Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΕΣ




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Συνδέσμου Φιλολόγων 
Κεφαλονιάς - Ιθάκης Κυμοθόη, τ. 20 (2010), σσ. 279-304. 


Ίσως δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό ότι σημαντικοί πνευματικοί άν­θρωποι της χώρας μας, όπως οι Γιάννης Ψυχάρης, Κωστής Παλαμάς, Δημήτρης Γληνός, Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ιωάννης Κακριδής, έχουν επισκεφθεί την Κεφαλονιά είτε για ψυχαγωγικούς είτε για επιστημονικούς - ερευνητικούς λό­γους. Κατά καιρούς, βέβαια, έχουν δημοσιευθεί σε τοπικά έντυπα πληροφορίες για τις επισκέψεις των δύο πρώτων ή παρεμπιπτόντως έχει αναφερθεί η παρου­σία των τριών τελευταίων στο νησί. Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται προ­σπάθεια να συγκεντρωθεί όλο το σχετικό πληροφοριακό υλικό και με την προ­σθήκη άλλων ανέκδοτων στοιχείων να αποκτήσει κάποια πληρότητα η σχέση του Ψυχάρη και του Παλαμά με την Κεφαλονιά. Για τους τρεις τελευταίους θα χρειαστεί παραπέρα έρευνα, προκειμένου να υπάρξει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της παρουσίας τους στο νησί.1

ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΑΡΗΣ
Ο Γιάννης Ψυχάρης (Οδησσός 1854 – Παρίσι 1929),2 ο μαχητικός συγ­γραφέας του Ταξιδιού (1888), πραγματοποιούσε ταξίδια σε τόπους ελληνικούς και ελληνόφωνους, για να συγκεντρώνει γλωσσικό υλικό και να μελετά τις νεο­ελληνικές διαλέκτους.3 Σ’ ένα από αυτά επισκέφθηκε το 1914 την Κεφαλονιά. Και η επίσκεψη αυτή αναφέρεται στα βιογραφικά του,4 αλλά επιβεβαιώνεται και από μαρτυρίες Κεφαλονιτών που γνώριζαν ή γνώρισαν στο μεταξύ τον Ψυχάρη καθώς και από τον τοπικό τύπο της εποχής, όπως θα τεκμηριωθεί στη συνέχεια.5
Ο λόγος, της παρουσίας του στην Κεφαλονιά ήταν επιστημονι­κός, αφού, όπως θα δούμε παρακάτω, συγκέντρωσε γλωσσικό υλικό. Η επι­λογή, όμως, του νησιού ήταν τυχαία, δεν έγινε δηλαδή με βάση κάποιο προ­γραμματισμό, παρ’ όλο που σχεδίαζε «γλωσσική περιοδεία στα Επτάνησα».6 Σύμφωνα με πληρο­φορίες, που έχει δημοσιεύσει ο λαογράφος Δημ. Λουκάτος,7 η Κεφαλονίτισσα Αμαλία Βαλσαμάκη, που ζούσε στο Παρίσι και συνδεόταν φιλικά με τον Ψυ­χάρη, πρότεινε στον τελευταίο, απαντώντας σε σχετικό του ερώτημα, να πάει στην Κεφαλονιά να περάσει το μήνα του μέλι­τος.8 Έτσι, το ζεύγος Ψυχάρη αποφάσισε να περάσει το καλοκαίρι του 1914 στην Κεφαλονιά.
Στο μεταξύ, η επικείμενη επίσκεψη είχε διαρρεύσει στους τοπικούς δη­μοσιογραφικούς κύκλους, οι οποίοι και φρόντισαν έγκαιρα να ενημερώσουν σχετικά την κοινή γνώμη. Οι αντιδράσεις υπήρξαν αντιφατικές: ενθουσιασμός στο χώρο των υπέρμαχων της λαϊκής, δημοτικής γλώσσας, δυσφορία από την πλευρά των υποστηρικτών της καθαρεύουσας για την αναμενόμενη άφιξη «του μεγάλου αιρεσιάρχου της γλώσσης».9 Εξάλλου, δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που η συζήτηση για το γλωσσικό ζήτημα στην Αναθεωρητική Βουλή το 1911 είχε προκαλέσει εντονότατες αντιπαραθέσεις «μιστριωτικών» και «μαλλιαρών»10 - αντιπαραθέσεις που είχαν φτάσει και στην Κεφαλονιά και εί­χαν δώσει αφορμή για σατιρικά στιχουργήματα.11
Αλλά και τώρα (1914) ο ερχομός του Ψυχάρη στο νησί έδωσε υλικό για σατιρικά, σκωπτικά, περιπαικτικά ή και επιθετικού χαρακτήρα δημοσιεύματα. Χαρακτηριστικό θεωρούμε το ευθυμογράφημα, που δημοσιεύθηκε στο Ζιζά­νιον τις πρώτες μέρες της άφιξης του δημοτικιστή στην Κεφαλονιά,12 το μεγα­λύτερο τμήμα του οποίου και παραθέτουμε χωρίς κανένα, βέβαια, σχόλιο: «Εγώ τουλάχιστον δεν έχω κα­νένα φιλολογικόν ενδιαφέρον, διά να επιδιώξω την γνωριμίαν του ενταύθα παρεπιδημούντος γλωσσολόγου κ. Ψυχάρη. Δεν έχω όμως καμμίαν απολύτως δυσκολίαν, αφού ο άνθρωπος καταγίνεται να διορ­θώση την ελληνικήν γλώσ­σαν, να του αποστείλω εν αντίγραφον της επιστολής ταύτης, την οποίαν μου έστειλε προ ημερών από ένα χωριό κάποιος κουμπά­ρος μου. “Αγαπημένε μου κουμπάρε, Σε χαιρετώ ανταμώς με την κουμπάρα και τα παιδιά. Σου κάνω γνωστό, ότι επειδή ο γιος μου εμετανάστεψε στην Αμε­ρική, εστοχάστηκα χάρις που έμεινα μονάχος μου ν’ ανοίξω ένα μικρομάγαζο, για να βγάνω τα στραβά έξοδα τση μερός. Το μαγαζί λοιπόν το άνοιξα προ δύο μήνες και επούληα ντε­ρίνες, απλάδενες, τρισινολόγους, μπότηδες, σί­κλους, κιάκια, μπολίνια, φουρκα­δέλλες, άζουλες, σφίγκλες, πυροστιές, του­βαέλια, μεσάλια, μπόλιες, βελινολό­γους, πύργιες, μπάτινες και πούργες με συ­χώρεση ! (Διακόπτω τη συνέχεια, διά να ερωτήσω τον κ. Ψυχάρη να μου πη, αν κατάλαβε, τι πουλεί αυτός ο άνθρω­πος !). […] Και το χειρότερο, κουμπάρε μου, απ’ όλα, είναι που τώρα αρχίνησε [η γυναίκα μου] να χτυπάη κιόλας ! Και προχτές, που ήρθε τάρδι στο σπίτι και εύρηκε την πόρτα κλεισμένη, τση έδωκε μια κλωτσιά με τόση δύναμη, που αλ­λού επήγε ο φουτραδόρος, αλλού ο σαγιαδόρος, αλλού οι πορταδέλλες κι αλλού ο καδινάτσος ! Έλαχε δε και το ατσιδέντε να πεταχτή το μπλουτσούνι του καδινάτσου μεσ’ το μάτι τση βα­σταούρας, που την είχα δε­μένη στην πόρτα και να στραβωθή κι εκείνη !” Νο­μίζω ότι τώρα πρέπει να δια­κόψω τελείως την περαιτέρω αντιγραφήν, διότι αρκετά εκατάλαβε ο κ. Ψυχά­ρης».13 Παράλληλα, υπήρξαν κάποιοι, όπως ο άλ­λοτε πρόξενος της Ελλάδας στη Μασσαλία Ληξου­ριώτης Παναγής Τσιτσέλης, που επιδεικτικά απέφευγαν τον Ψυχάρη επιδιώκο­ντας την απομόνωσή του.14
Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το κλίμα έφθασε, στις αρχές Ιουνίου 1914, στην Κεφαλονιά ο Γ. Ψυχάρης με τη σύζυγό του. Εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Α. Βαλσαμάκη στην Πεσάδα της Λιβαθώς15 και από εκεί επισκεπτόταν το Αργο­στόλι και τα γύρω χωριά καθώς και το Ληξούρι για τη συλλογή γλωσσολογι­κού υλι­κού. Από τους πρώτους που πήγαν στην Πεσάδα, για να τον συναντή­σουν, ήταν ο Κεφαλονίτης μουσουργός Διονύσης Λαυράγκας (Αργοστόλι 1860 – Ραζάτα Κεφαλονιάς 1941) με τη Γαλ­λίδα σύζυγό του Etme.16 «Τον επισκέφ­θηκα αμέσως», θα γράψει στα Απομνη­μονεύματά του ο μουσουργός Λαυρά­γκας «και συνδεθήκαμε πολύ στενά. […] Κατέβαιναν [ο Ψυχάρης και η σύζυ­γός του] συχνά στο Αργοστόλι στο σπίτι μου και κάναμε παρέα και ατέλειω­τες συ­ζητήσεις για το γλωσσικόν ζήτημα».17
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί ο Ψυχάρης επεδίωξε να γνωρίσει και να συναντήσει τον εκδότη του Ζιζάνιου Γεώργιο Μολφέτα (Αρ­γοστόλι 1871 – Αθήνα 1916)18 και τον ποιητή του Ληξουριού Μικέλη Άβλιχο (Ληξούρι 1844-1917).19 Τον πρώτο, όμως, δεν τον συνάντησε, γιατί απουσίαζε από το γραφείο της εφημερί­δας κατά την ημέρα της επίσκεψής του, αλλά γνώ­ρισε και συζήτησε με το συ­νεργάτη του Μολφέτα Ιωάννη Μακρή, ο οποίος και μας διηγείται τη συνά­ντησή τους: «Εργαζόμουνα στο γραφείο μόνος, όταν ήλ­θεν ο Ψυχάρης. […] Το μάτι του, προσεκτικό και ερευνητικό, έπεσεν επάνω στη φωτογραφία αυτή [του Μολφέτα]. – Τι θέλει εδώ μέσα ο Μπριάν, με ερώ­τησε. – Δεν είναι ο Μπριάν, του απάντησα, είναι ο Μολφέτας. Με έκπληξι αναφώνησε ο Ψυχάρης – Ο Μολφέτας !! Μα αυτός μοιάζει για πολιτικός κι όχι για ποιη­τής».20
Ο Ψυχάρης επεδίωξε να γνωρίσει τον Μικέλη Άβλιχο για δύο, κατά τη γνώμη μας, λόγους. Όντας υπέρμαχος της λαϊκής γλώσσας και εκτιμώντας προ­φανώς τους λογοτέχνες που έγραφαν και υποστήριζαν τη γλώσσα αυτή, θα θέ­λησε με τη συνάντησή του με τον Άβλιχο να υπογραμμίσει αυτή τη διάσταση της προσφοράς του Ληξουριώτη ποιητή. Ο δεύτερος λόγος είναι πιθανόν να σχετίζεται με την Παρισινή Κομμούνα του 1871.21 Δεν αποκλείεται να είχε πληροφορηθεί ο Ψυχάρης ότι ο εβδομηντάχρονος τώρα φιλέρημος ποιητής του Ληξουριού είχε βρεθεί κατά τη διάρκεια της Κομμούνας στο Παρίσι – κάτι άλ­λωστε που ο ίδιος ο Άβλιχος ποτέ δεν είχε κρύψει.22 Από την άλλη πλευρά ο Ψυχάρης, υποστηρικτής μέχρι την περίοδο της επίσκεψής του στην Κεφαλονιά των ριζοσπαστικών κοινωνικών αντιλήψεων,23 είχε ζήσει, δεκαεφτάχρονος τότε, τα γεγονότα της Κομμούνας στο Παρίσι, όπου διέμενε. Ο συνδυασμός, λοιπόν, αυτών των δύο λόγων οδήγησαν, πιστεύουμε, τον Έλληνα γλωσσολόγο στο σπίτι του Άβλιχου.
Η πληροφορία για την επίσκεψη είναι σίγουρη, καθώς μας δίνεται από τον άνθρωπο που φρόντιζε τον ποιητή στα τελευταία χρόνια της ζωής του, τον Μικέλη Τζαννάτο.24 Από αυτόν μαθαίνουμε ότι πήγε στο Ληξούρι ο Ψυχάρης, αλλά πληροφορήθηκε ότι έλειπε ο Άβλιχος στην Αθήνα για λόγους υγείας και τότε «παρακάλεσε να του δείξουν το σπίτι του και, αφού τον οδήγησαν στο σπίτι, έγραψε στην κάρτα του (επισκεπτήριο) “με σεβασμό και αγάπη” και την πέταξε από την πόρτα μέσα».25 Επεισοδιακή, αντίθετα, υπήρξε η συνάντησή του με τον άλλοτε πρόξενο Παναγή Τσιτσέλη, καθώς ο τελευταίος αρνήθηκε να τον δεχθεί στο σπίτι του λόγω προφανώς των γλωσσι­κών τους διαφορών: «Ποιος σας είπε κύριε Ψυχάρη, να με ζητήσετε στο σπίτι μου; Να φύγετε !».26
Ο Ψυχάρης με έδρα το χωριό της Πεσάδας επισκεπτόταν το Αργοστόλι και το Ληξούρι, κυρίως τις λαϊκές γειτονιές των πόλεων αυτών για τη συλλογή του γλωσσικού του υλικού. Συζητούσε με τους κατοίκους, κυρίως τους γερο­ντότερους, ζητούσε να του διηγούνται περιστατικά της ζωής τους, παραμύθια και θρύλους, ενώ αυτός σημείωνε στο χαρτί ό,τι άξιζε κατά τη γνώμη του να καταγραφεί.27 Και προφανώς οι απλοί άνθρωποι αυθόρμητα ανταποκρίνονταν στις εκκλήσεις και τα ερωτήματα του Ψυχάρη, του οποίου θα είχαν εκτιμήσει την ειλικρίνεια και την άδολη αγάπη προς τον απλό Έλληνα, καθώς διαπίστω­ναν ότι ένας επιστήμονας με σπουδές στο εξωτερικό καταδεχόταν να συζητήσει μαζί τους. Ο οκτάχρονος τότε κάτοικος Αργοστολιού Νικόλαος Τζουγανάτος (Αργοστόλι 1906 – Αθήνα 1994), δεινός μετέπειτα φιλόλογος, ιστορικός ερευ­νητής και συγγρα­φέας,28 θυμάται: «Θυμάμαι σαν σε όνειρο το σεβαστό εκείνο κι επιβλητικό γέρο να κάθεται στη γειτονιά μου (Ρακαντζή) μπροστά στην πόρτα μιας τυφλής γριάς, της Τασάκαι­νας, και νάχη μαζεμένες ολόγυρά του άλλες διάφορες ηλικι­ωμένες, για να του διηγούνται παραμύθια. Κάθε φορά που του έλεγαν κάτι το αξιοπρόσεκτο, τις σταμάταινε και τους ζητούσε εξη­γήσεις».29 Αλλά και στο Ληξούρι ήταν τακτι­κές οι επισκέψεις του γλωσσολό­γου: «Βρήκε τους ανθρώ­πους του και είναι κα­τενθουσιασμένος. Πρωί-πρωί πηγαίνει, και το βραδάκι γυρίζει».30
Με τον Δ. Λαυράγκα, ιδιαίτερα, ήταν συχνές οι συναντήσεις και συζη­τήσεις τους. Άλλωστε, ο Κεφαλονίτης μουσουργός ήταν γνώστης του τοπικού ιδιώματος και κατά τρόπο έγκυρο ενημέρωνε τον Ψυχάρη. Ως Κεφαλονίτης, όμως, ο Λαυράγκας δεν μπορούσε να μην «πειράξει» τον ξένο του. Όπως ο ίδιος ομολογεί, κάποια Κυριακή, καθισμένοι οι δυο τους στην πλατεία του Αρ­γοστολιού και ενώ περίμεναν τη Φιλαρμονική της πόλης, για να παίξει στην πλατεία, μόλις ακούστηκε το ταμπούρλο, απευθύνθηκε ο ίδιος στον Ψυχάρη με σοβαρότητα: «Είναι τα ταμπουρλονιάκαρα». Κι αμέσως ο τελευταίος, που πρώτη φορά άκουγε τη λέξη και την εξέλαβε ως ιδιωματική, τη σημείωσε στο χαρτί του. Και διευκρινίζει στα Απομνημονεύματά του ο Λαυράγκας: «Τέτοιες γκάφες πάθαινε [ο Ψυχάρης] πολλές».31 Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση «την γκάφα την έπαθε» ο Κεφαλονίτης μουσουργός, καθώς η λέξη που ο ίδιος έπλασε για τις ανάγκες του «πειράγματός» του, ήδη υπήρχε στο λαϊκό λεξιλό­γιο: είχε χρησιμοποιηθεί από τον Α. Λασκαράτο,32 αλλά τη βρίσκουμε και στο γλωσσικό ιδίωμα της Κέρκυρας.33 Έτσι, ο Λαυράγκας φάνηκε χρήσιμος στο φίλο του Ψυχάρη.
Για τους Κεφαλονίτες, ωστόσο, ανεκδοτολόγους δεν ήταν δυνατό να πε­ράσει απαρατήρητη η σχέση και συνεργασία Λαυράγκα και Ψυχάρη, καθώς γνώριζαν οι ντόπιοι τη ροπή του πρώτου προς τα χαριτωμένα αστεία και του δεύτερου το πάθος να καταγράφει κάθε άγνωστή του λέξη, που του ανέφερε ο φίλος του. Ο Κεφαλονίτης σατιρικός ερευνητής – λαογράφος Χρήστος Βουνάς (1908-1973)34 έχει καταγράψει δυο έξυπνα «περιστατικά». Αξίζει να τα παρα­θέσουμε: «[…] “Δεν μου λες, μωρέ Γιάννη [Ψυχάρη], τον ρώτησε μια μέρα ο δη­κτικώτατος Διονυσάκης [Λαυράγκας], τη λέξι μπρίκι – μπουρίκι, μ’ άλλα λό­για το δοχείο που ψένεται ο καφές, από ποια αρχαία λέξι συνώνυμη την μετά­φρα­σες;” Ο δε Ψυχάρης, χωρίς να σκεφθή πως στην αρχαιότητα ήσαν άγνω­στοι οι καφέδες και τα μπρίκια, έπεσε στην παγίδα του μαέστρου και για να κάμη επί­δειξι της πολυγνωσίας του ξεστόμισε: “Μα… από το λέξι καφεψητο­πωλείο, μαέ­στρο μου”. Ακόμα γελούν οι ακούσαντες !...». Και το δεύτερο: «[…] Κι ο Διονυ­σάκης μια άλλη μέρα του υπαγόρευε: Κορότο σημαίνει πένθος. Πρε­σίμουλο = μαϊντανός. Ίλασι – ίχνος. Σπαβέντο = τρόμος. Ως εδώ τα πράγματα πήγαιναν καλά. Όμως ο χιουμορίστας έπρεπε να τον πληγώση και του ξαμολά το… βόλι του. Ψυχάρης = ψυχοπαθής ! Ο φουκαράς ο Ψυχάρης στάθηκε και τον κύτ­ταζε κατάπληκτος, αλλά και θυμωμένος. Ο δε παμπόνηρος ο Λαυρά­γκας σκύ­βοντας του ψιθύρισε: “Ναι, μωρέ Γιάννη, στο ορκίζομαι ! Το όνομά σου στην τοπική διάλεκτο σημαίνει τρελλός για δέσιμο, γι’ αυτό μην το… προ­φέρης !”. Ο δε Ψυ­χάρης πείσθηκε και το έγραψε»!35
Έτσι, βέβαια, θέλει το «ανέκδοτο» ο Βουνάς, για να εξάρει το κεφαλονί­τικο πνεύμα και να υποτιμήσει τη νοημοσύνη του Ψυχάρη… Είναι, όμως, βέβαιο ότι ο γλωσσολόγος σίγουρα γνώριζε τι σήμαινε «Ψυχάρης», γιατί είχε ασχολη­θεί με την ετυμολογία του επωνύμου του.36 Και μάλιστα, επειδή είχε έγκαιρα αντιληφθεί, όπως υπογραμμίζει ο Άλκης Αγγέλου, «[…] - πέρα από τον δυνα­μικό συμβολισμό – πόσο εκμεταλλεύσιμη ηχηρότητα έκρυβε αυτό το βαρύ πα­ροξύτονο όνομα [Ψυχάρης] που του χάρισε η μοίρα», γι’ αυτό υπέγραφε απλά Ψυχάρης, χωρίς το όνομα Γιάννης, δικαιολογούμενος ως εξής: «Με είπανε Ιωάννη στα κατάστιχα της εκκλησίας, ξαιτίας του παππού μου, μα πως κανέ­νας ποτές του δε με φώναξε “Ιωάννη”, μήτε “Γιάννη”, μήτε “Γιάγκο”, μήτε “Γι­αν­νίκο”. Επειδή γεννήθηκα στη Ρουσσία [συγκεκριμένα στην Οδησσό] με βγά­λανε “Βάνια”. Εμένα τόνομα κατόπι μου φάνηκε χαχόλικο με το παραπάνω. το Γιάννη δεν τονέ συνήθισα ποτές μου, και μου έρχεται σαν όνομα ξένο. Για τούτο υπογρά­φομαι απλά Ψυχάρης κι έτσι θέλω να με λένε».37 Αυτήν ακριβώς τη στάση και συμπεριφορά του Ψυχάρη θέλει προφανώς να σατιρίσει το πα­ραπάνω «ανέκ­δοτο»: να τον κάνει να ντρέπεται γι’ αυτό που ο ίδιος υπερηφα­νευόταν…
Στα τέλη Ιουλίου του 1914 το ζεύγος Ψυχάρη αναχώρησε από την Κε­φαλονιά.38 Τα απειλητικά σύννεφα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν ήδη εμ­φανιστεί στον ουρανό της Ευρώπης και ο Ψυχάρης αναγκάστηκε να επιστρέ­ψει στο Παρίσι, διακόπτοντας έτσι τη σχεδιασμένη «γλωσσική περιοδεία [του] στα Επτάνησα».39 Και δυστυχώς, τον επόμενο μήνα (22 Αυγούστου 1914) θα σκοτωθεί στο πολεμικό μέτωπο ο ιδιαίτερα αγαπημένος του γιος Ερνέστος, γε­γονός που θα τον συγκλονίσει ολόψυχα.40 Επηρεασμένος, μάλιστα, από αυτή τη δοκιμασία του Ψυχάρη, ο Μ. Άβλιχος συμπαραστάθηκε με ένα ιδιαίτερα συγκινητικό ποίημά του41 στον άτυχο πατέρα, που το 1917 έχασε στον πόλεμο και το δεύτερο γιο του.
Συμπερασματικά αναφερόμενοι, μπορούμε να δεχθούμε ότι πρέπει να ήταν γόνιμη η επίσκεψη του Ψυχάρη στο νησί της Κεφαλονιάς και πλούσια η συγκομιδή του. Δεν έχουμε, βέβαια, υπόψη μας κάποιο γραπτό του κείμενο, που να τεκμηριώνει κάτι τέτοιο, οι πληροφορίες όμως που παραπάνω εκθέσαμε το πιστοποιούν. Μπορεί να αντιμετώπισε στο νησί τη δυσπιστία, την ειρωνεία ή και την εχθρότητα από κάποιες πλευρές, ωστόσο «θα βρήκε στις ανοιχτόκαρ­δες επαφές του με τον κεφαλληνιακό λαό (νησιώτης κι αυτός, από τη Χίο) όλη εκείνη την ευφορία πνευματικής συγκομιδής, που αισθανόμαστε όλοι, όταν πλησιάζουμε τους απλούς ανθρώπους για γλωσσικές ή λαογραφικές πληροφο­ρίες».42 Μπορεί να απογοητεύτηκε από κάποιες συμπεριφορές,43 πρέπει όμως να έφυγε από την Κεφαλονιά ικανοποιημένος με το γλωσσικό υλικό που συ­γκέντρωσε και τα νέα γλωσσολογικά ερεθίσματα που του έδωσε η κεφαλονί­τικη διάλεκτος. Χαρακτηριστικό των παραπάνω επισημάνσεων είναι το εξής περιστατικό που συνέβη στη γαλλική πρωτεύουσα μετά την επιστροφή του από την Κεφαλονιά: «Σε μια στιγμή που κουβέντιαζε [ο Σπ. Φωκάς Κοσμετάτος] με την κυρία [Κεφαλονίτισσα στην καταγωγή Αμαλία] Βαλσαμάκη ελληνικά, είπε [ο πρώτος] το κεφαλονίτικο “τίποτα”. Σηκώθηκε τότε ξαφνικά ο Ψυχά­ρης, τον αγκάλιασε και φώναξε “Μπράβο σου ! Είπες τη λέξη σωστά ! Δεν τη χάλασες ! Μπράβο σου !”».44
Αναφέρουμε, τέλος, μια έμμεση σχέση του Ψυχάρη με την Κεφαλονιά. Το 1901 προκηρύχθηκε από το μαχητικό δημοτικιστή γλωσσικός διαγωνι­σμός,45 στον οποίο πήρε μέρος ο Κεφαλονίτης λόγιος Παναγιώτης Βεργωτής (Αργοστόλι 1841-1916)46 με τη «Μελέτη περί της ομιλουμένης [ελληνικής] γλώσσης», γραμμένη στη δημο­τική, την οποία έστειλε στο διαγωνισμό με τίτλο «Χειρόγραφο βιβλίο». Η συμ­μετοχή αυτή δε βραβεύτηκε, παραμένει όμως μια αξιόλογη συμβολή στο γλωσ­σικό ζήτημα.47


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Ο Κ. Παλαμάς (Πάτρα 1859 – Αθήνα 1943) εκτός από κορυφαίος νεοέλ­ληνας ποιητής υπήρξε επιπλέον ο «πρώτος φιλόλογος νεοελληνιστής»48 και η «αυθεντικότερη κριτική ιδιοφυΐα της λογοτεχνίας μας».49 Από νωρίς στράφηκε ιδιαίτερα στη μελέτη της επτανησιακής λογοτεχνίας και ασχολήθηκε κριτικά, με εγκυρότητα, οξυδέρκεια και ευαισθησία με τους Ανδρέα Κάλβο – είναι ο πρώτος που «ανακάλυψε» τον Ζακυνθινό ποιητή – Διονύσιο Σολωμό, Αριστο­τέλη Βαλαωρίτη, Ιάκωβο Πολυλά, Ιούλιο Τυπάλδο, Γεράσιμο Μαρκορά, Αν­δρέα Λασκαράτο, Λορέντζο Μαβίλη, Γεώργιο Καλοσγούρο, Γιώργο Τερτσέτη, Μικέλη Άβλιχο, Νικόλαο Κονεμένο, Παναγιώτη Πανά,50 εξοικειώνοντας έτσι το αθηναϊκό και γενικότερα το ελληνικό κοινό με τη λογοτεχνική δημιουργία του Ιονίου, για να χαρακτηριστεί εύλογα και εύστοχα ως ο «ιστορικός και μαζί ο κριτικός των Επτανησιακών Γραμμάτων».51 Άλλωστε, «είναι ο πρώτος ο οποίος αντιμετώπισε τους Επτανήσιους ποιητές ως ένα σύνολο με εσωτερική ενότητα, καθορισμένες σχέσεις μεταξύ τους και ορισμένο ρόλο στην εξέλιξη της νεοελληνικής ποίησης. Μ’ άλλα λόγια είναι ο πρώτος που εισάγει στη γραμμα­τολογική συνείδηση την έννοια της “επτανησιακής σχολής”».52 Και στράφηκε ο Παλαμάς προς τους Επτανήσιους, γιατί ήθελε να γνωρίσει τον Δ. Σολωμό53 και έτσι, κατά μία άποψη, μέσω αυτής της γνωριμίας και ανάδειξης, να προβληθεί η δική του πρωτοκαθεδρία στο σύγχρονό του νεοελληνικό ποιη­τικό στερέωμα,54 αλλά και γιατί ως υπέρμαχος του δημοτικισμού ήθελε ο ίδιος, δίνοντας δυνατά «πρότυπα ποιητικής και λογοτεχνικής δημιουργίας», να στη­ρίξει εκείνο το κί­νημα.55
Παράλληλα, ο Παλαμάς εμπνεύστηκε από τον ιόνιο χώρο και έγραψε στίχους, για να υμνήσει τη φυσική ομορφιά των Επτανήσων, την ιστορία και την προσφορά των κατοίκων τους. Εδώ υπενθυμίζουμε, μόνο, το γνωστό «Τρα­γούδι των εφτά νησιών», που δημοσίευσε το 1905, κατά την 41η επέτειο της Ένωσης των νησιών με την Ελλάδα.56 Ωστόσο, ο ίδιος ο ποιητής τρία μόνο νη­σιά είχε επισκεφθεί, τη Ζάκυνθο, τη Λευκάδα και την Κεφαλονιά. Από την πρώτη πέρασε το 1872 ή 1873, όπως γράφει, βιαστικά, όταν ήταν παιδί.57 Στη Λευκάδα βρέθηκε για λίγο τον Ιούνιο του 1925, οπότε πήρε μέρος στις εκδηλώ­σεις για τα εκατόχρονα από τη γέννηση του Α. Βαλαωρίτη.58 Μόνο στην Κεφα­λονιά η επίσκεψη και η παραμονή του ήταν πολυήμερη.
Το νησί του Λασκαράτου και του Άβλιχου ο Παλαμάς το επισκέφθηκε το καλοκαίρι του 1876, όπως ο ίδιος ανέφερε το 1936 σε συνέντευξή του στον τότε φιλόλογο καθηγητή και μετέπειτα καθηγητή Λαογραφίας Δημήτριο Λου­κάτο, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε τον ποιητή στο σπίτι του και συζήτησαν για την Κεφαλονιά και τους Κεφαλονίτες.59 Ήταν φιλοξενούμενος του Κεφα­λονίτη δημοσιογράφου και ποιητή Επαμεινώνδα Άννινου (Αργοστόλι 1842- ).60 Παρ’ όλο που στην παραπάνω συνέντευξη (το 1936 ήταν 77 ετών) ο ίδιος ανα­φέρει ότι διέμεινε στο Αργοστόλι, σε άλλο κείμενό του, γραμμένο το 1914,61 σε ηλικία 55 ετών και άρα με καλύτερη μνήμη, σημειώνει ότι διέμεινε «εις μίαν από τας εξο­χάς του Αργοστολίου». Φαίνεται ότι ο 34χρονος τότε Ε. Άννινος φιλοξένησε το νεαρό, 17χρονο, φίλο του Παλαμά στο αγρόκτημά του στα Σαρ­λάτα της Λιβα­θώς (5 περίπου χιλιόμετρα από το Αργοστόλι), όπου συχνά απο­συρόταν ο πρώτος, για να μελετήσει και να γράψει.62
Ο νεαρός Παλαμάς γοητεύθηκε από τις φυσικές ομορφιές της Κεφαλο­νιάς. Εκείνη η πρώτη – και τελευταία – επαφή του με τη νησιωτική φύση έμεινε βαθειά εντυπωμένη στη μνήμη του. «Μου δροσίζουν ακόμη την ψυχήν», έγραφε το 1914, 38 χρόνια μετά από την επίσκεψη στο νησί, «τα παχέα φυλλώματα των αιωνόβιων ελαιώνων της [= της Λιβαθώς], ακόμη μου μοσχοβολούν από τα βάθη των κήπων της τα κατάλευκα γιασεμιά. ακούω ακόμη το ρυθμικόν γύρι­σμα του μαγγανοπήγαδου και το μουρμούρισμα του ποτιστικού νερού, ζωογο­νούντος πρωί και βράδυ τας πυκνάς πρασιάς του κάτωθεν των παραθύρων μου ρομα­ντικού περιβολιού. διανοίγω εις τα βάθη ορίζοντας χλοερούς και κυ­ανάς εκτά­σεις».63 Στις περιοδείες του μάλιστα στα χωριά της Λιβαθώς είχε ξε­ναγό τον 24χρονο τότε Μπάμπη Άννινο (Αργοστόλι 1852 – Αθήνα 1934), το μετέπειτα εξαίρετο δημοσιο­γράφο, λογοτέχνη και ιστοριογράφο.64 «Με το Μπάμπη τον Άννινο», θυμάται ο Παλαμάς στη συνέντευξή του στον Δ. Λου­κάτο, «είχα φι­λίες από παιδί. […] Θυμάμαι την εντύπωση που άφηκε η πρώτη συλλογή των τραγουδιών του, εδώ κι εξήντα πέντε χρόνια, το «Λυκαυγές». […] Ήμουνα τότε 12 ως 14 χρονών, που τα διάβασα».65 Αλλά με τον Κεφαλονίτη λογοτέχνη ο Παλαμάς συνέχισε και αργότερα να έχει φιλικές σχέσεις και πνευ­ματικές επα­φές και συνεργασίες. Οι δυο τους, μαζί με τους Αριστομένη Προβε­λέγγιο, Γεώρ­γιο Σουρή και Άγγελο Βλάχο, δραστηριοποιήθηκαν για την ίδρυση της Ακα­δημίας στην ελληνική πρω­τεύουσα.66 Και πάντοτε, με κάθε ευ­καιρία εκδήλωνε το θαυμασμό του στο λο­γοτεχνικό ταλέντο του Άννινου. Σ’ έναν τιμητικό για τον τελευταίο τόμο κατα­χώρισε το 1900 ο Παλαμάς το εξής: «Χαιρετίζω τον ποιητήν του “Λυκαυγούς”, όστις – κοντεύουν τώρα τριάντα χρόνια – συνεκί­νησε την παιδικήν φαντασίαν μου, βραδύτερον δε πολλάκις έθελξε κ’ εφαί­δρυνε το πνεύμα του διά των γλα­φυρών και ευτραπέλων έργων του. […]».67
Περισσότερο, όμως, ο νεαρός επισκέπτης της Κεφαλονιάς εντυπωσιά­στηκε, όπως ο ίδιος ομολογεί, από την επαφή του με τους ανθρώπους του νη­σιού, από τη «γλυκύτητα» των περιποιήσεων και την αμεσότητα της φιλοξε­νίας. Ευχάριστη, πάντως, έκπληξη και με γόνιμες για τον ίδιο συνέπειες υπήρξε το ενδιαφέρον της οικοδέσποινάς του να τον ενημερώσει για εκλεκτές προσω­πικότητες του νησιού. Του έδωσε, μάλιστα, τότε να μελετήσει ένα σύγγραμμα του ηγέτη του ριζοσπαστικού κατά την Αγγλοκρατίας των Επτανήσων αγώνα Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου (Γριζάτα Κεφαλονιάς 1814 – Αργοστόλι 1894),68 που ζούσε τότε στο νησί «ιδιωτεύων, εφησυχάζων και κάπως απογοητευμένος, ύστερον από βίον πολιτικόν πολυκύ­μαντον».69 Ωστόσο, ο ίδιος ο ποιητής δε θυμάται για ποιο έργο του Η. Ζερβού Ιακωβάτου πρόκειται. Θυμάται μόνο ότι «περιείχε πεζά και στίχους» και ότι «εξιστορούντο εν αυτώ τα παθήματα του “εθνομάρτυρος”», τα οποία ο συγ­γραφέας περιέγραφε «εις ύφος ζωηρόν, ρωμα­ντικόν, έντονον, παθητικόν, πλούσιον από τα σχήματα όλα της ρητορικής τέ­χνης».70 Δεν πρέπει να είναι η Αυτοβιογραφία του ριζοσπάστη ηγέτη ή κάποιο άλλο έργο του. Ίσως να πρό­κειται για βιβλίο που αναφερόταν στη ζωή και το έργο του Η. Ζερβού Ιακωβά­του. Εκείνο, πάντως, το βιβλίο ήταν η πρώτη επαφή και γνωριμία του νεαρού Παλαμά με την προσωπικότητα του Η. Ζερβού Ιακω­βάτου, αλλά υπήρξε και η αφορμή, για να μελετήσει διεξοδικότερα την προ­σφορά του και για να εντρυ­φήσει, στη συνέχεια, στη μελέτη του ριζοσπαστικού κινήματος της Κεφαλονιάς.
Αξίζει να παραθέσουμε την τελική εκτίμηση και αξιολόγηση της προ­σωπικότητας, του έργου και της προσφοράς του ριζοσπάστη ηγέτη από τον ώριμο πια (55 ετών) Κ. Παλαμά: «[…] Ο Ζερβός κατά βάθος πολεμιστής δημοσι­ογράφος, ευφραδής ρήτωρ, πολιτευτής, ευθαρσής, κατείχετο εν τούτοις από με­γάλην διανοητικήν φιλοπεριέργειαν, και ήτο πεπροικισμένος με πνεύμα ανήσυ­χον και φιλέρευνον, ώστε να περιεργάζηται διαφόρους κύκλους πνευ­ματικής ενεργείας και να δοκιμάζη την δύναμιν της σκέψεώς του και την ευλυ­γισίαν της γραφίδος του επάνω εις ποικίλα θέματα. Διά τούτο παρά τα ριζο­σπαστικά μα­νιφέστα και τας δημοσιολογικάς πραγματείας του έχομεν του Ζερβού ιστορικά δοκίμια και αρχαιολογικάς πραγματείας, […], έχομεν βυζα­ντινάς μελέτας και ανεκδότους, […], έχομεν φιλολογικάς κρίσεις του […], έχο­μεν δράματά του, […] και ποιήματα […]. Οιαδήποτε και αν είνε η αξία του Ζερβού, τον παρουσιάζει εις την εκτίμησίν μου άξιον εξαιρετικής συμπαθείας, καθώς και άξιον ιδιαζού­σης προσοχής και σεβασμού, η κίνησις της σκέψεώς του, η εξέλιξις των φρονη­μάτων του, κάποιος δισταγμός και κάποια αμφιβο­λία περί του τελειωτικού και περί του αλαθήτου των ιδεών, υφ’ ων άγεται ο άνθρωπος. διάθεσις, η οποία βραδύτερον τον έσπρωξε να βάλη αρκετόν νερόν μέσα εις το αψύ κρασί των φιλελευθέρων ριζοσπαστικών τάσεών του».71
Κατά την περίοδο εκείνης της παραμονής του στο νησί ο έφηβος Παλα­μάς θέλησε να γνωρίσει από κοντά τον Ανδρέα Λασκαράτο (Ληξούρι 1811 – Αργοστόλι 1901), τον οποίο ήδη γνώριζε μέσα από το έργο του και τον θαύ­μαζε.72 «Το έργο του [του Λασκαράτου] το διάβασα από νωρίς», ενημερώνει το συνομιλητή του Δ. Λου­κάτο.73 Δεν έγινε, όμως, δυνατή η προσωπική συνά­ντηση και γνωριμία, γιατί, όπως διευκρινίζει ο ίδιος, «πήγα [στο Ληξούρι] με τον [Μπάμπη] Άννινο, για να ιδώ το Λασκαράτο. Μα δεν ήταν εκεί. Έτσι, δεν τον γνώρισα».74 Αργότερα, βέ­βαια, μελέτησε το έργο του Κεφαλονίτη λογοτέ­χνη και στοχαστή και ασχολή­θηκε μαζί του κριτικά σε δημοσίευμά του το 1899 και σε ομιλία του το 1910.75
Στο πρώτο του κείμενο δεν αξιολογεί θετικά την ποίηση του Λασκαρά­του: «Ουδέποτε ποίησις υπήρξε τόσον γυμνή ανθών και τόσον έρημος ευωδιών ως η ποίησις του “Ληξουριού” και της “Βάρκας Κανονιέρας” […] Δεν είναι [ο Λασκαράτος] ζωγράφος παθών, είναι διώκτης προλήψεων,76 δεν είναι δημι­ουρ­γός, είναι παρατηρητής. δεν αποκαλύπτει το ωραίον. ηθικολογεί. δεν ανυ­ψού­ται εις κυανούς κόσμους ιδεών, πατών στερρά το έδαφος αρέσκεται να κραυ­γάζη δι’ όσα λιμνάζοντα νερά, δι’ όσα βορβορώδη στρώματα συναντά εις τον δρόμον του, είναι πολύ περισσότερον πολεμιστής ή όσον είναι ποιητής», Πε­ρισσότερο εκτιμά τις πεζογραφικές του ικανότητες: «Διότι το μέγα τάλα­ντον του Λασκαράτου είναι, κυρίως ειπείν, φύσεως πεζογραφικής. Η τέχνη του εγγί­ζει πολύ μάλλον τα όρια της χώρας του πεζού λόγου ή της αγνής πα­ντός χρό­νου και τόπου ποιήσεως […]». Για να καταλήξει: «Οιασδήποτε δε φύ­σεως και αν είναι τα πτερά του Πηγάσου του, φέρεται επ’ αυτού με την χάριν και την άνε­σιν των προνομιούχων εμπνευσμένων του κόσμου».77
Κατά την ομιλία του στη νεοσύστατη τότε «Φοιτητική Συντροφιά», το Δεκέμβριο του 1910, με θέμα «Λασκαράτος και Βαλαωρίτης» κατέδειξε την ανωτερότητα της ποίησης του δεύτερου, αλλά στο θέμα της γλώσσας αξιολό­γησε θετικότατα τη γλωσσική προσπάθεια του Κεφαλονίτη στοχαστή και τη σημασία που είχε στο γενικότερο κίνημα του δημοτικισμού: «Πολύ διαφορε­τικά [από τον Βαλαωρίτη] ο Λασκαράτος από μιας αρχής είδε, σημάδεψε και χτύπησε το κακό του σχολαστικισμού. Από μιας αρχής μπήκε άσφαλτα στο νό­ημα της γλωσσικής ιδέας και δεν ξαναβγήκε. […]. Ο Λασκαράτος υπηρετούσε την ιδέα με το σοφότερο τρόπο που μπορεί να δουλέψει για μιαν ιδέα. με το παράδειγμα. Διαλαλούσε το δίκιο της δημοτικής πέρα ως πέρα και την έγραφε πέρα ως πέρα. […] Σήμερα [= 1910] η γλώσσα μας γραφόμενη κατά το σύστημα του Λασκαράτου είναι κάτι που μας πάει πίσω. Τον καιρό εκείνο η γλώσσα του Λασκαράτου έτρεχε μπροστά. έσπερνε το σπόρο της ζωής κι έριχνε θεμέλια για παλάτια». Και κατέληξε συμπερασματικά: «Ο συγγραφέας των “Χαραχτή­ρων”, του “Λύχνου”, της “Στιχουργικής”, της “Ποιητικής” και των “Στιχουργη­μάτων” πρέπει να τιμηθεί ως ένας από τους πιο μεγάλους προψυχαρικούς από­στολους της ιδέας».78
Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια της διαμονής του Παλαμά στο αγρόκτημα του Ε. Άννινου, καθώς φυσικά ήταν σε συνεχή επαφή με την οικογένεια του φίλου του, φαίνεται ότι αναπτύχθηκε ανάμεσα στο νεαρό φιλοξενούμενο και στην αδελφή του οικοδεσπότη του, την Ισαβέλλα, αισθηματική γνωριμία. Και ίσως να ήταν από τις πρώτες ερωτικές περιπέτειες του 17χρονου Παλαμά. Αυτό προκύπτει από ανέκδοτα ποιήματα του Παλαμά που βρίσκονται στο αρχείο του Δρομοκαΐτειου Ψυχιατρικού Θεραπευτηρίου79 και εντελώς πρόσφατα εί­δαν το φως της δημοσιότητας.80 Συγκεκριμένα, στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο νο­σηλεύθηκε το 1919 η 17χρονη Ελένη Μιχαήλ Άννινου, συγγενής του Επαμει­νώνδα Άννινου. Μαζί της είχε φέρει «ως καύχημα και φυλαχτό» κάποια χειρό­γραφα ποιήματα, τα οποία μετά την αποχώρησή της έμειναν στο Ίδρυμα. Πρό­κειται για αυτόγραφα ποιήματα του έφηβου Παλαμά απευθυνόμενα στην Ισα­βέλλα Άννινου.
Το πρώτο χρονολογικά είναι ένα λυρικό οκτάστιχο ποίημα με ακροστι­χίδα που σχηματίζει το όνομα της Ισαβέλλας, γραμμένο στις 31 Δεκεμβρίου 1876,81 4-5 μήνες δηλαδή μετά την επίσκεψη και διαμονή του νέου στην Κεφα­λονιά, με πηγή έμπνευσης την ομορφιά της Κεφαλονίτισσας κόρης.82 Στο δεύ­τερο, με ημερομηνία 10 Οκτωβρίου [1877], που είναι μακροσκελέστατο (80 στί­χοι) και τιτλοφορείται «Τη δεσποινίδι Ισαβέλλα Αννίνου», ο νεαρός Παλαμάς από την Αθήνα εξομολογείται στην Ισαβέλλα τον έρωτά του.83 Και η τελευταία φαίνεται ότι αποδέχθηκε την εξομολόγηση, γιατί στο τρίτο, 12στιχο ποίημά του, με τίτλο «Τη καλή Ισαβέλλα – Διά την πρώτην του έτους» και ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 1877, ο ερωτευμένος νέος υποδηλώνει την αισθηματική εκείνη προσέγγιση.84 Δε γνωρίζουμε, βέβαια, πόσο κράτησε ο εφηβικός εκείνος έρωτας. Θα ήταν, όμως, μια όμορφη γεύση από την Κεφαλονιά για τον Κωστή Παλαμά.
Δεύτερη φορά την Κεφαλονιά δεν την επισκέφθηκε ο Παλαμάς. Παρ’ όλο που στο μεταξύ είχε συνάψει φιλία με τον Ληξουριώτη ποιητή Μικέλη Άβλιχο (Ληξούρι 1844-1917) και είχε δεχθεί από τον τελευταίο το 1913 πρό­σκληση να επισκεφ­θεί το Ληξούρι, για να γνωριστούν προσωπικά, ο Παλαμάς δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Ήδη από το 1911 οι δύο ποιητές βρίσκονταν σε επαφή. Ήταν η περίοδος της συζήτησης στη Βουλή του γλωσσικού ζητήματος με εντονότατη την αντιπαράθεση καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών στα έντυπα και στους δρόμους, κατά την οποία ο Παλαμάς δήλωνε θαρρετά ότι εί­ναι υπερήφανος για το «μαλλιαρισμό» του,85 γι’ αυτό και παύθηκε για ένα μήνα από τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Πανεπιστημίου που κατείχε – ενέργεια που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων.86 Ο Άβλιχος ήταν ένας από εκείνους που συμπαραστάθη­καν στο διωκόμενο δημοτικιστή. Από το Λη­ξούρι,87 απ’ όπου παρακολουθούσε τα γεγονότα της Αθήνας, έγραψε σονέτο σατιρικό με τίτλο «Εις Μυστριώτην τον πάνυ», που το δημοσίευσε στην τοπική εφημερίδα Αναμόρφωσις, φ. 22, 6-4-1911, και έστειλε το σχετικό φύλλο στον Παλαμά με τούτο το έμμετρο «Αφιέ­ρωμα»: Το «“κάτωθι” σονέττο αφιερώνω / σε Σένα, Παλαμά, τον ποιητή. / κ’ έτσι τα πιο “άκρα κ’ ενάντια” ενώνω / σε μιαν εικόνα – ζωγραφιά σωστή - : / Ψηλά ένα αηδόνι με καρδιά πετρίτη / και χάμου ένα βρυκόλακα Θερσίτη», εννοώντας προφανώς τον Παλαμά και τον Μιστριώτη αντίστοιχα.88
Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησε η γνωριμία και επαφή των δύο ποιητών, επαφή που συνεχίστηκε, μέσω αλληλογραφίας πάντοτε, μέχρι τον Αύγουστο του 1913.89 Σ’ εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν που ο Παλαμάς αποκάλεσε τον Άβλιχο «συνάδελφο» και ο δεύτερος, νιώθοντας τον εαυτό του μικρό απέναντι στον ποιητή της Ασάλευτης ζωής, του απάντησε (Χριστούγεννα του 1911): «Συνάδελφο με κράζεις, ποιητή, / εσύ «πηγή ύδατος αλλομένου», / νάμα ψαλ­μού ζωής, πατρίδας αίνου, / […] / Μα εγώ είμαι έρημου βράχου μια βρυσούλα, / που έρημη ρέει ’ς έρημο γιαλό – / και ρέει ’σα να κλαίη την ερμιά της. / […]».90
Και ο «συνάδελφος» Παλαμάς του έστειλε το δικό του απαντητικό ποί­ημα: «Ρε­ματαριά, βρυσούλα, ποταμός, / ζωής νάμα το νερό του τραγουδιού, / […] / Ρέει, κλαίει. Το πίνει ο φτερωτός διαβάτης, / για να υψωθή στ’ αγνά και στ’ ανοιχτά. / […] / Κι αν τίποτε δεν ηύρε να ποτίση, / κι αταίριαστο κυλά κ’ ερ­μαδιακό, / με το δικό του μοναχά μεθύσι / ζη, θεριεμένο ή πράο, βασιλικό».91
Στο τελευταίο από τα διασωθέντα γράμματά του (29 Αυγούστου 1913) ο Άβλιχος καλούσε τον Παλαμά να επισκεφθεί το Ληξούρι, για να γνωριστούν κι από κοντά: «Μεγάλην επιθυμία έχω να σε γνωρίσω προσωπικώς. Δεν ήθελε είνε δυνατόν να έλθης μια φορά στην Κεφαλονιά; Είμαι βέβαιος πως ήθελε έχουμε να πούμε πολλά – και πως στα περισσότερα ήθελε συμφωνήσουμε. […] Αν έκανες την απόφασι, τόσο για σπίτι – δεν ήθελε είνε ανάγκη να φροντίσης διόλου».92 Ο Παλαμάς, όμως, δεν κατόρθωσε να επισκεφθεί – για δεύτερη φορά – την Κεφαλονιά και έτσι ποτέ δε συναντήθηκαν οι δυο φίλοι ποιητές. Φαίνε­ται, ωστόσο, ότι ο Άβλιχος επανήλθε με νεότερο γράμμα του (Δεκέμβριος 1913 ή Ιανουάριος 1914) προς τον Παλαμά, το οποίο βέβαια δε διασώθηκε, γράμμα στο οποίο δεν απάντησε ο παραλήπτης – άγνωστο γιατί.93
Πάντως, ο Παλαμάς δεν έπαψε να θαυμάζει το χαρακτήρα και να εκτιμά το έργο του φίλου του Ληξουριώτη ποιητή, όπως ο ίδιος δηλώνει στον Δ. Λου­κάτο (το 1936): «Με τον Άβλιχο είχαμε προσωπική φιλία. Τον εκτιμούσα κι αυ­τόν και το έργο του. Συνεργασθήκαμε κάποτε. Τούχω αφιερώσει κι ένα σο­νέττο».94 Όταν, μάλιστα, πέθανε ο Άβλιχος (Νοέμβριος 1917), ο Παλαμάς τί­μησε το νεκρό φίλο του με το άρθρο του «Οι παραγκωνισμένοι»,95 στο οποίο ανάμεσα στ’ άλλα έγραφε: «Ο Μιχαήλ Άβλιχος, επαρχιώτης ποιητής καθ’ όλην την σημασίαν, αλλ’ όχι βέβαια την κάπως πονηράν σημασίαν της λέξεως. Έζησε και απέθανε εις το χωριό του, χωρίς να έχη ούτε την δύναμιν ίσως, αλλά βε­βαίως ούτε την όρεξιν να διασπείρη την φήμην του έξω από τα περιωρισμένα σημεία της αγαπητής γενεθλίου του. Δεν δυνάμεθα να είπωμεν περί αυτού, ακριβώς, ότι παρεγνωρίσθη. το σωστότερον θα ήτο να σημειώσωμεν ότι δεν εγνωρίσθη. Και πώς να γνωρισθή ποιητής, όστις αποθανών υπερεβδομηκοντού­της, δεν εφρόντισε, όχι μόνον από υλικήν, υποθέτω, αδυνα­μίαν, - αλλά, πολύ περισσότερον, από την ωραίαν νωχέλειαν και ακαταδεξίαν των ποιητών –, να μας αφίση εις κάποιον βιβλίον περιμαζευμένον και ταξινο­μημένον οπωσδήποτε κάποιον τουλάχιστον μέρος της όλης εργασίας του; […] Ο Άβλιχος εν τούτοις υπήρξε ποιητής με φλέβα, με πνεύμα, με χάριν, με οί­στρον πολλάκις σατιρικόν, γράφων την γλώσσαν με κάποιον σέβας προς τον χαρακτήρα της, και με γνώ­σιν, επεμελείτο δε τους στίχους του και τα μέτρα των, πρώτιστα προσόντα του ευσυνειδήτου και μη αγυρτεύοντος μουσοπόλου, καθώς έτυχε να αντι­ληφθώ από τα κατά καιρούς εδώ κι εκεί δημοσιευμένα, εις τα εντόπια προ πά­ντων φύλλα, σονέττα του και στιχουργήματά του». Αλλά και πολύ αργότερα (το 1927) έγραψε το λήμμα «Μικέλης Άβλιχος» στο Εγκυ­κλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη.96
Ο Παλαμάς συνάντησε, γνώρισε και θαύμασε άλλη μια κεφαλονίτικη προσωπικότητα, το δημοσιογράφο, λόγιο και επίγονο του ριζοσπαστισμού Παναγιώτη Πανά (Σπαρτιά Κεφαλονιάς 1832 – Αθήνα 1896).97 «Τον δημοκρα­τικόν Πανάν […] εγνώρισα εις το τελευταίον στάδιον του βίου του», μας ενημε­ρώνει ο Ποιητής,98 «αποσυρμένον της τύρβης, ζώντα εν απομονώσει, με το εξι­δανικευμένον όνειρόν του της Δη­μοκρατίας, και με την τιμίαν πενίαν του.99 Πράος, γλυκός, σιωπηλός, απόμαχος ακόμη και της δημοσιογραφίας, εις της οποίας τα στάδια είχεν άλλοτε παλαίσει και διωχθή. […] Και ηθέλησε να απο­θάνη, να εξοφλήση με τον μπελά της ζωής ως ανήρ ελεύθερος. Ηυτοκτόνησεν. Ας μας είναι ιερά η μνήμη του».
Θυμήθηκε ο Παλαμάς και έγραψε αυτά για τον παλιό του γνώριμο δυο μήνες μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας από τον Αλέξανδρο Παπαναστα­σίου (Μάρτιος 1924) και λίγες μέρες μετά το πολιτικό μνημόσυνο ενός άλλου δημοκράτη Κε­φαλονίτη, του Ρόκκου Χοϊδά100 και τιτλοφόρησε το δημοσίευμά του, όχι χωρίς λόγο, «Η Δ/νίς Γεωργία», επειδή ο Πανάς είχε χρησιμοποιήσει σε δημοσιεύματά του το ψευδώνυμο «Γεωργία Κατσικογένη».101 Με αυτό το ψευ­δώνυμο δημοσίευε στίχους αλλά και αινίγματα.102 Κάτω, μάλιστα, από ένα αί­νιγμα της «Γεωργίας Κατσικογένη» το πε­ριοδικό γνωστοποιούσε ότι στον πρώτο λύτη του αινίγματος η δεσποινίς «Κατσικογένη» θα δωρίσει τη φωτο­γραφία της.103 Και ο λύτης εκείνος, ένας Ζακυνθινός, απογοη­τεύτηκε προφα­νώς, όταν πήρε τη φωτογραφία της «δεσποινίδος», καθώς, όπως γράφει ο Πα­λαμάς, «ο ευαίσθητος ζακυνθινός εδέχθη αντί της μετά παλμών προσδοκωμέ­νης εινόνος καλλιπαρείου κόρης την φωτογραφίαν του μακαρίτου Πανά, εκ­πλη­ρούντος [τότε] χρέη προξένου εις το Καλαφάτι [Ρουμανίας]».104
Τον Παλαμά, βέβαια, δεν τον απασχόλησε λεπτομερειακά το λογοτε­χνικό έργο του Π. Πανά. Γνώριζε τα πλαίσια, στα οποία εκινείτο, και διατύ­πωσε γενικές γι’ αυτό κρίσεις. Παραμένει, σημαντική και καθοριστική η κρίση του για την ποιητική δημιουργία του Κεφαλονίτη δημοσιογράφου και λογοτέ­χνη: «Εκαλλιέργει και την ποίησιν. […] Δυστυχώς το σκάψιμόν του δεν επήγαι­νεν εις βάθος και ο στίχος του ο κα­λύτερος δεν υπερέβαινε το μέτριον. Ο άν­θρωπος ήταν ασυγκρίτως ανώτερος του άσματός του».105
Στο μεταξύ, ο Παλαμάς διατηρούσε επαφή με τον Αργοστολιώτη λόγιο Παναγιώτη Βεργωτή (Αργοστόλι 1841-1916),106 μέσω αλληλογραφίας κυρίως για θέματα γλώσσας.107 Υποστηρικτές και οι δύο της δημοτικής, ανταλλάσσουν απόψεις για επίκαιρα γλωσσικά ζητήματα. Βρισκόμαστε στο μεταίχμιο 19ου και 20ού αιώνα. Μετά την εμφάνιση του Γ. Ψυχάρη με το Ταξίδι του (1888) το κίνημα του δημοτικισμού μπαίνει στη μαχητική του φάση. Σημαντικές προσω­πικότητες της λογοτεχνίας, της τέχνης, της επιστήμης και της διανόησης δρα­στηριοποιού­νται συντονισμένα για την επικράτηση της φυσικής γλώσσας των Ελλήνων, ενώ περιοδικά που εκδίδονται, δρουν καταλυτικά ως προς την ομο­γενοποίηση και μαζικοποίηση του κινήματος.108 Τότε, λοιπόν, ήταν (Φεβρουά­ριος του 1899) που σ’ επιστολή του προς τον Παλαμά ο Βεργωτής του υποβάλ­λει τουτηδώ τη ρητορική ερώτηση: «Ποίους αυτού [= στην Αθήνα] ονομάζουν μαλλιαρούς;109 Και αν μαλλιαρούς λένε τους φίλους της ζωντανής γλώσσης του λαού, μήπως λιχουδεύουν να τους ονομάσουν οι φίλοι της ζωής κατσιδιαραί­ους αυτούς τους φίλους των νεκρών και της σαπίκλας;»110 Και ο Παλαμάς, από τους στυλοβάτες του δημοτικισμού, θα γράψει λίγο αργότερα (1911) σε αθη­ναϊκό περιοδικό: «Ξέρω πως από τη στενοχώρια του φανατισμένου καθαρευ­ουσιάνου κι από την αλαφροσύνη του ανίδεου […] μαλλιαροί λέγονται όσοι, δεξιά ή αδέξια, δυνατά ή αδύνατα, […] δεν περιορίζονται να τη μιλάνε […] μα και να τη γράφουνε πιο σπουδασμένα και πιο προσεχτικά τη ζωντανή μας γλώσσα, την κοινή, την εθνική, που κρατά και που σπέρνει το Λόγο της Αλή­θειας και της Ομορφιάς. […] Κι απάνου απ’ όλα ξέρω πως είμαι, στρογγυλά και χτυπητά, μαλλιαρός απολύτως, και πως, βλέποντας ποιοι σημαδεύονται με την ετικέτα τούτη, το θεωρώ έπαινό μου και το λογαριάζω δόξα μου μαλλια­ρός να κράζωμαι. Και ο μαλλιαρισμός, το είπα και το ξαναλέω, είναι η αρετή μου».111
Αλλά και αργότερα, μετά από τέσσερα χρόνια, (Ιανουάριος – Φεβρουά­ριος 1903) οι δύο άνδρες καταθέτουν στις επιστολές τους την αγωνία τους για τη γλώσσα και την έντονη επιθυμία τους να προωθήσουν το ζήτημα της δημο­τικής. Με αφορμή τη δημοσίευση σε αθηναϊκή εφημερίδα σε συνέχειες της μελέ­της του Γερμανού βυζαντινολόγου και φιλέλληνα Karl Krumbacher112 «Το πρό­βλημα της νεοελληνικής γραπτής γλώσσας», ο Βεργωτής απευθυνόμενος στον Παλαμά113η κοινή αγάπη που έχουμε και εγώ και σεις, καθώς και τόσοι άλ­λοι, στη γλώσσα του λαού») του προτείνει να αναλάβει ο ίδιος ο Ποιητής να δημοσιεύσει με δικό του πρόλογο και σημειώσεις σε ιδιαίτερο φυλλάδιο την παραπάνω μελέτη του Γερμανού επιστήμονα. Και τούτο γιατί «αλλοιώς είναι να διαβάζη κανείς σε πολλά φύλλα μιανής εφημερίδας […] και με τόσες διακο­πές μια διατριβή, κι αλλοιώς είναι να διαβάση ο ίδιος χωρίς διακοπή την ίδια διατριβή και μόνη αυτή από την αρχή ως το τέλος σ’ ένα φυλλάδιο που νάχη έναν κατάλληλο πρόλογο κι επίλογο και μερικές εξηγητικές σημειώσεις. Η εντύπωση τότε μένει αδιάσπαστη, δυνατώτερη και βαθύτερη». Και επιμένει σε αυτή την πρόταση ο Αργοστολιώτης λόγιος, επειδή πιστεύει ότι με αυτόν τον τρόπο και με αυτή τη μορφή η μελέτη του Krumbacher «θα εκλόνιζε πολλώνε την πεποί­θηση που έχουνε για τη γλώσσα τη λεγόμενη καθαρεύουσα».
Ο Παλαμάς απαντώντας114 συμφωνεί με την ιδέα–πρόταση του Βερ­γωτή για την έκδοση ιδιαίτερου φυλλαδίου: τη θεωρεί «λαμπρή», καθώς έτσι «θα ευ­κολύνονταν η γνωριμία του ευεργετικού αυτού για το ζήτημά μας έργου, κ’ ένα βιβλιαράκι τέτοιο θα ήταν ένα από τα αντισηκώματα του κάθε είδους ανοη­σιών που γράφονται κάθε μέρα στις εφημερίδες μας για το ζήτημα από άσο­φους μαζί και δοκησίσοφους». Δε θεωρεί, όμως, τον εαυτό του κατάλληλο να προλογίσει και να σχολιάσει τη μελέτη του Γερμανού σοφού και αντιπρο­τείνει εκείνον ως ικανότερο από κάθε άλλον. Το πρόβλημα, βέβαια, εστιάζεται στην έλλειψη χρημάτων και στην απροθυμία των εκδοτών για τέτοιες πρωτο­βουλίες. Υπόσχεται, πάντως, να διερευνήσει το θέμα και να ικανοποιήσει την επιθυμία του Κεφαλονίτη φίλου του, γιατί τη βρίσκει «πρακτική και φωτι­στική». Δεν πραγματοποιήθηκε, όμως, τίποτε σχετικό τότε. Αλλά, μετά από δυο χρόνια, υλοποιήθηκε η ιδέα–πρόταση του Βεργωτή με άλλο τρόπο και από άλλο φο­ρέα,115 με αποτέλεσμα να εμπλουτιστεί και η σχετική βιβλιογραφία μ’ ένα βα­σικό για την ιστορία του γλωσσικού ζητήματος βιβλίο αλλά και ο αγώ­νας υπέρ της δημοτικής να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο. «Και είναι προς τιμήν του Βεργωτή, που αμέσως εκατάλαβε τη σπουδαιότητα της μελέτης του Krumbacher και εισηγήθηκε στον Παλαμά να εκδοθεί σχολιασμένη σε ιδιαί­τερο φυλλά­διο».116
Ωστόσο, στην παραπάνω επιστολή του ο Παλαμάς αναφέρεται και σ’ ένα άλλο θέμα, στη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη από τον Βερ­γωτή. Ο τελευταίος, με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και συνεχή προσπάθεια, καταπιάστηκε με τη μετάφραση αυτού του έργου, φθάνοντας να δημοσιεύσει μόνο τα πέντε πρώτα άσματα της «Κόλασης» σε στρωμένη δημοτική γλώσσα.117 Και ο Παλαμάς, έχοντας υπόψη του αλλά και εκτιμώντας ταυτόχρονα την πρώτη μεταφραστική και εκδοτική απόπειρα (1865) του Κεφαλονίτη λόγιου, του ζητεί τώρα (1903) να ολοκληρώσει τη μετάφραση του δαντικού έργου: «Γιατί να μην έχουμε σ’ ένα βιβλίο ολόκληρο το Δάντη μεταφρασμένον από σας;».118 Πάντως, και αργότερα (1918) συνέχιζε να εκδηλώνει την ικανοποίησή του για εκείνη τη μετάφραση του Δάντη από τον Βεργωτή.119
Ο Παλαμάς, στο πλαίσιο της «επτανησιακής» του ενασχόλησης, μελέ­τησε και έγραψε για τον κεφαλονίτικης καταγωγής αλλά ενταγμένο στην ομάδα των σολωμιστών της Κέρκυρας Ιούλιο Τυπάλδο (Ληξούρι 1814 – Κέρ­κυρα 1883).120 Οι πα­ρατηρήσεις και οι κρίσεις του121 για το έργο του Κεφαλο­νίτη ποιητή είναι εγκωμιαστικές στις γενικές τους γραμμές: «Μαζί με την ποιη­τική τέχνη στα γε­νικά, και το μεταχείρισμα της γλώσσας και η κατασκευή του στίχου του Τυ­πάλδου ξεχωρίζουν από το στίχο και τη γλώσσα του Βαλαω­ρίτη,122 όσο κι αν είναι οι δυο τους όμοια σχεδόν κληρονόμοι του δημοτικού μας τραγουδιού. Στα ποιήματα του Τυπάλδου η εθνική μας γλώσσα παίρνει ευγένεια και γλύ­καν ανάλογη της ψυχής που ερμηνεύει. και ο στίχος, ενώ ακο­λουθεί το περπά­τημα του δημοτικού στίχου, ξεχωριστά ομορφαίνεται από μια κυματιστή χάρη κι από ευρυθμία […]».123 Αλλά και για επιμέρους ποιητικές συνθέσεις του Τυ­πάλδου οι κρίσεις του παραμένουν εύστοχες.124 Επαινετικός είναι ο παλαμικός λόγος και για τις απόψεις του Τυπάλδου για τη νεοελληνική γλώσσα και ποί­ηση, όπως αυτές διατυπώνονται στα πεζά του «Η γλώσσα», «Εις μνημόσυνον Διονυσίου Σολωμού» και «Φιλολογική Επιστολή». Για το τε­λευταίο υπογραμ­μίζει ο Παλαμάς: «Μέσα σ’ αυτήν αναζεί [ο Τυπάλδος] ολό­κληρος με τα ιδανικά του, και λίγο καιρό πριν ολότελα να σβήσει, ρίχνει τις τελευταίες αναλαμπές του φωτός του επάνω σε ό,τι στη ζωή τον είχε βαθύτερα συγκινήσει […]».125
Με τον Κεφαλονίτη λογοτέχνη, λεξικογράφο και στοχαστή Ιωάννη Ζερβό (Κέρκυρα 1875 – Αθήνα 1944)126 φιλική και πνευματική ήταν η επαφή του Παλαμά. Σ’ επιστολή του ο Ζερβός τον είχε αποκαλέσει «Δάσκαλο» και ο Παλαμάς του απάντησε: «Δάσκαλος εγώ ή μαθητής μπρο­στά σου;».127 Κάποια άλλη χρονική στιγμή του αφιέρωσε το εκτενές ποίημά του «Η Αφροδίτη στον Πυγμαλίωνα».128 Ο Ζερβός ταυτιζόταν πλήρως με την πα­λαμική άποψη για την Επτανησιακή Σχολή,129 και από την άλλη πλευρά ο Πα­λαμάς εκτιμούσε ιδιαί­τερα την πολυμάθεια και τη διανοητική δύναμη του Κε­φαλονίτη λόγιου. «Έργα πρωτοφανή» χαρακτήρισε το φιλοσοφικό του δοκίμιο Ιστορία της Ιδέας και το λογοτέχνημά του Μύθοι της ζωής. «Μέσα εις αυτά η φιλοσοφική διανόησις συμπλέκει τον πεζόν λόγον ως ύφασμα εξειργασμένον καλλιτεχνικώς […]».130 Για την ποιητική σύνθεσή του Τραγούδια του καλού καιρού ο Παλαμάς είναι συγκεκριμένος: «Εδώ κι’ εκεί παραμελείται ίσως κά­ποια επιθυμητή δι’ εμέ αρ­μονία εις την έκφρασιν, αλλ’ οποία αποζημίωσις από τα άλλα μέρη του βι­βλίου, εκεί όπου ο στίχος και ο κανονικός και ο πολύτρο­πος, χωρίς να μεταπί­πτη εις λιμαρισμένο κομψοτέχνημα, προσλαμβάνει αξιο­θαύμαστον εκφραστι­κήν δύναμιν και η έντασις αυτού συναμιλλάται προς την έκτασιν της ποιήσεως την οποίαν περικλείει. […] Μορφή και ουσία αποτελούσιν αμέριστον σύνολον, την ψυχήν της ποιήσεως ταύτης».131
Ο Παλαμάς, τέλος, εκτιμούσε ιδιαίτερα, παρά τις φιλοσοφικές και ιδεο­λογικές τους διαφορές, τον Κεφαλονίτη νομικό, θεολόγο και φιλόσοφο Ιωάννη Σκαλτσούνη (Ληξούρι 1821 – Κρήτη 1905).132 Χαρακτηριστικός υπήρξε ο δη­μόσιος διάλογος μεταξύ των δύο αυτών ανδρών για τη σχέση θρησκείας και επιστήμης και ειδικότερα για το έμφυτο ή όχι του θρησκευτικού συναισθήμα­τος στον άν­θρωπο σε αθηναϊκή εφημερίδα τον Οκτώβριο – Νοέμβριο του 1894. Τελικά, ο Παλαμάς, ενώ αντικρούει τη θεολογική άποψη του Σκαλτσούνη με επιχειρή­ματα από τις πρόσφατες μελέτες της επιστήμης,133 αναγνωρίζει τη σο­βαρότητα του αγώνα του τελευταίου, η άποψη του οποίου «αξίζει να ακου­σθή». Και καταλή­γει, δημιουργώντας όμως αντίφαση στη δική του επιχειρημα­τολογία: «Ο κ. Σκαλτσούνης αρμόζει να καταλάβη μίαν των πρωτίστων θέσεων μεταξύ των διδασκάλων της ελληνικής νεότητος. Αλλ’ αρμόζει προς τούτοις να εννοήσωμεν ότι βαρύνει ίσως πλειότερον των επιστημονικών αξιωμάτων και των ερίδων των σοφών το αίσθημα του απλοϊκού ανθρώπου, όστις πιστεύει διότι πιστεύει, άνευ επιχειρημάτων, αφαιρέσεων και επαγωγών, και ότι το κάλλιστον επιχεί­ρημα υπέρ της αληθείας του θρησκευτικού αισθήματος είναι η κατάνυξις του ευσεβώς ψιθυρίζοντος το “Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς” !».134
Ο Παλαμάς, τέλος, από την παραμονή του στην Κεφαλονιά το καλο­καίρι του 1876 αλλά και από τις μετέπειτα φιλίες και επαφές του με Κεφαλονί­τες πνευματικούς αν­θρώπους, σχημάτισε συγκεκριμένη αντίληψη για τους κα­τοίκους του νησιού. Τους θεωρεί, όπως αναφέρει στον Δ. Λουκάτο στη γνωστή συ­νέντευξη, «ανθρώπους εξαιρετικούς» και δραστήριους, οι οποίοι ωστόσο δια­θέτουν, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους Επτανήσιους, κάτι το ξεχωριστό, «κάτι το ιδιόρρυθμο», κάτι το… διαβολικό: «μια nevrosite, κάτι ανάμεσα εξυ­πνάδας και τρέλλας».135 Είναι, πάντως, πρακτικοί άνθρωποι, γι’ αυτό και προ­οδεύουν. «Προκόβετε παντού», λέει κατηγορηματικά στο συνομιλητή του Δ. Λουκάτο. «Δουλεύετε».136



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.            Αυτό που εδώ μπορούμε τώρα να αναφέρουμε είναι ότι οι Δ. Γληνός (Σμύρνη 1882 – Αθήνα 1943) και Μ. Τριανταφυλλίδης (Αθήνα 1883-1959) βρέθηκαν στην Κεφαλονιά το Φεβρουάριο του 1924 απεσταλμένοι του Υπουργείου Παι­δείας με την ευκαιρία συνεδρίου των εκπαιδευτικών της Κεφαλονιάς με θέμα τη σωστή διδασκαλία της δημοτικής στην εκπαίδευση. Βλ. εφ. Τελώνιον, φ. 257, 11-2-1924, σ. 2α και εφ. Εληά, φ. 104, 16-2-1924, σ. 1α-γ. Πρβλ. Αγγελο-Δι­ονύσης Δεμπόνος, Η γένεση και τα πάθη μιας Πολιτείας (Το Αργοστόλι αγω­νίζεται), Αργοστόλι 1981, σσ. 394, 396. ο ίδιος, Σταθμοί, Αργοστόλι 1994, σσ. 410-412. Η παρουσία των δύο διανοουμένων δημοτικιστών στην Κεφαλονιά αναφέρεται και στις «Ση­μειώσεις για τη ζωή και τη δράση του Γληνού» στο βι­βλίο Στη μνήμη Δημήτρη Α. Γληνού. Μελέτες για το έργο του και ανέκδοτα κείμενά του, εκδ. «Τα Νέα Βι­βλία» Α.Ε., Αθήνα 1946, σ. 203: «Το Φλεβάρη του 1924 [ο Δ. Γληνός] με τον Τρι­ανταφυλλίδη οργανώνουν τα διδασκαλικά συνέ­δρια στην Κεφαλονιά, Κόρινθο, Καλαμάτα, Ναύπλιο, Χαλκίδα, Αττικοβοιω­τία». Την ίδια χρονιά (1924) πρέπει να βρέθηκε στην Κεφαλονιά – άγνωστο για ποιο λόγο – ο νεαρός τότε Ιωάννης Κακριδής (Αθήνα 1901 – 1992): Πέρασε από το Αργοστόλι, από το σπίτι του Κεφαλονίτη λόγιου Παναγιώτη Βεργωτή (Αργοστόλι 1841-1916), του οποίου η χήρα τού χάρισε ένα χειρόγραφο τού άνδρα της, πάνω στο οποίο ο Κακριδής έχει σημειώσει «Π. Βεργωτής, Κεφαλληνία 1924» και το οποίο πολύ αργότερα ο δεινός ομηριστής το παρέδωσε στο μελετητή του Π. Βεργωτή Γιώργο Αλισαν­δράτο, όπως ο τελευταίος μας πληροφορεί, βλ. Γιώργος Αλισανδράτος «Πανα­γιώτης Βεργωτής (1841-1916). Σύντομη βιογραφία και δημοσιεύματά του», στον τόμο του Ιδρύματος Κεφαλονιάς και Ιθάκης Μελέτες για την ιστορία και το χώρο των νησιών Κεφαλονιάς και Ιθάκης, Αργοστόλι 1997, σ. 64.
2.            Για τον Γιάννη Ψυχάρη βλ. την αξιόλογη μελέτη του Ε. Κριαρά, Ψυχάρης, Θεσσα­λονίκη 1959.
3.            Έγραφε ο ίδιος, Το Ταξίδι μου, επιμέλεια Άλκης Αγγέλου, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1978, σ. 122: «Αχ ! να μπορούσα ! να είχα δυναμη, νου και ζωή ! να είχα την τέ­χνη και τον τρόπο ! θἄτρεχα  παντού στην Ελλάδα. θα πήγαινα σ’ όλα, σ’ όλα τα χω­ριά ένα ένα. Με το σάκκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα, θα μά­ζωνα. θἄρριχτα μέσα στο σάκκο κόλλες χαρτί. θἄβαζα μέσα κάθε λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα ποδάρια να περπατώ, δέκα αφτιά ν’ακούω ! Σαν κρα­σάκι να πιω τα λόγια του χωρικού. να διω πώς μιλούνε σε κάθε τόπο, ποια γλώσσα μοιάζει με την άλλη, τι ξεχωρίζει το ένα ιδίωμα από τἄλλο, πόσα γλωσ­σικά κέντρα βρίσκουνται στην Ελλάδα, πώς λίγο λίγο μορφώνεται μια γλώσσα, πώς καταντά μια γλώσσα χωριανή να γίνη κοινή σ’ όλους, πώς ξαπλώ­νεται και διαδίδεται, πώς αλλάζει λίγο λίγο στην ψυχή μέσα και στο στόμα η ανθρώπινη λαλιά».
4.            Βλ. πρόχειρα [Χάρης Σακελλαρίου], «Γιάννη Ψυχάρη βιογραφικά», Νεοελληνι­κός Λόγος, τόμ. 27, Μάρτης 1980, σ. 116.
5.            Δεν ανταποκρίνεται, επομένως, στην πραγματικότητα ό,τι έχει γραφεί για επί­σκεψη του Ψυχάρη στην Κεφαλονιά το 1910 (βλ. Α. Ρουχωτάς, «Μικέλης Άβλι­χος, 1844-1917 (Από τις αναμνήσεις μου)», Επτανησιακή Πρωτοχρονιά, 1960, σ. 77) ή ειδι­κότερα στο Ληξούρι το 1912 (βλ. Δ. Σταμέλος, Νεοέλληνες. Πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του 19ου και 20ού αιώνα, Αθήνα [1968], σ. 9).
6.            Ο Ε. Κριαράς, «Ο Ψυχάρης και οι θρησκευτικές και πολιτικές του ιδέες», Ελλη­νικά, τόμ. 12 (1952), σ. 125, αναφέρει ότι ο Ψυχάρης «το 1914 επιχειρεί μια γλωσσική περιοδεία στα Επτάνησα». Ο ίδιος, άλλωστε, ο Ψυχάρης είχε γράψει σχετικά: «Θέλω να κατεβώ στην Ελλάδα. θέλω να τη διω. θ’ αρχίσω από τα Εφτάνησα τα τρισάγια. έπειτα θα πάω στην Κρήτη μας την ξαναγεννημένη. θα τραβήξω ύστερα ίσια με την Κύπρο, το νησί της πρωτόπλαστης Αγάπης. και τό­τες θα περάσω από την Αθήνα, για ν’ ανεβώ στον Παρθενώνα» - από τον πρό­λογο της δεύτερης έκδοσης (1905) του Ταξιδιού, που περιλαμβάνεται στο Ψυχά­ρης, Το Ταξίδι μου, (σύμβουλος έκδοσης Μανώλης Αναγνωστάκης), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1988, σ. 38.
7.            Τις πληροφορίες αυτές τις είχε ο Δ. Λουκάτος από τον Σπύρο Π. Φωκά – Κοσμε­τάτο, διπλωματικό παράγοντα της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι. Βλ. Δημ. Λουκάτος, «Παλαμάς και Ψυχάρης στην Κεφαλονιά. (Φιλολογικά συμπληρώ­ματα)», Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, τχ. 31, Ιούλιος 1974, σσ. 147-148.
8.            Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο Ψυχάρης το 1913 (59 χρονών) χώρισε από τη σύζυγό του Noemi (κόρη του Γάλλου φιλοσόφου Ernest Renan) και παντρεύτηκε τη νεαρή μαθήτριά του Irene Baume, γεγονός για το οποίο η Α. Βαλσαμάκη τον «πείραζε»: «Αφήσατε, κ. Ψυχάρη, τη γυναίκα σας, κόρη του μεγάλου Ρενάν, για να πάρετε την εγγονή σας;» Και ο Ψυχάρης απαντούσε ψύχραιμα: «Ο έρως κυ­ρία μου τα έκαμε όλα αυτά !». Με αφορμή αυτή τη στιχομυθία ο νιόπαντρος Ψυ­χά­ρης ρώτησε την κ. Βαλσαμάκη πού να πάει στην Ελλάδα για το μήνα του μέλι­τος, για να πάρει την απάντηση: «“Μα να πάτε στην Κεφαλονιά !” “Δεν είναι εκεί πολύ ακριβά;” ρώτησε ο Ψυχάρης. “Θα σας στείλω στο σπίτι μου, στην Πεσσάδα, που θα τα έχετε όλα. Τ’ άλλα σας έξοδα θα είναι μόνο 5 δραχμές την ημέρα”», Δ. Λουκάτος, ό.π., σ. 147.
9.            Έγραφε σχετικά η εφ. Ζιζάνιον, φ. 814, 31-5-1914, 4δ: «Οι κύκλοι των εγχωρίων λογίων διατελούσιν εις συγκίνησιν. Ανηγγέλθη η προσεχής άφιξις του Ψυχάρη, του μεγάλου αιρεσιάρχου της γλώσσης και προετοιμάζονται εις γλωσσολογικήν συζήτησιν». Και λίγο παρακάτω σκωπτικά διευκρίνιζε: «ενώ ο άνθρωπος, διά να αποφύγη ακριβώς τας συζητήσεις, ηθέλησε να καταφύγη εις εν μοναστήριον». Οι άλλες τοπικές εφημερίδες εκείνης της εποχής, οι σωζόμενες στην Κοργιαλένεια Βιβλιοθήκη του Αργοστολιού, δεν αναφέρθηκαν καθόλου στο γεγονός αυτό.
10.        Βλ. Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, εκδ. Μπουκου­μάνη, Αθήναι 21973, σσ. 172-183.
11.        Αντιγράφουμε δυο ενδιαφέροντα σατιρικά στιχουργήματα από το Ζιζάνιον εκεί­νης της εποχής. Στο πρώτο, με τίτλο «Στους μαλλιαρούς» και υπογραφή Φάλσταφ, διαβάζουμε: «Κουρέως Μιστριώτου η ψαλλίς, / τάς κεφαλάς σας κεί­ρασα εν χρω, / κινδύνους απεσόβησε μοιραίους, / επαπειλούντας ύπαρξιν φυ­λής, / κατέστησε δ’ υμάς κατσιδιαρέους / εν χρόνω σας κακώ τε και ψυχρώ. / Εσέ δε τον Ψυχάρην, τον δεινόν, / της Κεχριμπάρας κι Όνησας νουνόν, / την γλώσσαν σου αμειλίκτως πέρα πέρα / απέκοψε και τώρα… μπλδου, μπλδου, μπλδέρα ! / […]», εφ. Ζιζάνιον, φ. 620, 26-3-1911, 2β. Το δεύτερο τιτλοφορείται «Κατά των μαλλια­ρών» και υπογράφεται από τον Χωριάτη [= Παναγή Γεωργό­πουλο]: «[…] Κράζοντες διαπρησίως / γεγωνυία τη φωνή / “Συναχθήτε δημοσίως / της πατρίδος οι σπανοί, / προστατέψετε τη γλώσσα / ποὔναι πράμα ιερόν / και σπουδαίως κινδυνεύει / από τρίχες μαλλια­ρών. / Αν σπανοί γενναίοι είστε / μη μιλείτε κου­τουρού, / παρά πιάστε να μαθί­στε / κι’ ούτε τρίχα μην αφήστε / σε κεφάλι μαλ­λιαρού. / Κι έτσι ζήτημα μεγάλο / στην πατρίδα θα γενή / που τη μαλλιαρή τη γλώσσα / θα μαθίσουμ’ οι σπανοί”», εφ. Ζιζάνιον, φ. 623, 16-4-1911, 3β.
12.        Βλ. εφ. Ζιζάνιον, φ. 816, 7-6-1914, 1β-γ: τίτλος του «Ευθυμογραφία – Γλωσσολο­γία» και υπογραφή «Ο μυστικός».
13.        Το κείμενο αυτό αναδημοσίευσε ο Νικόλαος Τζουγανάτος, «Ένα ταξίδι του Ψυ­χάρη στην Κεφαλονιά», Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, τχ. 30, Ιούνιος 1974, σσ. 130-131 (= Ν. Τζουγανάτος, Μελετήματα Ιστορίας και Λαογραφίας της Κεφαλο­νιάς, τόμ. Β΄, έκδοση του Συλλόγου «Λειβαθώ» Κεφαλονιάς, Αθήνα 1996, σσ. 788-789).
14.        Ο Παναγής Τσιτσέλης δήλωνε ότι δε θέλει να πλησιάσει «τον διαφθορέα της γλώσ­σης», εφ. Ζιζάνιον, φ. 818, 14-6-1914.
15.        Στην Πεσάδα ή Πεσάδες, στην περιοχή της Λιβαθώς, η οικογένεια Βαλσαμάκη κατοικούσε από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, βλ. Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλλη­νιακά Σύμμικτα, τόμ. Α΄, εν Αθήναις 1904, σσ. 43-44.
16.        Για τη ζωή, το έργο και την προσφορά του Δ. Λαυράγκα βλ. Γιώργος Ραυτόπου­λος, Διονύσης Λαυράγκας 1860-1941, ένας ιδεολόγος της μουσικής μας ζωής. Από τη ζωή και το έργο του, έκδοση Μουσικής Εταιρίας «Διονύσης Λαυράγκας» [Αθήνα 1993].
17.        Δ. Λαυράγκας, Απομνημονεύματα, εκδ. Γκοβόστη, [Αθήνα 1939], σ. 243. Πρό­σφατα (2009) είχαμε τη δεύτερη έκδοση του έργου από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, με τίτλο Τ’ απομνημονεύματά μου. βλ. σ. 248.
18.        Για τον Γ. Μολφέτα βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., σ. 681. Ανδρέας Καλογηράς, Η σά­τυρα στην Κεφαλονιά, τόμ. Α΄: «Ο σατυρικός Μολφέτας, το «Ζιζάνιον» και οι συ­νεργάται του», Αθήνα 1939. Ευρώπη Μοσχονά – Μαραγκάκη, Ο Σατιρικός ποιη­τής Γεώργιος Γερ. Μολφέτας. Η ζωή και το έργο του (Μελέτη), Αργοστόλι 2004.
19.        Για τον Μ. Άβλιχο βλ. Χαρίλ. Αντωνάτος, «Μικέλης Άβλιχος. Η ζωή του και το έργο του», Νουμάς, αρ. 683, 9 Μαΐου 1920, σσ. 294-302. [Χαράλ. Λιναρδάτος, επιμέλεια], Μικέλη Άβλιχου, Τα Ποιήματα, Αθήναι 1959. Αριστείδης Ρουχωτάς, Τα Άπαντα Μικέλη Άβλιχου, Αθήναι 1976. Γιώργος Αλισανδράτος, «Τα πενήντα χρόνια του Μικέλη Άβλιχου. (Η τύχη των χειρογράφων του. Ένα λησμονημένο ποίημά του)», Νέα Εστία, τόμ. 83 (1968), σσ. 48-54. ο ίδιος, «Ανέκδοτα γράμματα του Μικέλη Άβλιχου», Παρνασσός, τόμ. 17 (1975), σσ. 86-110. ο ίδιος, «Ο “Αμα­νές” του Μικέλη Άβλιχου. (Βαλαωρίτης, Άβλιχος, Πανάς, Κονεμένος, Παλαμάς)», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 1 (1976), σσ. 1-50. ο ίδιος, «Ο ποιητής Μικέλης Άβλιχος (Ληξούρι, 1844-1917)», Πρακτικά Εικοστού Πρώτου Συμποσίου Ποίη­σης: Οι ξεχασμένοι μας ποιητές, Πανεπιστήμιο Πατρών, 6-8 Ιουλίου 2001, εκδ. Περί τεχνών, Πάτρα 2002, σσ. 38-55. Βλ. Επίσης το αφιέρωμα στον Μ. Άβλιχο του περιοδικού του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς – Ιθάκης Κυμοθόη, τχ. 17 (2007), όπου γράφουν Θεοδόσης Πυλαρινός, Πέτρος Πετράτος, Γεράσιμος Γαλα­νός και Χαρά Καλογηράτου, σσ. 5-104.
20.        Ιωάννης Μακρής, «Ο Μολφέτας», Παγκεφαλληνιακόν Ημερολόγιον, 1938, σ. 229.
21.        Για την Παρισινή Κομμούνα βλ. ενδεικτικά Προσπέρ – Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η ιστο­ρία της Παρισινής Κομμούνας του 1871, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, τόμ. Α΄, μτφρ. Χρ. Θεοδωροπούλου, Αθήνα 2005 και τόμ. Β΄, μτφρ. Άντα Γαρμπή, Αθήνα 2006. Έλλη Παππά, Κομμούνα του 1871… Η επανάσταση του 21ου αιώνα, εκδ. Δελ­φίνι, Αθήνα 1992. Για τον αντίκτυπο των γεγονότων της Κομμούνας στην Ελλάδα βλ. Μ. Μ. Παπαϊωάννου, Η Παρισινή Κομμούνα και η Ελλάδα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1995.
22.        Βλ. σχετικά Πέτρος Πετράτος, «Ο πολιτικός Μικέλης Άβλιχος. Ανίχνευση στοι­χείων», Κυμοθόη, τχ. 17 (2007), σσ. 52-55.
23.        Κατά τη διάρκεια και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Ψυχάρης στρέφεται ιδεο­λογικά προς συντηρητικές θέσεις. Γι’ αυτήν την ιδεολογική του μεταστροφή βλ. Ε. Κριαράς, «Ο Ψυχάρης και οι θρησκευτικές και πολιτικές του ιδέες», ό.π., σσ. 124-132.
24.        Στον Μικέλη Τζαννάτο, τον «Μικέλη του Μικελάκη [του Άβλιχου]», όπως τον αποκαλούσαν, οφείλεται και η διάσωση των χειρογράφων, όταν ο Άβλιχος τα έδωσε του Μ. Τζαννάτου να τα πετάξει στα σκουπίδια, βλ. Α. Ρουχωτάς, ό.π., σσ. 4, 15. Για τον Μ. Τζαννάτο βλ. επίσης Χ., «Ο Μικέλης», Παγκεφαλληνιακόν Ημε­ρολόγιον, 1938, σσ. 235-236.
25.        Α. Ρουχωτάς, ό.π., σ. 180. Για το ίδιο γεγονός, βέβαια, έχουμε άλλες δύο εκδοχές: Στο Νουμά, αρ. 683, 9 Μαΐου 1920, σ. 302β, στη στήλη «Ανέκδοτα του Άβλιχου» διαβάζουμε: «Όταν ο Ψυχάρης στα 1912 [sic] πήγε στην Κεφαλονιά σταλμένος από τη Γαλλική Κυβέρνηση για επιστημονική εργασία, περνώντας από το Λη­ξούρι, ζήτησε, πρώτα πρώτα τον Άβλιχο. Ο Μικελάκης έτυχε να λείπει τη μέρα κείνη στο Αργοστόλι. Ο Ψυχάρης έγραψε τότε στην οξώπορτα του σπιτιού του με κιμωλία: Τω Μικελάκη χαίρειν, Ψυχάρης». Και ο Δ. Σταμέλος, ό.π., σ. 9, ανα­φέρει: «Κι επειδή στάθηκε [ο Ψυχάρης] άτυχος, μια που ο Μικελάκης [Άβλιχος] την ώρα της επίσκεψής του έλειπε από το σπίτι, έγραψε με κιμωλία στην εξώ­πορτα “Τω Μικελάκη, χαίρειν, Ψυχάρης”».
26.        Αυτό το συμβάν το διηγήθηκε ο ίδιος ο Ψυχάρης, επιστρέφοντας στο Παρίσι, στον Σπ. Φωκά – Κοσμετάτο και ο τελευταίος το μετέφερε στον Δ. Λουκάτο, βλ. Δ. Λουκάτος, ό.π., σ. 148.
27.        «Οι παλαιότεροι του θυμούνται [τον Ψυχάρη] να σταματαίνη από πόρτα σε πόρτα, στις λαϊκές μάλιστα γειτονιές, και να πιάνη συζητήσεις με τα γεροντά­κια και τις γριούλες, για ν’ ακούη και να σημειώνη στα χαρτιά του κάθε ιδιω­ματική λέξη ή έκφραση, που άξιζε να καταγραφή», Ν. Τζουγανάτος, ό.π., σ. 131 (= Ν. Τζουγανάτος, Μελετήματα…, ό.π., σσ. 789-790).
28.        Για τον Ν. Τζουγανάτο βλ. Μελετήματα…, ό.π., τόμ. Α΄, έκδοση του Συλλόγου «Λειβαθώ» Κεφαλονιάς, Αθήνα 1996, σσ. 13-24.
29.        Ν. Τζουγανάτος, «Ένα ταξίδι του Ψυχάρη στην Κεφαλονιά», ό.π., σ. 131 (= Ν. Τζουγανάτος, Μελετήματα…, ό.π., σ. 790).
30.        Εφ. Ζιζάνιον, φ. 818, 14-6-1914.
31.        Δ. Λαυράγκας, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 243. (Και στη δεύτερη έκδοση σ. 249).
32.        Αυτό έχει παρατηρήσει ο Δ. Λουκάτος, ό.π., σσ. 147-148. Πράγματι, γράφει ο Α. Λασκαράτος, Άπαντα, Εισαγωγή – κριτική ανθολογία – γλωσσάριο – βιβλιο­γραφία Αλέκου Παπαγεωργίου, τόμ. Β΄, εκδ. Άτλας Ο.Ε., Αθήνα 1959, σ. 403, στο ποίημά του «Το Ληξούρι εις τους 1836», Ραψωδία Δέφτερη, στροφή 4: «Εγε­λάσανε κ’ είπανε πως πάνε / να φάνε και να πιούνε στην υγειά τους. / και πως αν τους βαλθή, έπειτα περνάνε / εκεί με τα ταμπουρλονιάκαρά τους / και ξενυ­χτούνε στην Αγια-Τριάδα / για ναν τους κάμουνε μια σερενάδα». Και στο Γλωσ­σάριο του ίδιου έργου, ό.π., τόμ. Γ΄, σ. 611 διαβάζουμε τη συνεκδοχική ίσως ση­μασία της λέξης: «ο θόρυβος μουσικών οργάνων, χωρίς ρυθμό, που συνοδεύεται με τυμπανοκρουσίες». Πρβλ. Διονύσης Πανταζάτος, Για να μη σβύσει η παλιά Κεφαλονίτικη και Θιακιά ντοπιολαλιά, 2000, στο λ. ταμπουρλονιάκαρα.
33.        Βλ. Γεράσιμος Χυτήρης, Κερκυραϊκό γλωσσάρι – Ακατάγραφες και δίσημες λέ­ξεις, Κέρκυρα 21992, σ. 186: «ταμπουρλονιάκαρα (τα) = τα μουσικά όργανα του χορού στο παρελθόν, στην ύπαιθρο: ταμπούρλο και νιάκαρη = αυλός». Νιάκαρο (το) ή νάκαρο (το) ή νιάκαρη (η), ή ανακαράς (ο): όλα είναι βυζαντινά, προερ­χόμενα από το παλαιότερο ιταλικό naccaro και αυτό με επίδραση του βενετικού gnacara ή από το αραβικό naqqara. Βλ. τα παραπάνω λήμματα στο Εμμανουήλ Κριαράς, Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), τόμ. ΙΑ΄, Θεσσαλονίκη 1990 και τόμ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1971, αντίστοιχα.
34.        Βλ. γι’ αυτόν Μαριέττα Γρ. Καλογηράτου, «Χρήστος Βου(τσι)νάς. Μια πρώτη προσέγγιση μέσα από τη σάτιρα και το περιοδικό του», Κυμοθόη, τχ. 18 (2008), σσ. 271-278, όπου και Εργογραφία του Βουνά.
35.        Χρήστος Βουνάς, «Λαυράγκας και Ψυχάρης», Η Ηχώ του Ιονίου, τχ. 48-50, Ιούλ.-Αύγ.-Σεπτ. 1950, σ. 21.
36.        Βλ. Ψυχάρης, «Οι Ψυχάρηδες, στο έργο Γ. Ζολώτας, Αιμ. Σάρος, Ιστορία της Χίου, τόμ. Γβ΄, Αθήνα 1928, σσ. 852-854.
37.        Ψυχάρης, Το Ταξίδι μου, ό.π., σ. 11.
38.        Βλ. εφ. Ζιζάνιον, φ. 827, 2-8-1914, 4β.
39.        Ε. Κριαράς, ό.π., σ. 125.
40.        «Πάει ο φίλος μου ο μοναδικός, η γλυκειά μου ζήση, το παιδί μου, τ’ αδέρφι μου, κι’ όπως το ’ψαλα στο ποίημά μου, ο πατέρας μου, γιατί συχνά με παρα­στάθηκε σαν πατέρας», έχει χαρακτηριστικά γράψει ο ίδιος ο Ψυχάρης, «Οι Ψυ­χάρηδες», ό.π., σ. 864.
41.        Βλ. Α. Ρουχωτάς, ό.π., σ. 118: «Στον Ψυχάρη – Γράμμα συλλυπητήριο για το θά­νατο του  παιδιού του –: Κατάρα νἄχη ο πόλεμος / που τους βλαστούς θερίζει. / Κατάρα η Δόξα η μάταιη / που σπέρνει συφορές, / που αγαπημένα αντρόγυνα / αλύπητα χωρίζει, / οπού γονέων απάνθρωπα / σουβλίζει τις καρδίες. / Σε σε, πα­τέρα δύστυχε, / τα λόγια τούτα λέω / στο σκοτωμό του τέκνου σου / με θλίψη της ψυχής / και τον αγιάτρευτο χαμό / φίλος μαζί σου κλαίω / ποτήρι που σ’ εκέρασε ο πόλεμος να πιης».
42.        Δ. Λουκάτος, ό.π., σ. 148.
43.        Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, παραπονιόταν ο Ψυχάρης στον Κεφαλο­νίτη διπλωμάτη Σπ. Φωκά Κοσμετάτο ότι δεν ήταν πολλοί εκείνοι οι Κεφαλονί­τες που αγόρασαν το τελευταίο του βιβλίο, εννοώντας προφανώς το μυθιστό­ρημά του Αγνή (1913), βλ. Δ. Λουκάτος, ό.π., σ. 148. Ειδικά γι’ αυτό το μυθιστό­ρημα βλ. αρνητική κριτική στην εφ. Φωστήρ, φ. 184, 14-7-1914, 4αβ: Είναι «αηδι­αστικόν», «εμετικόν» μυθιστόρημα, γι’ αυτό προτείνεται από τον ανώνυμο αρ­θρογράφο να χορηγείται στους δηλητηριαζόμενους για την «πρόκληση ξερατού». κάθε άλλο παρά αγνή είναι η Αγνή, καθώς «εδοκιμάστηκεν εν τω πυρί των κυ­νι­κών καυμάτων και τω καθαρτηρίω πυρί της “Αγνής”, η οποία διήγειρεν ημίν και άλλο πυρ ευνόητον».
44.        Το περιστατικό αφηγήθηκε ο Σπ. Φωκάς Κοσμετάτος στον Δ. Λουκάτο, βλ. Δ. Λου­κάτος, ό.π., σ. 148.
45.        Βλ. Ψυχάρης, «Διαγωνισμός για τη γλώσσα», εφ. Το Άστυ, 22 και 23-6-1900, και ο ίδιος, «Διαγωνισμός για τη γλώσσα 1901. Τα βραβεία», εφ. Το Άστυ, 19-10-1901, σ. 2 [= Ψυχάρης, Ρόδα και μήλα, τόμ. Δ΄, Αθήνα 1907, σσ. 102-104].
46.        Βλ. γι’ αυτόν στην επόμενη ενότητα (και τη δική μας σημείωση 106). Εδώ απλώς σημειώ­νουμε ότι ήταν οπαδός της δημοτικής, την οποία υποστήριξε με αξιόλογες μελέ­τες.
47.        Αυτό το από 211 φύλλα αποτελούμενο χειρόγραφο του Π. Βεργωτή παραμένει ακόμη ανέκδοτο. Βλ. Γ. Αλισανδράτος, «Παναγιώτης Βεργωτής (1841-1916). Σύ­ντομη βιογραφία και δημοσιεύματά του», ό.π., σσ. 18, 65-66.
48.        Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 41985, σ. 199.
49.        Γ. Π. Σαββίδης, Αριστοτέλης, Βαλαωρίτης, Φωτεινός, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1970, σ. 12. Βλ. επίσης Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Ίκα­ρος, Αθήνα 61975, σ. 397.
50.        Βλ. την ειδική για το θέμα αυτό μελέτη του Γ. Αλισανδράτου, «Πώς είδε ο Παλα­μάς τους Επτανήσιους ποιητές», Εκηβόλος, τχ. 14, Άνοιξη 1986, σσ. 1177-1253.
51.        Κώστας Δαφνής, «Τα Επτανησιακά Γράμματα και ο Παλαμάς», Πρακτικά Τρί­του Πανιονίου Συνεδρίου (23-29 Σεπτ. 1965), τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1969, σ. 339.
52.        Βενετία Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτε­χνίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σ. 201.
53.        «Η περιπλάνηση του Παλαμά ανάμεσα στην ποιητική παραγωγή της Επτανήσου ήταν μια συνεχής άσκηση της ευαισθησίας του και της ιδιοσυγκρασίας του, ωσό­του καταλήξει στον Σολωμό», Αίμιλιος Χουρμούζιος, Ο Παλαμάς και η εποχή του, τόμ. Α΄, Αθήνα [1944], σ. 354. Γράφει χαρακτηριστικά η Β. Αποστολί­δου, «Η συμβολή του Κωστή Παλαμά στην αναγνώριση της Επτανησιακής Σχο­λής», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Αργοστόλι – Ληξούρι 17-21 Μαΐου 1986), τόμ. 4, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργο­στόλι 1991, σ. 240: «Αν παρακολουθήσει κανείς προσεκτικά τα στάδια της προ­σέγγι­σης της επτανησιακής σχολής από τον Παλαμά, θα διαπιστώσει, αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε ίσως, πως το ενδιαφέρον του κινείται από τους υπόλοιπους επτανήσιους ποιητές προς τον Σολωμό και όχι από τον Σολωμό προς τους επιγό­νους, μέλη της σχολής».
54.        Καθίσταται βάσιμη η άποψη, με βάση πρόσφατες παρατηρήσεις, συ­γκρίσεις και συμπεράσματα συγχρόνων μελετητών της νεοελληνικής λογοτεχνίας ότι ο βαθύ­τερος στόχος της μελέτης των Επτανησίων ποιητών και της ανάδειξης του σολω­μικού έργου «δεν θα μπορούσε να είναι άλλος παρά ο Παλαμάς να προλειάνει το έδαφος για να καταλάβει ο ίδιος στη σύγχρονή του Αθήνα τον αρχηγικό ρόλο που αναγνώρισε ότι είχε ο Σολωμός στο λογοτεχνικό του περι­βάλλον, τα Επτά­νησα του 19ου αιώνα», Ευριπίδης Γαραντούδης, Οι Επτανήσιοι και ο Σο­λωμός: Όψεις μιας σύνθετης σχέσης (1850-1950), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001, σ. 38. Και θα το πετύχαινε αυτό ο Παλαμάς, αν προέβαλλε και υπο­γράμμιζε – όπως πράγματι προέβαλε και υπογράμμισε στις σχετικές με τον Σο­λωμό μελέτες του – την αποσπασματικότητα της σολωμικής ποίησης, τα «αξιο­θαύμαστα ερεί­πια, [αλλά] πάντως ερείπια», ενώ από την άλλη πλευρά υψωνόταν το δικό του «άρ­τιο, ολοκληρωμένο έργο» και έτσι ο τότε αναγνώστης θα προχω­ρούσε «σε σύ­γκριση της εικόνας της παλαιότερης ποίησης με την εικόνα της συγκαιριανής του ποίησης, σύγκριση η οποία ευνοούσε τον Παλαμά», ό.π., σ. 43. (Στις παρα­πάνω σελίδες πλούσιες υποσημειώσεις με τη σχετική βιβλιογραφία για το θέμα αυτό).
55.        Έχει γράψει χαρακτηριστικά ο Ανδρέας Καραντώνης, Κωστής Παλαμάς (Από τη ζωή και το έργο του), εκδ. Νικόδημος, Αθήνα [1979], σ. 558: «Ο επτανησιακός πολιτισμός […] ζωογόνησε τον νεαρό και μαχόμενο δημοτικισμό […], που χρεια­ζό­ταν και μεγάλα πρότυπα ποιητικής και λογοτεχνικής δημιουργίας, όπως ήταν το λησμονημένο έργο του Σολωμού».
56.        Το ποίημα συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Η Πολιτεία και η Μοναξιά, βλ. Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τόμ. 5, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα [1964], σσ. 343-345. Να, μερικοί στίχοι δηλωτικοί του θαυμασμού και της αγάπης του ποιητή προς τα Επτάνησα και τους ανθρώπους τους: «[…] Λάμπεις, Ιόνιο Πέλαγο, σα νάσαι από διαμά­ντια. / […] / Κ’ η εφτάδιπλη ομορφάδα τους εφτάφωτη είναι πούλια. / […] / Ζά­κυνθο, χαίρε, ολόανθη, Κεφαλονιά δουλεύτρα, / ως Κύθηρα, ω Παξοί, / κ’ εσύ του νου και της καρδιάς, ω Κέρκυρα, μαγεύτρα, / και Ιθάκη εσύ ακουστή. / Χαίρε κ’ εσύ της Ρούμελης γειτόνισσα, ω Λευκάδα, / του αρματωλού φωλιά ! / […] / Πάντα, καθώς απ’ τον καιρό του θείου Ομήρου, ως τώρα / που ανθίζει ο Σολωμός, / […] / του Καποδίστρια η ψυχή κι ο ίσκιος του Οδυσσέα / φιλιούνται ταιριαστά. / Άμποτε από το ταίριασμα κι από το φίλημά τους / κάποιος να γεν­νηθή, / πλά­στης, απάνου απ’ τους γκρεμούς κι απάνου απ’ τους θανάτους, / με λόγο ή με σπαθί !».
57.        «Διάβα γληγορώτατο, μιας ώρας μόλις. και ζωηρότατη εντύπωση κόσμου αγνώρι­στου ως τότε ονειρευτού», έχει σημειώσει ο Παλαμάς στον Πρόλογο του έργου Διονύσιος Σολωμός, Άπαντα τα Ευρισκόμενα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, εν Αθήναις 1901, σ. ι΄. Πρβλ. Νίκος Βέης, «Από τα ταξίδια του Κωστή Παλαμά. (Α΄ 1865-1881)», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τόμ. 4 (1949-1950), σ. 56.
58.        Βλ. Κ. Παλαμάς, Αλληλογραφία, τόμ. Α΄ (1875-1915), Εισαγωγή – φιλολογική επιμέλεια, σημειώσεις Κ. Γ. Κασίνης, Αθήνα 1975, σ. οε΄.
59.        Το κείμενο εκείνο του Δ. Λουκάτου με τη συνομιλία του με τον Παλαμά δημοσιεύ­θηκε στο περιοδικό Η Ηχώ, τχ. 43, Μάρτιος 1936, σσ. 4-6, με τίτλο «Ο Ποιητής κι’ η Κεφαλονιά [= Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 14, εκδ. Γκοβόστη, σ. 423. Για εκείνη τη συνέντευξη έχει γράψει ο Δ. Λουκάτος, «Παλαμάς και Ψυχάρης στην Κεφα­λονιά (Φιλολογικά συμπληρώματα)», ό.π., σσ. 146-147.
60.        Βλ. γι’ αυτόν Ηλίας Τσιτσέλης, ό.π., σ. 844. Αγγελο-Διονύσης Δεμπόνος, «Επαμει­νώνδας Άννινος. Εμπνευσμέ­νος στιχουργός ή ονειροπαρμένος αερολόγος ;…», Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, τχ. 69-70, Σεπτ.-Οκτ. 1977, σσ. 175-181.
61.        Πρόκειται για ένα σύντομο δημοσίευμα του Κ. Παλαμά στην εφ. Εμπρός, 29-5-1914, σ. 1, με τίτλο «Ηλίας Ζερβός» και υπογραφή Π., που γράφτηκε με την ευ­καιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την Ένωση των Επτανήσων με την Ελ­λάδα. Το κείμενο αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, με υπέρτιτλο «Ο Ηλίας Ζερβός και ο Κωστής Παλαμάς», και τίτλο «Ηλίας Ζερβός», τχ. 29, Μάιος 1974, σσ. 100-101. Έχει συμπεριληφθεί στο Κωστής Παλαμάς, ό.π., τόμ. 4, εκδ. Μπίρης, σσ. 520-522.
62.        Βλ. Α.-Δ. Δεμπόνος, ό.π., σ. 175.
63.        «Ο Ηλίας Ζερβός και ο Κωστής Παλαμάς», ό.π., σ. 100 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., σ. 521].
64.        Βλ. γι’ αυτόν Η. Τσιτσέλης, ό.π., σσ. 10-13.
65.        Δ. Λουκάτος, «Ο Ποιητής κι’ η Κεφαλονιά», ό.π., σ. 5 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 14, εκδ. Γκοβόστη, φ. 422].
66.        Βλ. συνεντεύξεις του Ποιητή, όπου αναφέρεται αυτή η πρωτοβουλία, Κ. Πα­λα­μάς, ό.π., σσ. 82-85, 104-106. Επίσης βλ. Γ. Αννιάς, «Μπάμπης Άννι­νος», Παγκε­φαλληνιακόν Ημερολόγιον, Αργοστόλι 1939, σ. 256.
67.        Λεύκωμα επί τη συμπληρώσει της τριακονταετηρίδος του φιλολογικού σταδίου του Χαραλάμπους Αννίνου, 1869-1899, εν. Αθήναις 1900, σ. 77 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., σ. 42].
68.        Για τον Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., σσ. 143-168. Χρίστος Θεοδω­ράτος, «Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος (1814-1894)», στον τόμο Αφιέρωμα εις Κωνσταντίνον Άμαντον, Αθήναι 1940, σσ. 303-320.
69.        «Ο Ηλίας Ζερβός και ο Κωστής Παλαμάς», ό.π., σ. 100 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 4, σ. 521].
70.        Ό.π.
71.        «Ο Ηλίας Ζερβός και ο Κωστής Παλαμάς», ό.π., σ. 100 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., σσ. 521-522].
72.        «Τιμά, από το 1875, τον Λασκαράτο […]», Κ. Θ. Δημαράς, ό.π., σ. 389.
73.        Δ. Λουκάτος, ό.π., σ. 5 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 14, σ. 421].
74.        Δ. Λουκάτος, ό.π., σ. 6 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., σ. 423].
75.        Βλ. γι’ αυτά Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 1226-1229.
76.        Κατά τη συζήτησή του με τον Δ. Λουκάτο υπογραμμίζει ιδιαίτερα αυτό το στοι­χείο της πολεμικής του Λασκαράτου κατά των προλήψεων: «Η αντικληρική του πολεμική ήταν ένας επίμονος αγώνας. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να μη συμμερι­σθή την αγανάκτησή του για την τυραννία, που ασκούσανε πάνω στην ανθρώ­πινη σκέψη οι προλήψεις της εποχής του κι’ οι νεκροί τύποι της θρησκείας. Μα έμεινε στενά κλεισμένος μέσα σ’ αυτήν την πολεμική κι’ εκδηλώθηκε πολύ απο­κλειστικά», Δ. Λουκάτος, ό.π., σ. 5 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., σ. 421].
77.        Κ. Παλαμάς, «Ο Λασκαράτος και η σατιρική ποίησις», εφ. Το Άστυ, 27-3-1899 [= Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τόμ. 2, εκδ. Μπίρης, σσ. 81-87]. Βλ. και Η. Τσιτσέλης, ό.π., σσ. 720, 722.
78.        Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 8, εκδ. Μπίρης, σσ. 191, 193.
79.        Για την ιστορία του Δρομοκαΐτειου Ψυχιατρικού Θεραπευτηρίου αλλά και την εκεί παρουσία πνευματικών ανθρώπων στα «ταραγμένα» χρόνια της ζωής τους βλ. Μαρία Φαφαλιού, Ιερά οδός 343, εκδ. Κέδρος, [Αθήνα 1995].
80.        Βλ. κείμενο του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου στο περιοδικό Εικόνες, αρ. 369, 22-3-2009 (κυκλοφορεί με το Έθνος της Κυριακής) με τίτλο «Κωστής Παλαμάς. Το ανέκδοτο εφηβικό έργο του», σσ. 32-38.
81.        Στο ίδιο χειρόγραφο, εκτός από το ποίημα του Κ(ωστή) Μ(ιχαήλ) Π(αλαμά), υπάρ­χει και δεύτερο, πάλι με ακροστιχίδα το όνομα της όμορφης Κεφαλονίτισ­σας, γραμμένο από το φίλο του Παλαμά ποιητή Νίκο Καμπά (1857-1939), με υπογραφή Ωρίων, βλ. ό.π., σσ. 35, 36.
82.        «[…] Λατρευομένη, πάναγνος, μυρόεσσα, ακμαία, / λαμπράν ψυχήν να ενδυθούν οι πόθοι, της ψυχής σου, / άγιος νύμφης στέφανος να στέψει σε, ω νέα…», ό.π., σ. 36.
83.        «Εντός εμού ενίοτε αισθάνομ’ άγνωστον τι / συναίσθημα ενδόμυχον, βαθύ, αόρι­στον τι, / ηδύτητα ανέκφραστον εντός εμού ενσπείρον, / κι’ εις ρεμβασμούς το πνεύμα μου και σκέψεις επισύρον. / Είναι ωραία η στιγμή αυτή του πνεύματός μου. / […] / Ναι. αι καρδίαι εννοούν παλμούς τους ενδομύχους. / Και οι ποιηταί ουχί προς νους, λαλούσι προς καρδίας, / των καρδιών των ψάλλοντες παλμούς και τρικυμίας. / Καρδίαν ποία πλάσματα ωραιοτέραν έχουν, / οποία το μυστή­ριον το τιμαλφές κατέχουν / που εννοούν του ποιητού τας εξομολογήσεις / κι’ αισθάνονται του έρωτος τας θείας συγκινήσεις. / […]», ό.π., σ. 38.
84.        «Νεράιδα ήθελα νἄμουνα να καταιβώ σιμά σου / τη νύχτα αυτή, σαν όνειρο γλυκό, να σε κοιμίσω, / […] / Η Ευτυχία νἄμουνα γι’ αυτή τη νύχτα μόνο / να ’ρχό­μουν, με χαρίσματα χρυσά να σε ραντίσω, / το γέλοιο μου το αθάνατο ’ς το στόμα σου ν’ αφήσω, / κι’ ολόδροση να σηκωθής, σαν τον καινούριο χρόνο. / […]», ό.π., σ. 38.
85.        «Κι απάνου απ’ όλα ξέρω πως είμαι, στρογγυλά και χτυπητά, μαλλιαρός απολύ­τως, και πως […] το θεωρώ έπαινό μου και το λογαριάζω δόξα μου μαλλιαρός να κράζωμαι. Και ο μαλλιαρισμός, το είπα και το ξαναλέω, είναι η αρετή μου», Κ. Παλαμάς, «Για να το διαβάσουν και τα παιδιά», Ο Νουμάς, έτος Θ΄, αρ. 424, 20-2-1911, σσ. 113-114 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 6, εκδ. Μπίρης, σσ. 579-582].
86.        Βλ. Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, εκδ. Μπουκου­μάνη, Αθήναι 21973, σσ. 172-183.
87.        Και στις κεφαλονίτικες εφημερίδες εκείνης της περιόδου διαβάζουμε άρθρα, σχό­λια και σατιρικά στιχουργήματα σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα. Ενδεικτικά αντιγράφουμε κάποιους στίχους από το σατιρικό Ζιζάνιον του Γ. Μολφέτα, φ. 8, 11-3-1911: «[…] Κι’ εφανήκαν στη Βουλή / Μαλλιαροί και Κουρεμένοι / με από­φασι καλή / και με γλώσσα τροχισμένη / κι’ αρχινήσανε βρισιές / φάσκελα και μαξιλάρια / με σε τότες βουρλισιές / κι’ έγιναν μαλλιά κουβάρια. […] / Και για φα­ντάσου, Σιληνέ, στις Άγιες ’Βδομάδες / να θέλουνε ν’ αλλάξουνε τη γλώσσα στους παπάδες / να λεν του παπα-Κόκκινου επί τη υποθέσει / φράσεις καινούρ­γιες και ρυθμούς στη γλώσσα του να θέση / κι’ αντί “Κύρι’ ελέησον” να λέγη των Υψίστω / “Συμπάθα μας αφεντικό”. / Βρε τιν’ αυτό μαλλιαρικό / ή θέλουνε ν’ αλ­λάξουνε και του Θεού την πίστι; […]».
88.        Βλ. γι’ αυτά Γ. Αλισανδράτος, «Ανέκδοτα γράμματα του Μικέλη Άβλιχου», Παρ­νασσός, τόμ. 17 (1975), σσ. 89-94. Το ποίημα μαζί με το «Αφιέρωμα» βλ. και Α. Ρουχωτάς Τα Άπαντα Μικέλη Άβλιχου, Αθήναι 1976, σ. 107. Βλ. και σχετικό σχολιασμό Θεοδόσης Πυλαρινός, «Μικέλη Άβλιχου ποιήματα προς ομοτέχνους», Κυμοθόη, τχ. 17 (2007), σσ. 37-38.
89.        Για την αλληλογραφία αυτής της περιόδου βλ. Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 94-102.
90.        Πρόκειται για το σονέτο με τίτλο «Sonetto. / Εις τον ποιητή Παλαμά, / απόκριση εις ένα γράμμα του, / που με έγραφε «συνάδελφο», βλ. Α. Ρουχωτάς, ό.π., σ. 108. Βλ. και Θ. Πυλαρινός, ό.π., σσ. 39-40.
91.        Πρόκειται για το ποίημα με τίτλο «Το τραγούδι. / Απόκριση στον ποιητή Μ. Άβλιχο στο Λιξούρι», βλ. Κ. Παλαμάς, Άπαντα, ό.π., τόμ. 5, Αθήνα 1964, σ. 370. Βλ. και Θ. Πυλαρινός, ό.π., σσ. 40-41. Αναφέρουμε εδώ άλλο ένα ποίημα του Άβλιχου (1912) με τον τίτλο «Άφεσι», αφιερωμένο «του φίλου Κωστή Παλαμά για τη μη απάντησή του», βλ. Α. Ρουχωτάς, ό.π., σ. 109.
92.        Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 102.
93.        Αυτό το πληροφορούμαστε από υστερόγραφο σε γράμμα του Άβλιχου προς το συμπολίτη του Αμίλκα Αλιβιζάτο (1887-1969), νεαρό τότε θεολόγο και μετέπειτα πανεπιστημιακό καθηγητή και ακαδημαϊκό, στην Αθήνα (21 Ιανουαρίου 1914): «Υ.Γ. Χάριν θα μου έκανες, αν εμπορούσες να ανταμώσης τον φίλο μου Παλαμά και ναν του πης πως του έγραψα τώρα ύστερα [= πρόσφατα] και δεν έχω απά­ντησή του – και πως τον παρακαλώ να μου απαντήση και να λάβω το στερνό του δημοσίευμα […]», Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 106.
94.        Δ. Λουκάτος, ό.π., σ. 5 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 14, σ. 421].
95.        Δημοσιεύθηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός, 19-12-1917 [= Χ. Λιναρδάτος, ό.π., σσ. ζ΄ - θ΄].
96.        Βλ. Γ. Αλισανδράτος, «Πώς είδε ο Παλαμάς τους Επτανήσιους ποιητές», ό.π., σ. 1251.
97.        Για την πολυσχιδή προσωπικότητα του Π. Πανά βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., σσ. 507-510, και κυρίως τη μονογραφία της Ερασμίας – Λουΐζας Σταυροπούλου, Πανα­γιώτης Πανάς (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης ρομαντικός, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1987.
98.        Βλ. εφ. Εμπρός, 27-5-1924, άρθρο με τίτλο «Η Δ/νίς Γεωργία» και την υπογραφή W, το οποίο συνοδευόταν από το ποίημα του Πανά «Ο Θύρσις και η Δάφνη» (ή σε δεύτερη δημοσίευση, «Θύρσις και Φίλλη»). Το άρθρο αυτό δε συμπερι­λήφθηκε στα Άπαντα του Ποιητή, το αναφέρει όμως ο Κ. Γ. Κασίνης, Βιβλιο­γραφία Κω­στή Παλαμά (1911-1925), Αθήνα 1973, σ. 21, αρ. 354.
99.        Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Π. Πανάς, απογοητευμένος από την έλλειψη ανταπόκρισης στις προσπάθειές του, εκδοτικές και πολιτικές, είχε οδη­γηθεί στην απομόνωση και την παραίτηση. Βλ. σχετικά Ερασμία – Λουΐζα Σταυ­ροπούλου, ό.π., σσ. 48-50, 104-106.
100.    Για τον Ρόκκο Χοϊδά (1830-1890) βλ. Σπύρος Λουκάτος, Ρόκκος Χοϊδάς. Ο κήρυ­κας του ελληνικού σοσιαλισμού, έκδοση Αδελφότητας Κεφαλλήνων και Ιθακη­σίων Πειραιά και εκδ. Αλκυών [Πειραιάς 1984]. Αγγελο-Διονύσης Δεμπό­νος, Ρόκκος Χοϊδάς. Ο επίγονος των ριζοσπαστών, Αργοστόλι 1984. Βλ. επίσης τη μυθιστορηματική βιογραφία του Χοϊδά γραμμένη από τον Τάσο Βουρνά, Το ξε­κίνημα της φωτιάς, εκδ. Αφοί Τολίδη, [Αθήνα 21974].
101.    Εκείνη την εποχή αρκετοί Έλληνες λογοτέχνες χρησιμοποιούσαν γυναικεία ψευδώ­νυμα, ανάμεσα σε αυτούς και ο Κ. Παλαμάς, για μικρό όμως χρονικό διά­στημα. Μόνο ο Πανάς χρησιμοποίησε το «Γεωργία Κατσικογένη» για πολλά χρόνια, για να υπερασπιστεί έτσι τα δικαιώματα των γυναικών. Βλ. Ερασμία – Λουΐζα Σταυτοπούλου, ό.π., σσ. 108-109.
102.    «Τα δε αινίγματα, έμμετρα, εννοείται, τω καιρώ εκείνω, απετέλουν την φιλολογι­κωτέραν τροφήν και τρυφήν του φιλομούσου κοινού των περιοδικών», διευκρι­νίζει ο Παλαμάς στο παραπάνω άρθρο του στην εφ. Εμπρός, 27-5-1924.
103.    Πρόκειται για το περιοδικό Εθνική Βιβλιοθήκη, το οποίο διάβαζε από τα μαθη­τικά του χρόνια ο Παλαμάς, τχ. Μάϊος 1871, σ. 256: κάτω από το αίνιγμα της «δεσποινίδος Γεωργίας» [= Π. Πανά] σημειωνόταν: «Ως δώρον τω πρώτω πέμψο­νται ημίν την λύσιν προσφέρει η πολυθέλγητρος, νεαρά και ιδιότροπος δεσποι­νίς Γεωργία την εαυτής φωτογραφικήν εικόνα μεθ’ ενός ιδιογράφου τετραστί­χου και της υπογραφής της».
104.    Εφ. Εμπρός, 27-5-1924, «Η δ/νίς Γεωργία». Ωστόσο, ο Γ. Αλισανδράτος στη με­λέτη του «Ο “Αμανές” του Μικέλη Άβλιχου. (Βαλαωρίτης, Άβλιχος, Πανάς, Κο­νεμένος, Παλαμάς)», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 1 (1976) και στις σσ. 36-41 που αναφέρεται στο παραπάνω περιστατικό διορθώνει κάποιες ανακρίβειες του Παλαμά.
105.    Εφ. Εμπρός, 27-5-1924, «Η δ/νίς Γεωργία». Πρβλ. Ερασμία – Λουΐζα Σταυροπού­λου, ό.π., σ. 302.
106.    Για τη ζωή και το έργο του Π. Βεργωτή βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., σσ. 55-59, και τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1960, σ. 617. Γ. Αλισανδράτος, «Παναγιώτης Βεργωτής (1841-1916). Σύντομη βιογραφία και δημοσιεύματά του», ό.π., Αργοστόλι 1997, σσ. 11-66.
107.    Τις επιστολές των δύο αυτών πνευματικών ανθρώπων έχει δημοσιεύσει, ανάμεσα σε άλλες που βρέθηκαν στα κατάλοιπα του Βεργωτή, ο Γ. Αλισανδράτος, «Ανέκ­δοτα γράμματα διαφόρων στον Παν. Βεργωτή. (Και δύο γράμματα του Βεργωτή στον Κωστή Παλαμά», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 2 (1977), σσ. 406-408 και 413-417.
108.    Γι’ αυτή την περίοδο του γλωσσικού ζητήματος βλ. ενδεικτικά Γ. Κορδάτος, ό.π., σσ. 121-192.
109.    «Μαλλιαρούς» ονόμαζαν περιφρονητικά οι οπαδοί της καθαρεύουσας ή και της αρχαΐζουσας τους δημοτικιστές «από τα μακριά μαλλιά των πρώτων δημοτικι­στών ποιητών», Ν. Ανδριώτης, Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 31983, στο λ. μαλλιαρός. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο χαρακτηρισμός από την εφ. Εστία, φ. 26-11-1898, όπως αναφέρει ο Γ. Κορδάτος, ό.π., σ. 147, σημ. 2. Ταυτόχρονα, τους απέδιδαν διάφορες κατηγορίες: «Οι μαλλιαροί είναι ή μι­σοείναι άθεοι, ανήθικοι, προδότες, αναρχικοί, μασόνοι, όργανα του πανσλαβι­σμού […]», Μ. Τριανταφυλλίδης, Νεοελληνική Γραμματική. Ιστορική Εισαγωγή, Θεσσαλονίκη 1938, σσ. 128-129.
110.    Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 414. (Στις σσ. 413-415 η επιστολή του Βεργωτή προς τον Παλαμά με ημερομηνία 27-2-1899).
111.    Νουμάς, τχ. 9 (1911), σ. 113.
112.    Ο K. Krumbacher ήταν «ο πρώτος που συστηματικά καταπιάστηκε από τους Ευρω­παίους ειδικούς στην αντίκρουση του λογιωτατισμού», Γ. Κορδάτος, ό.π., σ. 252.
113.    Βλ. Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 415-417, όπου η επιστολή του Βεργωτή προς τον Παλαμά με ημερομηνία 22-1-1903.
114.    Βλ. ό.π., σσ. 406-408, όπου η απαντητική προς τον Βεργωτή επιστολή του Πα­λαμά με ημερομηνία 8-2-1903.
115.    Μετά από δυο χρόνια εκδόθηκε στη σειρά της Βιβλιοθήκης Μαρασλή σε μετά­φραση του Θεοφάνη Α. Κακριδή μια πιο ολοκληρωμένη μελέτη του Krumbacher με τον τίτλο Το πρόβλημα της νεωτέρας γραφομένης Ελληνικής, (συμπεριλή-φθηκε και «Απάντησις εις αυτόν» του Γεωργίου Χατζιδάκι), εν Αθήναις 1905, όπως μας πληροφορεί ο Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 417. Αντίθετα, ο Γ. Κορδάτος, ό.π., σ. 150, σημ. 1, αναφέρει τον Γ. Χατζιδάκι ως μεταφραστή της μελέτης του Krumbacher.
116.    Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σ. 417.
117.    Στα «Δημοσιεύματα του Παναγιώτη Βεργωτή», στο Γιώργος Αλισανδράτος, «Πα­ναγιώτης Βεργωτής (1841-1916). Σύντομη βιογραφία και δημοσιεύματά του», ό.π., σσ. 42-66, καταγράφονται οι μεταφραστικές απόπειρες και δημοσιεύσεις της «Κόλασης». Βλ. επίσης Γ. Αλισανδράτος, «Ο Παναγιώτης Βεργωτής και η “Κό­λαση” του Δάντη», Νέα Εστία, τόμ. 78 (1965), Χριστουγεννιάτικο τεύχος αφιε­ρωμένο στο Δάντη, σσ. 115-126.
118.    Γ. Αλισανδράτος, «Ανέκδοτα γράμματα διαφόρων στον Παν. Βεργωτή. (Και δύο γράμματα του Βεργωτή στον Κωστή Παλαμά)», ό.π., σ. 407.
119.    Βλ. ό.π., σημ. 5.
120.    Για τον Ιούλιο Τυπάλδο βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτε­χνίας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 61975, σσ. 291-292. Θεοδόσης Πυλαρινός, Επτανησι­ακή Σχολή, εκδ. Σαββάλας, [Αθήνα 2003], σσ. 77-79. Βλ. και την πληρέστερη έκ­δοση του έργου του Τυπάλδου Άπαντα των Νεοελλήνων Κλασσικών, Ιούλιος Τυπάλδος, Άπαντα, Επιμέλεια – εισαγωγή Ντ. Κονόμος, Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων, [Αθήνα 1968].
121.    Η παλαμική αξιολόγηση για την ποίηση του Τυπάλδου είναι συγκεντρωμένη σε ιδιαίτερο φυλλάδιο, στη σειρά «Διαλέξεις Φιλολογι­κού Συλλόγου Παρνασσού», 1917. Τώρα βλ. Κ. Πα­λαμάς, ό.π., τόμ. 8, σσ. 285-308. Βλ. επίσης, ό.π., τόμ. 6, σσ. 112-124.
122.    Για την «περίεργη» αυτή σύγκριση μεταξύ Τυπάλδου και Βαλαωρίτη βλ. το σχό­λιο του Γιώργου Πετρόπουλου, Εκ των Επτανησίων, εκδ. Ιωλκός, [Αθήνα 1999], σσ. 89-90.
123.    Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 8, σ. 289.
124.    Βλ. σχετικά Γ. Αλισανδράτος, ό.π., σσ. 1200-1203. Ο Θ. Πυλαρινός, ό.π., σ. 79, παρατηρεί: «Νομίζουμε ότι ο Κ. Παλαμάς αποτελεί τον καλύτερο δείκτη για την προσφορά του Ι. Τυπάλδου και τη συνθετική – ενωτική αξία του έργου του».
125.    Κ. Παλαμάς, ό.π., σ. 305.
126.    Για τον Ιω. Ζερβό βλ. Θ. Πυλαρινός, ό.π., σ. 185. Επίσης βλ. το αναμνηστικό βι­βλίο που εκδόθηκε στα τριαντάχρονα του θανάτου του με τίτλο Ιωάννης Ζερβός, Αθήναι 1974.
127.    Ιωάννης Ζερβός, ό.π., σ. 8.
128.    Βλ. ό.π., σ. 49.
129.    Βλ. Μαρίνος Σιγούρος, Άσβυστη φλόγα (1901-1938), Εταιρεία προς ενίσχυσιν των Επτανησιακών Μελετών, Κέρκυρα 1939, Πρόλογος [του Ιω. Ζερβού], σσ. 9-11.
130.    Ιωάννης Ζερβός, ό.π., σ. 48.
131.    Ό.π., σ. 49.
132.    Για τον Ιω. Σκαλτούνη βλ. Η. Τσιτσέλης, ό.π., σσ. 577-600.
133.    Βλ. εφ. Εφημερίς, 5-11-1894 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 15, εκδ. Μπίρης, σσ. 306-310.
134.    Ό.π., σ. 310.
135.    Δ. Λουκάτος, «Ο Ποιητής κι’ η Κεφαλονιά», ό.π., σσ. 4-5 [= Κ. Παλαμάς, ό.π., τόμ. 14, σ. 420.
136.    Ό.π. Ας μην ξεχνάμε ότι το χαρακτηριστικό επίθετο της Κεφαλονιάς από τον Ποι­ητή στο «Τραγούδι των εφτά νησιών» είναι «δουλεύτρα» («Κεφαλονιά δου­λεύτρα»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου