Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

ΤΑ ΠΑΜΦΛΕΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑΣ




                                                                           [Δημοσιεύτηκε στο περ. Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, περί-
                                                                                            οδος Β΄, τχ. 1 (Ιανουάριος - Μάρτιος 2012, σσ. 16-20]


           Όταν με τη συνταγματική μεταρρύθμιση του 1848 κατοχυρώθηκε στο βρετανικό προτεκτοράτο των Επτανήσων το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας, ιδρύθηκαν στα Ιόνια νησιά τυπογραφεία και εκδόθηκαν εφημερίδες αξιόλογες, με ύλη πολιτική και φιλολογική, με ειδήσεις και σχόλια για τα τοπικά τεκταινόμενα αλλά και για τα ελλαδικά και τα ευρωπαϊκά. Οι πολιτικές εφημερίδες εκείνης της περιόδου της Αγγλοκρατίας συνιστούν αναμφισβήτητα ξεχωριστό κεφάλαιο του ενωτικού αγώνα αλλά και από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ιστορίας του ελληνικού τύπου. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι ριζοσπαστικές εφημερίδες, εφημερίδες μάχης και αγώνα. Με τόλμη και παρρησία, με σοβαρότητα και υπευθυνότητα ασκούσαν οξύτατη κριτική και πολεμική στη Βρετανική Προστασία, αποκάλυπταν το δόλιο ρόλο των καταχθονίων και ανέλυαν τη συμβιβαστική πολιτική των μεταρρυθμιστών. Γι’ αυτό και η συνέπειά τους αντιμετώπισε το διωγμό των αρχών κατοχής, που έφθασε μέχρι και το κλείσιμό τους.

          Ωστόσο, εκτός από τη δημοσιογραφία ο Ριζοσπαστισμός στον εθνικοδημοκρατικό του αγώνα χρησιμοποίησε κι άλλα μέσα: ίδρυσε πολιτικές λέσχες, αξιοποίησε το βήμα του κοινοβουλίου, εξέδωσε και διακίνησε φυλλάδια, ημίφυλλα και  μονόφυλλα, τα παμφλέτια δηλαδή, στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.


          Με τον όρο παμφλέτια (pamphlets) ορίζονταν αρχικά τα λεπτά ολιγοσέλιδα φυλλάδια, με πρόχειρο χάρτινο κάποιες φορές εξώφυλλο, που διαπραγματεύονταν επίκαιρα θέματα πολιτικού χαρακτήρα· αλλά και το μονόφυλλο και το ημίφυλλο ονομάστηκαν παμφλέτια. Αυτά, λοιπόν, μαζί με τις εφημερίδες, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον επηρεασμό και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Προτιμούνταν, όμως, πολλές φορές από τις εφημερίδες, γιατί συνέβαλαν καθοριστικά στην έγκαιρη γνωστοποίηση απόψεων και θέσεων. Επομένως, είναι προφανής η πολλαπλή αναγκαιότητα και χρησιμότητά τους. Απαιτούσαν πρώτα-πρώτα λίγο χρόνο για την εκτύπωσή τους, ενώ πολύ εύκολα «διοχετεύονταν» στο ευρύτερο κοινό. Έτσι, έδιναν τη δυνατότητα μιας γρήγορης και αποτελεσματικότερης ενδεχομένως αντίδρασης σε κάποιο γεγονός και ταυτόχρονα εξασφάλιζαν μια αμεσότητα με τον αποδέκτη τους, που ήταν ο απλός λαός. Να, λοιπόν, γιατί λειτουργούσαν περισσότερο άμεσα, κάποτε και ακαριαία, και περισσότερο δραστικά και αποτελεσματικά από τις εφημερίδες.

          Αλλά ο ρόλος τους γινόταν αναντικατάστατος και μοναδικός, όταν δεν κυκλοφορούσαν εφημερίδες, είτε γιατί ακόμη δεν είχε δοθεί το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας, είτε γιατί η βρετανική τρομοκρατία είχε απαγορεύσει την κυκλοφορία των εφημερίδων. Τότε τα παμφλέτια ήταν τα μόνα μέσα έκφρασης και έντυπης αντίδρασης.

          Σύμφωνα με τις πηγές ήταν δεκάδες τα παμφλέτια που κυκλοφόρησαν επί Αγγλοκρατίας. Σήμερα, βέβαια, τα περισσότερα έχουν καταστραφεί ή έχουν χαθεί. Όσα, όμως, διασώζονται παραμένουν αναντικατάστατα ντοκουμέντα και ιδιαίτερα για  τις περιόδους των διώξεων του ριζοσπαστισμού, της απαγόρευσης λειτουργίας των ριζοσπαστικών λεσχών και έκδοσης των ριζοσπαστικών εφημερίδων.

          Το περιεχόμενό τους είναι κυρίως πολιτικό, αλλά και σατιρικό, φιλολογικό και θρησκευτικό. Εδώ μας ενδιαφέρουν τα πολιτικά παμφλέτια: αυτά περιείχαν συνήθως προγραμματικές θέσεις των συντακτών τους, ενόψει κυρίως εκλογών ή έκδοσης εφημερίδας, λιβέλους κατά πολιτικών αντιπάλων· πολιτική, επίσης, σημασία έχουν και τα παμφλέτια με σατιρικό περιεχόμενο, καθώς σατίριζαν πολιτικά πρόσωπα και πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα, και όσα φιλοξενούσαν νεκρολογίες πολιτικών προσώπων ή στιχουργήματα με εθνικό ή αντιστασιακό περιεχόμενο.

          Για την ιστορική έρευνα και επιστήμη σήμερα η χρησιμότητά τους είναι παρόμοια με εκείνη των εφημερίδων: συμβάλλουν συμπληρωματικά στην τεκμηρίωση ιστορικών γεγονότων, αλλά και παρέχουν ενδεχομένως στοιχεία άγνωστα από άλλες πλευρές.


          Ενδεικτικά θα παρουσιάσουμε κάποια πολιτικά παμφλέτια, ακριβώς για να καταδείξουμε τη σημασία και το ρόλο τους στο ριζοσπαστικό και γενικότερα τον ενωτικό αγώνα. Πρόκειται για εφτά παμφλέτια - διασώζονται στην Κοργαλένεια Βιβλιοθήκη στο Αργοστόλι και στην Ιακωβάτεια Βιβλιοθήκη στο Ληξούρι – τα οποία συνέταξαν κεφαλονίτικες ριζοσπαστικές πολιτικές λέσχες, γνωστός Κεφαλονίτης ριζοσπάστης,  αλλά και Βρετανός αρμοστής.

 Ο ριζοσπάστης ηγέτης Ιωσήφ Μομφερράτος στις 22 Ιανουαρίου 1849 συνέταξε και διακίνησε παμφλέτι, ως προαγγελία της έκδοσης της εφημερίδας του Αναγέννησις με τον τίτλο «Πρόγραμμα». Σε αυτό (που διασώζεται στην Κοργιαλένεια Βιβλιοθήκη) διατύπωνε τις θέσεις του για τον αντιβρετανικό αγώνα καθώς και τις αρχές, που θα ακολουθούσε κατά την έκδοση της εφημερίδας του. Παρ’ όλο που εκτιμά ότι η ελευθεροτυπία, που μόλις καθιερώθηκε, είναι ανάπηρη, νομίζει ωστόσο ότι μπορεί να συμβάλει στην εθνική και κοινωνική αφύπνιση του λαού. Και επειδή πιστεύει ότι όροι αναγκαίοι για την ομαλή και προοδευτική ζωή κάθε λαού είναι η «ελευθέρα και ανεξάρτητος εθνικότης του» και η «εγκαθίδρυσις θεσμοθεσιών εγγυωμένων την ελευθέραν και προοδευτικήν ανάπτυξιν αυτού και την εκπλήρωσιν της κοινωνικής αποστολής του», υπόσχεται ότι οι προτεραιότητες της εφημερίδας του θα είναι  η χωρίς συμβιβασμούς υποστήριξη του απαράγραπτου δικαιώματος του επτανησιακού λαού να ενωθεί με την ελεύθερη Ελλάδα και «η ανάπτυξις και διάδοσις των υγιών πολιτικών και κοινωνικών αρχών [...]», και οι οποίες αρχές είναι «το δόγμα της κυριαρχίας του λαού» και «το δόγμα της Ισότητος, Ελευθερίας και Αδελφότητος [...]». Έχοντας συναίσθηση, τέλος, ότι «τίποτε μέγα και υψηλόν δεν εκπληρούται εις την κοινωνίαν χωρίς αφοσίωσιν και θυσίαν», δηλώνει ότι θα κινηθεί με πίστη και συνέπεια στις αρχές του και με αφοσίωση στα συμφέροντα του λαού.

         Έτοιμος, λοιπόν, ιδεολογικά και αποφασισμένος πολιτικά μπαίνει στο δημοσιογραφικό στίβο ο Μομφερράτος. Έτσι, οι συμπατριώτες του ενημερώνονται έγκαιρα και έγκυρα για τη νέα δημοσιογραφική-πολιτική εμφάνιση του ριζοσπάστη πολιτικού. Ταυτόχρονα, με το παμφλέτι αυτό ο συντάκτης του ζητά την εγγραφή συνδρομητών στην εφημερίδα του, προκειμένου να αρχίσει την έκδοσή της. Η αναγραφή δέκα ονομάτων – υπογραφών στο κάτω αριστερό τμήμα του εγγράφου αυτού δηλώνει και τους πρώτους συνδρομητές.

  Ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η καταστολή της εξέγερσης της Σκάλας, μιας εξέγερσης που είχε ξεκινήσει στις 15 Αυγούστου 1849, και ενώ ήδη από τις 31 Αυγούστου στην ευρύτερη περιοχή Ελειού-Πρόννων έχει κηρυχθεί ο στρατιωτικός νόμος, στις 2 Σεπτεμβρίου φτάνει από την Κέρκυρα στο Αργοστόλι ο Άγγλος αρμοστής Ward. Με «Προκήρυξή» του προς τους Κεφαλονίτες, στις 5 Σεπτεμβρίου, (που διασώζεται στην Κοργιαλένεια Βιβλιοθήκη) προσπαθεί να πείσει το λαό του νησιού να συνδράμει στην καταστολή της εξέγερσης και να καταδώσει τους διωκόμενους ηγέτες της. Σε αυτό το  παμφλέτι, μεγάλων διαστάσεων, το οποίο προφανώς τοιχοκολλήθηκε σε πόλεις και χωριά, διαβάζουμε ότι οι εξεγερμένοι, που χαρακτηρίζονται «ένοπλοι κλέπται και λησταί», σκόρπισαν με φόνους κι άλλα κακουργήματα τον τρόμο στην περιοχή, ενώ για να προσδώσουν «πολιτικόν χαρακτήρα» στην ενέργειά τους «προηγούντο με σημαίαν και σταυρόν». Γνωστοποιεί, βέβαια, ο αρμοστής την επικήρυξη εκμέρους της κυβέρνησης των ηγετών του κινήματος, του Θεόδωρου Βλάχου και του παπα-Γρηγόρη Νοδάρου ή Ληστή, καθώς και τον αφορισμό του δεύτερου εκμέρους του τοπικού μητροπολίτη, αλλά και την έναρξη ήδη των τιμωριών των  «κακούργων» με κατεδαφίσεις των σπιτιών τους και προγραμματισμένους απαγχονισμούς. Αφού προσκαλέσει «άπαντας τους αγαθούς πολίτας» να συνδράμουν την κυβέρνηση στο έργο της καταστολής και της υποδειγματικής τιμωρίας της «ληστρικής συμμορίας» και αφού, τέλος,  απειλήσει τον οποιοδήποτε δώσει βοήθεια στους καταζητούμενους «κακούργους», διαβεβαιώνει το λαό της Κεφαλονιάς ότι τελικά θα επιβάλει «την τελείαν εγκατάστασιν του Κράτους του Νόμου».

          Από το παμφλέτι αυτό μαθαίνουμε την άποψη της εξουσίας για την  εξέγερση της Σκάλας: η ληστρική διάθεση και η επιθυμία προσωπικών αντεκδικήσεων ήταν τα κίνητρα της εξέγερσης· ο σταυρός και η ελληνική σημαία χρησιμοποιήθηκαν για την προσέλκυση οπαδών· πολλοί μετά από εκβιασμό πήραν μέρος στην εξέγερση.

 Ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τα αίτια και το χαρακτήρα της εξέγερσης είναι ένα άλλο παμφλέτι (που διασώζεται στην Κοργιαλένεια Βιβλιοθήκη) με την υπογραφή του ίδιου πάλι αρμοστή, του Ward, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1849. Το κείμενο αυτού του μονόφυλλου, το οποίο συνιστά και πάλι «Προκήρυξη» του αρμοστή προς τον κεφαλονίτικο λαό, υπογράφεται και κυκλοφορεί δυο μέρες μετά τη σύλληψη του παπα-Γρηγόρη Νοδάρου ή Ληστή και μια μέρα μετά τη σύλληψη, έπειτα από κατάδοση χωρικών, του άλλου ηγέτη του κινήματος, του Θεόδωρου Βλάχου.

          Έτσι, ικανοποιημένος από τις πρόσφατες εξελίξεις, ο Ward ευχαριστεί τους χωρικούς για τη «σύμπραξή» τους στο έργο της σύλληψης των επικηρυγμένων ηγετών του κινήματος. Και επειδή ουσιαστικά έχει κατασταλεί το κίνημα, ανακοινώνει τη λήξη του θαλάσσιου αποκλεισμού του νησιού και την παύση του στρατιωτικού νόμου, εκτός από την περιοχή της Παλικής, επειδή οι κάτοικοί της είχαν προσφέρει καταφύγιο τις τελευταίες δύο εβδομάδες στους καταδιωκόμενους πρωτεργάτες, και γι’ αυτό πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά, υπόσχεται όμως ότι σύντομα θα εξαγγείλει γενική αμνηστία. Εννοείται, βέβαια, ότι στο μεταξύ διάστημα από το τέλος Αυγούστου το νησί βιώνει ένα όργιο τρομοκρατίας με καταδιώξεις,  κατεδαφίσεις οικιών, στρατοδικεία, μαστιγώσεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις, ενώ οι δυο ριζοσπάστες Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος, επειδή μέσω των εφημερίδων τους αποκάλυψαν και κατάγγειλαν τα βίαια κατασταλτικά μέτρα της Προστασίας, εξορίσθηκαν, ο πρώτος από τα τέλη Αυγούστου στα Κύθηρα και ο δεύτερος από τα τέλη Σεπτεμβρίου στους Οθωνούς.

          Είναι προφανές ότι με αυτό το παμφλέτι έγκαιρα ενημερώνονται οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι του νησιού για τις απόψεις, τις αποφάσεις και τις προθέσεις της αγγλοϊόνιας κυβέρνησης   Σημασία, ωστόσο, για το θέμα μας έχει η άποψη του αρμοστή για την εξέγερση της Σκάλας. Οι χωρικοί εξεγέρθηκαν κατά των τοπικών γαιοκτημόνων και όχι κατά της Αγγλικής Προστασίας. Δεν αναγνωρίζει δηλαδή στους εξεγερμένους χωρικούς κανένα ίχνος εθνικού, ενωτικού  κινήτρου και επομένως η εξέγερση κατά τον Ward ήταν κοινωνικού/ταξικού και όχι πολιτικού/εθνικού χαρακτήρα.

 Για τις 27 και 28 Φεβρουαρίου του 1850 η Αγγλική Προστασία έχει προκηρύξει εκλογές για την ανάδειξη της Θ΄ Ιόνιας Βουλής και οι ριζοσπαστικές λέσχες βρίσκονται σε πρωτοφανή κινητικότητα, καθώς είναι οι πρώτες ελεύθερες εκλογές στο αγγλικό προτεκτοράτο των Επτανήσων. Το «Δημοτικόν Κατάστημα», η πολιτική λέσχη των ριζοσπαστών στο Αργοστόλι, με ανακοίνωσή του «Προς τον λαόν της Κεφαλληνίας», με ημερομηνία 6 Φεβρουαρίου 1850, αφού επισημαίνει στην αρχή την αναγκαιότητα εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους όσο γίνεται περισσότερων φιλελεύθερων ατόμων, στη συνέχεια ανακοινώνει τα πρώτα έξι ονόματα των υποψηφίων, τους οποίους θα στηρίξει από κοινού με τη ριζοσπαστική λέσχη του Ληξουριού «Ομόνοια», (τους Γερ. Λιβαδά, Σταμ. Πυλαρινό, Η. Ζερβό Ιακωβάτο, Ιωσ. Μομφεράτο, Ιω. Τυπάλδο Δοτοράτο, Γ. Τυπάλδο Ιακωβάτο), ενώ καλεί τους ψηφοφόρους να επιλέξουν για τις υπόλοιπες τέσσερις θέσεις όσους νομίζουν ότι πλησιάζουν προς τις ριζοσπαστικές απόψεις.

          Πρόκειται για ένα σημαντικό παμφλέτι, (που διασώζεται στην Κοργαλένεια Βιβλιοθήκη), καθώς μαθαίνουμε από αυτό ότι οι υποψήφιοι ριζοσπάστες βουλευτές αναδεικνύονται από τη βάση, από τα μέλη της πολιτικής τους λέσχης, με βάση συγκεκριμένες διαδικασίες, αλλά και ότι υπάρχει συνεννόηση ανάμεσα στα ριζοσπαστικά κέντρα Αργοστολιού και Ληξουριού. Επιπλέον, έχει ιδιαίτερη αξία αυτό το παμφλέτι, γιατί διακινείται σε μια έντονη προεκλογική περίοδο, κατά την οποία η Προστασία έχει κλείσει τις ριζοσπαστικές εφημερίδες Φιλελεύθερος και Αναγέννησις, ενώ μια τρίτη ριζοσπαστική, Ο Χωρικός, θα πρωτοκυκλοφορούσε δέκα μέρες αργότερα. Επομένως, για τους ριζοσπάστες τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ο μόνος έντυπος τρόπος για τη δημοσιοποίηση των θέσεών τους δεν ήταν άλλος από τα παμφλέτια. Και το εκλογικό αποτέλεσμα υπήρξε τότε για την παράταξή τους νικηφόρο, καθώς κέρδισαν τις έξι από τις δέκα έδρες του νησιού.

● Στις 9 Ιανουαρίου 1851 αστυνομικά όργανα εισέβαλαν στα γραφεία του «Δημοτικού Καταστήματος» και, αφού απέβαλαν όσους βρήκαν μέσα εκείνη την ώρα, τα σφράγισαν, με το αιτιολογικό ότι είχε μετατραπεί η λέσχη σε κέντρο αναταραχής. Η απάντηση, όμως, των ριζοσπαστών υπήρξε άμεση και συγκεκριμένη. Με μια γρήγορη κινητοποίηση συγκεντρώθηκαν κρυφά σε κάποιο σπίτι 23 μέλη και συνέταξαν ένα κείμενο με τίτλο «Διαμαρτύρησις ενώπιον του κοινού», με το οποίο γνωστοποιούσαν το γεγονός και εξηγούσαν την παραπέρα στάση τους. Με το παμφλέτι αυτό (που διασώζεται στην Κοργιαλένεια Βιβλιοθήκη) οι ριζοσπάστες χαρακτηρίζουν  την αστυνομική ενέργεια «αυθαίρετη» και «παράνομη» και δηλώνουν με θάρρος και παρρησία ότι θα συνεχίσουν  τον ενωτικό τους αγώνα με τη μετατροπή «του βιαίως παυθέντος Καταστήματός» τους από τώρα και στο εξής σε «Δημοτική Επιτροπή», ενώ ορίζουν ως τόπο επικοινωνίας τους με το λαό τα γραφεία των ριζοσπαστικών εφημερίδων.

          Είναι φανερό ότι με την πράγματι αστραπιαία κινητοποίηση των ριζοσπαστών-μελών του «Δημοτικού Καταστήματος» και τη σύνταξη και προώθηση αυτού του μονόφυλλου αρκετά έγκαιρα πληροφορήθηκαν οι συμπολίτες τους με υπεύθυνο κείμενο τι ακριβώς συνέβη και πώς σκέπτονταν να συνεχίσουν τη δράση τους οι ριζοσπάστες του Αργοστολιού. Αρκετές μέρες αργότερα το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε και στις ριζοσπαστικές εφημερίδες, στο Χωρικό στις 18 Ιανουαρίου και στο Φιλελεύθερο στις 20 του ίδιου μήνα. Στο μεταξύ όμως, το παμφλέτι είχε κάνει τη δουλειά του...

  Την ίδια μέρα (9 Ιανουαρίου 1851) που η αστυνομία σφράγιζε στο Αργοστόλι το «Δημοτικόν Κατάστημα», αστυνομικά όργανα του Ληξουριού έκλειναν με παρόμοια αιτιολογία τη ριζοσπαστική λέσχη της πόλης «Ομόνοια». Αλλά και εκεί οι ριζοσπάστες αντέδρασαν με παρόμοιο τρόπο. 40 μέλη της «Ομόνοιας» ( 29 συνεδρίασαν αρχικά και άλλα 11 συνυπόγραψαν  στη συνέχεια) με κείμενό τους με τον τίτλο «Συμπολίται» την ίδια μέρα της αστυνομικής εφόδου ενημερώνουν άμεσα και υπεύθυνα την κοινή γνώμη για τη «βανδαλική και αποτρόπαιο» πράξη του τυραννικού καθεστώτος, διαβεβαιώνοντάς την ότι «η θηριώδης βία δεν αρκεί να διαλύση την ηθικήν των συνένωσιν».  Στο παμφλέτι, μάλιστα, αυτό (που διασώζεται στην Ιακωβάτεια Βιβλιοθήκη) διαβάζουμε επιπλέον την  έγγραφη διαμαρτυρία που τα μέλη κατέθεσαν στην αστυνομία, με την οποία χαρακτήριζαν την αστυνομική ενέργεια «[...] ως καταστρεπτικήν πάσης ατομικής ελευθερίας και υπαγορευομένην υπό καταχθονίου και φωτοσβεστικής πολιτικής».

          Μετά από 11 μέρες, στις 20 Ιανουαρίου 1851 το παραπάνω κείμενο αυτού του μονόφυλλου δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο. Μέχρι τότε, όμως, η τοπική κοινωνία είχε μάθει το γεγονός, η κοινή γνώμη είχε ήδη διαμορφώσει άποψη, ενώ τα μέλη και οι φίλοι της λέσχης είχαν κιόλας προχωρήσει στην πρώτη δυναμική τους αντίδραση: ανακατέλαβαν το οίκημα της «Ομόνοιας» και ανήρτησαν νέα επιγραφή με την επωνυμία της.

● Και τελειώνουμε την παρουσίαση με ένα ακόμη παμφλέτι (που διασώζεται στην Κοργιαλένεια Βιβλιοθήκη) βιβλιογραφικού τούτη τη φορά περιεχομένου με πολιτική όμως σημασία.. Πρόκειται για μια «Αγγελία» - έτσι τιτλοφορείται – με ημερομηνία 6 Ιουλίου 1850, με την οποία ο ριζοσπάστης Ιωσήφ Μομφερράτος γνωστοποιεί στο ευρύτερο κοινό την επικείμενη έκδοση του βιβλίου του Γάλλου δημοσιολόγου Ηλία Ρενιώ  Εγκληματική Ιστορία της αγγλικής κυβερνήσεως σε δική του μετάφραση, ζητώντας να εγγραφούν συνδρομητές. Πρόκειται για ένα παμφλέτι πολιτικής σημασίας, γιατί, όπως ο ίδιος ο ριζοσπάστης σημειώνει, το βιβλίο είναι ιδιαίτερα «επωφελέστατο» αυτή την περίοδο για τους Επτανήσιους, που στενάζουν κάτω από το ζυγό της Βρετανικής Προστασίας, καθώς από τη μελέτη του θα γνωρίσουν καλά την αποικιοκρατική εξωτερική πολιτική της Βρετανίας.


          Από τα παραπάνω αναδείχθηκε, νομίζω, η σημασία και αξία  αυτού του είδους του έντυπου αρχειακού υλικού για την εποχή του Ριζοσπαστισμού στο νησί μας – σημασία που είχε τότε στις πολιτικές και ενωτικές διεργασίες, αξία που έχει σήμερα για την ιστορική έρευνα. Πιστεύουμε, πάντως, ότι τα παμφλέτια, όντας πολύτιμα ντοκουμέντα για την εποχή του ριζοσπαστικού και γενικότερα του ενωτικού αγώνα, με μια περισσότερο συστηματική, αυτόνομη αλλά και συγκριτική, μελέτη και αξιοποίησή τους μπορούν να μας δώσουν πολύτιμες ακόμη πληροφορίες για εκείνη την περίοδο.
Πέτρος Πετράτος





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου