Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Η ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ




Ομιλία στο 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κυτταρομετρίας,
(Αργοστόλι, 29 Απριλίου 2010),
Βιβλίο Πρακτικών Συνεδρίου, σσ. 23-35.  





           Το κείμενο που ακολουθεί θα περιοριστεί στα κύρια γεγονότα και φαινόμενα που συνθέτουν την πλούσια ιστορική πορεία της Κεφαλονιάς. Και η καταγραφή αυτής της πορείας φιλοδοξεί να αναδείξει τους κεφαλαιώδεις σταθμούς της, να φωτίσει τις χρονικές περιόδους-τομές κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών ανακατατάξεων στο νησί, να υπογραμμίσει τις πρωτοποριακές πράξεις του κεφαλονίτικου λαού. Πρέπει, επίσης, να διευκρινιστεί ότι για μεθοδολογικούς λόγους έχει αυτονομηθεί η ιστορική αφήγηση από τη γενικότερη του ιόνιου χώρου, αν και είναι γνωστό ότι η ιστορική πορεία των Επτανήσων, μαζί με πολλές παραλιακές περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, διατηρεί έναν ενιαίο χαρακτήρα σε αρκετές ιστορικές περιόδους ή, άλλοτε, χαρακτηρίζεται από αλληλοσυμπληρούμενες και διαπλεκόμενες σχέσεις.

          Η Κεφαλονιά, κατέχει σπουδαία γεωγραφική θέση: βρίσκεται στο κέντρο περίπου του ιόνιου άξονα και είναι μπροστά στην είσοδο του Πατραϊκού και Κορινθιακού κόλπου. Ακριβώς γι’ αυτό αποκτά σημαντική στρατηγική σημασία για τον έλεγχο του ιόνιου χώρου και της εξόδου του Πατραϊκού και Κορινθιακού κόλπου, για τις τυχόν επιθέσεις προς το δυτικοελλαδικό χώρο και για τις μετακινήσεις προς Ιταλία και Σικελία. Ουσιαστικά, έτσι, καθίσταται αξιόλογη ναυτική βάση στη δυτική Ελλάδα αλλά και κόμβος των επικοινωνιών ανατολικής και δυτικής Μεσογείου. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που από την αρχαία εποχή συγκέντρωνε τα βλέμματα και «προκαλούσε» τις ορέξεις των Μεγάλων της κάθε εποχής Δυνάμεων.
          Στην κλασική περίοδο την ήθελε στη συμμαχία της η Αθήνα, ενώ κατά την ελληνιστική εποχή η Αιτωλική Συμπολιτεία την έκανε μέλος της. Και στις δυο περιπτώσεις αξιοποιήθηκαν το ναυτικό της καθώς και τα δάση της για τη ναυπήγηση πλοίων. Αλλά και η Ρώμη επιζήτησε και πέτυχε την κατάκτησή της, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει ως ναυτική βάση της και να την καταστήσει προγεφύρωμα στις άμεσα σχεδιαζόμενες επιχειρήσεις της κατά των ελληνικών πόλεων.
          Το νησί δεν έχασε τη στρατηγική του σημασία ούτε κατά το Μεσαίωνα. Επιλέχθηκε από την Κωνσταντινούπολη ως έδρα ναυτικού θέματος του Βυζαντινού κράτους, για να ισχυροποιηθούν τα δυτικά του σύνορα. Και όταν το τελευταίο θα εισέλθει στη φάση της παρακμής του, η Κεφαλονιά θα καταστεί το «μήλο της έριδας» μεταξύ ισχυρών  δυτικομεσογειακών ναυτικών δυνάμεων. Πάντως, το ότι η μεγάλη σύγκρουση του 1571 μεταξύ των δυτικών χριστιανικών δυνάμεων και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έγινε κοντά στα θαλάσσια ύδατά της (ναυμαχία της Ναυπάκτου), αυτό δηλώνει τη στρατηγική σπουδαιότητα που και εκείνη την περίοδο διατηρούσε.
          Κατά τα νεότερα χρόνια, όταν οι νέες Μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, θα ανταγωνίζονται για τον έλεγχο της Μεσογείου, η Κεφαλονιά, όπως και τα υπόλοιπα ιόνια νησιά, θα βρεθεί στο «μάτι του κυκλώνα», με άμεση συνέπεια διαδοχικές στρατιωτικές κατακτήσεις ή και διπλωματικές επεμβάσεις. Και μπορεί μετά τα μέσα του 19ου αιώνα να μειώθηκε η στρατηγική σημασία των Επτανήσων στις νέες διαμορφωνόμενες πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες στον ευρωπαϊκό χώρο, η Κεφαλονιά ωστόσο εξακολουθούσε να διατηρεί την αξία της ως χώρος ελέγχου και ναυτική βάση. Και τούτο προκύπτει από την αγγλική πρόταση προς τον Έλληνα πρωθυπουργό Ε. Βενιζέλο στις αρχές του 20ου αιώνα (Δεκέμβρης 1912) να παραχωρήσει η Αγγλία την Κύπρο στην Ελλάδα με αντάλλαγμα τη χρησιμοποίηση του λιμανιού του Αργοστολιού από τον αγγλικό στόλο σε καιρό πολέμου και ειρήνης – μια πρόταση που, παρά την καταρχήν συμφωνία του Έλληνα πρωθυπουργού, δεν έφτασε ποτέ στη φάση υλοποίησής της, γιατί στο μεταξύ ξεκίνησε ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος που έθετε και για τις δυο χώρες άλλες  προτεραιότητες.


ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
          Ανθρώπινη παρουσία εντοπίζεται στην Κεφαλονιά από την Παλαιολιθική Εποχή (από το 80.000 π.Χ. περίπου). Η επιφανειακή έρευνα έχει επισημάνει παλαιολιθικά και νεολιθικά ίχνη (εργαλεία από πυριτόλιθο και οψιανό) στο Φισκάρδο, στη Σάμη, στον Πόρο, στη Σκάλα κ.α., ενώ η πρόσφατη ανασκαφική έρευνα στο Σπήλαιο της Δράκαινας (Πόρος) με τα πλούσια ευρήματα πιστοποιεί την ύπαρξη και δράση μιας αξιοπρόσεκτης δυναμικής νεολιθικής κοινωνίας. Οι κάτοικοι εκείνων των εποχών έφτασαν στο νησί μάλλον από το δυτικοελλαδικό χώρο, ενώ νέες μετακινήσεις φαίνεται ότι έγιναν στο μεταίχμιο της αλλαγής από τη Νεολιθική στην Εποχή του Χαλκού.
          Κατά την Εποχή του Χαλκού, και ιδιαίτερα από το 15ο έως το 12ο αιώνα π.Χ., το νησί γνωρίζει μεγάλη ακμή. Τα λείψανα αυτής της περιόδου είναι κυρίως τάφοι – ο μεγάλος θολωτός βασιλικός τάφος στα Τζαννάτα Πόρου και πολλοί λαξευτοί/θαλαμωτοί στην Κοντογενάδα και Παρισάτα Παλικής, στα Διακάτα Κρανιάς, στα Κομποθεκράτα, Κοκολάτα, Μαζαρακάτα, Μεταξάτα και Λακήθρα Λιβαθώς κ.α. – με τα αξιόλογα κτερίσματά τους και ελάχιστα λείψανα οικίας και τειχών. Αυτά τα αρχαιολογικά στοιχεία τεκμηριώνουν την ύπαρξη πολυάριθμου και δραστήριου πληθυσμού στο πλαίσιο μιας ανεπτυγμένης μυκηναϊκής Κεφαλονιάς. Οι διαφορετικοί, μάλιστα, τύποι τάφων υποδηλώνουν μια ορισμένη κοινωνική ιεραρχία.
          Οι κάτοικοι, που κατοικούσαν σε κώμες γύρω από το διοικητικό κέντρο, ασχολούνταν με τις αγροτικές-κτηνοτροφικές εργασίες, καθώς η διαμόρφωση του εδάφους παρείχε τις δυνατότητες για αγροτικές καλλιέργειες και εκτροφή ζώων. Αλλά και η θάλασσα προσανατόλισε ένα μέρος των κατοίκων στη ναυτιλία και το εμπόριο, ενώ τα δασωμένα βουνά και κυρίως ο Αίνος πρόσφεραν άφθονη ξυλεία για τη ναυπήγηση πλοίων. Έτσι, μέσα από τους θαλάσσιους δρόμους ανταλλάσσονταν προϊόντα και εμπορεύματα και διαδίδονταν ιδέες και ποικίλα άλλα στοιχεία πολιτισμού.
          Η επιστήμη δεν έχει ακόμη καταλήξει αν ολόκληρο το νησί αποτελούσε εκείνη την περίοδο ενιαίο βασίλειο με υποδεέστερους κατά περιοχές τοπικούς ηγεμόνες ή κάθε γεωγραφική ενότητα συνιστούσε ξεχωριστό βασίλειο. Ωστόσο, ο θολωτός βασιλικός τάφος των Τζαννάτων, με τον αναμενόμενο εντοπισμό καταλοίπων του ανακτορικού συγκροτήματος, έρχεται να πιστοποιήσει την ύπαρξη εύρωστου μυκηναϊκού βασιλείου στην νοτιοανατολική πλευρά της Κεφαλονιάς με διοικητικές δικαιοδοσίες στην ευρύτερη περιοχή του κεντρικού Ιονίου – στοιχεία που ενθαρρύνουν τις προσδοκίες για τον εντοπισμό της ομηρικής Ιθάκης.
          Στο σημείο αυτό επιβάλλεται μια σύντομη παρέκβαση: Είναι γνωστό ότι η μέχρι σήμερα αδυναμία της αρχαιολογικής έρευνας να εντοπίσει την ομηρική Ιθάκη, της οποίας ο βασιλιάς Οδυσσέας «ήγε Κεφαλλήνας μεγαθύμους», έχει προκαλέσει ποικίλες απόψεις γύρω από αυτό το πρόβλημα. Κατά καιρούς αρχαιολόγοι, φιλόλογοι και άλλοι ερευνητές, με βάση τα ομηρικά έπη και τους ομηρικούς ύμνους, τις πληροφορίες αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων και τις αξιολογήσεις ανασκαφικών ευρημάτων και άλλων ενδείξεων, έχουν υποστηρίξει ότι η Κεφαλονιά ή κάποιο τμήμα της ήταν η ομηρική Ιθάκη. Βέβαια, η αρχαιολογική σκαπάνη συνεπικουρούμενη, φυσικά, και από τις άλλες επιστήμες θα πει τον τελικό λόγο για τη χωροθέτηση του οδυσσειακού άστεος και τον εντοπισμό γενικότερα του ιθακησιακού βασιλείου.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
          Οι τελευταίες ανασκαφικές έρευνες τεκμηρίωσαν τη συνέχιση της ανθρώπινης δραστηριότητας στην Κεφαλονιά μετά τα προϊστορικά χρόνια μέχρι τη γεωμετρική περίοδο (11ος-8ος αι. π.Χ.). Πάντως, το νησί πρέπει να έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό (8ος-6ος αι. π.Χ.), καθώς τα λιμάνια του στην Πάνορμο (=Φισκάρδο), στον Αϊ-Γιώργη της Σκάλας, στην παραλιακή ζώνη της Λιβαθώς και στα Βάτσα της Παλικής με λείψανα αρχαϊκών ναών συνιστούσαν τους τελευταίους σταθμούς της πορείας των πλοίων από τα μικρασιατικά και ελλαδικά παράλια προς τη Σικελία και νότια Ιταλία.
          Στα κλασικά χρόνια (5ος-4ος αι. π.Χ.) έχει βρει την επιβεβαίωσή του ο γεωγραφικός διαμελισμός του νησιού σε τέσσερα τμήματα. Συγκροτήθηκαν τέσσερις πόλεις-κράτη: η Πάλη (σημερινή χερσόνησος της Παλικής), η Κράνη (περιοχή δυτικά του Αίνου με επίκεντρο την ευρύτερη περιοχή της πεδιάδας της Κρανιάς), οι Πρόννοι (νοτιοανατολική περιοχή) και η Σάμη (το βόρειο και ανατολικό τμήμα του νησιού). Η οχυρωμένη ακρόπολη δέσποζε σε κάθε πόλη-κράτος, ενώ μες στο άστυ λάβαιναν χώρα όλες οι πολιτικές, διοικητικές και οι σημαντικότερες εμπορικές δραστηριότητες. Το μνημειακό υλικό αυτής της εποχής είναι πλούσιο: τμήματα τειχών και ακροπόλεων στην Κράνη, Σάμη και Πρόννους, διάφορα οχυρωματικά έργα στην Πλαγιά Ερίσσου, στην Αγία Ευφημία Πυλάρου, στο Πυργί Σάμης κ.α., τάφοι με τα κτερίσματά τους, γλυπτά και ανάγλυφα,  επιτάφιες στήλες, νομίσματα κ.λπ.
          Κάθε πόλη-κράτος ήταν ανεξάρτητη, ενώ ο δημοκρατικός τρόπος διακυβέρνησης τεκμηριώνεται από τις παραστάσεις στα νομίσματα και από τις ελάχιστες επιγραφές. Ίσως μεταξύ τους οι σχέσεις να μην ήταν πάντοτε αρμονικές. Πάντως, κάθε μια είχε τη δική της εξωτερική πολιτική και τις δικές της συμμαχίες. Μερικά γεγονότα είναι χαρακτηριστικά: Η Πάλη, μόνη από τις υπόλοιπες πόλεις,  στέλνει 200 οπλίτες στο πλευρό των Ελλήνων κατά τη μάχη των Πλαταιών (479π.Χ.) εναντίον των Περσών. Οι Κράνιοι μόνοι τους αντιμετωπίζουν τους Κορίνθιους που αποβιβάζονται στο λιμάνι τους τις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου (430 π.Χ.). Η Σάμη μόνη της για τέσσερις μήνες το 189/188 π.Χ. προσπαθεί, μάταια όμως, να αποκρούσει τη ρωμαϊκή επίθεση.
          Μετά την κατάληψη της Σάμης η ρωμαϊκή κατοχή απλώθηκε σε όλο το νησί, το οποίο αξιοποιήθηκε από τους Ρωμαίους ως βάση ανεφοδιασμού των στρατευμάτων τους και ως αφετηρία επιθέσεων εναντίον του ελλαδικού και γενικότερα του ανατολικού χώρου. Κατάλοιπα της Ρωμαιοκρατίας έχουν βρεθεί κυρίως στις περιοχές  Σάμης, Σκάλας, Φισκάρδου, Δαμουλιανάτων κ.α.
          Στο μεταξύ, στα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας διαδόθηκε στο νησί ο χριστιανισμός. Το 60 μ.Χ. περίπου, το πλοίο που μετέφερε τον απόστολο Παύλο στη Ρώμη, για να δικαστεί, ναυάγησε στην Κεφαλονιά και όχι στη Μάλτα, σύμφωνα με έρευνα Γερμανού επιστήμονα. Στο νησί ο Απόστολος Παύλος, κατά τους τρεις μήνες της παραμονής του, κήρυξε προφανώς τη νέα θρησκεία. Στις αρχές, βέβαια, του 2ου αιώνα μ.Χ. στη Σάμη ζούσε και δίδασκε ο γνωστικός Επιφάνης (γιος Αλεξανδρινού και Κεφαλονίτισσας). Πάντως, μετά τον 4ο αιώνα, πρέπει να είχε εδραιωθεί η νέα θρησκεία στην Κεφαλονιά. Η χριστιανική, μάλιστα,  Εκκλησία του νησιού υπαγόταν στη Μητρόπολη της Νικόπολης, ενώ δύο αιώνες αργότερα (6ος αιώνας) μια μεγάλη βασιλική δέσποζε στην περιοχή της Πανόρμου = Φισκάρδου.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ
          Το 395 μ.Χ., με το χωρισμό του Ρωμαϊκού κράτους, η Κεφαλονιά εντάσσεται στο ανατολικό τμήμα, αυτό που αργότερα θα μετεξελιχθεί στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο αποτελούσε, κατά διαστήματα, τμήμα της επαρχίας Ιλλυρικού, μετά της διοίκησης Μακεδονίας, αργότερα της επαρχίας Αχαϊας και τέλος του Θέματος της Ελλάδας, για να αποσχιστεί από αυτό στις αρχές του 9ου αιώνα και να αποτελέσει την έδρα του Ναυτικού Θέματος Κεφαλληνίας, το οποίο περιελάμβανε τα ιόνια νησιά και πιθανόν για κάποιο διάστημα και ορισμένα από τα παράλια της Δ. Στερεάς και της Ηπείρου. Το  Θέμα αυτό επανδρωμένο με εμπειροπόλεμες ναυτικές δυνάμεις μετατράπηκε σε αμυντικό προπύργιο του Βυζαντίου στις επιθέσεις των Αράβων-Σαρακηνών και Νορμανδών.
          Κατά την περίοδο αυτή το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο του νησιού φαίνεται ότι βρισκόταν στο δυτικό τμήμα του, στην Παλική και συγκεκριμένα στον Άγιο Γεώργιο Ανωγής, όπου εξάλλου έχουν εντοπιστεί θεμέλια μεσαιωνικού κάστρου και βασιλικής. Από το μέρος εκείνο οι Βυζαντινοί μπορούσαν αποτελεσματικότερα να ελέγχουν και να επιτηρούν την Αδριατική και το Ιόνιο. (Αυτή, μάλλον, την περιοχή πρέπει να εννοεί ως έδρα της Λατινικής Επισκοπής, μετά την κατάργηση της Ορθόδοξης το 1204, το «Πρακτικόν της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας» του 1264).
          Ωστόσο, από τα μέσα του 11ου αιώνα η ασφάλεια του ιόνιου χώρου έχει μπει σε διαρκή κίνδυνο και το Θέμα Κεφαλληνίας αδυνατεί να παίξει το ρόλο του, αφού οι Νορμανδοί επιδρομείς εύκολα το νικούν και περνούν στην απέναντι ηπειρωτική Ελλάδα. Η Κεφαλονιά, εξάλλου, έχει συνδυαστεί με το θάνατο του Νορμανδού αρχηγού Ροβέρτου Γκυϊσκάρδου: κατά την πρώτη επιδρομή του και ευρισκόμενος στο θαλάσσιο χώρο βόρεια της Παλικής προσβλήθηκε από ελονοσία και, καθώς κατευθυνόταν προς το λιμάνι της Πανόρμου, πέθανε (1085) – γεγονός που ονομάτισε το λιμάνι εκείνο (Porto Wiscardi και με παραφθορά Φισκάρδο).
          Στη συνέχεια, το νησί λεηλατήθηκε από τον πιζανικό στόλο (1098-1099) και λίγο αργότερα το κατέλαβαν οι Βενετοί, μέχρι που εξαναγκάστηκε ο βυζαντινός αυτοκράτορας να τους παραχωρήσει νέα εμπορικά προνόμια. Η τρίτη νορμανδική επίθεση κατά του Βυζαντίου συνοδεύτηκε από λεηλασίες και εξανδραποδισμό μεγάλου μέρους του νησιωτικού πληθυσμού (1147). Αλλά και τα επόμενα 40 χρόνια, κατά τα οποία το νησί θα παραμείνει τμήμα του Βυζαντινού κράτους, δε θα αποφύγει νέες επιδρομές και καταστροφές.


ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ
          Κατά την τέταρτη νορμανδική εκστρατεία (1185) η Κεφαλονιά καταλαμβάνεται από τους Νορμανδούς, όπως και τα υπόλοιπα, εκτός από την Κέρκυρα, νησιά του Θέματος,  και το 1186 παραχωρείται ως τιμάριο στον Μαργαριτόνη, το ναύαρχο που είχε συμβάλει στην κατάκτησή της. Έτσι, εγκαινιάζεται μια περίοδος δυτικής ξενοκρατίας για το ιόνιο νησί, που θα κρατήσει περισσότερο από έξι αιώνες.
          Το 1194 περιέρχεται στην εξουσία του Ματθαίου Ορσίνι, αριστοκράτη από την Απουλία, ο οποίος ιδρύει την «Παλατινή Κομητεία της Κεφαλληνίας», στην οποία  περιλαμβάνονται και τα νησιά της Ιθάκης, Λευκάδας και Ζακύνθου, και καταργεί την Ορθόδοξη Επισκοπή τοποθετώντας Λατίνο επίσκοπο. Οι Ορσίνι, αλλάζοντας συνεχώς επικυρίαρχους, θα κρατήσουν το νησί μέχρι το 1325. Ακολουθεί η τριαντάχρονη κυριαρχία των Ανδεγαυών της Νεάπολης (1325-1357) και εκείνη των Τόκκων μέχρι το 1479.
          Η κομητεία των Τόκκων σηματοδοτεί σημαντικές εξελίξεις στην Κεφαλονιά. Διαμορφώνεται αργά αλλά σταθερά το φεουδαρχικό σύστημα με τη συνακόλουθη κοινωνική διαστρωμάτωση του πληθυσμού. Σε ξένους εποίκους και ντόπιους προύχοντες καθώς και στην Εκκλησία επικυρώνονται γεωργικές εκτάσεις και τίτλοι, ενώ η πλειοψηφία των καλλιεργητών, που εξαρτιέται από αυτούς, ζει σε άθλιες συνθήκες.
          Στο μεταξύ, από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας φαίνεται ότι έγινε η μεταφορά του διοικητικού κέντρου της Κεφαλονιάς από τον Άγιο Γεώργιο της Παλικής στον ανώνυμο, έως τότε, λοφίσκο της Λιβαθώς, όπου σήμερα υψώνεται το φρούριο του Αγίου Γεωργίου. Τέλος, ο Λεονάρδος Γ΄ Τόκκος επανίδρυσε την Ορθόδοξη Επισκοπή Κεφαλληνίας, η οποία, περιλαμβάνοντας τώρα και την Ιθάκη και τη Ζάκυνθο,  ανήκε διοικητικά στη Μητρόπολη της Κορίνθου.
          Κατά τον πρώτο τουρκοβενετικό πόλεμο οι Τούρκοι κατέλαβαν το νησί (1479) για δυο χρόνια, ενώ από το 1485 παρέμειναν κυρίαρχοι στο πλαίσιο σχετικής συνθήκης Σουλτάνου και Δόγη της Βενετίας. Η δεκαπεντάχρονη τουρκική κατοχή προκάλεσε αναστατώσεις και πληθυσμιακή μείωση λόγω των συνεχών βενετικών επιδρομών, της επιβολής νέων διοικητικών και φορολογικών ρυθμίσεων και της αναχώρησης κάποιων αριστοκρατικών οικογενειών.

ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ
          Μετά από πολύμηνη πολιορκία οι ενωμένες ισπανοβενετικές δυνάμεις καταλαμβάνουν το φρούριο του Αγίου Γεωργίου και η Κεφαλονιά περνά το 1500 κάτω από την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας για τρεις συνεχείς αιώνες. Οι νέοι κυρίαρχοι παίρνουν αμέσως μέτρα, για να εδραιώσουν και να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους στο νησί και γενικότερα στον ιόνιο χώρο, σε αντιστάθμισμα της απώλειας της Πελοποννήσου, αλλά και για να ανταγωνίζονται τις άλλες δυτικές δυνάμεις : νέα οχυρωματικά έργα για την καλύτερη ενίσχυση του φρουρίου του Αγίου Γεωργίου, που είναι και η διοικητική έδρα του νησιού (η μεταφορά της πρωτεύουσας στο Αργοστόλι θα γίνει το 1757),  ανέγερση νέου φρουρίου στην Άσο, μεταφορά εποίκων από τις βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου για δημογραφική ενίσχυση κ.α.).
          Με το συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα που εφαρμόζει η Βενετία αποσκοπεί στον απόλυτο έλεγχο της ευρύτερης κοινωνικής ζωής του νησιού. Η διοίκηση ασκείται από τριμελές κυβερνητικό σώμα, το λεγόμενο Reggimento, αποτελούμενο από τον προβλεπτή, που είχε τυπικά και ουσιαστικά την πολιτική, στρατιωτική και δικαστική εξουσία, και δύο συμβούλους, όλους Βενετούς. Ένας δεύτερος προβλεπτής, που έδρευε στο φρούριο της Άσου, είχε τοπική μόνο δικαιοδοσία. Στη διοίκηση συμμετείχε και το τοπικό στοιχείο μέσα από το Συμβούλιο της Κοινότητας με περιορισμένες, βέβαια, αρμοδιότητες τοπικού χαρακτήρα. Σε αυτό το όργανο πρόσβαση είχαν μόνο όσες οικογένειες κατείχαν τίτλους ευγένειας και είχαν εγγραφεί στη «Χρυσή Βίβλο» (Libro dOro).
          Στα χρόνια της Βενετοκρατίας σταθεροποιείται το φεουδαρχικό σύστημα. Βασική πηγή πλούτου είναι η γη, η οποία, χωρισμένη σε τιμάρια, έχει συγκεντρωθεί  στα χέρια των οικονομικά ισχυρότερων- λαϊκών και της Εκκλησίας – μιας ελάχιστης δηλαδή μειοψηφίας του πληθυσμού. Κύριες καλλιέργειες παραμένουν εκείνες της σταφίδας, που από τα τέλη του 16ου αιώνα γίνεται μονοκαλλιέργεια,  του αμπελιού, της ελιάς και του σταριού. Όλο σχεδόν τον όγκο της αγροτικής παραγωγής ελέγχουν και καρπώνονται οι ευγενείς-γαιοκτήμονες, εκμεταλλευόμενοι απροκάλυπτα το μόχθο των χιλιάδων χωρικών-δουλοπάροικων της Κεφαλονιάς. Η βιοτεχνία, το εμπόριο και η ναυτιλία δεν είναι ακόμη παραγωγικές εργασίες και μόλις στα τέλη της βενετικής κατοχής θα παρουσιάσουν τάσεις άνθησης. Το φορολογικό, τέλος, σύστημα μαζί με την καταπίεση των γαιοκτημόνων και τις καταχρήσεις των φοροϋπαλλήλων συνθλίβει τη μεγάλη πλειοψηφία των Κεφαλονιτών, πολλοί από τους οποίους φτάνουν στην έσχατη απόγνωση, ενώ ένας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός μεταναστεύει για μια καλύτερη ζωή.
          Αυτή η οικονομική δομή της βενετοκρατούμενης Κεφαλονιάς δημιουργεί και την αντίστοιχη κοινωνική διαστρωμάτωση. Πρόκειται για μια ταξική κοινωνία με μεγάλες ανισότητες, αγεφύρωτες διαφορές και σοβαρές αντιδράσεις και συγκρούσεις. (Τεκμηριωμένες τέτοιες συγκρούσεις και εξεγέρσεις σημειώνονται για μια συνεχή περίπου δεκαετία, 1640-1648, καθώς και εκείνη το 1770 στα Χαλιωτάτα της Σάμης). Κυρίαρχη είναι η τάξη των ευγενών-γαιοκτημόνων, η οποία αποτελεί το 3,5 % περίπου του συνολικού πληθυσμού. Οι ευγενείς, κατέχοντας τη γη, ελέγχουν τους μηχανισμούς παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων, συμμετέχουν στη διοίκηση υπηρετώντας σε ανώτερες θέσεις και έχουν πρόσβαση στα πνευματικά αγαθά, μορφώνοντας τα παιδιά τους στα πανεπιστήμια της Δύσης.
          Αντίπαλη είναι η τάξη του λαού των πόλεων και της υπαίθρου, που συνιστά τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Περιλαμβάνει τους αγρότες-δουλοπάροικους και τους, λιγότερους αριθμητικά, ελεύθερους καλλιεργητές, τους εργαζόμενους σε βιοτεχνίες και μικρά εργαστήρια, τους ναυτικούς, τους τεχνίτες και τους μικροεμπόρους. Ιδιαίτερα άθλιες είναι οι συνθήκες εργασίας και ζωής του αγροτικού πληθυσμού, ο οποίος φορολογείται εξοντωτικά, προσφέρει επιπλέον καταναγκαστική εργασία («αγγαρεία») για την εκτέλεση δημόσιων έργων, υποχρεώνεται σε στράτευση. Η πρόσβαση αυτών των στρωμάτων στα πολιτιστικά αγαθά είναι προφανώς ελάχιστη έως ανύπαρκτη, γεγονός που τους περιορίζει τις δυνατότητες πρόσληψης των νέων ιδεών και κατά συνέπεια της συνειδητοποίησης της κατάστασής τους.
          Ανάμεσα στις δύο παραπάνω βασικές κοινωνικές τάξεις κινείται το κοινωνικό στρώμα των αστών. Πρόκειται για τα πρώτα αστικά στοιχεία του κεφαλονίτικου χώρου, εύπορους επαγγελματίες, βιοτέχνες, εμπόρους και πλοιοκτήτες,  οι οποίοι θα προσπαθήσουν να παίξουν έναν αυτόνομο κοινωνικό ρόλο από τις αρχές κυρίως του 18ου αιώνα. Έτσι, θα βρίσκονται σε μια διαρκή συσχέτιση με τους ευγενείς μέσα από συμβιβασμούς και διενέξεις. Δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα και είναι αποκλεισμένοι από τα ανώτερα αξιώματα. Ευνοούνται, όμως,  φορολογικά, με αποτέλεσμα η συνεχώς βελτιούμενη οικονομική τους κατάσταση να επιτρέπει στους γόνους τους σπουδές στη Δύση, οι οποίοι επιστρέφοντας στο νησί, μαζί με τους γόνους κάποιων ευγενών οικογενειών, θα συμβάλουν στη διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών.
          Ωστόσο, στο θρησκευτικό-εκκλησιαστικό τομέα, η συνύπαρξη Ορθόδοξης και Λατινικής Επισκοπής δημιουργούσε σε κάποιες περιπτώσεις προστριβές. Μπορεί να επανιδρύθηκε (στην εποχή των Τόκκων) η Ορθόδοξη Επισκοπή, ο καθολικισμός όμως, έχοντας τώρα και την κρατική στήριξη, διείσδυε περισσότερο και ευκολότερα στην κοινωνική ζωή του τόπου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και εξελίξεις το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης προσπάθησε να στηρίξει την ορθόδοξη πίστη του Κεφαλονίτη με την προαγωγή της Επισκοπής Κεφαλληνίας σε Αρχιεπισκοπή (1628) και κυρίως με την αγιοποίηση του ιερομόναχου Γεράσιμου Νοταρά, ο οποίος για είκοσι περίπου χρόνια (1560-1579) είχε αναπτύξει στην περιοχή των Ομαλών πλούσια θρησκευτική και εκπολιτιστική-κοινωνική δράση. Αξιόλογοι, βέβαια, ιερωμένοι συνέβαλαν με το κήρυγμά τους και το συγγραφικό τους έργο στην τόνωση της ορθόδοξης πίστης των Κεφαλονιτών, όπως ο θεολόγος και διαπρεπής ιερωμένος Ηλίας Μηνιάτης.  
          Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας δεν υπήρξε στην Κεφαλονιά οργανωμένο σύστημα εκπαίδευσης από την πλευρά της Διοίκησης. Το μόνο δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα που αναφέρεται ήταν το Δημόσιο Σχολείο του Κάστρου (= του φρουρίου του Αγίου Γεωργίου), το οποίο προφανώς εξυπηρετούσε τους γόνους  των Βενετών αξιωματούχων, των ευγενών και των πλούσιων ίσως αστών του νησιού, οι οποίοι κατόπιν συνέχιζαν τις ανώτερες σπουδές τους στα πανεπιστήμια της Ιταλίας. Παράλληλα, όμως, καταγράφονται πρωτοβουλίες και προσπάθειες από την ιδιωτική πλευρά. Σε ναούς και σε μοναστήρια, ορθόδοξα και καθολικά, ολιγογράμματοι  κληρικοί αναλάμβαναν να διδάξουν, μεμονωμένα ή ομαδικά, τα «ιερά γράμματα» στα παιδιά κατώτερων στρωμάτων. Υπήρχαν, τέλος, και εκείνοι, οι οποίοι μετά από σπουδές στη Δύση ίδρυαν επιστρέφοντας στη γενέτειρα Σχολές με σημαντική προσφορά στον τόπο, όπου διδάσκονταν ελληνικά, λατινικά, ρητορική, μαθηματικά, φιλοσοφία, θεολογία. Τέτοιες αξιόλογες Σχολές ήταν του Βικέντιου Δαμοδού στα Χαβριάτα Παλικής, και στο Ληξούρι του Μιχαήλ Μοσχόπουλου και των αδελφών Ιωαννίκιου και Σωφρόνιου Λειχούδη. Στο Ληξούρι, επίσης, αναφέρεται η λειτουργία «διδασκαλείου» του Κύπριου κληρικού Ιλαρίωνα Κιγάλλα.
          Από τους παραπάνω, Β. Δαμοδός έχει αφήσει σημαντικότατο έργο (τυπωμένο και σε χειρόγραφα) γραμμένο στην απλοελληνική γλώσσα και συγκαταλέγεται στους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ενώ πλούσιο χειρόγραφο υλικό των αδελφών Λειχούδη σώζεται σε βιβλιοθήκες και αρχεία της Μόσχας. Λογοτεχνική παραγωγή σημαντική δεν έχει καταγραφεί, εκτός από κάποιες ποιητικές συνθέσεις ιστορικού και διδακτικού περιεχομένου και κυρίως τα θεατρικά έργα του Πέτρου Κατσαϊτη, κύριου εκπρόσωπου της κεφαλονίτικης λογοτεχνικής δημιουργίας κατά τη Βενετοκρατία.
          Ωστόσο, στον τομέα της εκκλησιαστικής τέχνης υπήρξε ανάπτυξη, καθώς η αντιπαράθεση Ορθοδοξίας και Καθολικισμού οδηγούσε σε ανέγερση και διακόσμηση ναών, συναδελφικών ή ιδιόκτητων, με προφανή το στόχο της ενδυνάμωσης της ορθόδοξης πίστης. Ο ερχομός, εξάλλου, πολλών καλλιτεχνών από την Κρήτη μετά την άλωση του Χάνδακα (1669) συνέβαλε σε μια γενικότερη αναγέννηση των καλλιτεχνικών προτιμήσεων και τεχνοτροπιών. Και μέσα από τη συνάντηση της κρητικής τέχνης με την ντόπια παράδοση θα παγιωθεί από τις αρχές του 19ου αιώνα μια ιδιότυπη επτανησιακή καλλιτεχνική άποψη και πρακτική. Η έρευνα έχει δώσει για το 17ο και 18ο αιώνα πλειάδα ονομάτων ξυλογλυπτών, αργυρογλυπτών και αγιογράφων, αρκετοί από τους οποίους συντηρούσαν οργανωμένα εργαστήρια.
          Χρήσιμο, τέλος, θεωρούμε, πριν κλείσουμε αυτήν την περίοδο, να σημειώσουμε κάποιες πρωτοβουλίες και διακρίσεις Κεφαλονιτών της διασποράς. Ο Ιωάννης-Απόστολος Φωκάς Βαλεριάνος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγάλους θαλασσοπόρους, προς τιμή τού οποίου δόθηκε το όνομα Juan de Fuca στα στενά που είχε εξερευνήσει στη δυτική ακτή της Β. Αμερικής το 1594.  Ο μηχανικός Μαρίνος Χαρβούρης βρέθηκε στη Ρωσία στην αυλή της τσαρίνας Αικατερίνης και το 1770 κατόρθωσε,  χάρη στους μηχανισμούς του και τις δικές του ευρεσιτεχνίες να μεταφέρει σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τα έλη της Φιλανδίας στην Πετρούπολη γρανίτη  βάρους 20 τόνων, πάνω στον οποίο στήθηκε το άγαλμα του Μ. Πέτρου. Ο Κωνσταντίνος Γεράκης, από ναύτης αρχικά σε αγγλικό εμπορικό πλοίο κατόρθωσε να γίνει διερμηνέας στη Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, για να καταλήξει πρωθυπουργός του Σιάμ, όπου όμως στη συνέχεια βρήκε μαρτυρικό θάνατο το 1688. Οι αδελφοί Ιωαννίκιος και Σωφρόνιος Λειχούδη, οι οποίοι κλήθηκαν από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης να πάνε στη Ρωσία, ανέπτυξαν αξιόλογη διδακτική δράση στη Μόσχα στα τέλη του 17ου αιώνα, καθώς υπήρξαν οι ιδρυτές του πρώτου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της πόλης, της Σλαβο-Ελληνο-Λατινικής Ακαδημίας της Μόσχας.

Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΓΑΛΛΟΚΡΑΤΙΑΣ
          Το 1797 σταματά η Βενετοκρατία στα Επτάνησα. Νέοι κυρίαρχοι γίνονται, με τη συνθήκη του Campo Formio, οι δημοκρατικοί Γάλλοι. Η νέα διοικητική διαίρεση των Επτανήσων σε τρεις νομούς κατατάσσει την Κεφαλονιά  στο νομό Ιθάκης, μαζί με τη Λευκάδα, την Ιθάκη, τη Βόνιτσα και την Πρέβεζα.
          Ο ερχομός των Γάλλων στην Κεφαλονιά προκαλεί ενθουσιασμό στο λαό. Στην πλατεία του Αργοστολιού (σημερινή πλατεία Καμπάνας) φυτεύεται το «Δέντρο της Ελευθερίας». Τη διοίκηση ασκεί η Ισοπολιτεία, που λειτουργεί με δημοκρατικές διαδικασίες. Ο Δημοκρατικός Σύλλογος που ιδρύεται ζητά, ανάμεσα στ’ άλλα, την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων. Η άθλια, όμως, οικονομική κατάσταση του λαού δεν μπορεί να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη, παρά την κατάργηση των προνομίων των ευγενών. Έτσι, οι ανησυχίες των κατοίκων δυναμώνουν και σύντομα θα αρχίσει η μεταστροφή τους, χάρη και στην προπαγάνδα των πρακτόρων των τότε Μεγάλων Δυνάμεων,  κυρίως της Ρωσίας.

ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
          Τον Οκτώβρη του 1798 η Κεφαλονιά καταλαμβάνεται από τον ενωμένο ρωσο-τουρκικό στόλο. Η κυβέρνηση, που αμέσως διορίζεται, επαναφέρει το παλιό αριστοκρατικό σύστημα διοίκησης με τους ευγενείς, τους πλούσιους αστούς και τα προνόμια.
          Με τη σύμφωνη γνώμη Ρωσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας τα Επτάνησα το 1800 συγκροτούν ενιαίο κρατικό οργανισμό με την ονομασία «Πολιτεία των επτά Ηνωμένων Νήσων» κάτω από την επικυριαρχία και προστασία του Σουλτάνου, στον οποίο θα είναι φόρου υποτελής. Έτσι, τα ιόνια νησιά γίνονται το πρώτο τμήμα της ελληνικής γης, που συνιστά τυπικά ελεύθερο κράτος. Αρκετά, μάλιστα, ευρωπαϊκά κράτη αναγνώρισαν τη νέα κρατική οντότητα της Επτανήσου Πολιτείας.
           Το νέο σύνταγμα που επιβάλλεται, το λεγόμενο «Βυζαντινό» (1800), κατοχύρωνε την αριστοκρατική μορφή διακυβέρνησης. Θα ακολουθήσουν άλλα τρία συντάγματα (1801, 1803, 1806), από τα οποία μόνο εκείνο του 1803 περιείχε αρκετές φιλελεύθερες διατάξεις, ενώ το σύνταγμα του 1806 αναγνώριζε στη Ρωσία το δικαίωμα επέμβασης στα πράγματα της Πολιτείας.
          Όλες αυτές οι απανωτές συνταγματικές αλλαγές πιστοποιούσαν τη ρευστή πολιτική κατάσταση και τις συνεχείς εξωτερικές επεμβάσεις, που δεχόταν η Επτάνησος Πολιτεία, ενώ είναι προφανές ότι συνοδεύονταν από αναταραχές πολιτικοκοινωνικού χαρακτήρα. Χαρακτηριστικά γεγονότα εκείνης της περιόδου στην Κεφαλονιά ήταν ο αυτονομιστικός αγώνας της περιοχής του Ληξουριού, οι συγκρούσεις αντίζηλων ευγενών οικογενειών και οι λαϊκές αντιδράσεις κατά της επαναφοράς του αριστοκρατικού συστήματος.

Β΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΓΑΛΛΟΚΡΑΤΙΑΣ
          Με τη συνθήκη του Tilsit, τον Ιούλιο του 1807, τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στη Γαλλία του Ναπολέοντα. Ο τελευταίος κατάργησε την αυτόνομη Επτάνησο Πολιτεία και, επειδή όμως διέβλεπε τον αγγλικό κίνδυνο, προσπάθησε να πάρει μέτρα για την προστασία των νησιών. Για την Κεφαλονιά προγραμμάτισε και επιχείρησε τη στρατιωτική της διοργάνωση, την ανασυγκρότηση της οικονομίας και την ενίσχυση της παιδείας, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να τα πραγματοποιήσει.
          Και τούτο, γιατί στο μεταξύ η Βρετανία, που καιροφυλακτούσε στο Ιόνιο, θέλοντας να φράξει στους Γάλλους το δρόμο προς την Ανατολή, προχώρησε στον αποκλεισμό της Κεφαλονιάς, δημιουργώντας αφόρητη κατάσταση στο νησί. Τα κεφαλονίτικα πλοία ακινητοποιήθηκαν στο λιμάνι του Αργοστολιού και η σταφίδα έμεινε στις αποθήκες. Η δυσαρέσκεια προς τη Γαλλία διογκώθηκε και όλοι σχεδόν, λαός και ευγενείς – κάθε πλευρά για τους δικούς της λόγους - ήταν έτοιμοι να υποδεχθούν τις αγγλικές δυνάμεις.

ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ»
          Τον Οκτώβρη του 1809 η γαλλική φρουρά του νησιού παραδίδεται, χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση στο βρετανικό στόλο, που έχει ήδη αποκλείσει την Κεφαλονιά και παρουσιάζεται ως ελευθερωτής και υπερασπιστής της ανεξαρτησίας των Επτανήσων. Η κατοχή θα διαρκέσει μέχρι το 1815, οπότε το θέμα των ιόνιων νησιών θα διευθετηθεί σε ευρωπαϊκό συνέδριο.
          Στο μεταξύ διάστημα την πραγματική εξουσία στο νησί έχει ο Άγγλος στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής, ο οποίος περιβάλλεται από Κεφαλονίτες συμβούλους, γόνους ευγενών οικογενειών, που πρόσκεινται προφανώς φιλικά στη Βρετανία. Στα χρόνια αυτά 1810-1814 ο διοικητής του νησιού C. P. De Bosset ξεκινά μια σοβαρή προσπάθεια ανασυγκρότησης της κοινωνικής ζωής με αξιόλογα αποτελέσματα, ιδιαίτερα στη διαχείριση των εσόδων και στον τομέα της ανοικοδόμησης (εξωραϊσμός Αργοστολιού και Ληξουριού, νέες οδικές αρτηρίες, γέφυρα του Δραπάνου – ξύλινη στην αρχή και μετά πέτρινη).
          Το Νοέμβρη του 1815 η συνθήκη του Παρισιού θα ανακηρύξει τα Επτάνησα ενιαίο, ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος με την ονομασία «Ηνωμένα Κράτη των Ιονίων Νήσων» κάτω από την αποκλειστική προστασία της Μ. Βρετανίας. Η προστασία, όμως, αυτή γρήγορα θα μεταβληθεί σε κατοχή και το ανεξάρτητο κράτος θα μετατραπεί σε βρετανικό προτεκτοράτο. Για μισό αιώνα οι Άγγλοι θα δυναστεύουν τους Επτανήσιους, οι οποίοι βέβαια θα αντιτάξουν εναντίον των πρώτων πολύμορφους αγώνες – αγώνες με πολλές διακυμάνσεις – προκειμένου να αποτινάξουν την «Προστασία» και να κλείσουν έτσι το 1864 τον κύκλο των απανωτών κατακτήσεων και κατοχών, που κράτησε περισσότερο από εξήμισι αιώνες.
          Ο πρώτος Άγγλος αρμοστής των Επτανήσων Th. Maitland επιβάλλει το 1817 σύνταγμα ανελεύθερο και αποικιοκρατικό, προσαρμοσμένο στα βρετανικά συμφέροντα, με την εφαρμογή του οποίου ελέγχονταν όλοι οι τομείς δράσης των κατοίκων. Στην Κεφαλονιά, όπως και σε κάθε νησί, την εξουσία έχει Άγγλος τοποτηρητής, εκπρόσωπος και υπόλογος στον αρμοστή, ενώ η πενταμελής τοπική διοίκηση με επικεφαλής τον έπαρχο είναι χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες.
          Η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση του νησιού σε όλη την περίοδο της Βρετανικής «Προστασίας» είναι ουσιαστικά συνέχεια εκείνης της Βενετοκρατίας. Κύρια πηγή πλούτου παραμένει η γη. Τα τρία τέταρτα του καλλιεργούμενου εδάφους ανήκουν στους μεγαλοκτηματίες, που εξακολουθούν να αποτελούν μια ελάχιστη μειοψηφία του πληθυσμού. Υπάρχουν, βέβαια, αριστοκρατικές οικογένειες, οι οποίες εξαιτίας αντικειμενικών συνθηκών ή υποκειμενικών επιλογών έχουν οδηγηθεί σε πτώχευση ή έχουν στραφεί και σε χρηματιστηριακές δραστηριότητες. Πάντως, η κατοχή μεγάλων εκτάσεων γης παρέχει στους ιδιοκτήτες της οικονομική δύναμη αλλά και τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις για συμμετοχή στη διοίκηση. Και η «Προστασία» θα βασιστεί σε αυτή την κοινωνική τάξη, για να στερεώσει την κυριαρχία της στο νησί και να ελέγξει το λαό.
          Ταυτόχρονα, παρατηρείται ενίσχυση του εμπορίου και των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων, αν και οι φορείς αυτών των εργασιών και επαγγελμάτων συνθλίβονται μέσα στο ιδιόμορφο φεουδαρχικό σύστημα του νησιού. Εμφανίζονται, όμως, και αναδεικνύονται στο οικονομικό και κοινωνικό προσκήνιο νέες πλούσιες αστικές οικογένειες με ιδιαίτερο δυναμισμό, που επιζητούν τη συμμετοχή τους στο διοικητικό μηχανισμό. Οι νέοι αυτών των οικογενειών, επιστρέφοντας από τις σπουδές τους στη Δύση, δύσκολα απορροφούνται από το δημόσιο τομέα, ενώ με πολλές δυσχέρειες πετυχαίνουν την επαγγελματική τους αποκατάσταση ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Αυτά, ακριβώς, τα επαγγελματικά αδιέξοδα ριζοσπαστικοποιούν τους νέους αυτούς αλλά και άλλους συνομηλίκους τους, γόνους αριστοκρατικών οικογενειών, και τους καθιστούν πρωτοπόρους σε φιλελεύθερες αντιβρετανικές εκδηλώσεις. Όλοι αυτοί, που γνώρισαν στη Δύση τις φιλελεύθερες ιδέες και συμμετείχαν, κάποιοι από αυτούς, σε επαναστατικά κινήματα, μεταφέρουν τώρα στην Κεφαλονιά θεωρίες επαναστατικές και εμπειρίες οργανωτικές.
          Η οικονομική-κοινωνική κατάσταση της τάξης του λαού των πόλεων και της υπαίθρου δεν έχει καθόλου βελτιωθεί από την εποχή της Βενετοκρατίας. Η αντιπαράθεση γαιοκτημόνων και αγροληπτών συνεχίζεται εντονότατη. Η εμμονή στην μονοκαλλιέργεια της σταφίδας έχει μεγαλώσει την εξάρτηση του αγρότη από το μεγαλοκτηματία και το σταφιδέμπορο. Έτσι, η αντιαγροτική νομοθεσία της «Προστασίας» σε συνδυασμό με τη μεροληπτική υπέρ των γαιοκτημόνων δικαιοσύνη, τις καταχρήσεις και την αστάθεια στις τιμές των αγροτικών προϊόντων οδηγούν το αγροτικό στοιχείο στην εξαθλίωση. Στην πόλη οι μικροεπαγγελματίες, οι μικροέμποροι και οι τεχνίτες πιέζονται από την άδικη νομοθεσία και τους εξοντωτικούς όρους του δανεισμού.
          Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για διαμαρτυρίες, στάσεις και εξεγέρσεις είναι ώριμες στο νησί. Βέβαια, οι πρώτες αντιστασιακές πράξεις έχουν χαρακτήρα ατομικό ή παίρνουν τη μορφή διακίνησης χειρόγραφων σατίρων, υπομνημάτων διαμαρτυρίας και αρθρογραφίας σε ελληνικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες. Αργότερα, οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίες γίνονται συλλογικές και οι κινητοποιήσεις μαζικές, μέχρι που θα συσταθούν πολιτικοί σύλλογοι και λέσχες και θα εκδηλωθούν και ένοπλα κινήματα.
          Αλλά και η συμμετοχή των Κεφαλονιτών στην Επανάσταση του 1821 ήταν και πράξη αντίστασης κατά την «Προστασίας», αφού η επίσημη αγγλική πολιτική αντιμαχόταν – τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια – την ελληνική Επανάσταση και ο Άγγλος αρμοστής στα Επτάνησα πήρε σκληρά μέτρα (τρομοκρατία, δημεύσεις περιουσιών, φυλακίσεις κ.ά.) εναντίον εκείνων των Ιονίων, που βοηθούσαν τον Αγώνα.  Κεφαλονίτες είτε της διασποράς είτε του αγγλοκρατούμενου νησιού συγκρότησαν στρατιωτικά σώματα με ουσιαστική συμμετοχή στις μάχες του Αγώνα - οι πρώτοι κυρίως στον ξεσηκωμό της Μολδοβλαχίας, οι δεύτεροι στην κυρίως Ελλάδα - ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι κάτοικοι του νησιού προφύλαξαν  κυνηγημένους επαναστάτες ή φρόντισαν πρόσφυγες στο νησί. Ο συντάκτης της ιστορικής προκήρυξης του Α. Υψηλάντη «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» ήταν ο ληξουριώτικης καταγωγής Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος. Οι Κων. και Ανδρέας Μεταξάς μαζί με τους Βαγ. Πανά και Γερ. Φωκά συγκρότησαν και οδήγησαν κεφαλονίτικα στρατιωτικά σώματα στην Πελοπόννησο από τους πρώτους μήνες της Επανάστασης. Αλλά και τα επόμενα επαναστατικά χρόνια το κεφαλονίτικο «παρών» δεν έλειψε ούτε από τα πεδία των μαχών (ακόμη και στην τελευταία μάχη του Αγώνα, στη μάχη της Πέτρας Βοιωτίας το Σεπτέμβρη του 1827), ούτε από τις διαδικασίες πολιτικής διοργάνωσης και λειτουργίας της επαναστατημένης Ελλάδας. Και όταν θα συσταθεί το μικρό ανεξάρτητο νεοελληνικό κράτος (1830), θα αποτελέσει για τους Ιόνιους σημείο αναφοράς των εθνικών τους πόθων και πηγή ελπίδων.
          Στο διάστημα 1830-1848 προετοιμάζεται στην Κεφαλονιά ο υποκειμενικός παράγοντας της αντίστασης κατά της Αγγλοκρατίας. Διαδίδονται με ιδιαίτερη επιμονή οι ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης και καλλιεργείται η ενωτική ιδέα, ριζοσπαστικοποιείται το λαϊκό στοιχείο, ιδρύονται κέντρα συγκέντρωσης των φιλελεύθερων κατοίκων και ανταλλαγής απόψεων εθνικοκοινωνικού περιεχομένου (ο «Κοραής» και μετά το «Δημοτικόν Κατάστημα» στο Αργοστόλι και η «Ομόνοια» στο Ληξούρι).
          Παρά τις σκληρές διώξεις των οργάνων της «Προστασίας» και των τοπικών συνεργατών της, ανδρώνεται μέσα στις πόλεις και τα χωριά του νησιού ένα φιλελεύθερο ρεύμα, χωρίς ωστόσο να παρουσιάζει συνολική ομοιογένεια κοινωνικού και ιδεολογικού προσανατολισμού. Το 1833 σημειώνεται η πρώτη μαζική κινητοποίηση, όταν πλήθος λαού, κυρίως χωρικοί, εισβάλλουν στο δικαστικό μέγαρο του Αργοστολιού, καταστρέφουν δικογραφίες και χρεωστικά ομόλογα και ματαιώνουν έτσι τις εκλογές για την Δ΄ Ιόνια Βουλή. Το 1848, με την ευκαιρία της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου στο Αργοστόλι, στο Ληξούρι και στη Σάμη διοργανώνονται εκδηλώσεις εθνικού χαρακτήρα. Τον ίδιο χρόνο η θρησκευτική λιτανεία του Επιταφίου το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής μετατρέπεται σε λαϊκή πορεία, χωρίς να λείψουν και οι συμπλοκές με τις αστυνομικές δυνάμεις.
         Το Ριζοσπαστικό κόμμα, με έκφρασή του το ευρύτατο ριζοσπαστικό κίνημα, είναι πια γεγονός. Πρόκειται για κόμμα γέννημα και θρέμμα της Κεφαλονιάς, που στη συνέχεια απλώνεται και στα υπόλοιπα ιόνια νησιά, με στόχους εθνικοαπελευθερωτικούς και αστικοδημοκρατικούς. Προπαγανδίζει την ένωση των  νησιών με τον εθνικό κορμό, με μια Ελλάδα ανεξάρτητη και δημοκρατική. Κορυφαίες αγωνιστικές μορφές του Ριζοσπαστισμού ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και ο Ιωσήφ Μομφερράτος, που θα υποστούν πολύχρονη εξορία και ποικίλες άλλες διώξεις. Η κοινωνική βάση του κινήματος αποτελείται από αγρότες, εργαζόμενους, τεχνίτες και μικροεπαγγελματίες των πόλεων και προοδευτικούς διανοούμενους. Οι Ριζοσπάστες καθοδηγούν τον ενωτικό αγώνα και πρωτοστατούν στις εθνικοκοινωνικές συγκρούσεις.
         Τα συμφέροντα της «Προστασίας», από την άλλη πλευρά, εκφράζουν οι Καταχθόνιοι, οι οποίοι είναι αντίθετοι με οποιαδήποτε αλλαγή της υπάρχουσας οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης. Την κοινωνική βάση τους αποτελούν οι αρχοντικές οικογένειες και ένα τμήμα πλούσιων αστών. Και μεταξύ Ριζοσπαστών και Καταχθονίων στέκει το πολιτικό μόρφωμα των Μεταρρυθμιστών, οι οποίοι, θεωρώντας αδύνατη την ένωση με την Ελλάδα, αποδέχονται το καθεστώς της «Προστασίας» προτείνοντας ταυτόχρονα την υλοποίηση συγκεκριμένων συνταγματικών μεταρρυθμίσεων. Το πολιτικό αυτό μόρφωμα στεγάζει  κάποιους μεγαλοκτηματίες, το μεγαλύτερο μέρος των ανερχόμενων αστικών στοιχείων και διανοούμενους.
          Μέσα σε αυτή την ιδεολογική και ταξική διαπάλη, η εξέγερση των ενωμένων χωρικών και κατοίκων των πόλεων Αργοστολιού και Ληξουριού στις 14 του Σεπτέμβρη 1848 (εξέγερση του Σταυρού), στοχεύει στην κατάληψη της εξουσίας και στην τιμωρία των ντόπιων οργάνων της «Προστασίας». Παρά την αποτυχία του κινήματος, οι αγγλικές αρχές παραχωρούν ελευθεροτυπία στα Επτάνησα και το επόμενο έτος ελευθεροψηφία. Αυτές, όμως, τις παραχωρήσεις της «Προστασίας» οι Καταχθόνιοι τις εξέλαβαν ως ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις. Γι’ αυτό, εκμεταλλευόμενοι το εθνικό αίσθημα των κατοίκων και τη λαϊκή αγανάκτηση κυρίως των αγροτών, οδηγούν τα πράγματα ή συμβάλλουν με έμμεσο τρόπο στην εξέγερση της Σκάλας τον Αύγουστο του 1849, για να εξαναγκάσουν την «Προστασία» να ανακαλέσει τις μεταρρυθμίσεις. Οι εξεγερμένοι, πάντως, αγρότες κινούνται με τους δικούς τους κανόνες και το ταξικό κριτήριο τους οδηγεί σε βιαιοπραγίες κατά των γαιοκτημόνων και συνεργατών τους. Οι αγγλικές αρχές απαντούν με σκληρά μέτρα κατά των πρωτεργατών, ενοχοποιούν και καταδιώκουν τους Ριζοσπάστες και ανακαλούν τις μεταρρυθμίσεις.
          Παρά ταύτα στις βουλευτικές εκλογές που ακολουθούν ο λαός στέλνει στη Θ΄ Ιόνια Βουλή  μια δυναμική ριζοσπαστική ομάδα, η οποία ανάμεσα στ’ άλλα θα καταθέσει στη Βουλή το Νοέμβρη του 1850 το περίφημο ψήφισμα της Ένωσης. Οι διωγμοί, όμως,  που θα ακολουθήσουν και κυρίως η πολύχρονη εξορία των ηγετών του Ριζοσπαστισμού Ζερβού Ιακωβάτου και Μομφερράτου θα οδηγήσουν στη μετατόπιση του ριζοσπαστικού κέντρου από την Κεφαλονιά στη Ζάκυνθο με τον ταυτόχρονο εξοβελισμό των κοινωνικών στόχων του ριζοσπαστικού κινήματος. Ο νέος ηγέτης των νεο-ριζοσπαστών ή Ενωτιστών  Κων. Λομβάρδος αγωνίζεται μόνο και αποκλειστικά για την ένωση.
          Στο μεταξύ, η έξωση του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα (1862) και η εξασφάλιση νέου βασιλιά αγγλικής επιλογής παρέχουν τη δυνατότητα στη Βρετανία να «προσφέρει» τα Επτάνησα στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα η «προστασία» είχε καταντήσει ασύμφορη για τη γηραιά Αλβιόνα λόγω των συνεχών ταραχών και εξεγέρσεων, αλλά και εξαιτίας του αναπροσανατολισμού της βρετανικής πολιτικής στον ελληνικό και γενικότερα στον ευρύτερο ανατολικομεσογειακό χώρο. Τα νέα αυτά δεδομένα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η βρετανική «Προστασία» ποτέ δεν έγινε αποδεκτή από το σύνολο του επτανησιακού λαού, ανάγκασαν τη Βρετανία να αποφασίσει την παραχώρηση των ιόνιων νησιών στο ελληνικό κράτος.
          Αυτού του είδους, όμως, η ένωση και οι επιβληθείσες από  την «Προστάτρια» Δύναμη ενωτικές διαδικασίες βρήκαν εντονότατα αντιμέτωπους τους πρωτεργάτες του ενωτικού ριζοσπαστικού κινήματος Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο και Ιωσήφ Μομφερράτο. Αρνήθηκαν κατηγορηματικά να θέσουν υποψηφιότητα και να συμμετάσχουν στη ΙΓ΄ Ιόνια Βουλή, η οποία θα ψήφιζε τις παραπάνω ενωτικές διαδικασίες. Η ένωση, βέβαια, έγινε και στις 21 Μαϊου 1864 τα Επτάνησα ήταν  τμήμα του ελληνικού κράτους. Έτσι, η Βρετανία κατόρθωσε να «κατακτήση ηθικώς την Ελλάδα… [και] να μεταφέρη τον αρμοστήν της από Κερκύρας εις Αθήνας, θέτουσα επί της κεφαλής αυτού βασιλικόν στέμμα», όπως πολύ παραστατικά έγραψε ο Παναγιώτης Πανάς, γέννημα του κεφαλονίτικου ριζοσπαστικού κινήματος και μετέπειτα ακραιφνής δημοκράτης και ακαταπόνητος δημοσιογράφος.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ
          Μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, η Κεφαλονιά προσπαθεί να παρακολουθήσει τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις του εθνικού κέντρου. Η προσαρμογή και η αφομοίωση δεν είναι εύκολη υπόθεση Για δεκαετίες παραμένει άλυτο το αγροτικό πρόβλημα με τις αγροληπτικές δομές να πιέζουν τον αγροτόκοσμο, ενώ αντίθετα αναπτύσσονται ικανοποιητικά οι εμποροβιοτεχνικές δραστηριότητες και η ναυτιλία. Τότε είναι (μετά τα μισά του 19ου αιώνα) που σημειώνεται η μεγάλη έξοδος των Κεφαλονιτών προς τα λιμάνια του Δούναβη και της νότιας Ρωσίας, όπου με επιτυχία θα ασχοληθούν με το εμπόριο και τα ναυτιλιακά επαγγέλματα (Βαλλιάνοι, Βεργωτής κ.ά.).
          Στο πολιτικό πεδίο παραμερίζονται ή και ξεχνιούνται οι τίμιοι αγωνιστές και κυριαρχούν οι παλιοί υποστηρικτές της βρετανικής «Προστασίας». Σε μόνιμη αντιπαράθεση με αυτούς και την ιδεολογία τους βρίσκεται σημαντική μερίδα του κεφαλονίτικου λαού και κυρίως των νέων. Πρωτοστατούν οι γνήσιοι επίγονοι των Ριζοσπαστών, ο δημοσιογράφος και λόγιος Παν. Πανάς, κήρυκας και εργάτης της Δημοκρατικής Βαλκανικής Ομοσπονδίας, ο δημοκράτης-κοινωνιστής Ρόκκος Χοϊδάς, αντιεισαγγελέας Εφετών και βουλευτής Κεφαλονιάς, υποστηρικτής της αβασίλευτης δημοκρατίας, ο μαχητικός Μαρίνος Αντύπας, υπερασπιστής των δικαιωμάτων των εργαζόμενων στρωμάτων και των αγροτικών πληθυσμών και ο δημοσιογράφος Νικόλας Μαζαράκης, τολμηρός κατήγορος της κρατικής αυθαιρεσίας και υπέρμαχος των ανθρώπων του μόχθου. Και οι τέσσερις έχουν να επιδείξουν αξιολογότατη δράση στο νησί: εκδίδουν εφημερίδες, ιδρύουν πολιτικούς συλλόγους, συμμετέχουν σε πολιτικές-κοινωνικές δραστηριότητες, παίρνουν μέρος σε εκλογικές διαδικασίες ως υποψήφιοι ή υποστηρικτές πολιτικών θέσεων. Γενικότερα, οι δημοκρατικές- κοινωνικές αντιλήψεις τους επηρεάζονται από τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού και της χριστιανικής ηθικής.
          Η ίδια, όμως, η δυναμική των γεγονότων ωθεί τη δράση των τριών πρώτων έξω από τα όρια της Κεφαλονιάς. Με τους λόγους και τα άρθρα τους, με την προσωπική τους δράση και τη συμμετοχή τους σε συλλογικά όργανα διαδίδουν στη νεοελληνική κοινωνία τις δημοκρατικές ριζοσπαστικές τους ιδέες, καταγγέλλουν τον κομματισμό και την υποτέλεια, υποστηρίζουν την κοινωνική ισότητα και την ειρηνική συναδέλφωση των λαών. Μεταφέρουν στις αποσκευές τους τις αρχές της εντιμότητας και της ηθικής, της αξιοπρέπειας και της συνέπειας και οραματίζονται το ριζοσπαστικό δημοκρατικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Τελικά, ο Ρ. Χοϊδάς θα βρει οδυνηρό θάνατο στις φυλακές της Χαλκίδας το 1890, κυνηγημένος από το βασιλικό κατεστημένο και τη φαυλοκρατία των αστών πολιτικών, ο Π. Πανάς θα αυτοκτονήσει στην Αθήνα το 1896, απογοητευμένος από την επικρατούσα πολιτικο-κοινωνική κατάσταση της χώρας – και όχι βέβαια μετανιωμένος για τον αγώνα του – και ο Μ. Αντύπας θα δολοφονηθεί στο θεσσαλικό κάμπο το 1907 από πληρωμένο όργανο των γαιοκτημόνων.

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟ 19ο ΑΙΩΝΑ
          Ο 19ος αιώνας έχει να παρουσιάσει σημαντικές πνευματικές μορφές. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Άνθιμο Μαζαράκη με το χρήσιμο έργο του Βιογραφίαι των ενδόξων ανδρών της νήσου Κεφαλληνίας, τον Ιωάννη Λοβέρδο Κωστή με τη σπουδαία Ιστορία της νήσου Κεφαλληνίας, τον τεχνοκρίτη αλλά και συγγραφέα της αξιόλογης Ιστορίας των Ιονίων Νήσων (1797-1815) Γεράσιμο Μαυρογιάννη, καθώς και τους δύο αξιόλογους μελετητές της φιλοσοφίας  Ιωάννη Μενάγια, εισηγητή του εγελιανισμού στην Ελλάδα, και Θεόδωρο Καρούσο. Στο λογοτεχνικό χώρο κυριαρχούν ο Ανδρέας Λασκαράτος, στοχαστής,  με έντονη τη σατιρική διάθεση στο ποιητικό του έργο  και την ηθικολογία  στα πεζά κυρίως κείμενά του, αλλά με αντιφάσεις και συντηρητισμό παρά την προοδευτικότητά του στα θρησκευτικά και κάποια κοινωνικά ζητήματα,  και ο ολιγογράφος λυρικός ποιητής Ιούλιος Τυπάλδος –και οι δύο τους πολέμιοι των Ριζοσπαστών - χωρίς όμως να παραβλέπεται το πολυσχιδές έργο, πεζογραφικό, ποιητικό και μεταφραστικό, του Παναγιώτη Πανά και η προσφορά του λόγιου Παναγιώτη Βεργωτή με έξοχα δοκίμια και με κείμενα υπέρ  του δημοτικισμού. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι πληροφορίες για τις παραπάνω προσωπικότητες του νησιού αλλά και για κάθε τι κεφαλονίτικο από τη Βενετοκρατία μέχρι το 1900 αντλούμε από τους δύο τόμους των Κεφαλληνιακών Συμμίκτων  του ιστοριοδίφη Ηλία Τσιτσέλη, ο οποίος βέβαια κινείται από το δεύτερο μισό του 19ου μέχρι την τρίτη περίπου δεκαετία του 20ου αιώνα.
          Αν και τον 18ο αιώνα κυριαρχούσε στην Κεφαλονιά η αγιογραφία, που βασιζόταν κυρίως στα μοτίβα και τις αρχές  της Κρητικής Σχολής, από το 19ο αιώνα η ζωγραφική πήρε τα επτανησιακά της χαρακτηριστικά. Κάποιοι ζωγράφοι σπούδασαν και δραστηριοποιήθηκαν έξω από το νησί (ο Γεώργιος Μηνιάτης στη Φλωρεντία, ο Νικόλαος Ξυδιάς στην Αθήνα), ενώ κάποιοι άλλοι επέστρεψαν και εργάστηκαν στη γενέτειρα (Γεώργιος Άβλιχος). Ο Γ. Μηνιάτης ασχολήθηκε με αρκετές θεματικές κατηγορίες αλλά και με την πολυπρόσωπη σύνθεση, ενώ προσπάθησε να δώσει εθνικό χαρακτήρα στα θέματά του. Και ο Ν. Ξυδιάς ενδιαφέρθηκε για όλα σχεδόν τα θέματα, επέμεινε όμως στην προσωπογραφία αναδεικνύοντας με ιδιαίτερη ευαισθησία τον ψυχισμό του εικονιζόμενου. Με την προσωπογραφία ασχολήθηκε και ο Γ. Άβλιχος, χωρίς βέβαια να παραμελήσει και τις υπόλοιπες θεματικές κατηγορίες, επιμένοντας πάντοτε στην ψυχογραφία των προσωπογραφούμενων και στη ρεαλιστική απόδοση των συνθέσεων.

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
          Στο μεταξύ, τα σπέρματα του σοσιαλισμού – του ουτοπικού στην αρχή και αργότερα του επιστημονικού – έχουν πέσει στη κεφαλονίτικη κοινωνία. Στις δυο πρώτες, ιδιαίτερα, δεκαετίες του 20ού αιώνα η ύπαρξη και η δράση ατόμων και διάφορων πολιτικών λεσχών ή μορφωμάτων με σοσιαλίζουσες ή σοσιαλιστικές ιδέες είναι γεγονός, ενώ εξακολουθεί να δραστηριοποιείται με τον κύκλο του ο Ν. Μαζαράκης σταθερός πια στη σοσιαλιστική προοπτική της χώρας και αντίθετος με τον αστικό εκσυγχρονισμό του Ε. Βενιζέλου. Κατά την περίοδο αυτή ιδρύονται εργατικά σωματεία στο Αργοστόλι και το Ληξούρι καθώς και το Εργατικό Κέντρο Κεφαλονιάς, που αφυπνίζουν τους εργαζόμενους στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Ταυτόχρονα, ενισχύουν τη δύναμή τους οι εκπρόσωποι της φιλελεύθερης αστικής παράταξης αλλά και της συντηρητικής. Ένας αξιοπρόσεκτος αριθμός εφημερίδων, που τυπώνεται και κυκλοφορεί στο νησί, φανερώνει το θερμό πολιτικό κλίμα και την εντονότατη ιδεολογική αντιπαράθεση που επικρατούν.
          Μετά το κίνημα στο Γουδί (1909) και την εμφάνιση του Ε. Βενιζέλου στην πολιτική ζωή της χώρας, στην Κεφαλονιά ανδρώνεται το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στην περίοδο του Διχασμού το νησί θα προσχωρήσει στο κίνημα της Θεσσαλονίκης. Τα γεγονότα που ακολουθούν (η εκλογική ήττα του Βενιζέλου το 1920, η Μικρασιατική καταστροφή το 1922 κ.λπ.) ευνοούν, σε τοπικό επίπεδο, το κόμμα των Ελευθεροφρόνων του Κεφαλονίτη Ιωάννη Μεταξά. Να σημειωθεί ότι η συμμετοχή πολλών Κεφαλονιτών στους Βαλκανικούς πολέμους και στη Μικρασιατική εκστρατεία είχαν προκαλέσει σύνθετα προβλήματα στην οικογενειακή, οικονομική και κοινωνική ζωή του νησιού. Και αυτή τη λαϊκή δυσφορία εκμεταλλεύθηκε ο Ιω. Μεταξάς, ο οποίος κέρδισε έδαφος, με αποτέλεσμα στις εκλογές του 1933 το κόμμα του να έρθει πρώτο σε τοπικό επίπεδο.
          Κατά την ίδια, ωστόσο, περίοδο συγκροτούνται στην Κεφαλονιά οι πρώτες κομματικές οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Οι αριστερές, γενικότερα, δυνάμεις αγωνίζονται για την ίδρυση, μαζικοποίηση και δραστηριοποίηση των εργατικών και επαγγελματικών σωματείων και του Εργατικού Κέντρου και καθοδηγούν δυναμικές απεργίες (τσαγκαράδων, αρτεργατών (1933), σταφιδοπαραγωγών, επαγγελματιών (1933, 1934) κ.ά.). Σοβαρά, όμως, εμπόδια θέτει η εφαρμογή του βενιζελικού «ιδιώνυμου», με βάση το οποίο φυλακίζονται ή εκτοπίζονται πολλοί αριστεροί και προοδευτικοί Κεφαλονίτες αγωνιστές. Και το έργο αυτό της «εκκαθάρισης» θα συμπληρώσει στη συνέχεια η μεταξική δικτατορία με βασανιστήρια και εξορίες.
          Με την κήρυξη του πολέμου τον Οκτώβρη του 1940 οι Κεφαλονίτες δίνουν το πατριωτικό τους «παρών» στα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας και μετά την κατάρρευση του μετώπου αναπτύσσεται στην Κεφαλονιά ένας πολύμορφος αντιστασιακός αγώνας μέσα κυρίως από τις οργανώσεις του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Η ιταλική κατοχή αρχίζει στο νησί στις 30 Απριλίου 1940, όταν στην πεδιάδα της Κρανιάς πέφτουν οι Ιταλοί αλεξιπτωτιστές  και στο λιμάνι του Αργοστολιού αποβιβάζονται τα πρώτα τμήματα της ιταλικής μεραρχίας Acqui.
          Δύο μόλις μήνες παρουσίας στο νησί είχαν οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής, όταν πρωτοπόρες πατριωτικές δυνάμεις ετοιμάζονταν για την αντίστασή τους. Σοσιαλιστές, κομμουνιστές και αντιφασίστες δημοκράτες πατριώτες συναντήθηκαν μυστικά στο χωριό Ραζάτα τον Ιούλιο του 1941 και έθεσαν τις βάσεις της Εθνικής Αντίστασης κατά του κατακτητή. Πρόκειται, πράγματι, για μια από τις πρώτες σε πανελλαδική κλίμακα κινήσεις για συγκρότηση εθνικοαπελευθερωτικής οργάνωσης. Το κίνημα, βέβαια, θα περάσει από αρκετές αντικειμενικές δυσκολίες και θα προσκρούσει σε εμπόδια υποκειμενικού χαρακτήρα. Για ένα μεγάλο διάστημα η οργανωτική του έκφραση δεν ήταν ενιαία, μέχρι που επιτεύχθηκε η ενότητα σε ένα και μοναδικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Κεφαλονιάς και Ιθάκης.
          Μεγάλη σημασία δόθηκε στη διαφώτιση του λαού με τις παράνομες εφημερίδες, τις προκηρύξεις, τα συνθήματα στους τοίχους, τις συγκεντρώσεις και τις ομιλίες. Κερδίθηκαν πολλές μάχες: για την επιβίωση, κατά της φασιστικοποίησης της εκπαίδευσης, για τη σωτηρία στελεχών της Εθνικής Αντίστασης από το εκτελεστικό απόσπασμα. Κορυφαία γεγονότα της αντιστασιακής πάλης των Κεφαλονιτών θεωρούνται η πανδημοσιοϋπαλληλική απεργία της 1ης Απριλίου 1944, τα συλλαλητήρια της 29ης και 30ης Απριλίου 1944, οι συγκρούσεις ομάδων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) – Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) με τους Γερμανούς στον Αίνο, στο Πυργί, στα Καμιναράτα και στην περιοχή Σάμης, καθώς επίσης και οι κινητοποιήσεις των μαθητών των Γυμνασίων (από το Μάρτη του 1942 έως το Μάρτη του 1944). Καθοριστικής, επίσης, σημασίας κρίνεται η παρέμβαση  του τοπικού ΕΑΜ στην  ιταλογερμανική σύρραξη του Σεπτέμβρη του 1943, η οποία τελείωσε με τη σφαγή των Ιταλών και την αντικατάστασή τους στην κατοχική διοίκηση του νησιού από τους Γερμανούς. Απέναντι, τέλος, σε όλο αυτό το αντιστασιακό κίνημα οι κατακτητές απαντούσαν με συλλήψεις, φυλακίσεις, μπλόκα τρόμου, εκτελέσεις αγωνιστών και άμαχου πληθυσμού και πυρπολήσεις χωριών (Αργίνια, Μουζακάτα).
          Το Σεπτέμβρη του 1944 οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Κεφαλονιά και, παρά την επιμονή της «Πατριωτικής Οργάνωσης Κεφαλληνίας» (ΠΟΚ) - μιας οργάνωσης η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της είχε στελεχωθεί από συνεργάτες των Γερμανών και είχε συνεργαστεί μαζί τους την προηγούμενη περίοδο – να τους διαδεχθεί στη διακυβέρνηση του νησιού, το ΕΑΜ και η Πολιτοφυλακή δικαιωματικά ανέλαβαν την πολιτική διοίκηση  και εσωτερική ασφάλεια. Τον επόμενο μήνα ήρθε στην Κεφαλονιά ο Λ. Μακκάς ως κυβερνητικός αντιπρόσωπος Ιονίων Νήσων για τις σχετικές διαβουλεύσεις. Κατά τη σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, στην Κεφαλονιά ο λαός με τις κινητοποιήσεις του καταδίκαζε την αιματηρή αγγλική επέμβαση και ζητούσε την ειρήνευση της χώρας, ενώ το Πανδημοκρατικό Μέτωπο, που άρχισε να συγκροτείται από τα μέσα του Δεκέμβρη, απαιτούσε τη διασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας με την εγκαθίδρυση στη χώρα δημοκρατικού πολιτεύματος χωρίς τον αναχρονιστικό και ένοχο βασιλικό θεσμό. Ταυτόχρονα, η ΕΑΜική διοίκηση προληπτικά πήρε εκείνα τα μέτρα, με τις όποιες ενδεχόμενες υπερβολές και λάθη, για να αποφευχθεί η σχεδόν βέβαιη αιματηρή σύγκρουση στο νησί. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριος 1945) και τα νέα σε βάρος των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης δεδομένα,  στάλθηκε από την κυβέρνηση της Αθήνας το Μάρτη του 1945 στην Κεφαλονιά η Ελληνική Εθνοφυλακή, η οποία παρέλαβε την εξουσία από το ΕΑΜ.
          Δεν άργησαν, βέβαια, τα πράγματα στην Ελλάδα να πάρουν αρνητική τροπή. Η κρατική προσπάθεια ανασυγκρότησης της ζωής του τόπου μετά τον Πόλεμο και την Κατοχή συνοδεύτηκε από το διωγμό, φανερό ή κρυφό, των συντελεστών της εθνικής απελευθέρωσης. Στο νησί η Εθνοφυλακή άρχισε σταδιακά αλλά σταθερά την ανασυγκρότηση του παλαιοκομματικού κράτους. Μπορεί να αποδόθηκε μερική δικαιοσύνη με την καταδίκη  δωσιλόγων, προδοτών δηλαδή και συνεργατών των κατακτητών, ταυτόχρονα όμως η θεσμική κρατική βία και η δράση παρακρατικών παραγόντων και οργανώσεων δημιούργησαν ανυπόφορες καταστάσεις για τους ανθρώπους του ΕΑΜ. Οι ξυλοδαρμοί, οι φυλακίσεις, οι εκτοπίσεις, οι δολοφονίες και οι επίσημες εκτελέσεις όξυναν το εμφύλιο κλίμα με αποτέλεσμα τη φυγοδικία, τη μετανάστευση, αλλά και την ένοπλη μαζική πάλη, καθώς συγκροτήθηκε μετά το δημοψήφισμα του 1946 μια δυναμική αντάρτικη ομάδα από κομμουνιστές και άλλους ΕΑΜίτες που σύντομα διευρύνθηκε  και αποτέλεσε τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού. Ο Εμφύλιος πόλεμος στο νησί  τελείωσε το Δεκέμβρη του 1949, τρεις περίπου μήνες μετά την επίσημη λήξη του πολέμου και αφού αναγκάστηκε να παρευρεθεί και ο ίδιος ο αρχιστράτηγος Α. Παπάγος, ανοίγοντας νέα σημάδια στο κορμί της Κεφαλονιάς και των ανθρώπων της: ανθρώπινα θύματα και υλικές καταστροφές, οικογενειακές τραγωδίες και προσωπικά δράματα, απώλεια αγροτικού, εργατικού και επιστημονικού δυναμικού μέσα από τις φυλακίσεις, τις εξορίες, τις εκτελέσεις και την αναγκαστική μετανάστευση.
          Όσοι μένουν στο νησί προσπαθούν και επιμένουν. Παλεύουν, με την έναρξη της δεκαετίας του 1950, να οργανώσουν τη ζωή τους. Αλλά ένα νέο χτύπημα, άλλης μορφής τούτη τη φορά,  έρχεται να αποδιοργανώσει και για μεγάλο διάστημα τα πάντα: είναι οι σεισμοί του Αυγούστου του 1953, οι οποίοι και θα καταστούν σημείο οριακό για την Κεφαλονιά και τους Κεφαλονίτες. Σοβαρός ήταν ο αριθμός των νεκρών και των τραυματιών, ενώ από τα κτίρια το 90 % περίπου καταστράφηκε ή δέχθηκε σημαντικές ζημιές. Με άλλα λόγια, οι σεισμοί εκείνοι διέλυσαν την οικονομική βάση της Κεφαλονιάς, αποσύνθεσαν την κοινωνική της διάταξη, έθαψαν την αρχιτεκτονική της κληρονομιά και επέφεραν πολιτιστικό κενό. Το ελληνικό, βέβαια, κράτος έσπευσε να βοηθήσει, καθώς και κάποιες ξένες χώρες. Η οργή, όμως, του Εγκέλαδου είχε πια χωρίσει την ιστορία και τη ζωή του νησιού σε «προσεισμική» και «μετασεισμική» ιστορία και ζωή. Και αυτό το βίωνε ο Κεφαλονίτης, το συνειδητοποιούσε, καθώς προσπαθούσε να ξαναφτιάξει τη ζωή του.
          Η ανοικοδόμηση του νησιού με τις ελλείψεις και παραλείψεις της, η επαναλειτουργία της οικονομίας και της κοινωνικής ζωής, η ανασυγκρότηση γενικά του τόπου δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Με πολύ πόνο και οδύνη αλλά και με αξιοθαύμαστη επιμονή και σκληρή εργασία ο Κεφαλονίτης προσπάθησε να κλείσει τα χάσματα που άνοιξαν οι σεισμοί του 1953. Η μετασεισμική Κεφαλονιά κατόρθωσε να συντονιστεί με τους ρυθμούς της υπόλοιπης ελληνικής κοινωνίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Βέβαια, παρά τις εξαγγελίες και τους προγραμματισμούς, αναπτυξιακά έργα δεν έγιναν, με αποτέλεσμα οι υποδομές του νησιού να παραμένουν σε τραγική κατάσταση και η φτώχεια και η ανεργία να ωθούν μεγάλα τμήματα του νεανικού κυρίως πληθυσμού προς τους γνωστούς δρόμους της μετανάστευσης και προς τα ναυτικά επαγγέλματα. Ωστόσο, παρά τα προβλήματα αυτά, οι Κεφαλονίτες με μαχητική τη συμμετοχή των μαθητών των Γυμνασίων, δεν παρέλειψαν να συμπαρασταθούν την ίδια περίοδο στον αγώνα των Κυπρίων κατά της αγγλικής κατοχής.
         Η Κεφαλονιά μετά τη συντηρητική δεξιά  εμφάνισή της μέσα από τις εκλογές της δεκαετίας του 1950, στη μεγάλη της πλειοψηφία στήριξε στις εκλογές των αρχών της επόμενης (του 1960) δεκαετίας την Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου, ενώ η ΕΔΑ την ίδια περίοδο, συσπειρώνοντας τις  αριστερές, σοσιαλιστικές  και κομμουνιστικές δυνάμεις του νησιού, αγωνιζόταν  για την ανάδειξη και προώθηση των λαϊκών προβλημάτων και  τη συγκρότηση ενός μαχητικού κινήματος εργαζομένων, εμποροεπαγγελματιών και αγροτών, χωρίς βέβαια να έχουν εκλείψει τα προσκόμματα που έθεταν οι θεσμικοί και εξωθεσμικοί μηχανισμοί στην ελεύθερη πολιτική δραστηριότητά της. Τη δράση της, φυσικά, θα ανακόψει η επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967- 1974), ενώ πολλά στελέχη και μέλη της θα οδηγηθούν στις φυλακές και στα νησιά της εξορίας.
          Κατά την περίοδο της χούντας δε θα σημειωθούν  στο νησί αξιοπρόσεκτες αντιδικτατορικές ενέργειες, Κεφαλονίτες όμως φοιτητές θα έχουν σημαντική συμβολή στο φοιτητικό αντιδικτατορικό αγώνα μέσα από τις παράνομες πολιτικές νεολαιίστικες οργανώσεις και τις φοιτητικές παρατάξεις με συμμετοχή στις καταλήψεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου στην Αθήνα και του Πανεπιστήμιου της Πάτρας. Ο Σύλλογος, μάλιστα, Κεφαλλήνων Σπουδαστών, ο μετέπειτα Σπουδαστικός Σύλλογος Κεφαλονιάς και Ιθάκης «Μαρίνος Αντύπας», όχι μόνο συσπείρωσε στις γραμμές του και μαχητικοποίησε ένα μεγάλο ποσοστό της θιακο-κεφαλονίτικης σπουδάζουσας νεολαίας, αλλά έπαιξε προωθητικό ρόλο στην πολιτική και αγωνιστική αφύπνιση των κατοίκων του νησιού εκείνη την περίοδο. Πάντως, μέσα από αυτόν ξεπήδησαν σχεδόν στο σύνολό τους εκείνοι που μετά τη μεταπολίτευση θα πρωταγωνιστήσουν στα πολιτικά, αυτοδιοικητικά,  συνδικαλιστικά και πολιτιστικά πράγματα του νησιού.
          Η μεταπολίτευση δημιουργεί ελπίδες. Από διάφορους φορείς - κόμματα, αυτοδιοικητικούς θεσμούς, συνδικαλιστικούς φορείς, πολιτιστικά σωματεία -   οργανώνονται αγώνες είτε για την προώθηση ή την επίλυση χρονιζόντων προβλημάτων (πρωτογενής τομέας-τοπικά προϊόντα, εμπορική δραστηριότητα, σχολική στέγη, ύδρευση κ.λπ.) είτε για την προβολή νέων, σύγχρονων θεμάτων (διαχείριση μνημειακής κληρονομιάς, αειφόρα ανάπτυξη κ.λπ.). Πραγματοποιούνται έργα υποδομής από την Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού, υλοποιούνται προγράμματα σε διάφορους τομείς και εφαρμόζονται συνεταιριστικές πρακτικές με προφανή σκοπό να μπει το νησί σε τροχιά ανάπτυξης.  Ήδη, από τη δεκαετία του 1960 καταγράφονται αναπτυξιακές πρωτοβουλίες με κατεύθυνση κυρίως τον τουρισμό : αξιοποίηση και ανάδειξη τοπίων φυσικής ομορφιάς, ανασκαφικές εργασίες για προβολή αρχαίων και μεσαιωνικών μνημείων, δημιουργία μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων, αεροδρόμιο. Θα φθάσουμε προς το τέλος του 20ου αιώνα, οπότε η «τουριστική βιομηχανία» θα έχει καταστεί ο βασικός πλουτοπαραγωγικός τομέας του νησιού. Αν και πρόκειται για έναν τομέα  αρκετά επισφαλή, παραταύτα απορροφά μεγάλα κονδύλια, κρατικά και ιδιωτικά. Το συνάλλαγμα των μεταναστών εξακολουθεί να συντηρεί ένα σοβαρό αριθμό οικογενειών στο νησί, ενώ προς τα τελευταία χρόνια του αιώνα το νέο νομοθετικό πλαίσιο που εφαρμόζεται για τη ναυτιλία δε θα εξασφαλίζει σίγουρη εργασία στον Κεφαλονίτη ναυτικό. Παράλληλα, όλο αυτό το διάστημα,  η παραμέληση και κάποτε η παντελής εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα προκαλεί πολλαπλές επιπτώσεις  όχι μόνο στην οικονομία του νησιού και στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς αλλά και στις νοοτροπίες και την καθημερινότητα του Κεφαλονίτη. Η επιστροφή και εγκατάσταση στο νησί από τη δεκαετία του 1980 νέων κυρίως Κεφαλονιτών επιστημόνων, παρά την αρχική αισιοδοξία, δεν έδωσαν την αναμενόμενη ώθηση στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου.
          Όλα τα παραπάνω εννοείται ότι δεν έχουν να κάνουν με τυχόν προτιμήσεις ή αποποιήσεις ή απορρίψεις από την πλευρά των κατοίκων του νησιού. Δεν είναι τόσο θέμα προσωπικών επιλογών όσο θέμα κυβερνητικών πολιτικών. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, δεξιές και κεντρώες, με τις πολιτικές τους ήδη από τη μεταπολεμική περίοδο οδηγούσαν ολοένα και περισσότερο τη χώρα στην εξάρτηση από τις ξένες δυνάμεις και τους κεφαλαιουχικούς ομίλους, καθώς η Αθήνα είχε επιλέξει, και με τις ασκούμενες ξένες πολιτικές και οικονομικές επιρροές, την εξυπηρέτηση από την Ελλάδα του προπολεμικού δημόσιου χρέους και στη συνέχεια του μεταπολεμικού, με προφανές το δυσμενές για τη χώρα αποτέλεσμα να συνάπτει νέα δάνεια για την αποπληρωμή των παλαιών. Και φυσικά αυτές οι πολιτικές (νεοφιλελεύθερες τώρα και «σοσιαλιστικές») δεν εξαλείφθηκαν ούτε με τη σύνδεση και ειδικότερα την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Με καθορισμένο σχέδιο και συγκεκριμένο προγραμματισμό, στο πλαίσιο του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας και των κατευθύνσεων της ΕΟΚ, η χώρα μετατρεπόταν σε τουριστικό θέρετρο. Αφού πέτυχαν οι παραπάνω πολιτικο-οικονομικές πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων της τελευταίας εικοσαετίας μια πρωτοφανή μείωση του αγροτικού πληθυσμού και της αγροτικής παραγωγής, την αποβιομηχάνιση της χώρας καθώς και την αύξηση των καταναλωτικών συνηθειών του πληθυσμού, εγκλωβίστηκαν στις δικές τους (και της ΕΟΚ) πολιτικές και πρακτικές, έτσι που η χώρα να μην μπορεί να αναπτύξει μια δική της οικονομική πορεία με βάση τις δικές της ανάγκες, προοπτικές  και δυνατότητες, ενώ ταυτόχρονα «μπολιαζόταν» η ιθύνουσα τάξη με τη διαφθορά με δυσμενέστατες συνέπειες για το μέλλον  της χώρας και των κατοίκων της.
          

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ
          Κατά τον 20ο  αιώνα η Κεφαλονιά έχει να παρουσιάσει σημαντικότατους εκπροσώπους όλων σχεδόν των εκφάνσεων του πνεύματος. Πρόκειται, πράγματι,  για έναν αιώνα πλούσιο σε λογοτέχνες, επιστήμονες και καλλιτέχνες, με ακτινοβολία και δράση πέρα από το νησί αλλά και έξω από τα ελληνικά σύνορα. Στο λογοτεχνικό χώρο συναντάμε εκείνους τους λογοτέχνες που έχουν ξεκινήσει να δημιουργούν από  τέλη του προηγούμενου αιώνα. Ο Μικέλης Άβλιχος (πέθανε το 1917), σατιρικός ποιητής, κάποτε σαρκαστικός και άλλοτε ευτράπελος, υμνεί την ανθρωπιά και κατακρίνει τον πόλεμο, την αδικία και την αποκρουστική εξουσία. Ο Γεώργιος Μολφέτας (πέθανε το 1916), σημάδεψε μια ολόκληρη περίοδο με τη σατιρική του  εφημερίδα γεμάτη από τον πηγαίο και διασκεδαστικό του στίχο. Ο Μπάμπης Άννινος (πέθανε το 1934), σημαντικός δημοσιογράφος, μας άφησε ευθυμογραφήματα και κωμωδίες εθνικού και κοινωνικού περιεχομένου. Στον 20ο αιώνα ξεχωρίζουν ο ευθυμογράφος και θαλασσογράφος Θέμος Ποταμιάνος, ο ολιγογράφος ποιητής και πεζογράφος Νίκος Καββαδίας, που έφερε τους αναγνώστες του σε επαφή με το εξωτικό και την ασυνήθιστη ζωή των ναυτικών, και οι ποιητές Γεράσιμος Αμπάτης, Θέμος Αμούργης, Στεφανία Καλού, Παναγής Λευκαδίτης και Φώτης Ευαγγελάτος με λυρικό κυρίως στίχο βαφτισμένο στα καθημερινά προβλήματα και τις σύγχρονες αγωνίες.
          Στο επιστημονικό στερέωμα διακρίνουμε κατά τον 20ο αιώνα τους πανεπιστημιακούς καθηγητές Παναγή Λορεντζάτο και Ιωάννη Καμπίτση, κλασικούς φιλολόγους με βιβλία και μελέτες προωθητικές της αρχαιοελληνικής έρευνας, τον Παναγιώτη Καββαδία και Σπυρίδωνα Μαρινάτο, αρχαιολόγους με πλούσιο ανασκαφικό και σημαντικό συγγραφικό έργο,  τον  Διονύσιο Ζακυθηνό, βυζαντινολόγο διεθνούς κύρους,  τον Δημήτριο Λουκάτο, λαογράφο με επιστημονικές μελέτες αρκετά διεισδυτικές, τον Αμίλκα Αλιβιζάτο, θεολόγο με ανανεωτικές απόψεις στο χώρο της εκκλησίας, τον Μαρίνο Γερουλάνο, επιφανή χειρουργό και συγγραφέα, καθώς επίσης τους Ιωάννη Ζερβό, μεταφραστή και διευθυντή σύνταξης του πολύτομου Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης του Δ. Δημητράκου, Χρίστο Θεοδωράτο, μελετητή της ζωής και της δράσης του ριζοσπάστη ηγέτη Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου και εκδότη αδημοσίευτων έργων του,  και  Γεώργιο Αλισανδράτο, σημαντικό νεοελληνιστή αλλά και μελετητή του επτανησιακού ριζοσπαστισμού. Πάντως, η διοργάνωση επιστημονικών συμποσίων και συνεδρίων, που τα τελευταία χρόνια πραγματοποιούνται στο νησί, πιστοποιούν τη διατήρηση μιας πνευματικότητας και συνιστούν ελπιδοφόρο μήνυμα για το παρόν και το μέλλον των επιστημονικών διεργασιών των Κεφαλονιτών επιστημόνων.
          Αλλά και στον εικαστικό χώρο η κεφαλονίτικη παρουσία είναι δυναμική. Οι ζωγράφοι ασχολούνται με όλες σχεδόν τις θεματικές κατηγορίες (αγιογραφία, προσωπογραφία, ηθογραφία, τοπιογραφία) και δημιουργούν στο νησί αλλά κυρίως στην Αθήνα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους  Σπύρο Βικάτο, εκπρόσωπο της Σχολής του Μονάχου, Οδυσσέα Φωκά (που γεννήθηκε στη Μολδαβία),  από τους εισηγητές στη χώρα μας του γαλλικού εμπρεσιονισμού, και Γεράσιμο Σταματελάτο – Στέρη, εκπρόσωπο της ελληνικής πρωτοπορίας με αναφορές στην αρχαιότητα. Στο χώρο της γλυπτικής ξεχωρίζουν ο Γεώργιος Μπονάνος, που κινήθηκε ανάμεσα στον κλασικισμό και το ρεαλισμό και θεωρείται από τους κορυφαίους Έλληνες ανδριαντοποιούς,  και ο Γεράσιμος Σκλάβος, ο οποίος,  ζώντας και δημιουργώντας στο Παρίσι, διαμόρφωσε το προσωπικό του ύφος εφαρμόζοντας τη λεγόμενη μέθοδο της τηλεγλυπτικής (αξιοποίηση της φλόγας της ασετυλίνης ή του οξυγόνου πάνω στον πορφυρίτη ή το γρανίτη)  με συμβολή στην παγκόσμια γλυπτική.
          Βέβαια, και σήμερα μέσα κι έξω από την Κεφαλονιά ζουν και δημιουργούν σημαντικοί Κεφαλονίτες λογοτέχνες, επιστήμονες και εικαστικοί καλλιτέχνες. Μόνο που αυτή η πνευματική δραστηριότητα δεν μπορεί πια να έχει το αποκλειστικό χαρακτηριστικό της εντοπιότητας, με την έννοια ότι οι ανοικτές διαδικασίες της σύγχρονης ζωής ωθούν σε υπερβάσεις του τοπικού. Άλλωστε, ανάμεσα στους ντόπιους και τους εκτός νησιού Κεφαλονίτες πνευματικούς δημιουργούς έχει ήδη ξεκινήσει από τη μεταπολεμική περίοδο και τείνει να καθιερωθεί μια αμφίδρομη επικοινωνιακή σχέση, που έχει δώσει νέα διάσταση και νέα δυναμική στην πολιτισμική ιστορία της Κεφαλονιάς.



















         



ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Αλισανδράτος Γιώργος, «Πνευματικές μορφές της Κεφαλονιάς», εφ. Η Καθημερινή,
      Ένθετο «Επτά Ημέρες», 10-12-1995, σσ.18-20.
Αλισανδράτος Γιώργος, Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Σχέδιο για δοκίμιο Πολιτικής
      Ιστορίας,  έκδοση  Εταιρείας  Κεφαλληνιακών  Ιστορικών Ερευνών,  Αργοστόλι
      2006.
Αλισανδράτος Γιώργος, Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, έκδοση Μου-
      σείου Μπενάκη, Αθήνα 2008.
Αντωνακάτου Ντιάνα, «Έρευνες και συμπεράσματα γύρω από τη μεσαιωνική Κεφα-
      λονιά με βάση το Πρακτικό της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας του 1264»,
      Βυζαντινά, τόμ. 12 (1983), σσ. 293-352.
Αντωνάτος Γεράσιμος, Αναμνήσεις από τους λαϊκούς αγώνες Κεφαλονιάς – Θιακιού,    
      Α΄ (1911-1936), Αθήνα 1979, Β΄ (περ. 1911-1936), Αθήνα 1980, Γ΄, Αθήνα 1981.
Ασωνίτης Σπύρος, Το Νότιο Ιόνιο κατά τον όψιμο Μεσαίωνα, εκδ. Ergo, Αθήνα 2005.
Βερύκιος Σπύρος,  Ιστορία των  «Ηνωμένων Κρατών» των Ιονίων νήσων, η αποκλη-
      θείσα «Βρεττανική Προστασία», και οι αγώνες των Επτανησίων διά  την  εθνικήν
      αποκατάστασιν, 1815-1864, Αθήνα 1964.
Βλασσόπουλος Νίκος, Ιόνιοι έμποροι και καραβοκύρηδες στη Μεσόγειο, Αθήνα
      2001.
Βλασσόπουλος Νίκος, Οι Κεφαλλονίτες ναυτικοί στον 18ο αιώνα, έκδοση Συλλόγου
      Ναυτικών Κεφαλονιάς «Νίκος Καββαδίας», Αργοστόλι 2008.
Cramer Putman Henriett, Γεράσιμος Μεταξάς, Ομηρική Ιθάκη. Ένα αταύτιστο μυκη-
      ναϊκό κέντρο στα νησιά των Κεφαλλήνων. εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2000.
Δεμπόνος Αγγελο-Διονύσης, Η γένεση και τα πάθη μιας πολιτείας (Το Αργοστόλι αγω-
      νίζεται),  Αργοστόλι 1981.
Δεμπόνος Αγγελο-Διονύσης, Ρόκκος Χοϊδάς, ο επίγονος των Ριζοσπαστών, Αργοστό-
      λι 1984.
Δεμπόνος Αγγελο-Διονύσης, Η Πειθαρχική Προστασία. Από τους αγώνες του λαού της
      Κεφαλονιάς, έκδοση Επιτροπής Καλλιτεχνικών και Πολιτιστικών Εκδηλώσεων
      Δήμου Αργοστολίου, Αργοστόλι 1985.
Δεμπόνος Αγγελο-Διονύσης, Σταθμοί στην πολιτικοκοινωνική και πολιτισμική ζωή
     του Αργοστολιού, έκδοση ΔΕΠΑΨ Αργοστολίου, Αργοστόλι 1994.
Ελευθεράτος Λευτέρης, Οδοιπορικό μνήμης στην Κεφαλονιά της Αντίστασης, έκδο-
      ση του Κέντρου Μελέτης της Ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα 1998.
Ελευθεράτος Λευτέρης, Το φάλτσο μαντολίνο του λοχαγού, μτφρ. Λουκία Καλαφά-
      τη-Πετράτου, εκδ. Τεκμήριο, Αθήνα 2002.
Ζακυθηνός Διονύσιος, «Θέμα Κεφαλληνίας», Ηώς, τχ. 58-60 (1962), σσ. 48-51.
Ζαπάντη Σταματούλα, Κεφαλονιά 1500-1571.Η συγκρότηση της κοινωνίας του νη-
      σιού, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999.
Ζερβός Ιακωβάτος Ηλίας, Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός, Εισαγωγή επιμέλεια Σπ.
      Μυλωνά, Αθήνα 1964.
Ζερβός Ιακωβάτος Ηλίας, Η επί της Αγγλικής Προστασίας Επτανήσιος Πολιτεία και
      τα κόμματα, Επιμέλεια και προλεγόμενα Χρ. Σ. Θεοδωράτου, Πρακτικά Τρίτου
      Πανιονίου Συνεδρίου – Παράρτημα, εν Αθήναις 1969.
Καββαδίας Γεώργιος, Παλαιολιθική Κεφαλωνιά. Ο πολιτισμός του Φισκάρδου, Α-
      θήνα 1984.
Καλλιγάς Πέτρος, «Η Μυκηναϊκή Κράνη της Κεφαλονιάς», Αρχαιολογία, τχ. 1, 1981
      σσ. 77-83.
Κολώνας Λάζαρος, «Ο θολωτός τάφος των Τζαννάτων Πόρου Κεφαλληνίας και οι
      θολωτοί τάφοι της ηπειρωτικής Ελλάδας», Πρακτικά Συνεδρίου «Για τα Γράμμα-
      τα, την Ιστορία και την Λαογραφία της περιοχής Πρόννων» (Πόρος Κεφαλονιάς,
      8-11 Σεπτ. 2005), Πόρος 2007, σσ. 329-361.
Κούκου Ελένη, Ιστορία των Επτανήσων από το 1797 μέχρι την Αγγλοκρατία, εκδ.
      Παπαδήμα, Αθήνα 1999 (3η έκδοση).
Λειβαδά-Ντούκα Ευρυδίκη, Σύντομη (Πολιτική) Ιστορία Κεφαλληνίας. Από την προϊ-
       στορία στον 20ό αι., εκδ. Οδύσσεια, Αργοστόλι 2008.
Λιβιεράτος Ευστάθιος, Ιστορία της νήσου Κεφαλληνίας, εν Πειραιεί 1988.  
Λοβέρδος Κωστής Ιωάννης, Ιστορία της νήσου Κεφαλληνίας, Δοκίμιον συγγραφέν ι-
      ταλιστί, εξελληνισθέν υπό Π. Κ. Γρατσιάτου και διά πολλών σημειώσεων  πλου-
      τισθέν.  Εκδίδοται επιμελεία Γερ. Α. Λοβέρδου Κωστή, εν Κεφαλληνία 1888.
Λουκάτος Σπύρος, «Κεφαλονίτες και Θιακοί, μαχητικοί πρωτοπόροι κατά την Επα-
      νάσταση στη Μολδοβλαχία», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 1 (1979), σσ. 51-63.
Λουκάτος Σπύρος, Μαρίνος Σπ. Αντύπας. Η ζωή – η εποχή – η ιδεολογία – η δράση –
      και η δολοφονία του, έκδοση Ομοσπονδίας Κεφαλληνιακών και Ιθακησιακών
      Σωματείων,Αθήνα 1980.
Λουκάτος Σπύρος, Ρόκκος Χοϊδάς, ο κήρυκας του ελληνικού σοσιαλισμού, εκδ. Αλ-
      κυών και Αδελφότητας Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά, Αθήνα 1985.
Λουκάτος Σπύρος, Τα χρόνια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής και της Εθνικής
      Αντίστασης στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, τόμ. Α΄: Η φασιστική ιταλική κατοχή
      …, εκδ. Οργανισμός Διαδόσεως Επτανησιακού Βιβλίου, Αθήνα 1987, τόμ. Β΄: Η
      ιταλο-γερμανική σύρραξη στην Κεφαλονιά…, έκδοση Αδελφότητας Κεφαλλήνων
      και Ιθακησίων Πειραιά, Αθήνα 1981, τόμ. Γ΄: Η ναζιστική γερμανική κατοχή…,
      έκδοση Ομοσπονδίας Κεφαλονίτικων και Ιθακησιακών Σωματείων και Συλλόγου
      Φαρακλάδων «Η Εύγερος», Αθήνα 1991.
Λουκάτος Σπύρος, «Ο Δεκέμβρης του ’44 στην Κεφαλονιά», εφ. Όστρια (Κεφαλο-
      Νιάς), φ. 19, 15-1-1995, σ. 11.
Λουκάτος Σπύρος, Η Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών, έκδοση του
      Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς- Ιθάκης, Αργοστόλι 2010.
Λούντζης Ερμάννος, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών,
      εκδ. Κάλβος, Αθήνα1969 (2η έκδοση).
Λούντζης Ερμάννος, Τα Επτάνησα επί Γάλλων δημοκρατικών, μτφρ. Αβιγαϊλ Λούν-
      τζη Νικοκάβουρα, Κέρκυρα 1971.
Μαρινάτος Σπυρίδων, «Αι ανασκαφαί Goekoop εν Κεφαλληνία», Αρχαιολογική Εφη-
      μερίς 1932, εν Αθήναις 1932.
Μαρινάτος Σπυρίδων, «Αι εν Κεφαλληνία ανασκαφαί Goekoop 2», Αρχαιολογική
      Εφημερίς 1933, εν Αθήναις 1933. 
Μαρκάτου Δώρα, «Οι εικαστικές τέχνες [στην Κεφαλονιά]»,  Ε-Ιστορικά, τχ. 172, 13-
      2-2003, σσ. 46-49.                             
Μεταλληνός Γεώργιος, Ο Απόστολος Παύλος στην Κεφαλληνία, Αθήνα 1993. 
Μηλιαράκης Αντώνιος, Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Κεφαλληνίας,
      Αθήνησιν 1890.
Μοσχονάς Νίκος, «Φορολογικές μεταρρυθμίσεις στην Κεφαλληνία κατά τα τέλη του
      ΙΖ΄ αιώνος, Πρακτικά Τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου, τόμ.Α΄, εν Αθήναις 1967, σσ.
      228-239.
Μοσχονάς Νίκος, «Φοροδοτικός πίνακας της Κεφαλονιάς του έτους 1678», Δελτίον
      της Ιονίου Ακαδημίας, τόμ. Α΄ (1976), σσ. 85-123.
Μοσχόπουλος Γεώργιος, «Μετοίκηση Κρητών στην Κεφαλονιά στη διάρκεια του
      Κρητικού πολέμου(1645-1669) και ύστερα από την άλωση του Χάνδακα», Πε-
      πραγμένα Δ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τόμ. Β΄, Αθήνα 1981, σσ. 270-
      291.
Μοσχόπουλος Γεώργιος, Ιστορία της Κεφαλονιάς, τόμ. Α΄, Αθήνα 1985, τόμ. Β΄, Α-
      θήνα 1988.
Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού Μιράντα, Οι εξεγέρσεις της Κεφαλληνίας κατά τα έτη
      1848 και 1849, έκδοση Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα
      1980.
Παρτς Ιωσήφ, Κεφαλληνία και Ιθάκη. Γεωγραφική μονογραφία, εξελληνισθείσα υπό
      Λ. Γ. Παπανδρέου, εν Αθήναις 1892.
Πεντόγαλος Γεράσιμος, «Κεφαλληνιακά έγγραφα παροχής στοιχειώδους εκπαιδεύ-
      σεως επί Βενετοκρατίας», Παρνασσός, τόμ. ΙΔ΄, αρ. 2 (1972), σσ. 285-297.
Πεντόγαλος Γεράσιμος, «Εποικισμός της Κεφαλονιάς από κρητικές οικογένειες στα
      πρώτα χρόνια του ΙΣΤ΄ αιώνα», Πεπραγμένα του Δ΄ Διεθνούς Κρητολογικού
      Συνεδρίου, τόμ. Β΄, Αθήνα 1981, σς. 412-425.
Πετράτος Πέτρος, Οι λαϊκές ταραχές του 1833 στο Αργοστόλι, εκδ. Σίσυφος, Αθήνα
      1999.
Σαββίδης Αλέξης, Τα Βυζαντινά Επτάνησα 11ος –αρχές 13ου αιώνα, Αθήνα 1986.
Σουρής Γεώργιος, «Η σημασία της Κεφαλλωνιάς για τα ελληνιστικά κράτη και τη
      Ρώμη», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 1 (1976), σς. 111-123.
Σουρής Γεώργιος, «Ο Γλάδστων στα Επτάνησα», Τα Ιστορικά, τχ. 11 (Δεκ. 1989),
      σσ. 277-312.
Σταυροπούλου Ερασμία-Λουϊζα, Παναγιώτης Πανάς (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης
      ρομαντικός, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1987.
Στρατούλη Γεωργία, «Το σπήλαιο Δράκαινα Πόρου Κεφαλονιάς κατά τη νεολιθική ε-
      ποχή: ανάκτηση και αξιοποίηση ενός πολύτιμου αρχείου για την κοινωνία της 6ης
      και 5ης χιλιετίας π.Χ.», Πρακτικά Συνεδρίου «Για τα Γράμματα, την Ιστορία και
      την Λαογραφία της περιοχής Πρόννων», (Πόρος Κεφαλονιάς, 8-11 Σεπτ. 2005),
      Πόρος-Κεφαλονιά 2007, σσ. 127-158.
Τζουγανάτος Νικόλαος, «Η συμβολή των Κεφαλλήνων στην ανάπτυξη της Φιλικής
      Εταιρείας», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 4 (1982), σς. 236-265.
Τζαννετάτος Θησεύς, Το Πρακτικόν της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας του
      1264 και η Επιτομή αυτού, εν Αθήναις 1965.
Τουμασάτος Ηλίας, «Στη σκιά των μεγάλων – Τα κεφαλληνιακά και θιακά Γράμματα
      στον 20ο αιώνα», …ευθύς εγέμισε άνθη, έκδοση Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, Ια-
      τροχειρουργικής Εταιρείας Κερκύρας, περ. Πόρφυρας, σσ. 108-113.
Τσιτσέλης Ηλίας, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τόμ. Α΄, εν Αθήναις 1904, τόμ. Β΄, εν Α-
      θήναις 1960.
Φωκάς Κοσμετάτος Μαρίνος, Δύο Δημαρχίες στο Αργοστόλι Μαρ. Σπ. Φωκά-Κο-
      σμετάτου (1975-1982) – Σπ. Γερ. Φωκά Κοσμετάτου (1903-1914), Αργοστόλι
      1983.
Φωκάς Σ., Οι Έλληνες εις την ποταμοπλοίαν του Κάτω Δουνάβεως, έκδοση Ινστι-
      τούτου Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1975.

         
           

         
         

         


           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου