Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013


ΝΗΣΟΣ ΣΑΣΩΝ.

 ΜΑΪΟΣ 1864 - ΜΑΪΟΣ 1914: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ
 

 [Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κεφαλονίτικη Πρόοδος" σε δυο συνέχειες (περίοδος Β΄, τχ. 3, Ιούλ.-Σεπτ. 2012, σσ. 19-22, και τχ. 4, Οκτ.-Δεκ. 2012, σσ. 15-19) με τον τίτλο "Σάσων: το Αδριατικό Γιβραλτάρ. Πώς παραχωρήθηκε το στρατηγικής σημασίας νησί του Ιονίου"]

          Όλες οι συνθήκες και τα πρωτόκολλα που υπογράφτηκαν μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων ή μεταξύ των τελευταίων και της Ελλάδας για την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα[1] ονομάτιζαν μόνο τα μεγάλα νησιά του Ιονίου (Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί), ενώ για τα μικρότερα και τις βραχονησίδες χρησιμοποιούσαν τον όρο «βενετικαί νήσοι» ή «εξαρτήματα» των προηγούμενων νησιών. Άλλωστε, και στο ψήφισμα της ΙΓ΄, και τελευταίας,  Ιόνιας Βουλής (23 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου 1863) για την Ένωση τα επτά μόνο μεγαλύτερα νησιά αναφέρονταν ονομαστικά, κάτι που δε γινόταν για τα υπόλοιπα, τα οποία γενικά χαρακτηρίζονταν εξαρτήματα των παραπάνω: «Η Βουλή της Επτανήσου [...] ψηφίζει αι νήσοι Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Λευκάς, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί και τα εξαρτήματα αυτών ενούνται μετά του βασιλείου της Ελλάδος [...]».
          Ανάμεσα σε αυτά τα εξαρτήματα συγκαταλέγονταν (αναφέρουμε νησάκια με επιφάνεια μέχρι ενός τετρ. χλμ.) η Σάσων, η Ερείκουσα, οι Οθωνοί, το Μαθράκι, οι Αντίπαξοι, το Μεγανήσι,  το Αρκούδι, ο Κάλαμος, ο Καστός,  η Άτοκος, η  Δρακονέρα, ο Πεταλάς, το Προβάτι, η Μάκρη, οι Οξειές, (τα πέντε τελευταία από τα μεγαλύτερα του συμπλέγματος των Εχινάδων) η Σταμφάνη, (το μεγαλύτερο από τις Στροφάδες) και τα Αντικύθηρα. Από αυτά μόνο το πρώτο δεν ανήκει σήμερα στην Ελλάδα, ενώ από τα υπόλοιπα μόνο το τελευταίο δεν ανήκει διοικητικά στα όρια της σημερινής Περιφέρειας των Ιόνιων Νησιών. Το πρώτο, λοιπόν, από τα εξαρτήματα, η Σάσων, εδώ και  98 τώρα χρόνια έχει εξοβελιστεί από την ελληνική ιόνια οικογένεια, μετά από την ενδοτική στάση της τότε ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στις αξιώσεις των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής.
          Η Σάσων (ή Σασώ ή Σαζαίνη ή Sazan ή Saseno) είναι ένα μικρό έκτασης 5, 2 τ. χλμ. περίπου (με μέγιστο μήκος 5 χλμ. περίπου, μέγιστο πλάτος 1,8 χλμ. περίπου και μέγιστο υψόμετρο 331 μ.) νησάκι, άγονο αλλά με πλούσιες βοσκές, συνήθως ακατοίκητο, στα βόρεια των άκρων των Κεραυνίων ορέων της Αλβανίας, ανατολικά για τον εισπλέοντα στον κόλπο της Αυλώνας.  Η στρατηγική του σημασία ήταν (και είναι) σημαντικότατη, καθώς ελέγχει ταυτόχρονα Ιόνιο πέλαγος και Αδριατική θάλασσα – έχει ονομαστεί «Αδριατικό Γιβραλτάρ» - ελέγχει τον κόλπο της Αυλώνας και το στενό του Οτράντο. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλές φορές μπήκε στο «μάτι του κυκλώνα» και γνώρισε διάφορους κατακτητές και επικυρίαρχους.
          Είναι γνωστό  από την αρχαιότητα. Οι Πολύβιος, Κλαύδιος Πτολεμαίος, Πλίνιος, Πομπώνιος Μέλας κ.ά. το αναφέρουν ως αγκυροβόλιο ή ορμητήριο πειρατών. Αφού πέρασε από διάφορους κατακτητές και επικυρίαρχους στα μεταχριστιανικά χρόνια,  (Ανδηγαυοί της Νεάπολης, Αλβανός φύλαρχος Μπάλσα Β΄, επικυριαρχία της Βενετίας, Οθωμανοί), από το 1696 αποτελεί σταθερή βενετική κτήση και από τότε κατατάχθηκε στο βενετικό σύμπλεγμα των Ιόνιων νησιών. Στο διάστημα, βέβαια, της βενετικής κατοχής κατά περιόδους στο νησάκι έβοσκαν τα κοπάδια τους Αλβανοί βοσκοί, ενώ ερείπια μικρής χριστιανικής εκκλησίας τεκμηριώνει την κατοίκησή του και από ορθόδοξους προφανώς βοσκούς. Η Σάσων μετά το 1696 θα ακολουθήσει την ίδια με τα Επτάνησα τύχη, όπως αυτό αποδεικνύεται στις σχετικές συνθήκες.[2]  

          Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Συνθήκη του Καμποφόρμιο (1797), βάσει της οποίας τα Επτάνησα πέρασαν από τη βενετική στη γαλλική κυριαρχία, το συγκεκριμένο ιόνιο νησιωτικό σύμπλεγμα  αποκαλείται «βενετικαί νήσοι», μέσα στις οποίες  συγκαταλέγεται και η Σάσων, όντας από τα τέλη του 17ου αι. στη βενετική κατοχή, αν και δεν αναφέρεται ρητά, όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα μικρότερα Ιόνια νησιά: «[...] η Γαλλική Δημοκρατία κατέχη εν τελεία κυριαρχία τας πρότερον βενετικάς νήσους της Ανατολής, ήτοι την Κέρκυραν, την Ζάκυνθον, την Κεφαλληνίαν, την Λευκάδα, τα Κύθηρα και άλλας νήσους εξαρτωμένας εξ αυτών, [...] και εν γένει απάσας τας κτήσεις τας πρότερον βενετικάς εν Αλβανία τας κειμένας νοτιώτερον του κόλπου του Δρίνου». Στη Συνθήκη της Κων/πολης (1800), με την οποία ιδρυόταν η Επτάνησος Πολιτεία, διαβάζουμε  μετά την ονομαστική παράθεση των μεγάλων νησιών: «[...] και άπασαι αι νήσοι, μεγάλαι και μικραί, κατωκημέναι ή άοικοι, αι κείμεναι απέναντι των παραλίων της Πελοποννήσου και της Αλβανίας, αίτινες απεσπάσθησαν της βενετικής πολιτείας [...]», ενώ η Συνθήκη του Παρισιού (1815), που επέβαλλε στα Επτάνησα την Αγγλική «Προστασία», κάνοντας  μνεία της παραπάνω  Συνθήκης της Κων/πολης, ανέφερε για τα μικρά νησιά: «[...] μετά των εξαρτημάτων αυτών, οία περιγράφονται εν τη συνθήκη της 9/21 Μαρτίου 1800».
          Αλλά και σε συνταγματικά κείμενα, που αφορούν στα Επτάνησα, ακολουθείται η ίδια περίπου διατύπωση και επομένως εννοείται το ίδιο πράγμα, ότι  δηλαδή η Σάσων εθεωρείτο ενταγμένη στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Επτανήσων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε δυο παραδείγματα: Στο Σύνταγμα του 1803 της Επτανήσου Πολιτείας διαβάζουμε: «Η Πολιτεία σύγκειται εκ πασών των νήσων, μεγάλων και μικρών, κατωκημένων και αοίκων, των ανηκουσών ποτε εις την βενετικήν πολιτείαν και κειμένων απέναντι των ακτών της Πελοποννήσου και της Αλβανίας». Και το Σύνταγμα του 1817 της Αγγλικής «Προστασίας», αφού ανέφερε ότι τα «Ενωμένα Κράτη των Ιόνιων Νησιών» απαρτίζονται από τα συγκεκριμένα μεγάλα νησιά του Ιονίου, συμπλήρωνε για τα μικρότερα: «[...] και εκ των άλλων μικρών νήσων των κειμένων κατά μήκος των ακτών της Αλβανίας και της Πελοποννήσου, αίτινες πρότερον ανήκον εις την βενετικήν αρχήν». Η προσδιοριστικής σημασίας μνεία της Αλβανίας είναι , ανάμεσα σε άλλα, σαφής απόδειξη της συμπερίληψης της Σάσωνος στο επτανησιακό νησιωτικό σύμπλεγμα.
          Ωστόσο, διαθέτουμε και ρητή απόδειξη, σύμφωνα με την οποία η Σάσων ονοματίζεται και καταγράφεται ως εξάρτημα της Κέρκυρας μαζί με τους Οθωνούς και άλλα νησιά. Πρόκειται για έγγραφο της Επτανήσου Πολιτείας, το οποίο συνέταξε στις 22  Ιανουαρίου 1804 η επιτροπή σύνταξης νομοσχεδίων της Γερουσίας της Επτανήσου Πολιτείας και επικυρώθηκε από τη Νομοθετική Συνέλευση. Και αυτό ακριβώς το κείμενο έλαβαν σοβαρά υπόψη τους οι Άγγλοι, όταν ανέλαβαν την «προστασία» των Επτανήσων, καθώς το θεωρούσαν ως την πιο αναμφισβήτητη απόδειξη ότι η Σάσων συμπεριλαμβανόταν στα Ιόνια νησιά.   
          Επομένως, κατά την περίοδο της Αγγλικής «Προστασίας», την τελευταία κατοχική περίοδο των Επτανήσων, η Σάσων αναντίρρητα υπαγόταν στα «Ενωμένα Κράτη των Ιόνιων Νησιών». Βέβαια, κατά διαστήματα οι Άγγλοι αναγκάζονταν είτε να διώχνουν από το νησάκι  Αλβανούς βοσκούς είτε να εμποδίζουν ή να διώχνουν σουλτανικά στρατιωτικά τμήματα, που προσπαθούσαν από την απέναντι αλβανική ακτή να καταλάβουν ή κατελάμβαναν τη Σάσωνα, ενώ άλλες φορές παραμελούσε η αγγλική αρμοστεία να την επανακαταλάβει. Αυτό το τελευταίο είχε συνέβη κατά την εποχή των διαπραγματεύσεων για την Ένωση. Η Σάσων, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα τεκμήρια, είχε καταληφθεί από τους Οθωμανούς, οι οποίοι συνέχιζαν να την κρατούν χάρη στην αδιαφορία και αμέλεια της αγγλικής αρμοστείας. Η Αγγλία, βέβαια, την μεταβίβασε τυπικά μαζί με όλα τα Ιόνια νησιά στην Ελλάδα το 1864. Αυτό τουλάχιστον συμπεραίνεται από τη μελέτη των σχετικών συνθηκών. Αλλά και η ΙΓ΄ Ιόνια Βουλή, όταν ψήφιζε για την Ένωση, συμπεριλάμβανε και τη Σάσωνα στα νησιά που θα ενώνονταν με την Ελλάδα. 
          Όταν, λοιπόν, κατά την Ένωση των Επτανήσων οι Άγγλοι και συγκεκριμένα ο τελευταίος Άγγλος αρμοστής Henry Storks παρέδινε και τυπικά στις 21 Μαΐου/2 Ιουνίου 1864 τα Ιόνια νησιά στον έκτακτο απεσταλμένο της ελληνικής κυβέρνησης Θρ. Ζαΐμη,  μεταβίβαζε φυσικά και τη Σάσωνα. Η τότε, όμως, ελληνική κυβέρνηση του Ζην. Βάλβη (κυβέρνηση τριών περίπου μηνών, 16 Απριλίου – 26 Ιουλίου 1864) αλλά και η μετέπειτα του Κων/νου Κανάρη (26 Ιουλίου 1864 – 26 Φεβρουαρίου 1866) δεν παρέλαβαν ποτέ το νησάκι. Δεν απαίτησαν από το Σουλτάνο να τους δώσει αυτό που τους ανήκε. Δεν κινήθηκαν να το καταλάβουν. Δεν προέβηκαν σε καμιά διπλωματική ενέργεια, για να κατοχυρώσουν ό,τι τους ανήκε. Αδιαφόρησαν. Έδειξαν εγκληματική αμέλεια. Έτσι, η Σάσων παρέμενε κάτω από τους Οθωμανούς, χωρίς ποτέ η ελληνική πλευρά να αμφισβητήσει τη σουλτανική κυριαρχία του νησιού.

          Και έπρεπε να περάσουν 49 χρόνια, για να γίνει το αυτονόητο, να ενταχθεί δηλαδή η Σάσων στην ελληνική επικράτεια, όπως όριζαν οι σχετικές συνθήκες. Συγκεκριμένα, κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και ενώ ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε στην Ήπειρο, ο αντιπλοίαρχος Κων/νος Γεωργαντάς στις 8 Νοεμβρίου 1912 κατέλαβε το νησάκι, διώχνοντας από εκεί τους Οθωμανούς, και εγκατέστησε στρατιωτική φρουρά.  Έτσι, η Ελλάδα έπαιρνε αυτό που είχε αμελήσει να παραλάβει και να κατοχυρώσει από το 1864. Σημειώνουμε εδώ ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα  (Δεκέμβριος 1912 – Μάρτιος 1913) ο ελληνικός στρατός προχώρησε στην απελευθέρωση από τους Οθωμανούς των Ιωαννίνων και της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου μέχρι το Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά· δεν κατέλαβε, όμως, την Αυλώνα, υπακούοντας στην απαγόρευση του πρωθυπουργού Βενιζέλου  λόγω των αντιδράσεων της Ιταλίας.
          Ωστόσο, η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913), που ήρθε να επικυρώσει τις εδαφικές ανακατατάξεις, που επέφεραν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-13, δεν ικανοποίησε τελείως την ελληνική πλευρά. Η Συνθήκη αυτή δεν παραχωρούσε στην Ελλάδα ούτε τα νησιά του ανατολικού – κεντρικού και βόρειου -  Αιγαίου, που το ελληνικό ναυτικό είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου απελευθερώνοντάς τα από τη οθωμανική κατοχή, ούτε την περιοχή της βόρειας Ηπείρου, που κι αυτήν είχε απελευθερώσει ο ελληνικός στρατός. Αυτήν την τελευταία περιοχή την παραχωρούσε στο ανεξάρτητο αλβανικό κράτος, για το οποίο έκανε αρχικά λόγο η Συνθήκη του Λονδίνου (17/30 Μαΐου 1913).[3]
          Μετά την υπογραφή της Συνθήκης και ενώ οι διπλωματικές διαβουλεύσεις και ενέργειες συνεχίζονταν για την εφαρμογή της, η ελληνική κυβέρνηση του Βενιζέλου κάτω από την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, προκειμένου να της παραχωρηθούν τα νησιά του ανατολικού – κεντρικού και βόρειου – Αιγαίου, δήλωνε ότι ήταν διατεθειμένη να αποσύρει τα στρατεύματά της από την περιοχή της βόρειας Ηπείρου, την  οποία ήδη οι Δυνάμεις είχαν παραχωρήσει και εντάξει στην ανεξάρτητη ήδη Αλβανία με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, 4/17 Δεκεμβρίου 1913. Και αυτή η εκκένωση πραγματοποιήθηκε το Φεβρουάριο του 1914, γεγονός ωστόσο που προκάλεσε  το αυτονομιστικό, αλλά βραχύβιο,  κίνημα των Ελλήνων της βόρειας Ηπείρου, το γνωστό ως «βορειοηπειρωτικός αγώνας».[4]
          Στο μεταξύ, από τον Ιανουάριο του 1914 οι Μεγάλες Δυνάμεις με διακοίνωσή τους, που επαναλήφθηκε μετά από δυο μήνες, απαιτούσαν από την ελληνική κυβέρνηση να αποσύρει από τη Σάσωνα τη στρατιωτική φρουρά  και να παραδώσει το νησάκι στο νέο αλβανικό κράτος. Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, παραβλέποντας τη στρατηγική σημασία του νησιού, αξιοποιήσιμη σε ενδεχόμενες μελλοντικές  της ενέργειες, αλλά και τη ρευστή κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή της νότιας Αλβανίας/βόρειας Ηπείρου, καθώς συνεχιζόταν εκεί το ελληνικό αυτονομιστικό κίνημα, ενέδωσε στις απαιτήσεις των Δυνάμεων.
          Αποτέλεσμα  αυτής της ενδοτικότητας ήταν να καταθέσει στις 5 Μαΐου 1914 στη Βουλή νομοσχέδιο «Περί παραχωρήσεως της νησίδος Σάσωνος εις την Αλβανίαν». Σύμφωνα με αυτό επιτρεπόταν «εις την κυβέρνησιν η εις την Αλβανικήν Επικράτειαν παραχώρησις της νησίδος της Σάσωνος, ανηκούσης τω Ελληνικώ Βασιλείω δυνάμει του άρθρου 2 της περί παραχωρήσεως των Ιονίων νήσων συνθήκης του Λονδίνου της 17/29 Μαρτίου 1864». Για την ιστορία αναφέρουμε τα ονόματα των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο υπέγραφε το παραπάνω νομοσχέδιο: ο πρόεδρος-πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος και τα μέλη-υπουργοί Γεώργιος Στρέϊτ, Αλέξανδρος Διομήδης, Κων/νος Ρακτιβάν, Κων/νος Δεμερτζής, Εμμανουήλ Ρέπουλης, Ανδρέας Μιχαλακόπουλος και Ιωάννης Τσιριμώκος.
          Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή προκλήθηκαν εντονότατες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση. Κατέκριναν δριμύτατα τον Βενιζέλο για την ενδοτική του στάση με συνέπεια το νομοσχέδιο της παραχώρησης. Ταυτόχρονα,  με την ευκαιρία της συζήτησης αυτού του θέματος οι αντιπολιτευόμενοι βουλευτές κατήγγειλαν τη βενιζελική πολιτική και τακτική τόσο σε σχέση με τις κινήσεις του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (η μη κατάληψη της Αυλώνας) όσο και σε σχέση με την «ανταλλαγή» των βορειοηπειρωτικών εδαφών με τα νησιά του ανατολικού – βόρειου και κεντρικού – Αιγαίου (η σύνδεση, κάτω από την πίεση των Δυνάμεων, του λεγόμενου «Ηπειρωτικού» με το «Νησιωτικό» ζήτημα).

          Από τα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής της 11ης Μαΐου 1914 αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα των ομιλιών του πρωθυπουργού Βενιζέλου, του υπουργού Εξωτερικών Γ. Στρέϊτ και αρχηγών των αντιπολιτευτικών κομμάτων.
Δ. Ράλλης: «[...] Το ζήτημα των βορ. Ηπειρωτικών συνόρων συνδέεται προς το ζήτημα της παραχωρήσεως της Σάσσωνος, διότι εκείθεν ήρξατο το κατρακύλισμα της Ελληνικής Διπλωματίας. Η ευκολία, μεθ’ ης ο κ. Πρωθυπουργός εγκατέλειψε το ζήτημα της Αυλώνος,  είναι εκείνη ήτις επηύξησε την βουλιμίαν εκείνων, οίτινες επέβαλον όλα τα μετά ταύτα γενόμενα.[Αμφισβητεί την κυβερνητική θέση για απειλή της Ιταλίας σε περίπτωση κατάληψης της Αυλώνας από την Ελλάδα, για να καταλήξει ότι] είναι παράδοξος η ιδιοφυΐα της σκέψεως του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως  [και να αναρωτηθεί μήπως] είναι εκδούλευσις τούτο προς την Αυστρίαν και Ιταλίαν; [...]».
Γ. Στρέϊτ (Υπουργός Εξωτερικών): «[Αφού εξέτασε  κατά πόσο ανήκει η Σάσων στην Ελλάδα, επανερχόμενος στη σύγχρονη κατάσταση ομολογεί ότι] υπό τας σημερινάς συνθήκας δεν ήτο δυνατόν να αρνηθώμεν την νησίδα εις τας Δυνάμεις, [ενώ για τη στρατηγική της αξία αναφέρει ότι] ενέχει σημασίαν στρατηγικήν δι’ εκείνον όστις κατέχει και την Αυλώνα, δι’ εκείνον ο οποίος δεν κατέχει την Αυλώνα μάλλον μειονέκτημα αποτελεί η κατοχή της Σάσσωνος.[...] Επί του ζητήματος τούτου [του Ηπειρωτικού] η Ελλάς ευρέθη αντιμέτωπος ενός μεγάλου πανευρωπαϊκού συμφέροντος, απέναντι του οποίου η Ελλάς ηναγκάσθη ν’ αποδεχθή την ύπαρξιν του Αλβανικού Κράτους, το οποίον δεν αντιτίθεται προς τα συμφέροντα της Ελλάδος. [...]».
Δ. Γούναρης: «[...] Αλλά μετά της νησίδος ταύτης παραχωρούμεν χώραν απελευθερωθείσα, χώραν ανακτηθείσα υπό του Ελληνικού Στρατού. [Με βάση έγγραφο που παρουσιάζει, αναφέρει ότι] δεν εξάγεται ότι η Ελλάς δεν έχει το δικαίωμα να καταλάβη στρατιωτικώς την Αυλώνα. [...] Ποίαν δε σημασίαν ήθελε έχει τοιαύτη στρατιωτική επιχείρησις πας τις δύναται να κατανοήση. [...]»
Γ. Θεοτόκης: «[...] Ελέχθη ότι η νησίς δεν έχει καμμίαν σημασίαν, δεν πρόκειται όμως περί εκμεταλλεύσεως της νησίδος, αλλά περί της στρατηγικής αυτής αξίας, αξίας η οποία γίνεται φανερά εκ της επιμονής, μεθ’ ης ζητούσιν να την αποσπάσωσιν αφ’ ημών. Αλλά το ζήτημα τούτο συνδέεται στενώτατα και προς το Ηπειρωτικόν και το Νησιωτικόν ζήτημα.[...] Το ζήτημα το Αλβανικόν δεν ήτο πανευρωπαϊκόν, ως παρετήρησεν ο κ. Υπουργός, αλλ’ ήτο Ιταλο-Αυστριακόν. [...] Αναμφισβητήτως το πρώτον σφάλμα υπήρξεν η μη κατάληψις της Αυλώνος. [...]».
Ε. Βενιζέλος (Πρόεδρος Κυβερνήσεως): «[Απαντώντας στις αιτιάσεις των προηγουμένων ομιλητών για τη Σάσωνα αναφέρει ότι] συμβαίνει να έχη αντίθετον γνώμην θεωρητικώς προς τον κ. Υπουργόν των Εξωτερικών [και υπογραμμίζει ότι] η Σάσων ουδέποτε υπήρξεν ελληνική και λόγω της σπουδαίας αυτής στρατηγικής θέσεως δεν ήτο δυνατόν ν’ ανεχθώσι ποτέ αι ενδιαφερόμεναι Δυνάμεις όπως περιέλθη εις άλλην Δύναμιν ναυτικήν, έστω και μη ευρισκομένην εις την πρώτην γραμμήν.[Για τη μη κατάληψη της Αυλώνας από τον ελληνικό στρατό γνωστοποιεί ότι υπήρξε διακοίνωση από την ιταλική πλευρά, σύμφωνα με την οποία] η κατάληψις της Αυλώνος δεν θα ήτο ανεκτή εκ μέρους της Ιταλίας. [Αναφερόμενος στη σύνδεση του  Ηπειρωτικού με το Νησιωτικό ζήτημα υποστηρίζει:] Την ένωσιν των δύο τούτων ζητημάτων εθεώρουν απολύτως επιβεβλημένην εν τω συμφέροντι τω Ελληνικώ. Διότι αι θυσίαι αι Ηπειρωτικαί επεζητήθη να χρησιμοποιηθώσιν υπέρ ημών, ούτως ώστε αι αντιλήψεις της Ευρώπης να είναι υπέρ ημών κατά την λύσιν του Νησιωτικού ζητήματος. [...]».
          Και ολοκληρώθηκε η συζήτηση με την παρέμβαση του Ν. Στράτου.
Ν. Στράτος: «Βεβαίως αι εορταί της ενώσεως της Επτανήσου δεν θέλουσι μειωθή εκ του γεγονότος ότι η Σάσσων δεν θα είναι ελληνική, αλλά βεβαίως εις πλείονας αντιπροσώπους και εις πλείονας πολίτας θέλει εμποιήσει λυπηράν εντύπωσιν ότι μετά δύο νικηφόρους πολέμους στερούμεθα έστω και της νησίδος Σάσσωνος. [...]Θα ήτο πολύ ευπρεπέστερον εάν η Κυβέρνησις ήθελε θεωρήσει ως κατάκτησιν την κατάληψιν της νησίδος Σάσσωνος. [Θέλοντας να αντικρούσει τις απόψεις που υποβάθμιζαν τη στρατηγική θέση της συγκεκριμένης ακατοίκητης νησίδας, τελείωσε με το ρητορικό ερώτημα:] Ο βράχος του Γιβραλτάρ θα παρεχωρείτο ευκόλως;».
          Τελικά, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε και ως νόμος με αρ. 272/1914 δημοσιεύθηκε στο φύλλο 151/Α΄/ 7-6-1914 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.  Στις 2 Ιουλίου η ελληνική φρουρά  εγκατέλειπε τη Σάσωνα.[5]
          Έτσι, η κυβέρνηση Βενιζέλου και η πλειοψηφία της τότε Βουλής με την απόφαση της παραχώρησης της Σάσωνος στη νεοσύστατη Αλβανία  διαχειρίστηκαν μια εθνική στρατηγική σε λάθος κατεύθυνση. Επέδειξαν έλλειψη διορατικότητας, απεμπολώντας ένα κεκτημένο σπουδαιότατης σημασίας και με πολλαπλές δυνατότητες μελλοντικής του αξιοποίησης. Επέδειξαν υπερβολική ενδοτικότητα απέναντι στις πράγματι φορτικές πιέσεις και απειλές των Μεγάλων Δυνάμεων  και υπέκυψαν γρήγορα χωρίς διπλωματικούς ελιγμούς. Πάντως, με την παραπάνω απόφασή τους η τότε συγκεκριμένη κυβέρνηση και η τότε συγκεκριμένη Βουλή κατέγραψαν στην πολιτική ιστορία της χώρας την πρώτη και μοναδική έως τότε περίπτωση  εκούσιας και επίσημης παράδοσης ελληνικού εδάφους σε ξένο κράτος...
          Ωστόσο, ευθύνες σοβαρότατες έχουν με τα λάθη και τις παραλείψεις τους οι μετά την Ένωση των Επτανήσων ελληνικές κυβερνήσεις, λάθη και παραλείψεις που προφανώς πλήρωσε η κυβέρνηση Βενιζέλου. Είναι αλήθεια ότι για 50 χρόνια, για μισόν αιώνα (1864-1914) η ελληνική Πολιτεία αδιαφορούσε και αδρανούσε αγνοώντας  τη Σάσωνα, την περιφρονούσε και την απαξίωνε. Ουσιαστικά την είχε διαγράψει από την ελληνική επικράτεια, με αποτέλεσμα τη σίγουρη υποβάθμιση της παρουσίας της χώρας στη νότια Αδριατική θάλασσα, στρατηγικότατο σημείο της οποίας συνιστούσε η Σάσων. Και αναρωτιέται ο νησιολόγος Γ. Γιαγκάκης: « Έχουμε, όμως, θαλάσσια πολιτική και μάλιστα μακράς πνοής, με προοπτικές δεκαετιών, όπως επιβάλλεται για ένα έθνος κατ’ εξοχήν νησιωτικό και ναυτικό, του οποίου η παρουσία δεσπόζει στο χώρο επαφής τριών ηπείρων; Το παράδειγμα της νήσου Σάσωνος [...] αποδεικνύει ότι τότε τουλάχιστον, δηλαδή στα αμέσως μετά την ενσωμάτωση (1864) των νησιών του Ιονίου και της Αδριατικής χρόνια, η θαλάσσια πολιτική μας αλλά και η στρατηγική μας για τη διεύρυνση του εθνικού χώρου στερούντο προοπτικής. Η διορατικότης των τότε πηδαλιούχων ήταν επί του προκειμένου περιορισμένη ή, στην επιεικέστερη περίπτωση, άλλες προτεραιότητες παραγκώνιζαν τη μέριμνα για τη θαλάσσια στρατηγική της τότε μικρής Ελλάδος»...

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 --Αλισανδράτος Γιώργος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, Εκδοτική φροντίδα Δημ. Αρβανιτάκης, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008.
--Γερακάρης Ν., «Ιταλία και Σάσσων», εφ. Αθήναι, 13-2-1913.
--Γιαγκάκης Γεώργιος, Το Αρχιπέλαγος των Διαποντίων και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος στην Αδριατική Θάλασσα, Τήνος 1992.
--Γιαγκάκης Γεώργιος, Η περίπτωση της νήσου Σάσωνος, το Αρχιπέλαγος των Διαποντίων (Οθωνών) και οι ζώνες θαλάσσιας κυριαρχίας της Ελλάδος στο Στενό του Οτράντο, Τήνος 1997.
--Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΔ (1881-1913), Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1977, σσ. 289-354.
--Kondis B., Greece and Albania, 1908-1914, έκδοση Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1976.
--Λάμπρος Σπυρίδων, «Η νήσος Σάσων», Νέος Ελληνομνήμων, τόμ. 11, Αθήνησιν 1914, σσ. 57-93.
--Λουκάτος Σπύρος, Η Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, Γενική επιμέλεια Π. Πετράτος, έκδοση Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης, Αργοστόλι 2009.
--Μιχαλόπουλος Δημήτρης, Σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας, 1923-1928, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη χ.χ.
--Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς (1797-1940), Αθήνα 2010.
--Παπαγεωργίου Σπυρίδων, «Η ιστορία της νησίδος Σάσσωνος», εφ. Εστία, 14-12-1912.
--Παπαθεοδώρου Απόστολος, Ο αυτονομιακός αγώνας της Βορείας Ηπείρου (1914), Αθήνα 1985.
--Pollo StefanaqPuto Arben, Ιστορία της Αλβανίας (από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα), μτφρ. από τα γαλλικά Μπάμπης Ακτσόγλου, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη χ.χ.
--Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Περίοδος ΙΘ΄, Σύνοδος Β΄.
--Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Ελευθέριος Βενιζέλος. 12 μελετήματα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999.
--Vickers Miranda, Οι Αλβανοί, μτφρ. Εύα Πέππα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1997.

        

          

 



[1]  Πρωτόκολλο Λονδίνου 2/14 Ιουνίου 1863 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Δανία),  Συνθήκη Λονδίνου 1/13 Ιουλίου 1863 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Δανία), Πρωτόκολλο Λονδίνου 1 Αυγούστου 1863 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία), Συνθήκη Λονδίνου 2/14 Νοεμβρίου 1863 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία), Συνθήκη Λονδίνου 17/29 Μαρτίου 1864 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Ελλάδα).
[2]   Συνθήκη του Καμποφόρμιο 6/17 Οκτωβρίου 1797 (Γαλλία, Βενετία), με την οποία σταματούσε η βενετική και άρχιζε η γαλλική κατοχή των Επτανήσων·  Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης 9/21 Μαρτίου 1800 (Ρωσία, Οθωμανική Αυτοκρατορία), με την οποία ιδρυόταν η Επτάνησος Πολιτεία·  Συνθήκη της Αμιένης 15/27 Μαρτίου 1802 ( Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Ισπανία), με την οποία ανάμεσα σε άλλα αναγνώριζαν οι υπογράφουσες χώρες την Επτάνησο Πολιτεία· Συνθήκη του Παρισιού  5/17 Νοεμβρίου 1815 (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία), με την οποία τα Επτάνησα περνούσαν κάτω από την Αγγλική «Προστασία»· Συνθήκη μεταξύ Αγγλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 12/24 Απριλίου 1819, με την οποία  ο Σουλτάνος αναγνώριζε την προστασία πάνω στα Ιόνια νησιά της Αγγλίας και η τελευταία παραχωρούσε στην Πύλη την Πάργα.
[3]  Το νεαρό εθνικό αλβανικό κίνημα, έχοντας να αντιμετωπίσει τους φιλοοθωμανούς Αλβανούς γαιοκτήμονες, την αλβανική φιλοσουλτανική γραφειοκρατία και τις επεκτατικές βλέψεις γειτονικών κρατών,  κατόρθωσε στις 15/28 Νοεμβρίου 1912 στην Αυλώνα να συγκροτήσει την πρώτη Αλβανική Εθνική Συνέλευση, να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της Αλβανίας και να σχηματίσει την πρώτη εθνική κυβέρνηση υπό τον Ισμαήλ Κεμάλ. Τον επόμενο μήνα οι πρεσβευτές των Μ. Δυνάμεων στη Διάσκεψη του Λονδίνου αποφάσισαν τη δημιουργία αυτόνομου αλβανικού κράτους κάτω από οθωμανική κυριαρχία - απόφαση που θα αλλάξει και λόγω των εξελίξεων του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου - για να διακηρύξουν στη συνέχεια με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Μάιος 1913) τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, το οποίο τελικά το ίδρυσαν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 16/29 Ιουλίου 1913, θέτοντάς το ωστόσο κάτω από διεθνή προστασία, διευθέτηση που ουσιαστικά  ικανοποιούσε τις διαθέσεις και τις βλέψεις της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας.
[4]   Στις 31 Ιανουαρίου/13 Φεβρουαρίου 1914 οι πρεσβευτές των Μ. Δυνάμεων με διακοίνωσή τους προς την ελληνική κυβέρνηση την εκβίαζαν με το όρο ότι η οριστική παραχώρηση στην Ελλάδα των νησιών του ανατολικού – κεντρικού και βόρειου – Αιγαίου, τα οποία βέβαια είχε ήδη απελευθερώσει το ελληνικό ναυτικό και ζητούσε επίμονα οι Βενιζέλος, θα πραγματοποιηθεί μετά την εκκένωση από τα ελληνικά στρατεύματα των βορειοηπειρωτικών εδαφών. Αμέσως μετά την πραγματοποίηση της παραπάνω ρύθμισης ξέσπασε (4/17 Φεβρουαρίου 1914) το αυτονομιστικό κίνημα των Ελλήνων της βόρειας Ηπείρου με αίτημα την παραχώρηση αυτονομίας και προχώρησε στο σχηματισμό Προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης υπό τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο. Ο αγώνας τους, περιορισμένος στρατιωτικά, αποσκοπούσε κυρίως στη υιοθέτηση κάποιων διευκολύνσεων και προνομίων. Και πράγματι με το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας (4/17 Μαΐου 1914) πέτυχαν για τις επαρχίες Αργυροκάστρου και Κορυτσάς καθεστώς κοινοτικής, σχολικής και εκκλησιαστικής αυτονομίας μέσα στα όρια του αλβανικού κράτους. Η έναρξη μέσα στους επόμενους μήνες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δε θα επιτρέψει την υλοποίηση των παραπάνω ρυθμίσεων. Τον Οκτώβριο του 1914, με υπόδειξη της Αγγλίας, ο ελληνικός στρατός ανακατέλαβε ολόκληρη σχεδόν την περιοχή της νότιας Αλβανίας/βόρειας Ηπείρου.
[5]  Μετά από λίγους μήνες (Οκτώβριος του 1914)  με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Ιταλία θα καταλάβει τη Σάσωνα και την Αυλώνα, ενώ ο ελληνικός στρατός υλοποιώντας «νέας ευρωπαϊκάς εντολάς» θα ανακαταλάβει το Αργυρόκαστρο, την Πρεμετή, την Κορυτσά και ολόκληρη σχεδόν την περιοχή της νότιας Αλβανίας/βόρειας Ηπείρου, απ’ όπου το 1917 θα τον εκδιώξουν τα ιταλικά στρατεύματα. Η Ιταλία θα εγκαταλείψει τις κατεχόμενες περιοχές το Σεπτέμβριο του 1920 (Πρωτόκολλο των Τιράνων), οπότε και η Σάσων θα περιέλθει οριστικά στο αλβανικό κράτος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου