεί αργότερα, ενώ στο μεταξύ κάποιες εξελίξεις θα επιβραδύνουν την πορεία. Συγκεκριμένα, το 414 γίνεται αυγούστα η Πουλχερία, αδελφή του νεαρού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄ (408-450). Η ίδια όντας ευφυής και φιλόδοξη γυναίκα, ασκεί αποφασιστική επιρροή στον αδελφό της αυτοκράτορα, καθώς αναμίχθηκε στη διακυβέρνηση του κράτους, επιβάλλοντας τις δικές της επιλογές.[22] Και καθώς διαπνεόταν από υπέρμετρο θρησκευτικό ζήλο, έδινε τη δυνατότητα σε χριστιανικές ομάδες να αντιδρούν ποικιλότροπα ενόψει της πορείας «συνάντησης» νεοπλατωνισμού και χριστιανισμού· μόνο που αυτές οι ομάδες ξεπέρασαν την κυβερνητική πολιτική με το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία τους.
 
     IV.      Στην Αλεξάνδρεια η κατάσταση είναι ήδη ταραγμένη. «Ο Αλεξανδρέων δήμος», μας πληροφορεί ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός, «πλέον των άλλων δήμων, χαίρει ταις στάσεσιν».[23]  Αναφέρεται, εννοείται, στο χριστιανικό πλήθος, που με διαμαρτυρίες και ταραχές προσπαθεί να αντιπαλέψει τους ειδωλολάτρες, να περιορίσει τους Ιουδαίους και να συντρίψει τους αιρετικούς.[24] Φθάνουν, μάλιστα, οι χριστιανοί σε ποικίλες καταστροφές: «ει δε ποτέ και προφάσεως επιλάβηται [ο δήμος], εις αφόρητα καταστρέφει κακά». Και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που αν δεν καταλήξουν τα πράγματα σε αιματοχυσία, δε σταματούν οι εξεγέρσεις, όπως υπογραμμίζει ο Σωκράτης: «Δίχα γαρ αίματος, ου παύεται [ο δήμος] της ορμής».[25]
          Κάτω, βέβαια, από αυτές τις θρησκευτικές ταραχές κρύβονται οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις των Αλεξανδρινών και κυρίως οι κοινωνικές αντιθέσεις του πληθυσμού της Αιγύπτου. Η κεντρική εξουσία στο πλαίσιο εφαρμογής ενός μεταρρυθμιστικού και αναδιοργανωτικού προγράμματος της αντιγερμανικής της πολιτικής προσπαθεί να ενδυναμώσει το κράτος και να περιφρουρήσει το δημόσιο συμφέρον. Γι’ αυτό από την πρώτη δεκαετία του 5ου αι. παίρνει μέτρα κατά των μεγαλογαιοκτημόνων και υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων λαϊκών στρωμάτων.[26] Στην Ανατολή ο νέος ύπαρχος Αυρηλιανός (414-416) έχει βάλει στο στόχαστρο τη μεγάλη ιδιοκτησία στην Αίγυπτο, ενώ παράλληλα στηρίζει τους μικρούς ελεύθερους αγρότες. Αυτή η πολιτική και πρακτική έχει ως αποτέλεσμα την έντονη δυσαρέσκεια των μεγαλογαιοκτημόνων και της Εκκλησίας, καθώς η ίδια ήταν κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας.[27]
          Στο μεταξύ,  από τον 4ο αι. οι συγκρούσεις στην πόλη της Αλεξάνδρειας ανάμεσα σε χριστιανούς και ειδωλολάτρες έχουν πάρει βίαιο και, μερικές φορές, αιματηρό χαρακτήρα. Η πολιτική του Ιουλιανού (361-363) είχε δώσει τη δυνατότητα στους ειδωλολάτρες να θανατώσουν το 362 τον πατριάρχη της πόλης Γεώργιο,[28] ο οποίος στο μεταξύ λίγα χρόνια προηγουμένως είχε, με την αυτοκρατορική βέβαια άδεια, γκρεμίσει πολλά ειδωλολατρικά ιερά. Τριάντα χρόνια αργότερα (392), στα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄(379-395), ανταπέδωσαν οι χριστιανοί με την καταστροφή του Σεραπείου, με τη συνεργασία του πατριάρχη της πόλης  Θεοφίλου (385-404). Είχε εκδοθεί τον προηγούμενο χρόνο (391) από τον Θεοδόσιο Α΄ το διάταγμα για την απαγόρευση όλων των ειδωλολατρικών λατρειών και μάλιστα υπήρξε η ειδική διάταξη κατά των ναών και λατρειών της Αιγύπτου.[29]
          Εκείνο, όμως, που αυτήν την περίοδο δίνει τρομακτικές διαστάσεις στις συγκρούσεις είναι – και πριν γίνει αυγούστα η Πουλχερία – η ανάρρηση στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας του Κυρίλλου (412-444), ανιψιού και βασικού συνεργάτη του προκατόχου του Θεόφιλου. Κοντά στον τελευταίο ο Κύριλλος γνώρισε πολύ καλά «την τέχνη της δολοπλοκίας, της κολακείας, της δωροδωκίας, της ραδιουργίας και της εμπάθειας», ώστε να καταστεί «ένας από τους πιο ευφυείς εκκλησιαστικούς πολιτικούς που έζησαν ποτέ».[30] Ο ιστορικός Σωκράτης, μάλιστα, διευκρινίζει ότι στα χρόνια του Κυρίλλου η επισκοπή του «καταδυναστεύειν των πραγμάτων έλαβε την αρχήν».[31] Ο νέος πατριάρχης γνώριζε καλά τις διαθέσεις και επιδιώξεις της ειδωλολατρικής συγκλητικής αριστοκρατίας, η οποία ακόμη δεν ήθελε να παραδεχθεί την ήττα της· διέβλεπε, επίσης, τις τάσεις που αναπτύσσονταν στους κόλπους της για «συνδιαλλαγή» της με τη νέα θρησκεία και ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται τις παρενέργειες που θα είχε τυχόν συμβιβαστική πολιτική.
          Γι’ αυτό, λοιπόν, από τη στιγμή που πήρε τα ηνία της αλεξανδρινής εκκλησιαστικής εξουσίας, ο Κύριλλος ξεκίνησε σκληρούς διωγμούς εναντίον των αιρετικών νοβατιανών, των Ιουδαίων και των ειδωλολατρών. Παράλληλα, έχοντας την εύνοια της αυγούστας Πουλχερίας, αγνοούσε σχεδόν συστηματικά τον αυτοκρατορικό εκπρόσωπο της περιοχής, τον αυγουστάλιο της Αιγύπτου Ορέστη (412(;)-415).[32] Και με εμπροσθοφυλακή το φανατισμένο μοναχικό κλήρο καταργούσε κάθε έννοια ευνομίας στην Αλεξάνδρεια, προκειμένου να συντρίψει καθετί κατά τη γνώμη του αντιχριστιανικό. Έτσι, μέσα από το θρησκευτικό φανατισμό και εκμεταλλευόμενος κάθε ευνοϊκή συγκυρία, ο Κύριλλος απέκτησε σοβαρότατη δύναμη, και εκκλησιαστική απέναντι στην πατριαρχική εξουσία της Κωνσταντινούπολης αλλά και πολιτική στην περιοχή της ευθύνης του.
          Την εικόνα των ταραχών στην Αλεξάνδρεια κατά τα έτη 414 και 415 μας την περιγράφει παραστατικά ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης. Το 414 σε δημόσια τελετή στο θέατρο της πόλης με την παρουσία του αυγουστάλιου Ορέστη οι παρευρισκόμενοι Ιουδαίοι, προκαλούμενοι από τους χριστιανούς, καταγγέλλουν το γραμματέα του Κυρίλλου Ιέρακα ότι προετοιμάζει αντιϊουδαϊκή λαϊκή εκδήλωση. Η τιμωρία με μαστίγωση του Ιέρακα από τον Ορέστη αναπτερώνει περισσότερο τους Ιουδαίους, οι οποίοι πυρπολούν το ναό του Αγίου Αλεξάνδρου. Τότε ο πατριάρχης «συν πολλώ πλήθει, επί τας συναγωγάς των Ιουδαίων παραγενόμενος, τας μεν αφαιρείται, τας δ’ εξελαύνει της πόλεως και τας ουσίας αυτών διαρπαγήναι υπό του πλήθους αφίησιν». Παράλληλα, καλεί σε συναγερμό τους μοναχούς, οι οποίοι διαδηλώνουν κατά του Ορέστη, αποκαλώντας τον «θύτην και Έλληνα», ειδωλολάτρη δηλαδή. Κάποιος, μάλιστα, μοναχός, ο Αμμώνιος, λιθοβολεί τον αυγουστάλιο. Η σύλληψη, όμως, και η θανάτωση του δράστη μετατρέπει τον τελευταίο σε ήρωα-μάρτυρα, και δίνει το πρόσχημα στον Κύριλλο να φανατίσει ακόμη περισσότερο τους πιστούς του. Στο μεταξύ, το αίτημα του Ορέστη προς την Κωνσταντινούπολη για ενίσχυση των τοπικών κατασταλτικών δυνάμεων μένει χωρίς ανταπόκριση, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται ο αυγουστάλιος και να ενισχύεται ο πατριάρχης με τους μοναχούς του.[33]
          Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι νέες συνθήκες (η ανεκτική σε όσα συμβαίνουν στην Αλεξάνδρεια στάση της κεντρικής κρατικής εξουσίας και η αδυναμία του αυγουστάλιου Ορέστη να επιβληθεί στο χώρο ευθύνης του) δίνουν τον «αέρα» της υπεροχής στους χριστιανούς και παρέχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων στον πατριάρχη Κύριλλο, ο οποίος πιο αποφασιστικά τώρα καθοδηγεί τον αγώνα εναντίον κάθε αντιχριστιανικής ομάδας και κίνησης. Έτσι, μέσα σε αυτό το νέο κύμα φανατισμού και βίαιων συγκρούσεων θα βρει τον επόμενο χρόνο (415) επώδυνο θάνατο η αξιόλογη Αλεξανδρινή νεοπλατωνική φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος Υπατία:  θα διαμελιστεί μέσα στους δρόμους της Αλεξάνδρειας από το φανατικό εξαγριωμένο χριστιανικό πλήθος, ιδίως τους μοναχούς, γεγονός που κατά συμβολικό τρόπο δίνει τη σκληρότατη αντίθεση και την αιματηρότατη  σύγκρουση μεταξύ της νέας, επίσημης πια, θρησκείας του χριστιανισμού και του αρχαίου πνεύματος, συμβολίζοντας ταυτόχρονα «το τέλος της αρχαίας επιστήμης», αφού μέσα στα επόμενα χίλια χρόνια δε σημειώθηκε κάποια πρόοδος στα μαθηματικά και την αστρονομία, και σηματοδοτώντας επίσης «το τέλος της πλατωνικής διδασκαλίας στην Αλεξάνδρεια» και σε ολόκληρη της Αυτοκρατορία.[34]  

 
     V.      Η Υπατία (περίπου 370-415),[35] κόρη του Αλεξανδρινού φιλοσόφου, αστρονόμου και μαθηματικού Θέωνα,[36] γυναίκα με εξαίρετη μόρφωση, καθώς φοίτησε στην Αθήνα, την Αλεξάνδρεια και κυρίως κοντά στον πατέρα της, δίδαξε στην πόλη της Αλεξάνδρειας για αρκετά χρόνια φιλοσοφία, μαθηματικά και αστρονομία. Έγραψε βιβλία μαθηματικών και αστρονομίας, σχολιάζοντας κυρίως προγενέστερους Έλληνες μαθηματικούς και αστρονόμους, αλλά κανένα δε διασώθηκε. Το Λεξικό Σούδα αναφέρει τρία έργα της, τον Αστρονομικό κανόνα (πίνακες για τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων με βάση τον Πτολεμαίο), το Υπόμνημα εις Διόφαντον (13 βιβλία) και το Υπόμνημα εις τα Κωνικά του Περγαίου Απολλωνίου (8 βιβλία).[37] Ενδιαφέρθηκε, επίσης, για τη μηχανική και την πρακτική τεχνολογία: κατασκεύασε επίπεδο αστρολάβο για τη μέτρηση των θέσεων των αστέρων, των πλανητών και του ήλιου, υδρόμετρο (ή υδροσκόπιο) για τη μέτρηση του ειδικού βάρους των υγρών, εργαλείο για τη μέτρηση της στάθμης του νερού και συσκευή για την απόσταξη του νερού.[38] Με τα γραπτά της και τις κατασκευές της  συνέβαλε στη διάσωση και προώθηση της αρχαίας μαθηματικής και αστρονομικής σκέψης, η οποία αργότερα μέσω του Βυζαντίου και των Αράβων θα φθάσει στη νεότερη Δύση.[39]
          Δεν αρκέστηκε μόνο στα μαθηματικά και την αστρονομία· ασχολήθηκε και με τη φιλοσοφία. «Και φιλοσοφίας ήψατο της άλλης ουκ αγεννώς», αναφέρει η Σούδα.[40] Ο Σωκράτης μας πληροφορεί ότι η Υπατία παρέλαβε από το νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πλωτίνο (204-270) τη μέθοδο «του σκέπτεσθαι και συζητάν»: «την δε πλατωνικήν από Πλωτίνου καταγομένην διατριβήν διαδέξασθαι».[41] Δε διασώθηκαν, ωστόσο, φιλοσοφικά της έργα και έτσι δεν είναι εύκολο να καθοριστούν με ακρίβεια οι φιλοσοφικές απόψεις της τελευταίας νεοπλατωνικής φιλοσόφου. Δίδασκε, πάντως, Πλάτωνα, Αριστοτέλη και άλλους φιλοσόφους τόσο στο Μουσείο όσο και στις άλλες δημόσιες εμφανίσεις της.[42]
          Είχε αποκτήσει λαμπρό όνομα διδασκάλου, καθώς «οι πάντες φιλοσοφείν βουλόμενοι κατέτρεχον παρ’ αυτήν».[43] Μάλιστα, «πρόχειρος δ’ ην πάσι τοις βουλομένοις την των μαθητών γνώσιν εκτίθεσθαι· όθεν και όσοι φιλοσοφείν ερωτικώς είχον, παρ’ αυτήν έτρεχον», ομολογεί ο Νικηφόρος Κάλλιστος.[44] Τα μαθήματα και τις διαλέξεις της τα παρακολουθούσαν και ειδωλολάτρες και χριστιανοί, και αξιωματούχοι και απλοί άνθρωποι.: «η τε άλλη πόλις εικότως ησπάζετο τε και προσεκύνει διαφερόντως, οι τε άρχοντες αεί προχειριζόμενοι της πόλεως εφοίτων πρώτοι προς αυτήν».[45] Αλλά και το σπίτι της η αλεξανδρινή φιλόσοφος το είχε μετατρέψει σε τόπο πνευματικών συναντήσεων και συζητήσεων.[46] Eκεί συνωστίζονταν, κατά τη Σούδα, πλούσιοι κυρίως άνδρες, για να ακούσουν τις διαλέξεις της και να θαυμάσουν την ευγλωττία της, γεγονός που είχε θορυβήσει τον πατριάρχη Κύριλλο. Παράλληλα, η «εντρεχής και διαλεκτική τοις λόγοις» αυτή φιλόσοφος και μαθηματικός -αστρονόμος δεν παρέλειπε να διδάσκει σε δημόσιες αίθουσες της πόλης και σε ανοικτούς δημόσιους χώρους: «διά μέσου του άστεως ποιουμένη τας προόδους, εξηγείτο δημοσία τοις ακροάσθαι βουλομένοις ή τον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη ή τα άλλου ότου δη των φιλοσόφων».[47]
          Με το παράστημα και την εσωτερική της συγκρότηση αποσπούσε η Υπατία το θαυμασμό και την εκτίμηση όλων και όχι μόνο των ομοϊδεατών της. Ο μαθητής της Συνέσιος, μετέπειτα επίσκοπος Πτολεμαΐδας, τη χαρακτηρίζει «μητέρα, αδελφήν, διδάσκαλον [...] και άπαν ό,τι τίμιον και πράγμα και όνομα».[48] Τη σέβεται και τη θαυμάζει, ενώ διατηρεί μαζί της ζωηρή αλληλογραφία πάνω σε επιστημονικά και γενικότερα ζητήματα.[49] Εξάλλου, σε επίγραμμά του ο σύγχρονός της ποιητής Παλλαδάς την εγκωμιάζει με λόγια θερμά: «Υπατία σεμνή, των λόγων ευμορφία / άχραντον άστρον της σοφής παιδεύσεως».[50] Και ο Σωκράτης ο Σχολαστικός παρουσιάζει αρκετά παραστατικά την εντύπωση που προκαλούσαν η παρουσία και η διδασκαλία της φιλοσόφου: «Πάντες δι’ υπερβάλλουσαν σωφροσύνην πλέον αυτήν ηδούντο και κατεπλήττοντο»,[51] ενώ ο χρονογράφος Μαλάλας την αποκαλεί «περιβόητον φιλόσοφον, περ’ ης μεγάλα εφέρετο».[52]

 
      VI.    Οι χριστιανοί, όμως, της Αλεξάνδρειας τη μισούσαν. Ιδιαίτερα ο πατριάρχης Κύριλλος δεν μπορούσε να ανεχθεί μέσα στη δική του επικράτεια να κινείται και να δρα με τέτοιο τρόπο μια εθνική φιλόσοφος και μάλιστα με τόση επιρροή. Η Σούδα στο σημείο αυτό είναι κατηγορηματική: κάποτε ο Κύριλλος, που περνούσε έξω από το σπίτι της φιλοσόφου, παρατήρησε «πολύν ωθισμόν όντα προς ταις θύραις, επιμίξ ανδρών τε και ίππων,[53] των μεν προσιόντων των δε αποσιόντων, των δε προσισταμένων», και αφού πληροφορήθηκε περί τίνος πρόκειται, ταράχθηκε τόσο πολύ, «ώστε φόνον αυτή ταχέως επιβουλεύσαι, πάντων φόνων ανοσιώτατον».[54].
          Είναι προφανές ότι τον Κύριλλο θορύβησε η δημοτικότητα της Υπατίας, αλλά και το ότι συγκέντρωνε στο σπίτι της, και άρα επηρέαζε, πλούσιους αλεξανδρινούς, ανθρώπους δηλαδή ισχυρούς οικονομικά και ευυπόληπτους, των οποίων την υποστήριξη θα ήθελε να είχε ο ίδιος και η Εκκλησία του. Και τούτο είναι φυσικό, αφού, όπως είναι γνωστό, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες οι εκκλησιαστικοί ηγέτες επιζητούσαν να εντάξουν στις χριστιανικές κοινότητες κατά κύριο λόγο τους αριστοκράτες των πόλεων και τους γόνους γενικότερα των ανώτερων κοινωνικά στρωμάτων, οι οποίοι ωστόσο έκλιναν προς το νεοπλατωνισμό.[55] Όντας, λοιπόν, ο Κύριλλος αποφασιστικός και αποτελεσματικός και εκτιμώντας τις πολιτικές παραμέτρους του προβλήματος, περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία, για να εξοντώσει τη νεοπλατωνική φιλόσοφο.
          Δεν πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει το γεγονός ότι το φανατισμένο χριστιανικό πλήθος της Αλεξάνδρειας είχε απέναντί του μια γυναίκα – μια γυναίκα για την οποία όμως οι μαρτυρίες για τη δημόσια συμπεριφορά  και διαγωγή της είναι σαφέστατα ευνοϊκές γι’ αυτήν και δε χωρούν παρερμηνείες. Η Υπατία ήταν «ευειδής», «διετέλει παρθένος» και χαρακτηριζόταν «δικαία» και «σώφρων».[56] Γι’ αυτή μάλιστα τη σύνεση και σωφροσύνη της τη σέβονταν οι συμπολίτες της.[57] Και ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο την αποδέχονταν οι άνδρες φιλόσοφοι ισότιμα στις συναθροίσεις τους, αλλά και για την ίδια «ουκ ην τις αισχύνη, εν μέσω ανδρών παρείναι αυτήν».[58]
          Ωστόσο, παρά τη δημοτικότητά της η Υπατία παρέμενε «σώφρων»· παρά την πνευματική της συγκρότηση και καλλιέργεια επιδείκνυε «σεμνήν παρρησίαν»· παρά το συγχρωτισμό της με τους άνδρες διατηρούσε σοβαρότητα· παρά την ομορφιά της παρέμενε «παρθένος» και απέφευγε τους εραστές με διάφορα τεχνάσματα. Είναι χαρακτηριστικό το περιστατικό που μας μεταφέρει η Σούδα: Κάποιος νέος από τους μαθητές της την ερωτεύθηκε και της αποκάλυψε τον έρωτά του. Τότε εκείνη, δείχνοντάς του το ύφασμα των εμμήνων της, του είπε: «Με αυτό είσαι ερωτευμένος, νεαρέ μου, και όχι με το ωραίο».[59] Εντύπωση, τέλος, προκαλούσε και η λιτή αμφίεσή της, καθώς, σύμφωνα με τη Σούδα, φορούσε τρίβωνα, το τραχύ εκείνο πανωφόρι που οι κυνικοί κυρίως φιλόσοφοι φορούσαν αλλά και οι μοναχοί στη συνέχεια – ένδειξη αυστηρού και ασκητικού βίου. Αν και από τους μαθητές της «δεν επεδίωκε πλήρη απάρνηση όλων των συναισθηματικών και υλικών δεσμών», η ίδια ωστόσο με την αγνότητα και τη σωφροσύνη της, την ασκητικότητα, τη μετριοπάθεια και την  αυτοσυγκράτησή της ήθελε να γίνεται παράδειγμα στους μαθητές της, «από τους οποίους ζητούσε να δείχνουν με το παράδειγμά τους ότι ο ασκητισμός οδηγεί στην ελευθερία με την ταπείνωση και τη συγχώνευση με τον θεό και όχι με την ικανοποίηση των υλικών αναγκών».[60]
          Η «ευειδής» και «σώφρων», όμως, Υπατία έχει ήδη γίνει στόχος των χριστιανών. Το ελεύθερο πνεύμα και η παρρησία της καθώς και οι δημόσιες εμφανίσεις της έχουν προκαλέσει το «χριστιανικό αίσθημα» και ιδιαίτερα τους μοναχούς. Είναι δύσκολο για τους τελευταίους να κατανοήσουν πώς μια ειδωλολάτρισσα, που με ελευθερία και ευκολία συμπεριφέρεται ανάμεσα στους άνδρες, παραμένει παρθένος – κάτι που, κατά τη δική τους άποψη, χαρακτηρίζει μόνο την «πιστήν του Ιησού δούλην».[61] Δεν είναι, επίσης, εύκολο να αντιληφθούν πώς μια ειδωλολάτρισσα, που κινείται στο χώρο της συγκλητικής αριστοκρατίας, διάγει ζωή λιτή και αυστηρή, φορώντας έναν απλό τρίβωνα όπως και οι ίδιοι. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η τοπική Εκκλησία να προχώρησε συνειδητά σε αρνητικούς σχολιασμούς της ζωής και συμπεριφοράς της φιλοσόφου, παραποιώντας την πραγματικότητα ή διασπείροντας φανταστικά συμβάντα, ακριβώς για να εξάψει το φανατισμό και το μίσος των πιστών απέναντι στην Υπατία.          
          Αλλά και για έναν επιπλέον λόγο η Υπατία συγκέντρωνε το μίσος των χριστιανών: ήταν μαθηματικός και αστρονόμος. Από τα τέλη του 3ου αι. η μαθηματική επιστήμη βρίσκεται σε διωγμό, γιατί η νέα θρησκεία τη θεωρούσε το υπόβαθρο της αστρονομίας και της αστρολογίας.[62] Εύκολα για τον απλό χριστιανό ο αστρονόμος συγχεόταν με τον αστρολόγο αλλά και με το μάγο. Ήδη από την εποχή της ρωμαϊκής τετραρχίας με διάταγμα του 294 επιτρεπόταν η διδασκαλία μόνο της γεωμετρίας, η οποία εθεωρείτο ωφέλιμη, ενώ αντίθετα απαγορευόταν η αριθμητική.[63] Λιγότερο από έναν αιώνα αργότερα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Ουάλη (365-378), τα πράγματα περιορίστηκαν ακόμη περισσότερο: αφού υπενθυμιζόταν η απαγόρευση της δημόσιας και ιδιωτικής διδασκαλίας των μαθηματικών, γινόταν γνωστό ότι στο εξής θα τιμωρείται όχι μόνο ο δάσκαλος αλλά και ο μαθητής.[64] Στα κατοπινά χρόνια οι κυρώσεις έγιναν αυστηρότερες που έφθαναν μέχρι και την εξορία.          
          Είναι, επομένως, σαφές ότι η Υπατία κινήθηκε μέσα σε ένα επικίνδυνο κλίμα. Τούτο δηλώνεται και από τη Σούδα, όταν γράφει ότι η θανάτωση της φιλοσόφου και μαθηματικού σχετίζεται όχι μόνο με «υπερβάλλουσαν σοφίαν» της αλλά επιπλέον και με τις ικανότητές της «εις τα περί αστρονομίαν».[65] Ο Ησύχιος, μάλιστα, αποδέχεται αυτήν την εκδοχή: «Τούτο δε πέπονθε διά την υπερβάλλουσαν σοφίαν, και μάλιστα εις τα περί αστρονομίας».[66] Πράγματι, η έρευνα έχει τεκμηριώσει τις σοβαρές αστρονομικές γνώσεις της Υπατίας. Η ίδια ενθάρρυνε το μαθητή της Συνέσιο να κατασκευάσει με βάση τη σχετική διδασκαλία της έναν επίπεδο αστρολάβο, για την κατασκευή του οποίου φαίνεται ότι είχε μάθει από τον πατέρα της.[67] Αλλά και ο Συνέσιος της είχε ζητήσει να κατασκευάσει για λογαριασμό του ένα υδρόμετρο (ή υδροσκόπιο). Ωστόσο, πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι και τα δύο παραπάνω όργανα, σύμφωνα με αρχαία πηγή, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και στην αστρολογία για τη συγκρότηση των ωροσκοπίων και την πρόβλεψη των μελλοντικών γεγονότων.[68]
          Αυτές ακριβώς τις γνώσεις και πρακτικές της Υπατίας εκμεταλλεύθηκαν οι άνθρωποι του πατριάρχη Κύριλλου, για να φανατίσουν τον απλό κόσμο εναντίον της: Παρουσίασαν την αστρονομία ως αστρολογία και την τελευταία τη σύνδεσαν με τη μαγεία και τη μαντική, και έτσι στα μάτια των απλών ανθρώπων η Αλεξανδρινή μαθηματικός και αστρονόμος έγινε μια μάγισσα, που ασκούσε μαύρη μαγεία και έκανε σατανικά ξόρκια σε πολλούς Αλεξανδρινούς με πρώτο θύμα της τον αυγουστάλιο Ορέστη, όπως μας πληροφορεί ο Ιωάννης ο Νικίου.[69] Το κλίμα, λοιπόν, έχει προετοιμαστεί· μένει η αφορμή για το τελικό «κτύπημα» του πατριάρχη Κύριλλου.
          Και αυτή είναι οι καλές σχέσεις Ορέστη και Υπατίας. Η τοπική Εκκλησία,  για την ενίσχυση των δικών της προφανώς σχεδίων, παρερμηνεύει τις αρμονικές σχέσεις της φιλοσόφου και μαθηματικού-αστρονόμου με τον αυγουστάλιο της Αιγύπτου Ορέστη, παλαιό μαθητή της. Όταν ο τελευταίος συνέλαβε και θανάτωσε το μοναχό Αμμώνιο, πρωταίτιο των ταραχών του 414, οι οπαδοί του πατριάρχη Κύριλλου θεώρησαν υπεύθυνη την Υπατία, η οποία επίσης, λόγω της επιρροής της στον τοπικό διοικητή, τον εμπόδιζε να συμφιλιωθεί με τον Κύριλλο. Και συγκεκριμένα, ο ιστορικός Σωκράτης εντοπίζει την αφορμή των νέων ταραχών στην πόλη, που θα καταλήξουν στη δολοφονία της Υπατίας, στις καλές σχέσεις της τελευταίας με τον Ορέστη. Ο ιστορικός είναι κατηγορηματικός: «Κατά δε ταύτης τότε ο φθόνος ωπλίσατο. Επεί γαρ συνετύγχανε συχνότερον τω Ορέστη διαβολήν τούτ’ εκίνησε κατ’ αυτής παρά τω της Εκκλησίας λαώ, ως άρα είη αύτη η μη συγχωρούσα τον Ορέστην εις φιλίαν τω επισκόπω συμβήναι».[70] Έτσι λοιπόν, η αφορμή έχει δοθεί για την εξόντωση της Υπατίας.
           «Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν παρησσίαν λαβόντες υπό του επισκόπου» Αλεξανδρείας Κυρίλλου,[71] το φανατισμένο πλήθος των χριστιανών με πρωτοπόρους τους μοναχούς είναι έτοιμο, για να δράσει. Οι επιτιθέμενοι, ομολογεί η Σούδα, είναι «θηριώδεις άνθρωποι ως αληθώς σχέτλιοι».[72] Και ποιοι είναι αυτοί οι ανελέητοι «θηριώδεις άνθρωποι»; Προφανώς οι ερημίτες, οι μοναχοί, οι οποίοι, ζώντας μακριά από την κοινωνία της πόλης, μεταβάλλονταν, σύμφωνα με την αριστοτελική άποψη, σε θηρία ή σε θεούς.[73] Με αυτήν την ερμηνεία συμφωνεί και ο Φιλοστόργιος, όταν αναφέρει ότι η δολοφονία έγινε «υπό των το ομοούσιον πρεσβευόντων».[74] Οι τελευταίοι είναι προφανώς γενικά οι ορθόδοξοι χριστιανοί, οι υποστηρικτές της Α΄ Οικουμενικής  Συνόδου (324), που καταδίκασε τον αρειανισμό και αποφάσισε ότι ο υιός του Θεού είναι «ομοούσιος τω πατρί»,[75]  και ειδικότερα είναι οι ορθόδοξοι μοναχοί, οι οποίοι, λόγω της καθοριστικής τους συμβολής στην καταδίκη και καταπολέμηση των «κακόδοξων» αιρετικών και των ειδωλολατρών, έχουν αποκτήσει ισχυρή κοινωνική δύναμη και ασκούν σοβαρή επιρροή στην κοινωνία της Αλεξάνδρειας.[76]  Αυτήν, άλλωστε, τη δύναμη και επιρροή των μοναχών αξιοποιούσε ο πατριάρχης Κύριλλος, όποτε ήθελε να ικανοποιήσει κάποιο στόχο τους ή να επιβάλει  κάποιο μέτρο του, όπως συνέβη στην αντιπαράθεσή του με τον αυγουστάλιο της Αιγύπτου Ορέστη.
          Στην προκειμένη περίπτωση της Υπατίας οι «ένθερμον Κυρίλλω τρέφοντες έρωτα, είχαν ως αρχηγός τους τον Πέτρο, έναν αναγνώστη, όπως μας πληροφορεί ο Κάλλιστος,[77] οι οποίοι βέβαια είχαν προσχεδιάσει τη δολοφονία.[78] Μια μέρα, λοιπόν, του Μαρτίου 415 οι παραπάνω κατασκοπεύουν την Υπατία και της στήνουν ενέδρα, καθώς επιστρέφει στο σπίτι της. Σταματούν την άμαξα, κατεβάζουν βίαια τη φιλόσοφο και μαθηματικό-αστρονόμο και τη σέρνουν μέχρι την εκκλησία Καισάρειον, ένα πρώην ιερό της αυτοκρατορικής λατρείας. Εκεί, αφού τη γυμνώνουν σχίζοντας το χιτώνιό της, την κατακρεουργούν με κοφτερά θραύσματα αγγείων και τα διαμελισμένα τμήματα του πτώματός  της τα μεταφέρουν έξω από την πόλη, στη θέση Κιναρώνας, όπου και τα παραδίνουν στη φωτιά.[79]
         Έτσι, καταγράφεται στην Ιστορία άλλη μια δολοφονία και πολιτικού και ιδεολογικού χαρακτήρα. «Σκότωσαν τη γυναίκα που αποτελούσε τον σημαντικότερο αντίπαλο του Κυρίλλου και υποστήριζε, με το κύρος και τις πολιτικές της διασυνδέσεις, τον εκπρόσωπο της κρατικής εξουσίας στην Αλεξάνδρεια, ο οποίος βρισκόταν σε αντιπαράθεση με τον πατριάρχη».[80] Σκότωσαν τη νεοπλατωνική φιλόσοφο, μαθηματικό και αστρονόμο, φορέα και εκπρόσωπο του αρχαιοελληνικού πνεύματος, το οποίο δεν μπορούσε να το ανεχθεί η τοπική χριστιανική Εκκλησία, γιατί φοβόταν τη νόθευση των πρωτοχριστιανικών δογμάτων μέσα από μια διαφαινόμενη «συνάντησή» τους.[81]
          Η πρωτοφανής αυτή δολοφονία της Υπατίας προκάλεσε «άγος μέγιστον» και «όνειδος τη πατρίδι»,[82] ενώ προσήψε στον πατριάρχη Κύριλλο «ου μικρόν μώμον και αυτή κατ’ αυτόν εκκλησία».[83] Μπροστά στη θύελλα των αντιδράσεων η Πουλχερία, παρά την εύνοιά της προς τον Κύριλλο, αναγκάστηκε να στείλει στην Αλεξάνδρεια ειδικό ανακριτή για τη διαλεύκανση του εγκλήματος.[84] Οι δολοφόνοι, όμως, δεν εντοπίστηκαν και έτσι το έγκλημα έμεινε ατιμώρητο. Προφανώς, σύμφωνα με τη Σούδα, το ανακριτικό έργο εμποδίστηκε και συσκοτίστηκε με δωροδοκίες.[85]

 
     VII.     Εκθέσαμε παραπάνω τους λόγους, που οδήγησαν στη δολοφονία της Υπατίας. Οι λόγοι, βέβαια, αυτοί είναι τα ορατά αίτια του γεγονότος. Στο βάθος, πίσω από τα δρώντα πρόσωπα της όλης υπόθεσης, την Υπατία, τον Κύριλλο, τον Ορέστη και την Πουλχερία,  κρύβεται ο σταθερός πυρήνας των φιλοσοφικο-θρησκευτικών αντιπαραθέσων, των πολιτικών διενέξεων και των κοινωνικών ταραχών και συγκρούσεων. Αλλά ας εξετάσουμε ξανά τα πράγματα ... από το τέλος.
   1.  Φανατισμένο χριστιανικό πλήθος με πρωτοπόρους τους μοναχούς και κάτω από την (άμεση ή έμμεση) καθοδήγηση ή τουλάχιστον με την ανοχή του πατριάρχη Αλεξάνδρειας Κυρίλλου κατακρεουργεί μέσα στην πόλη το 415 τη φημισμένη νεοπλατωνική φιλόσοφο, μαθηματικό και αστρονόμο Υπατία.
   2.      Εφόσον, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, οι δράστες είχαν στήσει ενέδρα στο θύμα τους, αυτό σημαίνει αναντίρρητα ότι δεν πρόκειται για μια αυθόρμητη έκρηξη του πλήθους αλλά για μια πολύ καλά σχεδιασμένη πολιτική πράξη.
   3. Με αυτήν τη βίαιη πρακτική της η τοπική χριστιανική Εκκλησία θέλει να διαμηνύσει ότι δεν είναι διατεθειμένη να ανεχθεί την υπάρχουσα κατάσταση και ότι είναι αποφασισμένη να επιβάλει τη δική της άποψη.
   4. Η Υπατία, που όχι τυχαία και επιπόλαια επιλέχθηκε, για να σταλεί μέσω της δολοφονίας της το μήνυμα της τοπικής Εκκλησίας, εκπροσωπεί επάξια τη νεοπλατωνική φιλοσοφική σχολή στην Αλεξάνδρεια, ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνει την εκτίμηση όχι μόνο των ομοϊδεατών της ειδωλολατρών αλλά και σημαντικών χριστιανικών προσωπικοτήτων.
   5. Για τη συγκλητική αριστοκρατία στενεύουν τα περιθώρια όσο επιμένει να είναι προσκολλημένη στην ειδωλολατρία, καθώς κινδυνεύει να δει ελαχιστοποιημένο τον πολιτικό της ρόλο στην αυτοκρατορία με σοβαρότατες για την ίδια οικονομικές συνέπειες.
   6. Η επίσημη χριστιανική Εκκλησία, από τη στιγμή που ο χριστιανισμός ανακηρύσσεται επίσημη κρατική θρησκεία, υποχρεώνεται από τα ίδια τα πράγματα να νοθεύσει το κήρυγμα του ιδρυτή της, για να προσαρμοστεί στις νέες απαιτήσεις των καιρών: έχει καταστεί η ίδια κάτοχος μεγάλης περιουσίας και έχει συγκροτήσει ολόκληρο διοικητικό μηχανισμό.
   7. Η αλλοίωση, η νόθευση, η τροποποίηση και η προσαρμογή των πρωτοχριστιανικών αντιλήψεων στις νέες συνθήκες θα γίνει από τους «νέους» πιστούς: είναι οι προερχόμενοι από το χώρο των εθνικών, και κυρίως οι υποστηρικτές της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, την οποία ωστόσο ασπάζεται η συγκλητική τάξη.
   8. Αυτή, όμως, η προσπάθεια της νόθευσης και προσαρμογής συναντά αντιδράσεις μέσα στη χριστιανική κοινότητα, με συνέπεια ένα μεγάλο ποσοστό των πιστών της (στην Ανατολή) να προσανατολίζεται προς τα «αιρετικά» κινήματα ή να κατευθύνεται προς το μοναχισμό. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι «αιρετικοί» και οι μοναχοί εχθρεύονται τόσο την επίσημη χριστιανική Εκκλησία όσο και τους εθνικούς.
   9.  Στο βαθμό που η ειδωλολατρική συγκλητική αριστοκρατία θα προσεγγίζει την επίσημη  χριστιανική Εκκλησία μέσω του νεοπλατωνισμού, οι απλοί χριστιανοί πιστοί θα δυσανασχετούν, θα διαμαρτύρονται, θα αντιστέκονται και, όπου μπορούν, θα επιβάλλονται δυναμικά.
   10. Στην Αλεξάνδρεια η αντιπαλότητα δεν είναι απλώς φιλοσοφικοθρησκευτική. Είναι βαθιά κοινωνική. Η τοπική Εκκλησία και ο χριστιανικός πληθυσμός της πόλης αγωνίζονται να σταματήσουν τις κοινωνικο-οικονομικές διεργασίες, που έχουν ξεκινήσει και συντελούνται μέσα από τη «συνάντηση» της επίσημης χριστιανικής Εκκλησίας με την ειδωλολατρική συγκλητική αριστοκρατία – διεργασίες οι οποίες κατά την πορεία της μορφοποίησής τους ολοένα και αλλοιώνουν την κληροδοτημένη πρωτοχριστιανική πίστη. Δηλαδή
-- α) ο Κύριλλος δεν εκφράζει στην Αλεξάνδρεια τη θέση της επίσημης χριστιανικής Εκκλησίας, αλλά τα δόγματα του πρωτοχριστιανισμού, μαζί και το φόβο και την αγωνία – τα οποία και εκμεταλλεύεται – του απλού και αγνού χριστιανού, ενώ παράλληλα αξιοποιεί, και για τις προσωπικές του φιλοδοξίες, τον υπέρμετρο θρησκευτικό ζήλο των μοναχών,
-- β) ο Ορέστης, αν και κρατικός εκπρόσωπος, δεν εκφράζει τις αυτοκρατορικές θέσεις εκείνης της περιόδου, αλλά ως ειδωλολάτρης ο ίδιος και μέλος της συγκλητικής τάξης αποδέχεται, ανέχεται και στο βαθμό που του επιτρέπουν οι συγκυρίες προωθεί τη «συνάντηση» ειδωλολατρίας και χριστιανισμού, και
-- γ) η Υπατία εκπροσωπεί εκείνο το φιλοσοφικό ρεύμα του νεοπλατωνισμού, το οποίο μπολιάζει αλλά και νοθεύει ταυτόχρονα τη χριστιανική διδασκαλία προς όφελος των συμφερόντων της συγκλητικής αριστοκρατίας.
   11. Ο ρόλος του Κύριλλου τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή είναι αντικειμενικά προοδευτικός, καθώς, αγνοώντας τις συμβιβαστικές φωνές της «συνάντησης», επιδιώκει να φθάσει - και φθάνει - μέχρι τη ρήξη με τη συγκλητική αριστοκρατία. (Είναι η σύγκρουση του νέου με το παλιό). Ο Κύριλλος, ως εκπρόσωπος της ανερχόμενης κοινωνικής δύναμης των χριστιανών και της νέας κοινωνικής πραγματικότητας, θέλει να ανοίξει ο δρόμος για την ολοκληρωτική οικονομική και πολιτική υπεροχή των χριστιανών μέσα στο Ανατολικό Ρωμαϊκό/Βυζαντινό Κράτος.
   12. Επομένως, με τη δολοφονία της Υπατίας οι χριστιανοί επιδιώκουν να απομακρύνουν από το κοινωνικοπολιτικό προσκήνιο τη συγκλητική αριστοκρατία, η οποία επιθυμεί τη «συνάντηση» με το χριστιανισμό μέσα από τη νόθευσή του, και να εδραιωθούν αυτοί ως νέα ανερχόμενη κοινωνική δύναμη στο σύγχρονο γίγνεσθαι.
   13. Η ζωή, όμως, θα προχωρήσει, όσο κι αν αντιστέκονται οι Κύριλλοι, όσο κι αν δολοφονούνται οι Υπατίες· αυτά τα γεγονότα απλά και μόνο επιβραδύνουν το βηματισμό της Ιστορίας, δεν τον εξαφανίζουν.
   14. Τελικά, η «συνάντηση» νεοπλατωνισμού και χριστιανισμού θα πραγματοποιηθεί λίγο αργότερα με την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451, η οποία θα καταδικάσει το μονοφυσιτισμό - αίρεση που διαμορφώθηκε και εδραιώθηκε κυρίως στην Αίγυπτο – και θα επιβάλει την ορθοδοξία των δύο φύσεων του Χριστού.
   15. Η παραπάνω απόφαση δηλώνει την ήττα του πατριαρχείου της Αλεξάνδρειας και τον περιορισμό του πολιτικού ρόλου των μοναχών, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζει τη «συνάντηση» συγκλητικής αριστοκρατίας και χριστιανισμού και διευκολύνει τη μαζική προσχώρηση της πρώτης στο χριστιανισμό, δημιουργώντας έτσι τη νέα άρχουσα τάξη του Ανατολικού Ρωμαϊκού/Βυζαντινού Κράτους, τη χριστιανική πια συγκλητική αριστοκρατία.[86]
 
                                                                                                                                     Πέτρος Πετράτος
 
 

 




[1]  Hans-Georg Beck, H βυζαντινή χιλιετία, μτφρ. Δημ. Κούρτοβικ, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1990, σσ. 171, 172.
[2]  Η μεγάλη ακμή του Μουσείου παρατηρείται τον 3ο με 2ο αι. π. Χ., τότε που συστηματοποιούνται οι κλάδοι της αρχαίας επιστήμης και καθορίζεται ο τρόπος και η τέχνη για τη συγγραφή συστηματικών επιστημονικών έργων, βλ. B. Farrington, Η επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Ν. Ραΐση, εκδ. Κάλβος, Αθήνα 1969, σ. 227.
[3]  Ο όρος νεοπλατωνισμός οφείλεται στους νεότερους, αφού οι ίδιοι οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους πλατωνικούς, συνεχιστές δηλαδή του Πλάτωνα και ανανεωτές της φιλοσοφίας του. Ο νεοπλατωνισμός ξεκίνησε στις αρχές του 3ου αι. μ. Χ. από την Αλεξάνδρεια, εξακτινώθηκε σε Ρώμη, Αθήνα, Μ. Ασία και Συρία μέχρι τον 5ο αι., ενώ συνέχισε να συντηρείται στη γενέτειρά του την Αλεξάνδρεια μέχρι τα μέσα του 7ου αι.  
[4]  Βλ. Α. Φ. Ηλίτσεφ – Π. Η. Φεντοσέγιεφ, Φιλοσοφικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, εκδ. Κ. Καπόπουλος, Αθήνα 1985, τ. 4, σσ. 48-52, στο λήμμα νεοπλατωνισμός.
[5]   Για την άρχουσα συγκλητική αριστοκρατία βλ. Πέτρος Πετράτος, «Ανατολική Ρωμαϊκή-Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Οι κοινωνικές διεργασίες, τέλη 4ου-αρχές 5ου αι.», Βύβλος, τχ. 7 (Ιανουάριος 1997), σσ. 70-72.
[6]  Ευ. Ρούσσος, «Νεοπλατωνισμός», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών, [Αθήνα 1976],  σ. 449.
[7]  Βλ. ό.π., σσ. 449-450.
[8]  E. ZellerN. Nestle, Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφρ. Χρ. Θεοδωρίδης, έκδοση Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αθήνα 1942, σ. 402.
[9]  Βλ. F. Dölger, «Η βυζαντινή γραμματεία», στην Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, μτφρ. Ντουντού Σαούλ, εκδ. τ. Β΄, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979, σ. 792.
[10]  Για τη χριστιανική Εκκλησία (η πορεία διαμόρφωσής της μέχρι τα τέλη - αρχές του 5ου αι. βλ. Π. Πετράτος, ό.π., σσ. 72-76.
[11]  Βλ. Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, τ. Α΄ (324-1204), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998 (2η έκδοση), σσ. 44-52.
[12]  Για το μοναχισμό (κίνητρα, οργάνωση, ιδεολογία) βλ.  H. – G. Beck, ό.π., σσ. 283-315.
[13]  Τ. Λουγγής, ό.π., σ. 67.
[14]  Γι’ αυτήν την περίοδο και γενικότερα για τις διεργασίες που σημειώνονται κατά το πέρασμα της κοινωνίας από την αρχαιότητα στο μεσαίωνα βλ. Τ.  Λουγγής, «Η κοινωνία από την Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα», στο (συλλογικό) Βυζαντινό κράτος και κοινωνία. Σύγχρονες κατευθύνσεις της έρευνας, έκδοση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών σε συνεργασία με τις εκδ. Ηρόδοτος, [Αθήνα 2003], σσ.  89-106.
[15]  Βλ. Τ. Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, τ. Α΄ (324-1204), ό.π., σσ. 37-41, 61-64.
[16]  Ήδη από το 2ο αι. ο Ιουστίνος διακήρυσσε: «Ουκ αλλότριά εστι τα Πλάτωνος διδάγματα του Χριστού, αλλ’ ουκ έστι πάντη όμοια, [...] όσα ουν παρά πάσι καλώς είρηται, ημών των χριστιανών εισί», ενώ ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας υπογράμμιζε για την αρχαιοελληνική φιλοσοφία: «Ην μεν ουν προ της Κυρίου παρουσίας εις δικαιοσύνην ‘Ελλησιν αναγκαία φιλοσοφία, νυνί δε χρήσιμη προς θεοσέβειαν γίγνεσθαι προπαίδειά τις ούσα τοις την πίστιν αποδείξεως καρπωμένοις [...]». Τα αποσπάσματα από το βιβλίο του
Μενέλαου Παγουλάτου, Βυζάντιον. Η Ιστορία του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, εκδ. Γεωργιάδη, Αθήνα 2004, σ. 238.
[17]  Για το «γερμανικό πρόβλημα» βλ. Georg Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, μτφρ. Ιω. Παναγόπουλος, τ. Α΄, Ιστορικές Εκδόσεις Στ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1978, 112-117.
[18]  Βλ. Τ.  Λουγγής, ό.π., σσ. 74-75.
[19]  Για τον Συνέσιο βλ.  J. Bregman, Synesius of Cyrene: Philosopher-Bishop, Berkeley 1982, αλλά συνοπτικά και ενδιαφέροντα στοιχεία βλ. Μ. Παγουλάτος, ό.π.,  σσ. 724-727.
[20]  Βλ.  Migne, Patrologia Greaca (P. G.), τ. 66, στ. 1053 κ.ε.
[21]  Το 400 εκδηλώνεται στην Κωνσταντινούπολη λαϊκή αντιγοτθική εξέγερση (βοηθάει και η προπαγάνδα του πατριάρχη Ιωάννη Χρυσοστόμου), όπου σφάζονται πολλοί Γότθοι και συλλαμβάνεται και θανατώνεται ο ηγέτης τους Γαϊνάς. Τον επόμενο χρόνο εκτελείται ο ύπατος της πρωτεύουσας Φραβίττας, Γότθος στην καταγωγή. Το θεοδοσιανό λεγόμενο τείχος, το οποίο θα κατασκευαστεί αμέσως μετά (404-414) με πρόταση του αριστοκράτη επάρχου πραιτωρίων της Ανατολής Ανθεμίου, θα προστατεύσει την πρωτεύουσα από μελλοντικές γερμανικές επιδρομές, ενώ η αυτοκρατορική εξουσία θα κατευθύνει τα βαρβαρικά φύλα προς τη Δύση. Βλ. Τ.  Λουγγής, ό.π.,  σ. 70. Ο Perry Anderson εκτιμά (Πέρυ Άντερσον, Από την Αρχαιότητα στον Φεουδαρχισμό, εκδ. Οδυσσέας, [Αθήνα 1981], σ. 306) ότι «δεν ήταν η γεωγραφία που καθόρισε την επιβίωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά μια κοινωνική δομή, που – αντίθετα με κείνη της Δύσης – αποδείχθηκε ικανή ν’ αποβάλει ή ν’ αφομοιώσει μ’ επιτυχία εξωτερικούς αντιπάλους».
[22]  «Την Ρωμαίων οικουμένην διώκησεν [η Πουλχερία], ευ βουλευομένη και ως εν τάχει τα πρακτέα επιτελούσα και γράφουσα», έχει υπογραμμίσει ο Σωζομενός, Θ΄, 1-2.
[23]  Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, P. G., τ. 67, στ. 761.
[24]  Για την πορεία γένεσης του χριστιανισμού (2ος-3ος αι.) στην Αλεξάνδρεια και γενικότερα στην Αίγυπτο μέσα από τις συγκρούσεις του, κάποτε αιματηρές, με τους Ιουδαίους και με τους «αιρετικούς» γνωστικούς βλ. Δημήτρης Ι. Κυρτάτας, Επίκρισις. Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, μτφρ. Γιάννης Κρητικός, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, [Αθήνα 1992], σσ. 258-305.
[25]  Σωκράτης, ό.π.
[26]  «Με το νόμο του 409 προσπάθησε [ο κύριος τότε κυβερνήτης του κράτους Ανθέμιος, επίτροπος του ανήλικου αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄] να επιβάλει την κανονική είσπραξη των φόρων και να ανακόψει την τάση προς την “αυτοπραγία”, δηλαδή το δικαίωμα των μεγαλογαιοκτημόνων να πααρακάμπτουν τα κρατικά όργανα και να εισπράττουν και να αποδίδουν οι ίδιοι στο κράτος τους φόρους και τους φόρους των καλλιεργητών τους, αποκομίζοντας έτσι τόσο οικονομικά όσο και σημαντικά πολιτικά οφέλη. Άλλος νόμος [...] ήταν η παραγραφή των καθυστερημένων φόρων της περιόδου 368-407, την αναδρομική πληρωμή των οποίων καθιστούσε δυσβάστακτη η θλιβερή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι κάτοικοι των περισσοτέρων επαρχιών της αυτοκρατορίας λόγω των ποικίλων εχθρικών εισβολών», Τ. Λουγγής, «Το Ανατολικό Χριστιανικό Κράτος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ζ΄,  Εκδοτική Αθηνών, [Αθήνα 1978], σ. 107.
[27]  Βλ. Τ. Λουγγής, ό.π.
[28]  Το Πασχάλιον Χρονικόν, Ι, σ. 546, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι μετά το φόνο το λείψανο του Γεωργίου «καμήλω γαρ επιθέντες δι’ όλης της πόλεως περιέφερον, και μετά τούτο διαφόρων αλόγων νεκρά σώματα μετά των οστέων συναγαγόντες και συμμίξαντες αυτού τω  λειψάνω και κατακαύσαντες διεσκόρπισαν».
[29]  «Το άμεσο αποτέλεσμα της αντιπαγανιστικής διατάξεως που εκδόθηκε ειδικά για την Αίγυπτο ήταν η κατασκαφή του περιφημοτέρου ναού της αρχαιότητας, του αλεξανδρινού Σεραπείου. [...] Ύστερα από την αποχώρηση του φιλόσοφου Ολυμπίου, που με λίγους οπαδούς είχε κλεισθεί στον ναό για να τον υπερασπίσει, οι συνδυασμένες δυνάμεις μοναχών και στρατιωτών “τω τε Σεραπείω κατελυμήναντο και τοις αναθήμασιν επολέμησαν, ανανταγώνιστον και άμαχον νίκην νικήσαντες. Τοις γουν ανδριάσι και αναθήμασι ες τοσόνδε γενναίως εμαχέσαντο, ώστε ου μόνον ενίκων αυτά αλλά και έκλεπτον”»,  Πολύμνια Αθανασιάδη-Fowden, «Ο μέγας αιών (324-395)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ζ΄, Εκδοτική Αθηνών, [Αθήνα 1978], σ. 87. Για τα γενικότερα μέτρα του Θεοδοσίου Α΄ κατά της αρχαίας θρησκείας βλ. Μ. Παγουλάτος, ό.π., σσ. 165-172.
[30]  Μ. Ανάστος, «Θεολογία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σ. 409.
[31]  Σωκράτης, ό.π., στ. 749.
[32]  Βλ. G. Ostrogorsky, ό.π., σ. 120.
[33]  Βλ. Σωκράτης, ό.π., στ. 760-769.
[34] Βλ. Μargaret Alic, Η κληρονομιά της Υπατίας. Η Ιστορία των Επιστημόνων Γυναικών από την Αρχαιότητα μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, μτφρ. Ελένη Τζελέπογλου, εκδ. Εκάτη, [Αθήνα 2009], σσ. 58, 62.
[35]  Για το έτος γέννησής της δεν υπάρχει ομοφωνία, βλ. Maria Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, μτφρ. Γιώργος Κουσουνέλος, εκδ. Ενάλιος, [Αθήνα 1997],  σσ. 130-132.
[36]  Για τον σημαντικό Αλεξανδρινό μαθηματικό και αστρονόμο Θέωνα βλ. Σούδα, λ. Θέων ο εκ του μουσείου. Επίσης βλ. M. Dzielska, ό.π., σσ. 132-135, 141-146.
[37]  Σούδα, στο λ. Υπατία. Περισσότερες πληροφορίες για το συγγραφικό της έργο βλ.  M. Dzielska, ό.π., σσ. 136-140, Πέδρο Γκάλβεθ, Υπατία, η γυναίκα που αγάπησε την επιστήμη, μτφρ. Λήδα Παλλαντίου, εκδ. Μεταίχμιο, [Αθήνα 2004], σσ. 184-200,  και M. Alic, ό.π., σσ. 59-60.
[38]  Βλ. γι’ αυτά Μ. Dzielska, ό.π., σσ. 107, 139, 148-149, και  M. Alic, ό.π., 60.
[39]  Βλ. K. Vogel, «Η βυζαντινή επιστήμη», Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ό.π., σ. 807.
[40]  Σούδα,  ό.π. Το Λεξικό Σούδα για την Υπατία απηχεί τις απόψεις κυρίως του φιλοσόφου Δαμάσκιου (από το έργο του Ισιδώρου βίος), ενώ στοιχεία έχει πάρει από τον Ησύχιο (από το έργο του Ονοματολογία) και τον Φιλοστόργιο (από το έργο του Εκκλησιαστική Ιστορία).
[41]  Σωκράτης, ό.π., στ. 763. Σημειώνουμε εδώ ότι ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός (379-450) ήταν σύγχρονος της Υπατίας και οι αξιόπιστες πληροφορίες που μας δίνει γι’ αυτήν και ιδιαίτερα για τη δολοφονία της προέρχονται προφανώς από αυτόπτες μάρτυρες.
[42]  Βλ. Σταυρούλα Λαμπροπούλου, «Υπατία, η Αλεξανδρινή φιλόσοφος», Πλάτων, τ. 29 (1977), σσ. 70-71.
[43]  Σωκράτης, ό.π.
[44]  Νικ. Κάλλιστος, Εκκλησιαστική Ιστορία, P. G., XVI, 469, 1106c.
[45]  Σούδα, ό.π. Εξάλλου, «οι στενότεροι και πιστότεροι μαθητές της Υπατίας ήταν άτομα που αργότερα κατέλαβαν αυτοκρατορικά ή εκκλησιαστικά αξιώματα», M. Dzielska, ό.π,  σ. 78.
[46]  Αυτό προφανώς εννοεί ο μαθητής της ο Παλλαδάς, όταν στο σχετικό για την Υπατία επίγραμμά του γράφει: «της παρθένου τον οίκον αστρώον βλέπων», Παλατινή Ανθολογία, βιβλ.IX,  αρ. 400 (επιμ. H. Beckly).
[47]  Σούδα, ό.π. Η Στ. Λαμπροπούλου, ό.π., σ. 73, δέχεται ότι  η Υπατία μπορεί «να έδιδε δημοσίας διαλέξεις επί τη βάσει δημοσίας τινός θέσεως». Βλ. και M. Dzielska, ό.π., σσ. 110-113.
[48]  Συνέσιος, Επιστολαί, P. G., τ. 66,  στ. 1352. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι επιστολές του Συνέσιου του Κυρηναίου προς τη «διδάσκαλόν» Υπατία και τους φίλους του παρέχουν σοβαρές πληροφορίες, που βοηθούν στην ανασύνθεση της ζωής και των δραστηριοτήτων της Υπατίας.
[49]  Συνέσιος, ό.π., στ. 1348, όπου την αποκαλεί «δέσποινα μακαρία» και της εκφράζει τη λύπη του, επειδή «αποστέρημαι [...] και το μέγιστον, της θειοτάτης σου ψυχής».
[50]  Παλατινή Ανθολογία, ό.π.: «Όταν βλέπω σε, προσκυνώ, και τους λόγους, / της παρθένου τον οίκον αστρώον βλέπων· / εις ουρανόν γαρ εστί σου τα πράγματα / Υπατία σεμνή, των λόγων ευμορφία, / άχραντον άστρον της σοφής παιδεύσεως».
[51]  Σωκράτης, ό.π., στ. 768-769.
[52]  Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, στο Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae (C. S. H. B.), βιβλ.  L, κεφ. XIV, σ. 359. Σημειώνουμε εδώ ότι ο χρονογράφος Μαλάλας (491-578) έζησε κοντά στην περίοδο ζωής και δράσης της Υπατίας και μας παρέχει αξιόπιστες πληροφορίες ιδιαίτερα για τη δολοφονία της.
[53]  Πρόκειται δηλαδή για πλούσιους άνδρες, για αριστοκράτες, αφού διαθέτουν άλογα.
[54]  Σούδα, ό.π.
[55]  «Οι αριστοκράτες δεν ήταν μόνο καλοδεχούμενοι, αλλά και παρακινούνταν με επιμονή και θέρμη να προσχωρήσουν στις χριστιανικές εκκλησίες», Δ. Κυρτάτας, ό.π., σ. 309.
[56]  Σούδα, ό.π.
[57]  Βλ. Σωκράτης, ό.π.: «Πάντες γαρ, δι’ υπερβάλλουσαν σωφροσύνην, πλέον αυτήν ηδούντο  και κατεπλήττοντο». Επίσης βλ. Νικηφ. Κάλλιστος, ό.π., Π. Γ., 1105: «[...] πάσι γαρ δι’ αιδούς ην τη της σωφροσύνης υπερβολή και ανά στόμα πάσι και διά θαύματος ήγετο».
[58]  Σωκράτης, ό.π. Βλ. επίσης Νικηφ. Κάλλιστος, ό.π.: «[...] και ουκ άσχημον εδόκει αυτήν εν μέσω παρείναι ανδρών».
[59]  Βλ. Σούδα, ό.π.: «Αυτήν δε προσενεγκαμένην τε των γυναικείων ρακών αυτού βαλλομένην, και το σύμβολον επιδείξασαν της ακαθάρτου γενέσεως, ‘‘τούτου μέντοι’’ φάναι ‘‘εράς, ω νεανίσκε, καλού δε ουδενός’’». Υπενθυμίζουμε ότι κι αυτό το περιστατικό, που αναφέρει η Σούδα, προέρχεται από το Ισιδώρου βίος του Δαμάσκιου, o οποίος το κλείνει λέγοντας ότι τελικά η όλη ενέργεια της Υπατίας είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική μεταμόρφωση του νεαρού μαθητή. Βλ. C. Zintzen, Damascii Vitae Isidori Reliquiae, Hildesheim 1967. Πάντως, το περιστατικό αυτό με το νεαρό μαθητή και την αντιμετώπισή του από την Υπατία τα ερμήνευσαν και τα «διαχειρίστηκαν» νεότεροι συγγραφείς (ιστορικοί και μυθιστοριογράφοι) με ποικίλους και αντιφατικούς αρκετές φορές τρόπους, βλ. σχετικά Γκαμπριέλ Τραριέ, Υπατία, μτφρ. Γιάννης Καρβέλας, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, Παράρτημα: «Ο βίος της Υπατίας», σσ. 93-94
[60]  M. Dzielska, ό.π., σσ. 105-106.
[61]  Ίσως η αγαμία της Υπατίας, δηλαδή η παρθενία της που τόσο πολύ εξαίρουν οι πηγές,  μαζί με τη λιτή ζωή της να ήταν κάποιοι από τους λόγους, που πολύ αργότερα  η Εκκλησία δεν εναντιώθηκε στην ενσωμάτωσή της στο χριστιανικό αγιολόγιο: κατά το μεσαίωνα σε τοιχογραφίες μοναστηριού του Αγίου Όρους παρουσιάζεται η Υπατία ως προφήτης και αγία, βλ. Arnulf Zitelmann, Υπατία, μτφρ. Μαίρη Ζωγράφου, εκδ. Αϊβαλή, [Αθήνα 1996],  σ. 27.
[62]  Βλ. Ευάγγελος Σταμάτης, Ελληνικά Μαθηματικά, έκδοση της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, Αθήνα 1976, σσ. 109-110. Οι αρχαίοι Έλληνες από νωρίς είχαν παρατηρήσει ότι τα μαθηματικά μοντέλα εφαρμόζονταν στα ουράνια φαινόμενα. Γι’ αυτό και είχαν κατατάξει την αστρονομία στις μαθηματικές επιστήμες. Άλλωστε, και η Υπατία έδινε μεγάλη σημασία στην αστρονομία, βλ. M. Dzielska, ό.π., σσ. 107-108.
[63]  Βλ. Ιουστινιάνειος Κώδιξ, Kruger 379: DiocletianusMaximianus (294): «Artem geometriae discere atque exerceri publice intersit. Ars autem mathematica damnabilis interdicta est».
[64]  Βλ. Θεοδοσιανός Κώδιξ, Manmsen – Meyer 462: Valentinianus – Valens (370-373): «Cesset mathematicorum tractatus. Nam, si qui publice aut privatum in die nocteque deprehensus fuerit in cohibito errore versari, capital sentential feriatur uterque. Neque enim culpa dissimilis est prohibita discere quam docere».
[65]  Σούδα, ό.π. Ο Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, VIII, 9,  P. G. 65, 1105 Β, μας πληροφορεί ότι η Υπατία ασχολήθηκε «μάλιστα γε περί την αστροθεάμονα τέχνην».
[66]  Ησύχιος, Fragmenta Historicorum Grecorum, IV, Lipsiae 1848.
[67]  Βλ. M. Dzielska, ό.π., σσ. 107, 139. Εξάλλου, το Λεξικό Σούδα, στο λ. Θέων μας πληροφορεί ότι ο πατέρας της Υπατίας είχε γράψει πραγματεία με τίτλο Εις τον μικρόν αστρόλαβον υπόμνημα.
[68]  Βλ. M. Dzielska, ό.π., σσ. 148-149.
[69]  Βλ. Το Χρονικόν του Ιωάννου, επισκόπου Νικίου, μεταφρασμένο (στα αγγλικά από τα αραβικά) από τον R. H. Charles, Οξφόρδη 1916, σ. 100. Ο επίσκοπος Νικίου (στην Κάτω Αίγυπτο) είναι ο μόνος που παρουσιάζει την  Υπατία προσηλωμένη στις απόκρυφες πρακτικές της αστρολογίας, της μαντικής και της μαγείας.
[70]  Σωκράτης, ό.π., στ. 768. Αλλά και ο Νικ. Κάλλιστος, ό.π., P. G., 146, 1105c μέσα στην ίδια λογική κινείται:  «Τότε ουν ο φθόνος κατά ταύτης ωπλίζετο συχνότερον γαρ παρά τω Ορέστη φοιτώσα, διαβολήν κατ’ αυτής εκίνει τοις περί Κύριλλον κληρικοίς, ως άρ’ εκείνη είη μη συμβήναι προκαταλλαγάς εώσα Κυρίλλω τον έπαρχον».
[71]  Ιω. Μαλάλας, ό.π.
[72]  Σούδα, ό.π.
[73] Βλ. M. Rist, «Hypatia», Phoenix, 19 (1965), σ. 222· Στ. Λαμπροπούλου, ό.π., σσ. 76-77.
[74]  Φιλοστόργιος, ό.π.   
[75]  Σημειώνουμε εδώ ότι ο Φιλοστόργιος ήταν οπαδός του Αρείου.
[76]  Τ. Λουγγής, σσ. 52, 76.
[77]  Νικ. Κάλλιστος, ό.π.,  XVI, 470. Ο Σωκράτης, ό.π., XV, 360, κάνει λόγο για «άνδρες το φρόνημα ενθέρμους»
[78]  Μερίδα μελετητών δε δέχεται ως δράστες της δολοφονίας τους μοναχούς αλλά τους παραβολάνους, οι οποίοι ήταν λαϊκοί εργάτες της Εκκλησίας με έργο τους τη συγκέντρωση και περιποίηση των ασθενών και αστέγων της πόλης. Βλ. σχετικά Μ. Dzielska, ό.π., σσ. 179-181.
[79]  Η παραπάνω περιγραφή της φρικιαστικής δολοφονίας της Υπατίας ανήκει στο χριστιανό ιστορκό Σωκράτη τον Σχολαστικό, ό.π., XV, 360: «Και δη συμφωνήσαντες άνδρες το φρόνημα ένθερμοι, ων ηγείτο Πέτρος τις αναγνώστης, επιτηρούσι την άνθρωπον επανιούσαν επί οικίαν ποθέν· και εκ του δίφρου εκβαλόντες, επί την εκκλησίαν η επώνυμον Καισάριον συνέλκουσιν· αποδύσαντές τε την εσθήτα, οστράκοις ανείλον. Και μεληδόν διασπάσαντες, επί τον καλούμενον Κιναρώνα τα μέλη συνάραντες, πυρί κατηνάλωσαν». Παρόμοια είναι η περιγραφή και από τον Νικηφόρο Κάλλιστο, ό.π.: «Και δη τινές εκείνων ένθερμον Κυρίλλω τρέφοντες έρωτα, ων ηγείτο Πέτρος τις αναγνώστου τάξιν πληρών, επανιούσάν ποθεν συντηρήσαντες, του δίφρου καθελόντες, επί την εκκλησίαν, η Καίσαρός εστιν επώνυμος, είλκον. Εκείσε τε περιδύσαντες αυτή εσθήτα, οστράκοις ανείλον· έπειτα εις μέλη διασπάσαντες». Βλ. επίσης Φιλοστόργιος, ό.π.: «[...] διασπαθήναι το γύναιον υπό των το ομοούσιον πρεσβευόντων», Ησύχιος, ό.π : «[...] διεσπάσθη υπό Αλεξανδρέων, και το σώμα  αυτής ενυβρισθέν καθ’ όλης της πόλεως διεσπάρη», και Ιω. Μαλάλας, ό.π, : «Κατ’ εκείνον δε  τον καιρόν παρρησίαν λαβόντες υπό του επισκόπου οι Αλεξανδρείς έκαυσαν φρυγάνοις αυθεντήσαντες Υπατίαν την περιβόητον φιλόσοφον».
[80]  M. Dzielska, ό.π., σ. 176.
[81] Τον ιδεολογικό χαρακτήρα της δολοφονίας δε δέχεται η M. Dzielska, ό.π., σσ. 192-194.
[82]  Σούδα, ό.π.
[83]  Σωκράτης, ό.π.
[84]  Η απόφαση για την έναρξη ανακρίσεων οφειλόταν στον ύπαρχο της Ανατολής πατρίκιο Αυρηλιανό, η οποία όμως «υπήρξε ίσως και η αφορμή της εκδηλώσεως της απροκάλυπτης δυσμένειας της Πουλχερίας κατά του υπάρχου [Αυρηλιανού], που είχε τολμήσει να αντιταχθεί στις αυθαιρεσίες των μεγαλογαιοκτημόνων και της Εκκλησίας»· τον επόμενο χρόνο ο Αυρηλιανός είχε ήδη αντικατασταθεί. Βλ. Τ. Λουγγής, «Το Ανατολικό Χριστιανικό Κράτος», ό.π.,. σ. 108. Αλλά και ο Ορέστης πρέπει να ανακλήθηκε ή να υπέβαλε την παραίτησή του, γιατί δεν ξαναγράφτηκε κάτι άλλο γι’ αυτόν.
[85]  Βλ. Σούδα, ό.π. Η άποψη αυτή προέρχεται από την αφήγηση του Δαμάσκιου.
[86]  Βλ. Τ. Λουγγής, ό.π., σσ. 77-78.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου